Το lockdown του κορονοϊού ήταν μια περίοδος που προσωπικά μου άφησε μια παράξενη αίσθηση νοσταλγίας
Η φύση, ανασαίνοντας καθαρά, χωρίς την ανθρώπινη βρωμιά και την αχαλίνωτη κατανάλωση, φαινόταν να ανακτά την πρωτόγονη αρμονία της. Τα δέντρα, τα βουνά, οι θάλασσες, έλαμπαν από τη σιωπή τους, ο αέρας γέμιζε με την ησυχία που τόσο είχε λείψει.
Ξαφνικά, οι φωνές των αεριτζήδων της οικονομίας, που έως τότε παραδόξως, στα πλαίσια ενός διεστραμμένου κόσμου, είχαν λόγο, εσιώπησαν. Η κυριαρχία της καθετοποιημένης -τύπου βιομηχανικής εκτροφής χοίρων- κουλτούρας "διασκέδασης" βρέθηκε ανέλπιστα σε λυτρωτική αδράνεια, με τους καφενέδες, σκυλάδικα, κλπ άνδρα υποκουλτούρας των νονών της νύχτας, που κανείς δεν θα μπορούσε να είχε διανοηθεί το σφράγισμά τους, έμειναν άδεια, ακούνητα, με την ασχήμια τους εμφατικά απόκοσμη, σαν απομεινάρια ενός παράδοξου, σκοτεινού, σαδιστικού κόσμου.
Ήταν σαν να ζούσαμε σε έναν άλλο, πιο αθώο, πιο αληθινό κόσμο, όπου το μόνο που ακουγόταν ήταν το απαλό θρόισμα των φύλλων και ο ήχος της σκέψης μας που, ίσως για πρώτη φορά, είχε χώρο να αναπνεύσει
