Η περιήγηση στον παρόντα ιστότοπο συνεπάγεται ότι συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης και την Πολιτική Χρήσης Cookies.

"Αγωνιστές του 21"

Θέματα ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.
Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1369

Re: "Αγωνιστές του 21"

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 17 Οκτ 2020, 16:49

Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:Σισίνης Γεώργιος (1769 – 1831)


Κάλπης, Καλπίδης, Κάλπικος, (τουρκ.) Kalp = η καρδιά, το ελάττωμα, ο ψεύτικος, ο κίβδηλος.
Καλπουζάνης, Καλπουζιάνης (τουρκ.) Kalpazan = ο παραχαράκτης, ο κιβδηλοποιός.
Καλπουζανία, η = απατεωνιά, μη τίμια πράξη.


ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΚΟΥΡΑΣ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΙΣΙΝΗΣ

Κάποτε ο Γκούρας λεηλατώντας το σπίτι του Σισίνη [ στον Εμφύλιο ] βρήκε κάλπικες σφραγίδες και γράμματα ενοχοποιητικά και ένα σωρό δείγματα ατασθαλίας, ενώ ο Γ. Σισίνης είχε φύγει με τον γιο του για την Ζάκυνθο όπου τον υποδέχθηκαν με γιουχαΐσματα οι Ζακυνθινοί. Ο Γκούρας του έστειλε το παρακάτω γράμμα:

«Θεοσεβέστατε Σισίνη Γεώργιε.
Ευρήκα στο σπίτι σου της βούλαις της καλπαζουνίας, και δια να μην τύχει και δεν το πιστέψεις, ιδού όπου σου τις σημειώνω απάνου στο χαρτί, με τις οποίας βούλωνες εις το μέτωπο και εις την καρδίαν όλους τους δυστυχείς εγκατοίκους της επαρχίας Γαστούνης και όλους τους Έλληνας…».


http://androni.blogspot.com/2012/04/blog-post_25.html
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1369

Re: "Αγωνιστές του 21"

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 17 Οκτ 2020, 16:51

Ο Γεωργάκης Μαυρομιχάλης είχε συλληφθεί με μπαμπεσιά στο Νιόκαστρο απ' τον Ιμπραήμ. Ο Ιμπραήμ τον απελευθέρωσε κατά την ανταλλαγή αιχμαλώτων , αφού πρώτα ο Γιωργάκης του υποσχέθηκε πως θα πείσει τον πατέρα του Πετρόμπεη και όλη την Μάνη να δηλώσουν υποταγή. Αλλά όταν απελευθερώθηκε δεν πραγματοποίησε την υπόσχεσή του. Το αντίθετο μάλιστα. Αναμίχθηκε σε προσπάθεια δολοφονίας κατά του Ιμπραήμ ! Ο Ιμπραήμ θύμωσε που τον γέλασε και του έστειλε απειλητική επιστολή. Η απάντηση του Γιωργάκη όπως την διασώζει ο Σπυρίδων Τρικούπης ήταν η εξής :

Από ημάς τους ολίγους Έλληνας της Μάνης και λοιπούς Έλληνας ευρισκομενους εις αυτήν.

Προς τον Ιβραημπασαν της Αιγύπτου.

Ελάβαμεν το γράμμα σου, εις το οποίον είδαμεν να μας φοβερίζης ότι , αν δεν σου προσφέρωμεν την υποταγήν μας, θέλεις εξολοθρεύσει τους Μανιάτας και την Μάνην, δια τούτο και ημείς σε περιμένομεν με όσες δυνάμεις θελήσης.

Οι κάτοικοι της Μάνης γράφομεν και σε περιμένομεν.


https://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager. ... 10&lang=en
1 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Rookie poster
Rookie poster
Δημοσιεύσεις: 168

Re: "Αγωνιστές του 21"

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 17 Οκτ 2020, 18:49

«Σουλιώτης-Αρβανίτης», μελέτη του Γ. Βλαχογιάννη στην εφημ. «Πρωία» 7 Δεκ. 1931.

