Eλληνικές λουτροπόλεις,παραλία, καλοκαίρι.
Πάγκοι με βιβλία, ο λουτροπαραλιοβιβλιοπώλης ήταν τρομερό επάγγελμα.
Συνήθως ήταν μια οικογένεια.
Μπορεί κι όχι.
Καλαμπόκια να ψήνονται, τσακατσούκα πασατέμπος κι ηλιόσπορος (μαύρα σπόρια, άσπρα σπόρια, δηλαδή), ιώδιο, μπίχλα, ίσως και μοσχοβολιά Θαλάσσης, κι η πιτσαρία στη γωνιά.
Ή κάντρο παραλία.
Η οικογένεια, τα παιδιά χαίρονται, ο σερβιτόρος φορά άσπρο πουκάμισο.
Greek and strong, charm, θα ήταν καμάκι αν δούλευε σε καφετέρια και πουλούσε καφέ σε ποτήρι με μεταλλική θήκη, αλλά εδώ πουλά πίτσες και μπολωναίζ σε οικογένειες.
Η Μπολωναίζ είναι φαγητό της δεκαετίας 70, 80, ελληνική κουζίνα.
Είναι αυτό που λέμε, Μακαρόνια Με Κιμά, απλά κι ελληνικά.
Η ονομασία της έρχεται από το ραγού alla bolognese, ragù bolognese, που είναι μία από το πλήθος των παραλλαγών της ιταλικής μακαρονάδας με κιμά ή με πολύ ψιλοκομμένο κρέας.
Εκτός της Μπολωναίζ υπήρχε και η Ναπολιταίν.
Στα ίδια μαγαζιά.

Κατακαημένη Νάπολη.
Ρημάδα Santa Lucia, κατακαημένο (και κατακαμμένο) Θέατρο του San Carlo, ε, ρε, Σπανιόλκη Συνοικία, Surriento, κι ερείπια της Πομπηίας, ε, ρε, έρμε και ξερέ Βεζούβιε,με το Ercolano σου, να ήξερες τι είναι η Ναπολιταίν.
Μακαρόνια με σάλτσα ντομάτα θέλαν να φαν οι άνθρωποι, να γυαλίσουν τα σαγόνια τους και να λαδώσει η κοιλιά τους, και τους το σερβίραν για σπαγγέτι ναπολιταίν.
Και δως του, να μαλώνει το κουτάλι με το πιρούνι και το κεφαλοτύρι το τριμμένο.
Πώς είπατε;
Όχι παρμεζάνα ούτε πεκορίνο.
Εμείς όμως είμασταν πιο προχώ, και πήγαμε στα λεγόμενα ιταλικά εστιατόρια.
La Diavola, La Mamma, La Traviata, La Scala, La Porta, La παράθυρο, όλα τα λα, λα, λα, ανοίξαν να υποδεχτούν τους Λαλάκηδες.
Μανιτάρια ετοιματζήδικα, πίτσα στον φούρνο με ξύλα, όχι πια καναδικού τύπου, μακαρονάδες με τέσσερα, έξι, 58, 4.990, 2.000.589.598.890 τυριά.
Rigatoni 4 τυριά, ο κύριος, πάστα alla marinara, η κυρία.
Όροι όπως al dente, αντικατέστησαν την Μπολωναίζ, τώρα πια ο καθένας ήξερε πως οποιοσδήποτε κιμάς σε μακαρόνια λέγεται bolognese, (μόνο οι Μπολωνιέζοι δεν το ήξεραν).