«Αν ξαναρίξεις φάπα θα σου κολλήσω το παγωτό χωνάκι στη μούρη.»
Αυτό ήθελα να πω στον πατέρα μου μέχρι να γίνω 15 χρονών, που από τα οχτώ μέχρι τα δεκαπέντε με είχε ξεσβερκιάσει στην καρπαζιά κάθε φορά που μου έλεγε ταυτόχρονα κάτι ακαταλαβίστικα πράγματα.
Όπως μια φορά που με είχε πάει στο τσίρκο να δω τους ιπποπόταμους και βγήκε ένας κλόουν με ένα μαραφέτι που το βούταγε σε ένα κάδο με σαπουνάδα το στριφογύριζε και έκανε κάτι τεράστιες φούσκες που έσκαγαν και εξαφανιζόντουσαν αμέσως.
Εγώ απορροφημένος από το θέαμα και τρώγοντας μαλλί της γριάς τρώω ξαφνικά την πρώτη φάπα συνοδευόμενη από την ερώτηση.
«Τι είναι αυτά που βλέπεις ρε βλαμμένο;»
«Σαπουνόφουσκες.» απαντάω και πέφτει η δεύτερη φάπα.
«Λόγια είναι ρε μαλακισμένο.» μου λέει καρφώνοντας με με εκείνο το περίεργο βλέμμα που έπαιρνε κάθε φορά που έλεγε κάτι μαλακίες που δεν καταλάβαινα.
«Τι λόγια, εγώ σαπουνόφουσκες βλέπω.» ξαναπαντάω σκεφτόμενος ότι πάει ο γέρος, το έκαψε.
Και τότε πέφτει η τρίτη και δυνατότερη σβερκιά απ' όλες που είδα το χριστό φαντάρο.
«Τίποτα δεν είναι ότι φαίνεται σαΐνι μου.» μου λέει και συμπληρώνει, «Λόγια γυναικών βλέπεις αγόρι μου.» ευτυχώς χωρίς φάπα αυτή τη φορά και σταματώντας εκεί την κουβέντα με άφησε να απολαύσω τους κώλους των ακροβατριών που κρεμόντουσαν από τα σκοινιά πάνω απ' το κεφάλι μου.
Παρεμπιπτόντως ο γέρος μου πέθανε στα πενηντατρία του, και μετά τόσα χρόνια από το θάνατο του δεν έχει λυθεί το μυστήριο των δεκαπέντε αγνώστων στη μικρή μας οικογένεια γυναικών που έκλαιγαν στην κηδεία του.
Αν ζούσε σήμερα θα του έλεγα ένα απλό «Κατάλαβα».