Οι φανατικοί πατριώτες της Αρβανιτιάς είπανε και γράψαν, όχι μια φορά και μόνη, πως οι Αρβανίτες λευτέρωσαν την Ελλάδα με το αίμα τους κατά το Εικοσιένα, και πως τα καλύτερα παλικάρια του Ιερού αγώνα μας ήταν Αρβανίτες. Και δεν τους φτάνει να μας θυμίζουνε κάθε φορά το Σούλι, την Ύδρα και τη Σπέτσα, αλλά πάνε και πιο πέρα ακόμα· μας φιλονικούν και την καταγωγή πολλών άλλων επισήμων αντρών, που εμείς τους γνωρίζουμε Έλληνες καθαρούς, π.χ του Αντρούτσου, του Καραϊσκάκη, του Κολοκοτρώνη κλπ. Την τελευταία τούτη υπερπατριωτική αξίωση τη ρίχνει η ιστορία εύκολα, κ’ είναι συγχωρεμένη η προπαγάνδα η αρβανίτικη, «ου γάρ είδε», το ίδιο και την άλλη, λιγο πιο πάνω, πως δηλ. τα καλύτερα παλικάρια μας ήταν Αρβανίτες. Γιατί ίσα-ίσα η ιστορία φωνάζει πως τα πιο καθαρά παλικάρια, τα πιο ατρόμητα, κ‘ ευγενικά και τιμημένα, με τα σημάδια τα ξεχωριστά του αγνού ήρωα, που ενώ νικάει τον εχθρό, ξέρει και να τον τιμάει, ήταν Έλληνες από μάνα και πατέρα, κι’ απ’ όλα τους τα προγονικά· τετοιοι ήταν ο Διάκος, ο Κανάρης, ο Νικηταράς, ο Καραϊσκάκης και τόσοι άλλοι. Μ’ αυτούς συνερίζεται πάντα η ελληνική παλικαριά. Με το Μάρκο παραβγαίνει στην Άρτα, κατά το 1821, ο Καραϊσκάκης, και κατά το 1825-6 παραβγαίνει ο ίδιος πάλι με τον Κίτσο, στο Μεσολόγγι. Οι δυο αυτοί πατήσανε του Κιουταχή το στρατόπεδο σε μια νύχτα.
Κατά τους Αρβανίτες και τους φίλους τους από την Ιταλία οι Σουλιώτες ήταν Αρβανίτες καθαροί, μα εδω είναι που σκοντάφτουν πάλι στην αλήθεια. Και πρώτα, η Σουλιώτικη παλικαριά δεν ήταν αρβανίτικη παλικαριά, αφού ήτανε πιο μεγάλη, κι’ αφού ποτέ κατά τον Αγώνα (και στο Σούλι πριν από το Εικοσιένα) οι Σουλιώτες δεν νικήθηκαν από Αρβανίτες (Άμπλιανη, Πέντε Όρνια, Μεσολογγι και τόσα άλλα παραδείγματα). Οι Σουλιώτες ήταν Ελληνο-Αρβανίτες, όχι Αρβανίτες καθαροί. Το ίδιο και οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες. Είναι θαύμα πόσο ταιριαστό γίνεται το σμίξιμο των δυο αυτών αδερφικών αιμάτων. Το φαινόμενο στην Ιστορία μας από το Εικοσιένα και κάτω είναι χτυπητό, και ξώφαντο μπροστά στα μάτια μας. Όμως εδώ το ζήτημα γίνεται ξαφνικά εθνολογικό. Ανάγκη όμως να πω με λόγια σύντομα τη γνώμη μου. Η συνοίκηση Σουλίου, Ύδρας, Σπέτσας έγινε με τον πρώτο της πυρήνα καθαρά αρβανίτικο, απ’ ανθρώπους που φεύγανε κάποιες καταδρομές γιατί και κάποιες πράξεις παράνομες είχανε κάμει. Αυτής της τάξης οι συνοικισμοί, οι εγκληματικοί, ας τους πούμε, είναι πράγμα θαυμαστό πόσο ευτυχούν και γιγαντώνονται με τον καιρό. Στην αρχή, για να ριζώσουν και να δεντρωθούν, ακολουθούνε πάντα της φύσης κάποιους νόμους σκληρούς κι’ απόλυτους· μίση θανάσιμα κρατούν ανάμεσα τους. Φόνοι, απαγωγές, σπαραγμοί για την κατοχή της εξουσίας, και τότε, άμα πληθύνει το κακό, απ’ των παθών αυτή τη λάσπη, από το λύθρο των αιμάτων θα φυτρώσει ένα λουλούδι εξωτικό, καθώς και το ρόδο από τ’ αγκάθι, θα προβάλει ο νόμος, όχι ενός ανθρώπου πλάσμα, παρά της ανάγκης γέννημα, της αλύγιστης, φύτρο δυνατό από τη μοίρα του παραγγελμένο τάξη να βάλει και να βασιλέψει απάνω στην ανεμοζάλη. Αυτό το δρόμο ακολούθησε το Σούλι, η Ύδρα, η Σπέτσα, μα και η Βενετιά μέσα στους δρόμους της, και η Ρώμη ακόμα. Στους πολεμικούς λαούς που συνοικίζονται από μια σκληρή ανάγκη, ένας από τους νόμους που γεννιέται αυτόφυτος, όταν πληθαίνουνε τα φονικά, είναι ο νόμος του αίματος, η εκδίκηση η επιτακτική, που βάνει χαλινό στο έγκλημα. Η μπέσα είναι πάλι κι’ αυτή γέννημα φυσικό της απιστιάς. Όπως ένας λαός άλλο βαθμό τιμωρίας δεν ξέρει, παρά το φόνο, έτσι άλλος λαός από φυσικού του ρέπει στην απιστιά, και η μπέσα είναι ο μόνος νόμος που τη συμμαζεύει. Κάθε παράβαση της μπέσας έχει απαράβατη ποινή το φόνο. Ο νόμος του αίματος και η μπέσα είναι νόμοι άγραφοι, μα τρομεροί, που χαλινώνουνε κάθε άξεστο λαό, που παλεύει με τους γειτόνους ή με τον εαυτό του, και δεν αφήνει από τα χέρια του τ’ άρματα. Από τους Αρβανίτες, που πλάσανε τη μπέσα οι πιο άπιστοι νομίζονται απ’ αυτούς οι Τσάμηδες, μα οι Τσάμηδες ίσα-ίσα προσκυνάνε και λατρεύουνε τη μπέσα. Έτσι με τον καιρό μορφώνεται ένα δίκαιο φυσικό σ’ έναν λαό παράνομο, και τότε με τη δύναμη του νόμου, άγραφου πρώτα, κ’ ύστερα γραφτού μπαίνει ο λαός αυτός στο στάδιο της δόξας της πολεμικής ή στο πεζότερο του πλουτισμού, όπως τονέ βοηθήσει ο τόπος όπου ζει, στεριά είτε θάλασσα, και τόσα άλλα ακόλουθα περιστατικά. Έτσι η πολεμική και η πολιτική αρετή στήνει το θρόνο της απάνω στη φυσική και μισοάγρια διαφθορά, κ’ έτσι υποτάζει και ημερώνει τα θεριά. Έτσι έγιναν οι νόμοι οι Υδραιο-Σπετσιώτικοι, και οι νόμοι οι Σουλιώτικοι, μα ακόμη και οι Δρακόντειοι νόμοι κ.λ.π. Τότε αρχίζουν της θείας ειρήνης τ’ αγαθά, και τότε ο πληθυσμός αρχίζει και πυκνώνει τεχνικά απ’ ανθρώπους που συρρέουν έξωθεν για να βρούνε σκέπη, τύχη και δουλειά (ισως και αυτούς το έγκλημα τους έδιωξε από το δικό τους τόπο).
Η σύσταση του πληθυσμού Ύδρας, Σπέτσας και Σουλίου είναι μικτή, Ελληνο-Αρβανίτικη. Η πρώτη ζύμη, η μαγιά, ήταν Αρβανίτικη, αθροισμένη απ’ τα περίχωρα, Αρβανίτικα κι’ αυτά, και το ζυμάρι ύστερα μεγάλωσε από τα στοιχεία τα Ελληνικά, τα συναγμένα από παντού στα καταφύγια εκείνα, που χαρίζανε πρώτο αγαθό της ζωής, την προστασία από του Τούρκου την καταδρομή. Και τότε δυό ενάντια φαινόμενα γεννηθήκανε, μα και τα δυο τέκνα του ίδιου ψυχολογικού νόμου. Ο Ελληνόφωνος πρόσφυγας μάθαινε Αρβανίτικα και λησμονούσε τα δικά του ελληνικά, ενώ η ψυχή του έκανε σιγά-σιγά την Αρβανίτικη ψυχή ν’ αλλάζει. Οι δυο αυτές αντίθετες επιρροές δημιουργήσανε το κράμα αυτό το Ελληνο-Αρβανίτικο, λαούς μ’ Αρβανίτικη γλώσσα, μ’ αίμα μιχτό, και με πατριωτισμό Ελληνικό. Η εξέταση των οικογενειακών ονομάτων δείχνει τη σύσταση του πληθυσμού μιχτή. Δε μένει παρά, αν προκληθώ, να παρουσιάσω καταλόγους. Έρχομαι στο Σούλι.

