• Ενεργά Θέματα 
Η περιήγηση στον παρόντα ιστότοπο συνεπάγεται ότι συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης και την Πολιτική Χρήσης Cookies.

Μερικές αλήθειες που δεν ήξερες για το 1821

Θέματα ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.
Άβαταρ μέλους
Adminović
Sloboda Narodu
Sloboda Narodu
Δημοσιεύσεις: 12668
Τοποθεσία: F.R. Liberland
Επικοινωνία:

Re: Μερικές αλήθειες που δεν ήξερες για το 1821

Δημοσίευσηαπό Adminović » 18 Αύγ 2022, 19:04

Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:
Adminović έγραψε:Οι "Τούρκοι" (δηλαδή οι Οθωμανοί, που μπορεί να ήταν και Ρωμιοί) κυρίως Αλβανούς είχαν ως στρατό.
Και οι επαναστάτες Ρωμιοί σε μεγάλο βαθμό στηρίζονταν σε χριστιανούς Αλβανούς, τους λεγόμενους και "Αρβανίτες".

Εκείνη ήταν εποχή δεν έκαναν καμία διάκριση μεταξύ Αλβανών-Αρβανιτών. Αυτό ξεκίνησε πολύ αργότερα.
Οι Ρωμιοί αποκαλούσαν "Αρβανίτες" τόσο τους χριστιανούς όσο και τους μουσουλμάνους Αλβανούς.


Ναι, το ξέρω.
Αλβανίτες ή Αρβανίτες.

Κι αυτοί με άνεση πήγαιναν από το ένα στρατόπεδο στο άλλο. Ο Ανδρούτσος πχ ήταν πρωτοπαλίκαρο του Αλή Πασά, πετσόκοβε αβέρτα χριστιανούς, και μετά την πτώση του Αλή έκανε μπάσιμο στην επανάστα των Ρωμιών.
1 .
ΕΙΜΑΙ Ο ΨΕΚΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ ΣΑΣ
ΨΕΚΑΖΩ - ΤΕΛΕΙΩΝΩ - ΣΚΟΥΠΙΖΩ
ΕΧΕΜΥΘΕΙΑ - ΕΓΓΥΗΜΕΝΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ

Άβαταρ μέλους
nemo
Supreme poster
Supreme poster
Δημοσιεύσεις: 14195

Re: Μερικές αλήθειες που δεν ήξερες για το 1821

Δημοσίευσηαπό nemo » 18 Αύγ 2022, 20:56

Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:
Adminović έγραψε:Οι "Τούρκοι" (δηλαδή οι Οθωμανοί, που μπορεί να ήταν και Ρωμιοί) κυρίως Αλβανούς είχαν ως στρατό.
Και οι επαναστάτες Ρωμιοί σε μεγάλο βαθμό στηρίζονταν σε χριστιανούς Αλβανούς, τους λεγόμενους και "Αρβανίτες".

Εκείνη την εποχή δεν έκαναν καμία διάκριση μεταξύ Αλβανών-Αρβανιτών. Αυτό ξεκίνησε πολύ αργότερα.
Οι Ρωμιοί το 1821 αποκαλούσαν "Αρβανίτες" τόσο τους χριστιανούς όσο και τους μουσουλμάνους Αλβανούς.

υπηρχε διακριση μεταξυ χριστιανων και μουσουλμανων
0 .
το απόλυτο ένα που συχαίνομαι είναι οι αυταπάτες
επειδη είναι και ο λόγος της ύπαρξής μου

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Basic poster
Basic poster
Δημοσιεύσεις: 655

Re: Μερικές αλήθειες που δεν ήξερες για το 1821

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 16 Σεπ 2022, 08:57

M. Mazower, Η ελληνική επανάσταση, σ. 43-44

Ενόσω ο σουλτάνος ετοιμαζόταν για την ανοιξιάτικη επίθεση εναντίον του Αλή υπό τη διοίκηση του Χουρσίτ, η Εταιρεία έλπιζε να τονώσει την αντίσταση του πασά. Στα τέλη Ιανουαρίου έφτασαν από το Κισνόβιο νέες οδηγίες για την υποστήριξή του, που όριζαν ότι θα έπρεπε να γίνει με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκτήσουν οι Έλληνες πρόσβαση στα αμύθητα πλούτη του κι εκείνος να μην ανακτήσει ποτέ τη δύναμη που είχε πριν από τον πόλεμο. Οι Έλληνες θα έπρεπε να τον κάνουν να πιστέψει ότι πολεμούσαν τους Οθωμανούς για λογαριασμό του και να επιδεικνύουν απόλυτο σεβασμό και αφοσίωση σε αυτόν. Έτσι θα κατάφερναν να εκδιώξουν τις οθωμανικές δυνάμεις από την περιοχή, ώστε «εις τας πρώτας σάλπιγγας της πατρίδος» να μπορέσουν να την κηρύξουν ελεύθερη.

