ΚΡΥΦΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: ΕΜΦΑΝΙΣΗ
Βαγενάς- Από το ν.ε. βαγένι-βαρέλι,< μεσν. βαγοίνιον. Ο Meyer την ετυμολογεί από το σλαβ. vagan “ξύλινη γαβάθα”. Πιθανώς από το <μεσν. λατ. vagna.
Γκέρμπεσης- Από το αρβαν. gërbë, καμπούρα,σλαβ.gбrba .Και όνομα οικισμών στην Πελοπόννησο, Γκέρμπεσης ήταν το επώνυμο αρβανίτη stratioto, μισθοφόρος των Βενετών, και όπως σνηθιζόταν ανταμοίβονταν με εκτάσεις-πρόνειες.
Γκλαβάνης- Από το σλαβ. glavan(glava=κεφάλι), ο σπουδαίος, κύριος.
Γκολέμης-Από το σλαβ. golem, μεγάλος. Συχνό αρβανίτικο επώνυμο.
Γκρίτζαλης- Από το διαλεκτ.(Ηπειρ.) γκρίζαλος=τραχύς, κακότροπος, φιλόνικος. Ίσως σχετικό με το σλαβ. gryzo=δαγκώνω, ροκανίζω.
Δρούγγας- Από το ηπειρωτικόδρούγκα «το αδράχτι χωρίς σφοντίλι»,σχετικό με το βλαχ. druga «ρόκα για γνέσιμο», αλβ. drugë «αδράχτι», σλαβ. drongu «το κοντάρι»
Ζαβιτσάνος-Επώνυμο που δηλώνει τον κάτοικο που προέρχεται από το χωριό Ζάβιτσα(σημ. Αρχοντοχώρι) της Αιτωλοακαρνανίας.Το τοπωνύμιο πιθανώς είναι σλαβικό και σχετίζεται με το σλαβ.zaba=βατράχι.
Ζολότας- Από το οθωμανικό νόμισμα zolota(αργυρό νόμισμα αξίας 30 παράδων) και με τη σειρά του από το αρχ.σλαβ. zlato «χρυσός».
Κουνάδ(β)ης-κουνάδι, κουνάβι, <σλαβ. kuna + κατάλ. ‑άδι
Μάζης- 1) Από το αρβαν. mëz,(το ë προφέρεται κάπως μεταξύ -α- και –ε-, όπως το αγγλ.about), και σημαίνει πουλάρι, 2) από το αρβαν. mazë, η κρέμα, η κρούστα που δημιουργείται πάνω στο γάλα,<σλαβ.mazъ-το λίπος
Μπατζής- Στην ηπειρωτική διάλεκτο μπατζής λέγεται αυτός «που μαζεύει τα γάλατα από το μπατζαργειό» όπου μπατζαργειό «το μέρος της στρούγκας,όπου η τυροκομία και βουτυροκομία». Η λέξη προέρχεται από το σλαβικόbač-βουκόλος και bačija- ο τόπος και η καλύβα όπου αρμέγονται το καλοκαίρι τα πρόβατα.
Μπέλος (Μπελογιάννης κ.α.)- Από το ν.ε.μπέλος,χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψει το λευκό πρόβατο, κατσίκα κ.α., μεταφορικά και για τον ανοιχτόχρωμο άνθρωπο. Από το σλαβικό bělú «λευκός». Παρόμοιες λέξεις και στα αρβανίτικα και στα βλάχικα.
Μπλέτσας- Από το ιδιωμ.(Ήπειρ.), μπλέτσας/μπλετσάρης, γυμνός, πρβλ. μπλετσοπόδαρος-ξυπόλητος.<σλαβ.ples.
Πράτσικας- Από το σλαβ.pracka, βέργα.
Ραχωβίτσας- Επώνυμο εθνικό που δηλώνει καταγωγή από το χωριό Ραχωβίτσα (σημ.Μαρμαράς),ν.Σερρών.Το τπνμ. σλαβικό orahovo=καρυδότοπος.
Ρίτσος- Από το ιδιωμ. ρίτσος,ο ρήσος, λαικτρ.αιλουροειδές τετράποδο, που σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες ζούσε στον βορά. ,<σλαβ.ris.Μτφ. δηλώνει τον γρήγορο, τον ταχύ, και εκφρ. Σαν το ρίτσο τρέχει.
Σκλαβενίτης- Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από τόπους όπως Σκαβηνία, Σκλαβουνιά, τοπωνύμια που χαρακτηρίζουν περιοχές με σλαβική κατοίκηση. Επι Βυζαντίου οργανώθηκαν στα αυτοκρατορικά εδάφη αυτόνομα μορφώματα Σκλαβούνων(Σθλαβίνων), οι Σκλαβηνίες.
Σούρλας- Από το ιδιωμ.(Ήπειρ.) σούρλα, κάθε τι ψηλό που λήγει κωνοειδώς, π.χ. σουρκέφαλος, ο σχινοκέφαλος, που έχει μακρύ κεφάλι. Ετυμολογικά συνδέεται με το σλαβ. сурла ,η προβοσκίδα ή η πίπα/σφυρίχτρα/φλογέρα.
Στρέκλας- Από το ν.ε. στρέκλα<σλαβ.strukel,η αλογόμυγα.
Τσαντίλας- Από το ν.ε. τσαντίλα «η σακούλα που στραγγίζουν το τυρί» και μτφ τσαντισμένος=νευριασμένος, <από το σλαβ. cedilo «σάκος για χλωρό τυρί»
Τσέλιγκας-ιδιοκτήτης μεγάλων κοπαδιών, αρχηγός τσελιγκάτου. σλαβ. çelnik.