Το Σούλι είναι ένα μικρό νησάκι χριστιανικό ανάμεσα σε πέλαγο Αρβανίτικο μουσουλμανικό. Έζησε και μεγάλωσε, σύστησε μικρό κράτος, άνοιξε τρανούς αγώνες για να προστατέψει αυτό το κράτος και την ίδια του την αρχική πολιτική ύπαρξη, το περίφημο Τετραχώρι. Τέλος φύλαξε τη λευτεριά του ως που την έχασε κάνοντας τους ατέλειωτους πολέμους του πάντα μ’ Αρβανίτες μουσουλμάνους. Όμως ποτέ δεν ξέχασε πως οι Αρβανίτες ήταν αδερφοί στη γλώσσα, στα ήθη τα πολεμικά, στην μπέσα, μα στα ήθη τα κοινωνικά, στα τραγούδια του σπιτιού (του γάμου κ.λ.π), στο πατριωτικό του ένστιχτο, στις τύχες του πολέμου, στις ελπίδες, τις μελλόμενες, στη θρησκεία, τέλος, στο γενικό του φρόνημα, το Σούλι ήταν Ελληνικό. Η απορρόφηση του του στοιχείου του Ελληνικού είχε γίνει σιγά με τον καιρό. Από τα χρόνια της Φιλικής Εταιρίας ο Σουλιώτης άρχισε να παίρνει και συνείδηση καθαρότερη εθνική. Όμως η φυλή του δεν ήτανε καθαρή Αρβανίτικη, ήταν Ελληνο-Αρβανίτικη. Οι Αρβανίτες δεν πάψανε ποτέ να πιστεύουν τους Σουλιώτες αδερφούς και ομόφυλους. Γι’ αυτό και οι πόλεμοι τους γινόντανε τόσο φανατικοί, τόσο απίστευτοι στη λύσσα τους. Στους πολέμους αυτούς γυμνάστηκε η Σουλιώτικη παληκαριά, η Ελληνο-Αρβανίτικη, και πάντα νίκησε. Ύστερα από κάθε μάχη η μπέσα ήτανε νόμος ιερός και απαράβατος. Σουλιώτης και Αρβανίτης ποτέ δεν πατήσανε τη μπέσα μεταξύ τους. Όσο βαστούσε η μπέσα, οι Σουλιώτες μοιραζόντανε και το ψωμί με τον εχθρό. Οι Αρβανίτες δίνανε ξεχωριστή πίστη στους Σουλιώτες, και τη μπέσα τους την είχανε σα γνωμικό «μπέσα Σουλιώτικη». Όσο βαστούσε η μπέσα, τα δυο μέρη αφήναν τα τουφέκια, και μένοντας με τα σπαθιά και τα πιστόλια κάνανε παρέα ανάκατοι χωρίς καμμια υποψία. Κατά το 1821, στα Δερβίζανα, οι Σουλιώτες αφού δώσανε τη μπέσα φιλήθηκαν αδελφικά και πήραν τους Αρβανίτες στο στρατόπεδό τους, τους στρώσανε τραπέζι από ψητά, μοιράσανε σε κάθε συντροφιά κ’ ένα σφαχτό, και καθήσανε δέκα Σουλιώτες συντροφιά μ’ αλλους τόσους Αρβανίτες. Ήπιανε, τραγουδήσανε, χορέψανε, ρίξανε και λιθάρι, και τέλος χωριστήκανε σαν παλιοί σύντροφοι αφού μείνανε μαζί τρείς ώρες. Οι Σουλιώτες αφήσανε και τ’ άρματα στους Αρβανίτες. Ποτέ δε σκοτώσανε σκλάβο Αρβανίτη. Γινόνταν και μαζί τους αδερφοποιτοί, καμμιά φορά. Τέτοιον αδερφοποιτό είχε το γιο του Μούρτο-Τσάλη ο Μάρκο-Μπότσαρης, κι’ άμα σκοτώθηκε θρήνησε το θάνατο του και φύλαξε το πένθος του πολύν καιρό. Οι Αρβανίτες είχανε μεγάλη ιδεα για τη Σουλιώτικη παλικαριά. Ο Χουρσίτ Πασάς, λένε, κατά την πολιορκία του Αλήπασα, μάλωνε τους Αρβανίτες, πως αντάξια τρώγανε το ψωμί του του βασιλιά τους, αφού δε μπορούσαμε να χαλάσουν τους Σουλιώτες. Ένας Αρβανίτης πολεμιστής, ο Χασάν Αρούνης, πληγές γεμάτος του αποκρίθηκε:

–Οι Αρβανίτες δεν είναι κιοτήδες, τρώνε δίκια το ψωμί του βασιλιά, μα η αλήθεια είναι πως οι Σουλιώτες είναι από τα σπάνια παληκάρια του καιρού που ζούμε.

Οι Σουλιώτες από τα παλιά τους λαβαίνανε συχνή αφορμή να δένουνε κ’ ενώσεις πολιτικές με τους Αρβανίτες. Πότε κάνανε συμμαχία με τους γειτόνους τους Παραμυθιώτες, πότε με αγάδες τους Μαργαριτιώτες κι’ αλλους Αρβανίτες ενάντια σε δυνατούς πασάδες της Αρβανιτιάς, και μάλιστα τον Αλή-βεζίρη. Η τελευταία τους συμμαχία ήτανε κατά τα 1820-21, όταν Αρβανίτες και Σουλιώτες με το μέρος του Αλήπασα χτυπούσαν τα σουλτανικά στρατεύματα παντού. Στην Άρτα σμίξανε μαζι τους και οι Αρματωλοί, γιατί είχε αρχίσει πια ο αγώνας ο εθνικός. Στην Άρτα μέσα θαυμαστά συνεριζόντανε Σουλιώτες, Αρματωλοί και Αρβανίτες πολεμώντας το Χουρσίτη. Ξαφνικά οι Αρβανίτες αποφασίσανε να φύγουν από το μέρος του Αλήπασα, και φυλάγοντας τη μπέσα το κάνανε γνωστό στους Σουλιώτες μοναχά. Οι Σουλιώτες πάλι, φυλάγοντας τη μπέσα δε μπορούσανε κι’ αυτοί να προδώσουνε το μυστικό. Οι Έλληνες όμως υποψιαστήκανε το πράμα, και τραβηχτήκανε πολεμώντας με τους Αρβανίτες τους συμμάχους τους λίγο πρωτύτερα.