Ο Υψηλάντης έστειλε αυτές τις εντολές στον Κολοκοτρώνη, αλλά ο πρώην κλέφτης ήταν κιόλας στην Πελοπόννησο. Αντί γι' αυτόν, το έργο ανέλαβε ο Χριστόφορος Περραιβός, που δικαίως ο Βρετανός πρόξενος Μάυερ τον θεωρούσε «ένα από τα πιο δραστήρια και σημαντικά μέλη της Εταιρείας». Μια ζωή επαναστάτης, δάσκαλος και διανοούμενος, o σχεδόν πενηντάρης Περραιβός ήταν ένας κρίκος ανάμεσα στη Φιλική Εταιρεία και σε μια παλιότερη γενιά Βαλκάνιων ριζοσπαστών. Είχε υπάρξει σύντροφος του θρυλικού Ρήγα Φεραίου πριν από τη σύλληψη και την εκτέλεσή του το 1798. Έκτοτε είχε αναπτύξει στενούς δεσμούς με τους Σουλιώτες, τις εξόριστες αυτές χριστιανικές αλβανικές φυλές, που είχαν υποφέρει πολύ στα χέρια του Αλή Πασά. Ήταν σταθερός υπέρμαχος του αγώνα τους κι έγραψε το πρώτο ιστορικό έργο γι' αυτούς. Μέσω του Περραιβού, η Εταιρεία έλπιζε να έρθει σε επαφή με τους Σουλιώτες, να μετατρέψει τα πρώην θύματα του πασά των Ιωαννίνων σε συμμάχους του και να πραγματοποιήσει ένα γάμο συμφέροντος ανάμεσά τους.

Φεύγοντας με πλοίο από την Πελοπόννησο τη βδομάδα πριν από το ξέσπασμα της εξέγερσης εκεί, ο Περραιβός πήγε στην Ήπειρο, όπου βρήκε τα πράγματα να κινούνται στη σωστή κατεύθυνση. Οι Σουλιώτες είχαν ήδη επιστρέψει στην ηπειρωτική χώρα από την εξορία τους στα Επτάνησα κι ετοιμάζονταν τώρα να πολεμήσουν για τον παλιό τους εχθρό, τον Αλή Πασά, ώστε να πάρουν πίσω τις προγονικές εστίες τους. Καθώς οι Σουλιώτες οπλαρχηγοί δεν ήξεραν τίποτα για την Εταιρεία, ο Περραιβός αποφάσισε να τους εκμυστηρευτεί «τον μέγαν σκοπόν του έθνους», όπως τον έλεγε, και τους παρουσίασε μια επιστολή του Υψηλάντη που απευθυνόταν στους «ανδρείους αρχηγούς των Ελληνικών στρατευμάτων» και όπου, με τον γνωστό υψιπετή τρόπο του, προέτρεπε τους Σουλιώτες να δείξουν στον κόσμο ότι ήταν απόγονοι «των λαμπρών ηρώων του Μαραθώνος και των Θερμοπυλών». Στην πραγματικότητα, ο εθνικισμός ήταν εντελώς ξένη έννοια γι' αυτούς τους χριστιανούς Αλβανούς, και σίγουρα δεν έβλεπαν τον εαυτό τους να ηγείται «Ελληνικών στρατευμάτων»: τον επόμενο χρόνο θα έλεγαν μάλιστα στον τσάρο της Ρωσίας -σ' ένα εμπιστευτικό μήνυμα όπου τον εκλιπαρούσαν για βοήθεια- ότι «δεν έχουμε τίποτε κοινό με τους άλλους Έλληνες». Γενικά ένιωθαν κοντύτερα στους ομοεθνείς τους Αλβανούς μουσουλμάνους παρά στους Έλληνες, και η ρητορική του Υψηλάντη σίγουρα μετρούσε λιγότερο απ' ό,τι η εμπιστοσύνη που είχαν στον ίδιο τον Περραιβό.