Γκέρμπεσης- Από το αρβαν. gërbë, καμπούρα,σλαβ.gбrba .Και όνομα οικισμών στην Πελοπόννησο, Γκέρμπεσης ήταν το επώνυμο αρβανίτη stratioto, μισθοφόρος των Βενετών, και όπως σνηθιζόταν ανταμοίβονταν με εκτάσεις-πρόνειες.
Γκλαβάνης- Από το σλαβ. glavan(glava=κεφάλι), ο σπουδαίος, κύριος.
Γκολέμης-Από το σλαβ. golem, μεγάλος. Συχνό αρβανίτικο επώνυμο.
Γκρίτζαλης- Από το διαλεκτ.(Ηπειρ.) γκρίζαλος=τραχύς, κακότροπος, φιλόνικος. Ίσως σχετικό με το σλαβ. gryzo=δαγκώνω, ροκανίζω.
Δρούγγας- Από το ηπειρωτικόδρούγκα «το αδράχτι χωρίς σφοντίλι»,σχετικό με το βλαχ. druga «ρόκα για γνέσιμο», αλβ. drugë «αδράχτι», σλαβ. drongu «το κοντάρι»
Ζαβιτσάνος-Επώνυμο που δηλώνει τον κάτοικο που προέρχεται από το χωριό Ζάβιτσα(σημ. Αρχοντοχώρι) της Αιτωλοακαρνανίας.Το τοπωνύμιο πιθανώς είναι σλαβικό και σχετίζεται με το σλαβ.zaba=βατράχι.
Ζολότας- Από το οθωμανικό νόμισμα zolota(αργυρό νόμισμα αξίας 30 παράδων) και με τη σειρά του από το αρχ.σλαβ. zlato «χρυσός».
Κουνάδ(β)ης-κουνάδι, κουνάβι, <σλαβ. kuna + κατάλ. ‑άδι
Μάζης- 1) Από το αρβαν. mëz,(το ë προφέρεται κάπως μεταξύ -α- και –ε-, όπως το αγγλ.about), και σημαίνει πουλάρι, 2) από το αρβαν. mazë, η κρέμα, η κρούστα που δημιουργείται πάνω στο γάλα,<σλαβ.mazъ-το λίπος
Μπατζής- Στην ηπειρωτική διάλεκτο μπατζής λέγεται αυτός «που μαζεύει τα γάλατα από το μπατζαργειό» όπου μπατζαργειό «το μέρος της στρούγκας,όπου η τυροκομία και βουτυροκομία». Η λέξη προέρχεται από το σλαβικόbač-βουκόλος και bačija- ο τόπος και η καλύβα όπου αρμέγονται το καλοκαίρι τα πρόβατα.
Μπέλος (Μπελογιάννης κ.α.)- Από το ν.ε.μπέλος,χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψει το λευκό πρόβατο, κατσίκα κ.α., μεταφορικά και για τον ανοιχτόχρωμο άνθρωπο. Από το σλαβικό bělú «λευκός». Παρόμοιες λέξεις και στα αρβανίτικα και στα βλάχικα.
Μπλέτσας- Από το ιδιωμ.(Ήπειρ.), μπλέτσας/μπλετσάρης, γυμνός, πρβλ. μπλετσοπόδαρος-ξυπόλητος.<σλαβ.ples.
Πράτσικας- Από το σλαβ.pracka, βέργα.
Ραχωβίτσας- Επώνυμο εθνικό που δηλώνει καταγωγή από το χωριό Ραχωβίτσα (σημ.Μαρμαράς),ν.Σερρών.Το τπνμ. σλαβικό orahovo=καρυδότοπος.
Ρίτσος- Από το ιδιωμ. ρίτσος,ο ρήσος, λαικτρ.αιλουροειδές τετράποδο, που σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες ζούσε στον βορά. ,<σλαβ.ris.Μτφ. δηλώνει τον γρήγορο, τον ταχύ, και εκφρ. Σαν το ρίτσο τρέχει.
Σκλαβενίτης- Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από τόπους όπως Σκαβηνία, Σκλαβουνιά, τοπωνύμια που χαρακτηρίζουν περιοχές με σλαβική κατοίκηση. Επι Βυζαντίου οργανώθηκαν στα αυτοκρατορικά εδάφη αυτόνομα μορφώματα Σκλαβούνων(Σθλαβίνων), οι Σκλαβηνίες.
Σούρλας- Από το ιδιωμ.(Ήπειρ.) σούρλα, κάθε τι ψηλό που λήγει κωνοειδώς, π.χ. σουρκέφαλος, ο σχινοκέφαλος, που έχει μακρύ κεφάλι. Ετυμολογικά συνδέεται με το σλαβ. сурла ,η προβοσκίδα ή η πίπα/σφυρίχτρα/φλογέρα.
Στρέκλας- Από το ν.ε. στρέκλα<σλαβ.strukel,η αλογόμυγα.
Τσαντίλας- Από το ν.ε. τσαντίλα «η σακούλα που στραγγίζουν το τυρί» και μτφ τσαντισμένος=νευριασμένος, <από το σλαβ. cedilo «σάκος για χλωρό τυρί»
Τσέλιγκας-ιδιοκτήτης μεγάλων κοπαδιών, αρχηγός τσελιγκάτου. σλαβ. çelnik.