Αρχίζοντας ο αγώνας και βαστώντας ως τα 1829, ο κυριότερος αντίπαλος των Ελλήνων ήταν ο Αρβανίτης. Οι αμέτρητες εισβολές κ’ εκστρατείες που γίνανε στη Στερεά, οι δυο πολιορκίες του Μεσολογγιού κ.λ.π. από Αρβανίτες γίνανε. Οι Σουλιώτες, λιγοστοί πια, ως πεντακόσοι το πολύ, στρατολογούσανε σώματα Ρουμελιώτικα, και με τους Αρβανίτες πάντα πολεμούσανε. Μεταξύ τους φυλάγανε τη μπέσα πάντα. Οι Σουλιώτες Αρβανίτη σκλάβο δε σκοτώνανε ποτέ. Μπαίνοντας στον νέο αγώνα, ξάναψε αγριώτερη η πολεμική μανία ανάμεσα σε Σουλιώτες και Αρβανίτες, μα και οι παλιοί Αρματωλοί, πούχανε δουλέψει στον Αλήπασα κοντά, σε σώματα χωριστά χριστιανικά, φυλάγαν από τότε τα παλιά τους μίση με τους Αρβανίτες. Συχνά η μάχη άρχιζε και τελείωνε με ομηρικές προκλήσεις και βρισιές. Στο Κομπότι, 1821, αν ο Καραϊσκάκης έδειξε τις πλάτες του γυμνές στους Αρβανίτες, δεν το έκανε από φυσικό του χωρατό μονάχα, το έκανε από καταφρόνηση, και το κίνημα του αυτό το συνόδεψε με τη φαρμακερή του σάτιρα στους προσωπικούς του εχθρούς, που από τα Γιάννινα τους ήξερε, και πάντα τρωγότανε μ’ αυτούς. Στον Αη-Βλάση πάλι, αρχές του 1823, ο Αρβανίτης καπετάνος προκάλεσε τον Καραίσκάκη σε μονομαχία ομηρική, με λόγια υβριστικά, και θά ‘χε παλιές αφορμές από τα Γιάννινα μαζί του. Οι Σουλιώτες, λιγόλογοι, δεν προκαλούσανε, μα δεν αρνιόνταν και την πρόκληση. Αίμα διψούσαν αρβανίτικο για το χαμένο Σούλι. Από τα 1823, που αρχίσανε να βγαίνουνε από την Κεφαλονιά και από την Κέρκυρα, λίγοι-λίγοι και κρυφά, και χωρίς άρματα, φτωχοί και πεινασμένοι, τρέχανε στη φωτιά σαν τα λιμασμένα τα θεριά, που την αυγή γυρεύουνε να ξεδιψάσουνε στου λόγγου τις ανάβρες. Ο Μάρκος μοναχά δεν είχε περάσει στα Εφτάνησα, άμα έπεσε το Σούλι, και δεν έπαψε να πολεμάει με την Αρβανιτιά. Του Σκόντρα την πλημμύρα, ως 15.000 Αρβανίτες, ανάλαβε μοναχός να την απαντήσει. Ο Μάρκος τότε πέθανε, κι’ ο Κίτσος ο Τζαβέλλας σήκωνε στους ώμους του το χάκι (εκδίκηση) της χαμένης του πατρίδας. Δεν ήταν ίσως ούτε 26 χρονών στης Άμπλιανης τη μάχη, 1825, όπου άρπαξε τη νίκη με το χέρι του. Οι Αρβανίτες, κάθε φορά που δοκίμαζαν του Σουλιώτικου σπαθιού το χτύπημα, σκυλιάζαν από το κακό τους. Γι’ αυτό στα Πέντε-Όρνια, λίγο πιο ύστερα απ’ την Άμπλιανη, το συναπάντημα τους έγινε μακελειό φριχτό. Οι Μιρντίτες, φανατική φυλή Αρβανίτικη, καθολική, παραμερίσανε με το στανιό τους άλλους, της Άμπλιανης τους νικημένους και πέσανε με τα σπαθιά τυφλά και νικηθήκανε. Στα πέντε Όρνια, όπως και στην Άμπλιανη, οι Σουλιώτες παίξανε το κύριο πρόσωπο. Ύστερα, μετά τη νίκη, οι νικητές κοιτάζονται στα μάτια και ρωτούσαν αν είναι ακόμη ζωντανοί. Ο Κίτσος είχε φυσήξει μέσα στην ψυχή του του Σουλίου όλη την ψυχή, και τη γιγάντωσε στο Μεσολόγγι. Τέτοιο παλικάρι τρυφερό, και η πολεμική του μάντης έκοβε σαν ατσάλι κοφτερό. Αρχηγός του κινητού σώματος, που έκανε κάθε έξοδο νυχτερινή, άστραφτε ο κεραυνός του απάνου στους Αρβανίτες τους πολιορκητές. Σκληρό ήτανε το χέρι του, σαν την ψυχή του. Παρακάτω θα δείτε πως κατηγορήθηκε για κάποια βάρβαρη αγριότητα, στα 1828. Μα ο Κίτσος, στον πόλεμο, δεν γνώριζε άλλο παρά της νίκης το σκοπό, όμως και το «χάκι» το παλιό ύπνο δεν τον άφηνε να παίρνει. Η ιστορία σωπαίνει, από τη φρίκη της, μπροστά σε μια πράξη ωμότατη της μεγάλης τους Μεσολογγίου φρουράς, μα τέτοια πράξη, κι’ άλλες σαν αυτή υψώνουν τη Φρουρά πέρα κι’ απάνω από του κάθε ηρωισμού τη φαντασία.
Τελευταία επεξεργασία από Ακρίδης Κατσαριδόπουλος σε 18 Οκτ 2020, 01:20, έχει επεξεργασθεί 10 φορές συνολικά.
0 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Rookie poster
Rookie poster
Δημοσιεύσεις: 168

Re: "Αγωνιστές του 21"

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 17 Οκτ 2020, 19:58

Και οι Σουλιώτες όσοι γλύτωσανε και φύγαν απ’ το Μεσολογγι, πήρανε μαζι τους και φυλάξανε το χάκι το παλιό, θρεμένο με καινούργια δύναμη, ξαγριεμένο όχι από τους πολέμους του Μεσολογγιού, παρά από το καρτέρι το δολοφονικό, που στήσαν οι Αρβανίτες κατά τα ριζοβούνια του Ζυγού, την ώρα της Εξόδου. Εκεί έφτασε η φρουρά παραδομένη στης πείνας και της δίψας τον οχτρό. Εκεί, σκόρπιοι ενώ σερνόντανε κατά την ανηφοριά, κρυμμένοι οι Αρβανίτες τους καλέσανε σαν φίλοι πρώτα, κ’ υστερα τους πέσανε με τα σπαθιά. Κόψαν ως πεντακόσιους. Τάχα οι Σουλιώτες αυτό το καρτέρι το εξηγήσανε ως μπαμπεσιά; Τάχα αυτό το στρατήγημα, που ο πόλεμος το συγχωράει, δεν το περίμεναν από την Αρβανίτικη παλικαριά; Αφού οι Αρβανίτες είχαν πάρει πια το Μεσολόγγι, να μη σεβαστούνε, σαν παληκάρια που ήτανε και αυτοί, τους άντρες τους μισόψυχους που τα μαρτύρια τα σκληρά τους παραδίνανε στα χέρια τους χειρότερα παρά ξαρματωμένους; Μ’ όλο που το καρτέρι, ήτανε παντα στους παλιούς πολέμους τους σουλιώτικους συνήθισμενη πράξη, μα πάντα ανάμεσα σε Σουλιώτες και Αρβανίτες φυλαγόντανε κάποιοι τρόποι ιπποτικοί στον πόλεμο, όχι μοναχά η μπέσα. Μα τώρα ο αγώνας ήτανε θανάσιμος και τελειωτικός· γι’ αυτό και στην Αράχωβα έδωσε ο Καραϊσκάκης στους Σουλιώτες τυχερή αφορμή να πάρουν πίσω το αίμα τους. Και τα πλήρωσαν όσα κάνανε στ’ αμπέλια του Ραζή οι ίδιοι εκείνοι οι Αρβανίτες, ο Καργιοφίλμπεης, ο Μουστάμπεης και οι άλλοι. Ζωή από Σουλιώτη σε αρβανίτικο χέρι δε χαρίστηκε, μ’ όλο που από τον Καραϊσκάκη είχε διαλαληθεί μεγάλη πληρωμή για τη ζωή των μπέηδων Αρβανιτάδων.