Λίγο υπερβολικά τα λέει :laugh1:
0 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Basic poster
Basic poster
Δημοσιεύσεις: 655

Re: Μερικές αλήθειες που δεν ήξερες για το 1821

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 17 Σεπ 2022, 17:15

Adminović έγραψε:
Με την κήρυξη της επανάστασης, ο Χουρσίτ πασάς έστειλε στο Μοριά δύναμη από 4000 Τουρκαλβανούς υπό τον Μουσταφά πασά (Μουσταφάμπεη) για να ενισχύσει την πολιορκούμενη πόλη. Ο Μουσταφάμπεης κατά την κάθοδό του προς την Τρίπολη σάρωσε όποια επαναστατική εστία βρήκε στο δρόμο του, πυρπόλησε τη Βοστίτσα (Αίγιο), έλυσε την πολιορκία του Άργους και της Ακροκορίνθου και τελικά μπήκε στην πολιορκημένη πόλη στις 6 Μαΐου του 1821. Ο Κολοκοτρώνης πάντως επέτρεψε στον Μουσταφά να περάσει δίχως μάχη, γιατί προτίμησε να έχει τους Τούρκους συγκεντρωμένους μέσα στην πόλη. Έτσι την πόλη υπεράσπιζαν συνολικά 10.000 Τουρκαλβανοί με αρχηγό τον Μουσταφάμπεη.


Η θέση των πολιορκούμενων είχε γίνει πια δραματική αφού η πόλη υπέφερε από αρρώστιες και από έλλειψη τροφίμων και νερού. Τότε οι Αλβανοί ήλθαν σε διαπραγμάτευση με τον Κολοκοτρώνη και μετά από συμφωνία έφυγαν υπό την προστασία του Δημ. Πλαπούτα και πέρασαν στη Ρούμελη. Και ενώ άρχιζε να διαφαίνεται η πτώση της πόλης, με τους πολιορκούμενους να έχουν αρχίσει να διαπραγματεύονται την παράδοσή της, τελικά, στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, μετά από πεντάμηνη πολιορκία, ένα τυχαίο περιστατικό ήλθε να επιταχύνει την τελική της έκβαση. Την μέρα εκείνη μάλιστα οι Τούρκοι έκαναν σύσκεψη στο σεράϊ για να αποφασίσουν για την παράδοση της πόλης.

Ένας Τσάκωνας αγωνιστής από τον Πραστό, ο Μανώλης Δούνιας, που είχε φιλία με ένα Τούρκο τηλεβολιστή και τον επισκεπτόταν κρυφά στην τάπια του Ναυπλίου ανταλλάσσοντας τρόφιμα με τουρκικά όπλα, κατάφερε μαζί με δύο άλλους Τσάκωνες να εξουδετερώσει τους φρουρούς και να καταλάβει το τηλεβολείο. Αμέσως το έστρεψε κατά της πόλης και έβαλε κατά του σαραγιού.


https://www.pemptousia.gr/2021/09/i-pol ... ipolitsas/


Οι Αλβανοί αυτοί εν τω μεταξύ, την επόμενη χρονιά, ήταν στο στρατό του Δράμαλη που εστάλη για να καταστείλει την επανάσταση και λιποτάκτησαν, πάλι σε συνεννόηση με τον Κολοκοτρώνη. :laugh1: :laugh1: :laugh1:


Ο Μεχμέτ Εμίν Πασάς, που δεν κατάφερε σχεδόν τίποτα τη χρονιά που διοίκησε, φρονούσε ότι, αν είχαν θελήσει οι Αλβανοί, ο πόλεμος εναντίον των Ελλήνων θα είχε κερδηθεί γρήγορα, κι εκτιμούσε ότι πολλοί απ' αυτούς θυμόνταν ακόμη με συμπάθεια τον Αλή Πασά.