Οσο προχωρούσανε τα χρόνια τα πολεμικά, τόσο τ’ αμοιβαία τα πάθη τα Σουλιωτο-Αρβανίτικα αγριέυανε, και φτάνανε πέρα από κάθε σύνορο. Θυμηθήτε τον Αη Σπυρίδωνα, στον Πειραιά και τον Ανάλατο...
Μα η τύχη της Ελλάδας είχε αποφασιστεί, και τέλη του 1828 οι δυο εκστρατείες της Α. και Δ. Στερεάς Ελλάδας είχανε μπει στο δρόμο τον καλό, και προχωρούσε η μια, και η άλλη άρχιζε. Ο Κίτσο-Τζαβέλλας με τον Γιαννάκη στράτο και τις δυο τους χιλιαρχίες, προχωρούσανε στη μέση, και σα να λέμε κρατούσανε το άκρο αριστερό της της εκστρατείας του Δ. Υψηλάντη. Ο γενικός σκοπός ήτανε η Ρούμελη να καθαριστεί από το τουρκικό ποδάρι, και να βρεθεί ελεύθερη άμα θ’ αποφασιζόντανε τα σύνορα. Τέλη του 1828, και τα τελευταία αρβανίτικα μπουλούκια κρατούσανε τά βόρεια των Κραβάρων, αποφασισμένοι να μην το κουνήσουν. Εκεί έγινε το φοβερό και παράξενο συναπάντημα, άγνωστο στην επίσημη ιστορία. Αυτό το περιστατικό έδωσε αφορμή να ξεκαθαριστεί μια για παντα η θέση η ιστορική ανάμεσα σε Σουλιώτη και Αρβανίτη. Και το πρόβλημα το φοβερό αναλάμβανε να το φιλονικήσουνε με το σπαθί ένας Σουλιώτης και ένας Αρβανίτης, ο Κίτσος, ο αδάμαστος και τρομερός, κι’ ο περίφημος καπετάνιος Αχμέτ Νεπρεβίστας, γνωστοί μεταξύ τους από τα περασμένα τους.
Οι Ρώσσοι προχωρούσανε κατά την Πόλη, κι’ ο Σουλτάνος παραιτώντας την Ελλάδα σιωπηλά στη νέα της μοίρα, είχε αποσύρει τα πιο πολλά στρατεύματα του από την Ρούμελη, αφήνοντας στους Αρβανίτες όλη την αντίσταση. Λοιπόν ο Κίτσος είχε δίκιο φτάνοντας στην οχυρωμένη απ’ αυτούς Λομποτινά, βόρεια των Κραβάρων, να γράψει στο Νεπρεβίστα πως γίνηκε πια το ελληνικό, και να γυρίσει κι’ αυτός στον τόπο του, για το καλό του...
Έτσι άνοιξε, με γράμματα, με φοβερίσματα, και με βρισιές ριγμένες στο χαρτί η ιστορική τούτη ανταπόκριση. Το πρώτο γράμμα, το ‘γραψε ο Κίτσος και δε θα ‘βαλε βρισιές σα Σουλιώτης που δεν προκαλεί ποτέ, παρά μονάχα απλή παραγγελιά, που ήτανε για τον περίφημο Αρβανίτη χειρότερη κι’ από βρισιά. Του Κίτσου το γράμμα χάθηκε, μα το νόημα του βγαίνει από του Νεπρεβίστα την απόκριση, που θα τη δείτε. Εξαλολουθήσαν τα γράμματα για λίγο ακόμα, και το περίφημο αυτό ζήτημα λύθηκε όχι «επι τάπητος», παρά επι τόπου, με το σπαθί, κι’ όχι με το κοντύλι. Και την απόφαση την έβγαλε ο Κίτσος πάλι, απόφαση αναντίλογη. Πρίν από την μάχη, ποσά γράμματα αλλαχτήκανε δεν ξέρουμε, όμως από τα παρακάτω θα φανεί πως ο Νεπρεβίστας έγραψε στον Κίτσο τέτοιο βαρύ φοβέρισμα, που έκανε τον Κίτσο να του αποκριθεί με τελευταίο ανάλογο δικό του και φύλαξε το λόγο του. Όμως να το πρώτο και μοναχό γράμμα του Νεπρεβίστα:

Αγαπητέ μοι κίτζο τζαβέλα, εις Βοϊτσά.

Το γράμμα σου έλαβα τα γραφόμενα σου καλώς εκατάλαβα· Τζαβέλα, ήξευρε ότι απο τον καιρόν οπού έβαλα το ντουφέκι εις τον ώμον στοχάζομαι τον εαυτόν μου τω όντι δια βασιλέα και τα εδικά σου τα ελληνοκορομπλίσματα να τα ειπείς εκεί οπου περνάνε ειδέ εις εμένα μένουν άκαιρα ορφανέ.
Οτι αν θελης να δείξης το ελληνικόν σου έρχεσαι εδώ και τότε θέλεις καταλάβει δυστυχισμένε εκείνους οπου τρώγουν τα ψημένα κάστανα.
Ορέ κίτζο τζαβέλα το να μου λέγεις οτι η υψηλή πόρτα της ρωσσίας πολεμά εις τα κάστρα της Πόλεως, και τον βασιλέα μας έχουν κλεισμένον εις το ουτζκαλεση,το γνωρίζω καιμένε, οτι μ’αυτά σας γελούν οι φράγκοι,και σας στέλνουν εδώθε δια να σας σκοτώνωμεν σαν τα σκυλιά, και έχομεν ελπίδα εις τον θεόν, οπου ο πολυχρονεμένος βασιλέας μας την υψηλήν πόρταν της ρωσσίας σας θέλει την χαμηλώσει, τζαβέλα περισσότερα δεν σου γράφω και θεόθεν υγίαν.

Τη 8 7βρ. 1828, Λομπότινα
ο του κραβάρου ντερβέναγας (Τ.Σ) αχμέτ νεπρεβιστάνης

Λέγεις ότι είναι τόπος Ελληνικός , ήξευρε ότι εγώ όπου έχυσα τόσον αίμα ως καθώς λέγεις άλλον τόπον θέλεις χύσει και εσύ και τότε θα φας κράβαρα και λοιδορίκι, πλην μη στέλνεις και μαζώνεις καρβουναραίους ότι αυτοί δια κάρβουνα ηξεύρουν και όχι δια ντουφέκι, πολλά λόγια δεν σου λέω σύρε από κει όπου ήλθες ορφανέ, ότι σας λυπούμαι όπου εμείνατε τρείς σουλιώτες και θα χαθήτε όλοι. Και δια τόπον ελληνικόν όπου τον λέγεις εδώ, τόπος είμαι εγώ και νησάλα θέλεις με γνωρίσεις ογλίγορα. Μωρέ κίτζο εγώ σε ηξεύρω αρβανίτην ωσάν εμένα, εσύ που στον διάβολον τα έμαθες αυτά τα ελληνικά και εγώ δεν τα ηξεύρω;

Ο ίδιος (Τ.Σ.)


Τη μάχη της Λομποτινάς, 10 Οχτ. 1828 ο Τρικούπης ο Τρικούπης με δυο-τρεις γραμμές την περιγράφει φτωχικά. Στη «Γενική Εφημερίδα» έστειλε ο Γιαν. Στράτος πλούσια περιγραφή, όπου για τον Κίτσο λίγα πράγματα αναφέρει (εχθροί παλιοί). Ο Κίτσος πάλι έστειλε με γράμμα σύντομη περιγραφή σε φίλο του στην Πάτρα. Στην περιγραφή αυτή πουθενά δε φαίνεται η τραγωδία η φριχτή. Μα ο Κίτσος φύλαξε το λόγο του. Με την καμμένη βούρλα του στιγμάτισε τα μέτωπα των αιχμαλώτων, όμως δεν τους σκότωσε. Το φρικτό όμως περιστατικό, φαίνεται, διαφημίστηκε πλατιά, κι’ έφτασε και τυπώθηκε σε εφημερίδα της Κέρκυρας. Όμως στον Πόρο μένανε προσωρινά οι οι τρεις Ευρωπαίοι πρέσβεις της Πόλης, που μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου είχανε φύγει, πήγανε στην Κέρκυρα και κατεβήκανε στον Πόρο. Ο Στράτφορδ Κάννινγκ, άμα διάβασε την είδηση, σαν Άγγλος, που όλα τα μετράει με το αγγλικό του μέτρο, έφριξε, και θα δείτε τι διαμαρτύρηση έκανε. Δεν ήξερε πως ο πόλεμος ο άταχτος, στην Ανατολή, με τα ίδια μέσα γινότανε κι’ από τα δυο τα μέρη. Το κόψιμο των κεφαλιών και γδάρσιμο των και παραγέμισμα, για να ως τρόπαια νίκης, των αφτιών το κόψιμο κι’ αράθιασμα (συχνά οι Τούρκοι αυτιά και κεφάλια αθώων χριστιανών για να πληθύνουν τα σημάδια του θριάμβου τους) ήτανε συνηθισμένα πράματα. Των Ελλήνων οι αντίπαλοι κάνανε χειρότερα, το 1821· παλουκώνανε, ψήνανε και ζωντανούς. Και στην περίσταση, που ο λόγος είναι τώρα, ο Κίτσος ο Τζαβέλλας δεν έκανε άλλο τίποτε παρά τη φοβέρα του Αρβανίτη, που άμα φοβερίζει βάζει απάνω και την μπέσα του, την έκανε να γίνει πράμα αληθινό, φριχτό, γιατί είχε βάλει και αυτός τη μπέσα τη δίκη του.
0 .

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1369

Re: "Αγωνιστές του 21"

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 18 Οκτ 2020, 08:28

Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε: Του Κίτσου το γράμμα χάθηκε

Άρα απαντήθηκε και η παλιά απορία για το αν έχει σωθεί το γράμμα του Τζαβέλα !
1 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Rookie poster
Rookie poster
Δημοσιεύσεις: 168

Re: "Αγωνιστές του 21"

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 18 Οκτ 2020, 12:26

Τλαξκαλτέκος έγραψε:
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε: Του Κίτσου το γράμμα χάθηκε

Άρα απαντήθηκε και η παλιά απορία για το αν έχει σωθεί το γράμμα του Τζαβέλα !


Ναι, ο Βλαχογιάννης ήταν που ξέθαψε τη μοναδική επιστολή από το εθνικό αρχείο και τη δημοσίευσε (αλλιώς μπορεί να μην ξέραμε σήμερα ότι υπάρχει). :D
1 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Rookie poster
Rookie poster
Δημοσιεύσεις: 168

Re: "Αγωνιστές του 21"

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » Χθες, 12:18

Τλαξκαλτέκος έγραψε:Κοίτα πλάκα στην Αθήνα το '21. :laugh1:

Ο αγωνιστής του ’21 Διονύσιος Σουρμελής ( Ιστορία των Αθηνών) αναφέρει τὸν παρακάτω διάλογο μεταξὺ χριστιανῶν καὶ μουσουλμάνων:

«Ὅθεν εἶχον δίκαιον οἱ Τοῦρκοι νὰ παραπονοῦνται πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς πολίτας , λέγοντας πρὸς αὐτοὺς “ἡμεῖς εἴμεθα Ἕλληνες καὶ πολεμοῦμεν διὰ νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν πατρίδα μας”, ἀποκρινόμενοι οὕτω “καὶ τί εἴμεθα ἡμεῖς ; δὲν εἴμεθα Ἕλληνες ; δὲν ἐγεννήθημεν εἰς τοῦτον τὸν τόπον ; δὲν ἀνετράφημεν, δὲν ἐμεγαλώσαμεν μαζὶ εἰς τούτην τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν ἐσεῖς κάμνετε τώρα ἐδικήν σας;”, καὶ ἄλλα παρόμοια. “Μὰ εἶσθε Τοῦρκοι, εἶσθε Μωαμεθανοί”, λέγει ἕνας τῶν ἡμετέρων· “καὶ διατί,ἀποκρίνονται, δὲν γίνεσθε καὶ σεῖς, διὰ νὰ εἴμεθα ὅλοι ἐλεύθεροι;”.»

http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.p ... 55&lang=en

http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.p ... 55&lang=en

Γάλλος ἀξιωματικὸς Maxime Raybaud :

«Ἀκούγοντας οἱ Τοῦρκοι τοὺς πολιορκητὲς νὰ ἀλληλοαποκαλοῦνται “Ἕλληνες” φώναζαν:»- Τί θέλετε νὰ πῆτε; Κι’ ἐμεῖς δὲν εἴμαστε Ἕλληνες ὅπως καὶ σεῖς; Ἀπόγονοι δὲν εἴμαστε ὅλοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων;»

Θ. Ρηγόπουλος ( γραμματικός του Πάνου Κολοκοτρώνη ) :

«Καὶ ἡμεῖς Ἕλληνες εἴμεθα, γεννηθέντες καὶ ἀνατραφέντες, ἡμεῖς καὶ οἱ πατέρες καὶ οἱ πρόγονοί μας, εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς λέγετε Περσιανοὺς οὔτε νὰ μᾶς σκοτώνετε, διότι εἴμεθα ἀδελφοί, ἔξω ἀπὸ μίαν πίστιν… Τὸν ραγιᾶ δὲν τὸν ἐγυμνώσαμεν καὶ δὲν τὸν ἐτυραννούσαμε ἡμεῖς ἀλλὰ οἱ Ἄρχοντές σας. Διότι ἐκεῖνοι ἐπλήρωναν (συμπλήρωναν) τὰ Δεφτέρια (κατάστιχα) ἐμφαίνοντα τὴν εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν, χωρίον καὶ ἄτομον ἀναλογοῦσαν φοροδοσίαν καὶ αὐτοὶ ἐλάμβανον,ἡμεῖς δὲ εἴμεθα μόνον ἐκτελεσταί. Ὁ Σουλτάνος νόμιμον φόρον ἐγνώριζε τὸ χαράτζι (κεφαλικὸν φόρον) τοὺς δὲ λοιποὺς φόρους ἐπροσδιόριζαν οἱ Ἄρχοντες μὲ τοὺς Ἁγιάννηδες Ὀθωμανούς.»

Ο Ιωάννης Φιλήμων τα σχετικά με την Αθήνα τα λέει κάπως δαφορετικά :

«Αλλ’ οι γενόμενοι μεταξύ των έξω και έσω της Ακροπόλεως διάλογοι ήταν περίεργοι και πολλάκις αστείοι. Ηρώτησαν ποτε τους Αθηναίους οι Τούρκοι : «Βρέ ραγιάδες, τί θέλετε και μας πολεμάτε ;» – «Θέλομεν την ελευθερίαν μας, και πολεμούμεν για την πατρίδα μας.» – Αλλά δεν είμαστε κα μείς σαν τ’ εσάς ; δεν γεννηθήκαμε σ’ ετούτον τον τόπο , και δεν ζήσαμε μαζή ;» – Ναί ! αλλ’ είστε Τούρκοι, έχετε άλλην πίστι και μας ετυραννούσατε. – Καλά ! και γιατί δεν γενόσαστε και σείς Τούρκοι , για να’ μαστε όλοι ένα πράμα, και να μή λεγόσαστε σείς ραγιάδες και εμείς αφεντάδες ;»


Δες και αυτό:

Ιδού ο διάλογος των δυο διάσημων Αλβανών στρατηγών του Αλη πασα, του Ταχήρ Αμπάζη και του Άγου Μουχουντάρη.

Ταχήρ Αμπάχης: Είσαι Τούρκος;

Αγία Μουχουντάρης: Το ειν’ αυτό, που με ρωτάς; Είμαι και θα είμαι Τούρκος.

Ταχήρ Αμπάζης: Τότε εγώ σου λέω ότι οι ραγιάδες επήρχαν τα άρματα, όχι για τον Αλή Πασιά, αλλά για να κάμουν κεφάλι δικό του και για την πίστι τους πολεμούν, τη δίκη τους πίστι. Γιατί λοιπόν να μένωμε στην απάτη και να προδίνωμε την τιμή μας, την πίστι μας και το σουλτάνο μας;

Δ. Κοκκίνου, Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, τομ. Δ. σελ. 85.
Τελευταία επεξεργασία από Ακρίδης Κατσαριδόπουλος σε 19 Οκτ 2020, 13:24, έχει επεξεργασθεί 1 φορά συνολικά.
0 .

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1369

Re: "Αγωνιστές του 21"

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » Χθες, 12:31

Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:
Τλαξκαλτέκος έγραψε:Κοίτα πλάκα στην Αθήνα το '21. :laugh1:

Ο αγωνιστής του ’21 Διονύσιος Σουρμελής ( Ιστορία των Αθηνών) αναφέρει τὸν παρακάτω διάλογο μεταξὺ χριστιανῶν καὶ μουσουλμάνων:

«Ὅθεν εἶχον δίκαιον οἱ Τοῦρκοι νὰ παραπονοῦνται πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς πολίτας , λέγοντας πρὸς αὐτοὺς “ἡμεῖς εἴμεθα Ἕλληνες καὶ πολεμοῦμεν διὰ νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν πατρίδα μας”, ἀποκρινόμενοι οὕτω “καὶ τί εἴμεθα ἡμεῖς ; δὲν εἴμεθα Ἕλληνες ; δὲν ἐγεννήθημεν εἰς τοῦτον τὸν τόπον ; δὲν ἀνετράφημεν, δὲν ἐμεγαλώσαμεν μαζὶ εἰς τούτην τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν ἐσεῖς κάμνετε τώρα ἐδικήν σας;”, καὶ ἄλλα παρόμοια. “Μὰ εἶσθε Τοῦρκοι, εἶσθε Μωαμεθανοί”, λέγει ἕνας τῶν ἡμετέρων· “καὶ διατί,ἀποκρίνονται, δὲν γίνεσθε καὶ σεῖς, διὰ νὰ εἴμεθα ὅλοι ἐλεύθεροι;”.»

http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.p ... 55&lang=en

http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.p ... 55&lang=en

Γάλλος ἀξιωματικὸς Maxime Raybaud :

«Ἀκούγοντας οἱ Τοῦρκοι τοὺς πολιορκητὲς νὰ ἀλληλοαποκαλοῦνται “Ἕλληνες” φώναζαν:»- Τί θέλετε νὰ πῆτε; Κι’ ἐμεῖς δὲν εἴμαστε Ἕλληνες ὅπως καὶ σεῖς; Ἀπόγονοι δὲν εἴμαστε ὅλοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων;»

Θ. Ρηγόπουλος ( γραμματικός του Πάνου Κολοκοτρώνη ) :

«Καὶ ἡμεῖς Ἕλληνες εἴμεθα, γεννηθέντες καὶ ἀνατραφέντες, ἡμεῖς καὶ οἱ πατέρες καὶ οἱ πρόγονοί μας, εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς λέγετε Περσιανοὺς οὔτε νὰ μᾶς σκοτώνετε, διότι εἴμεθα ἀδελφοί, ἔξω ἀπὸ μίαν πίστιν… Τὸν ραγιᾶ δὲν τὸν ἐγυμνώσαμεν καὶ δὲν τὸν ἐτυραννούσαμε ἡμεῖς ἀλλὰ οἱ Ἄρχοντές σας. Διότι ἐκεῖνοι ἐπλήρωναν (συμπλήρωναν) τὰ Δεφτέρια (κατάστιχα) ἐμφαίνοντα τὴν εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν, χωρίον καὶ ἄτομον ἀναλογοῦσαν φοροδοσίαν καὶ αὐτοὶ ἐλάμβανον,ἡμεῖς δὲ εἴμεθα μόνον ἐκτελεσταί. Ὁ Σουλτάνος νόμιμον φόρον ἐγνώριζε τὸ χαράτζι (κεφαλικὸν φόρον) τοὺς δὲ λοιποὺς φόρους ἐπροσδιόριζαν οἱ Ἄρχοντες μὲ τοὺς Ἁγιάννηδες Ὀθωμανούς.»

Ο Ιωάννης Φιλήμων τα σχετικά με την Αθήνα τα λέει κάπως δαφορετικά :

«Αλλ’ οι γενόμενοι μεταξύ των έξω και έσω της Ακροπόλεως διάλογοι ήταν περίεργοι και πολλάκις αστείοι. Ηρώτησαν ποτε τους Αθηναίους οι Τούρκοι : «Βρέ ραγιάδες, τί θέλετε και μας πολεμάτε ;» – «Θέλομεν την ελευθερίαν μας, και πολεμούμεν για την πατρίδα μας.» – Αλλά δεν είμαστε κα μείς σαν τ’ εσάς ; δεν γεννηθήκαμε σ’ ετούτον τον τόπο , και δεν ζήσαμε μαζή ;» – Ναί ! αλλ’ είστε Τούρκοι, έχετε άλλην πίστι και μας ετυραννούσατε. – Καλά ! και γιατί δεν γενόσαστε και σείς Τούρκοι , για να’ μαστε όλοι ένα πράμα, και να μή λεγόσαστε σείς ραγιάδες και εμείς αφεντάδες ;»


Δες και αυτό:

Ιδού ο διάλογος των δυο διάσημων Αλβανών στρατηγών του Αλη πασα, του Ταχήρ Αμπάζη και του Άγου Μουχουντάρη.

Ταχήρ Αμπάχης: Είσαι Τούρκος;

Αγία Μουχουντάρης: Το ειν’ αυτό, που με ρωτάς; Είμαι και θα είμαι Τούρκος.

Ταχήρ Αμπάζης: Τότε εγώ σου λέω ότι οι ραγιάδες επήρχαν τα άρματα, όχι για τον Αλή Πασιά, αλλά για να κάμουν κεφάλι δικό του και για την πίστι τους πολεμούν, τη δίκη τους πίστι. Γιατί λοιπόν να μένωμε στην απάτη και να προδίνωμε την τιμή μας, την πίστι μας και το σουλτάνο μας;

Δ. κοκκίνου, Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, τον. Δ. σελ. 85.

Τούρκος = μουσουλμάνος

Σε έγγραφο, της 18/12/1828, ο Μπαϊράμης Λιάπης γράφει στον Ι. Καποδίστρια:

Είμαι Τούρκος την θρησκείαν, το γένος Αλβανός, αλλά πολίτης Έλλην ...

http://avgi-anagnoseis.blogspot.com/201 ... st_27.html
1 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Rookie poster
Rookie poster
Δημοσιεύσεις: 168

Re: "Αγωνιστές του 21"

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » Χθες, 12:36

Ο Ταχίρης: Μπρε Τούρκοι δια ποίον πολεμάτε;

Οι Τούρκοι του κάστρου: Διά τον Αλή Πασιά!

Ταχίρης: Δι’ αυτόν τον γέροντα μας;

Οι Τούρκοι του κάστρου: Ναι και δεν το ξεύρεις;

Ταχίρης: Έτσι το ‘ξευρα και γω, παρά έμεινα γελασμένος, διότι οι Ρωμαίοι δεν έχουν αυτόν τον σκοπόν, παρά να κάμουν το Ρωμαίικο.

Οι Τούρκοι του κάστρου: Πόθεν το ξεύρεις αυτό;

Ταχίρης: Επήγα είς το Μεσολόγγι και από το Μακρυνόρος δεν ηύρα έως εκεί κανέναν Τούρκο, να πάρω σελιάμι.

Οι Τούρκοι του κάστρου: Να πιστεύσωμε;

Ταχίρης: Αν είμαι Τούρκος; Μάλιστα ηύρα Τούρκισσες καλιότερες από τας ιδικάς μας ξυπόλυτες, ξεμπουπούλωτες και ντροπιασμένες και το τζαμί μας, μπρε, το προσκύνημα μας, το έκαναν κενέφι.

Τούρκοι του κάστρου: Με τόσα, που υποφέραμε, να καταντήσωμε να μας ορίζουν χαλντούπηδες;

Ταχίρης: Χίλιες φορες καλιότερα μ’ όσα επληροφορήθηκα, όπου έκαμαν οι Μοραΐτες, οι Ρωμαίοι, στους Τούρκους της Τριπολιτσάς, είς τας γυναίκας έως και είς τα μικρά παιδιά. Αυτά μου τα είπεν ο Λιμάζης και άλλοι πολλοί δικοί μας, που ήλθαν.

Τούρκοι του κάστρου: Καλά λέγεις. Παρά ανυπόφερτοι και οι χαλντούπηδες.

Ταχίρης: Σας θιαμαίνομαι. Κι αυτό το’ σιασα. Σα χάσωμε το Γέροντα, τον Μερ Πασιά βάνομε εις τον τόπον του και όπως την είχαμε τη δουλειά εις το χέρι, το ίδιο θα την έχωμε.

Τούρκοι του κάστρου: Είς το όνομα του Θεού, Ταχίρη. Και του Θεού να γίνη, σαν είναι έτσι, κι ακαρτέρει μας.

Έτσι λοιπόν με ενθουσιασμόν εκατέβηκαν κι άνοιξαν την πόρταν και επαράδωσαν το Κάστρον εις τους Τούρκους του Χουρσίτ.

Σπ. Αραβαντινού, Ιστορία Αλή Πασά Τεπελενλή σελ. 592.
0 .

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1369

Re: "Αγωνιστές του 21"

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » Χθες, 12:48

Μακρυγιάννης :

Τον Ταϊρ-Αμπάζη, έναν αγαπημένον του Αλήπασσα, γνωστικόν και πολλά άξιον Τούρκον-Αρβανίτη, τον είχαν στελμένον οι Τούρκοι, το κόμμα του Αλήπασσα, εις το Μισολόγγι και Βραχώρι, σε όλα αυτά τα μέρη να ιδή τα τρέχοντα των Ρωμαίγων, αν δουλεύουν δια τον αφέντη τους τον Αλήπασσα, όπως έλεγαν. Πηγαίνοντας εκεί, ηύρε τις Τούρκισσες βαφτισμένες, τους ντόπιους Τούρκους σκοτωμένους, τα τζαμιά τους γκρεμισμένα και κατακοπρισμένα. Τότε αυτός πικράθη πολύ και, Τούρκος θρήσκος -δεν τον βάστηξαν κι᾿ αυτείνοι, οι προκομμένοι, στανικώς εκεί, τον στείλαν και ήρθε εις την Άρτα και λέγει των Τούρκων όλα αυτά κι᾿ ότι χάθη η Τουρκιά και να λάβουν μέτρα. Δια έναν παλιόγερον :laugh1: , είπαν, (δια τον Αλήπασσα) να μην χαθή η Τουρκιά και η πίστη τους. Τότε άρχισαν να λαβαίνουν διαφορετικά μέτρα και δολερά δια ᾿μάς, με τρόπον να μας φάνε όλους.


http://users.uoa.gr/~nektar/history/tri ... kriyannis/
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )


Επιστροφή σε “Ιστορία”