πηγή: M. Mazower, Η ελληνική επανάσταση, σ.210
0 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Basic poster
Basic poster
Δημοσιεύσεις: 655

Re: Μερικές αλήθειες που δεν ήξερες για το 1821

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 21 Σεπ 2022, 08:50

Η τύχη των αμάχων

Τα πρώτα θύματα της εξέγερσης ήταν μουσουλμάνοι άμαχοι –σφαγμένοι στο Γαλάτσι της Μολδαβίας τον Φεβρουάριο του 1821– και πολλοί άλλοι έγιναν στόχος εξεγερμένων άτακτων ομάδων τούς επόμενους μήνες στον Μοριά, την κεντρική Ελλάδα και κάποια μέρη της Θεσσαλίας, αρκετοί από τους οποίους σκοτώθηκαν καθώς προσπαθούσαν να φύγουν από τα χωριά και τις πόλεις όπου ζούσαν από παλιά. Κέντρο του ξεσηκωμού παρέμεινε ο Μοριάς, όπου ο συσχετισμός των εθνοτήτων ήταν αντεστραμμένος: οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν μικρή μειοψηφία –μόλις πάνω από 40.000 σ' έναν πληθυσμό περίπου 400.000. Με τη σφαγή στην Τριπολιτσά μετά την άλωση της από τους Έλληνες, ο αριθμός των μουσουλμάνων που σκοτώθηκαν τους πρώτους μήνες του πολέμου πρέπει να ξεπέρασε τις 20.000. Ο Δημήτριος Υψηλάντης και ο υπασπιστής του Αλέξανδρος Καντακουζηνός είχαν υπενθυμίσει στους Έλληνες μαχητές ότι «είναι νόμος όλων των εθνών, και ιδιαίτερον χρέος ημών των Χριστιανών, να μη κακοποιούμεν τους εχθρούς, όταν μας παραδίδωνται». Αλλά μετά την κατάληψη των Καλαβρύτων, του Νεόκαστρου, της Τριπολιτσάς, της Κορίνθου, της Αθήνας και άλλων πόλεων από τους Έλληνες, ακολούθησαν σφαγές εν ψυχρώ.

Εν μέρει ο λόγος ήταν προφανής – η επιθυμία για εκδίκηση. Ο Γάλλος φιλέλληνας Φιλίπ Ζουρνταίν δεν εξεπλάγη που οι Έλληνες, έχοντας υπομείνει κακομεταχείριση και την περιφρόνηση των Οθωμανών κυρίων τους για αιώνες ανταπέδιδαν τώρα στα ίσα. Η μουσουλμανική βία κατά των Ελλήνων είχε μείνει συχνά ατιμώρητη: στην Τριπολιτσά, ο διαβόητος νταής Αλή Τσεκούρας είχε συνδυάσει την αστυνόμευση, την αρπαγή και τον κατάφωρο σαδισμό σε βάρος των άμοιρων χριστιανών της περιφέρειας για χρόνια. Η περιφρόνηση προς τον χριστιανό ραγιά ήταν διαδεδομένη στις τάξεις του μουσουλμανικού πληθυσμού και τα απομνημονεύματα ενός ελληνόπουλου που βρέθηκε σκλαβωμένο στο σπίτι ενός μπέη της Πάτρας δείχνουν τη συνήθη απαξίωση που έπληττε σε καθημερινή βάση τα «γκιαουρόσκυλα». Μια μοναδική περιγραφή από τον καιρό του πολέμου μάς βάζει για μια στιγμή στο μυαλό ενός Οθωμανού ντελή ιππέα που υπηρέτησε ως ανεξάρτητος πολεμιστής στην κεντρική Ρούμελη και την Εύβοια: θεωρούσε τον πόλεμο κατά των «απίστων» ένα συνδυασμό θρησκευτικού καθήκοντος και πλουτισμού, και σημείωνε πως, όταν έκοψε το πρώτο χριστιανικό κεφάλι, ο πατέρας του τον συγχάρηκε λέγοντας: «Να κόψουμε κι άλλα πολλά κεφάλια απίστων».

Η εκδίκηση έβγαζε στους απλούς Έλληνες μια αμέριμνη αγριότητα, που ξάφνιαζε ακόμη κι όσους ήταν αδιαμφισβήτητα αφιερωμένοι στον αγώνα τους. Ο Τόμας Γκόρντον περιέγραψε σοκαρισμένος τους επιτιθέμενους στην Τριπολιτσά ως «τρελούς από τη λύσσα της εκδίκησης»: «η ακόρεστη σκληρότητά τους δεν είχε όρια κι έμοιαζε να τους εμφυσά μια υπεράνθρωπη ενέργεια στην υπηρεσία του κακού». Ο Αμβρόσιος Φραντζής, πρωτοσύγκελος και Φιλικός, ζητούσε να καταλάβει πώς γνωστοί του άνθρωποι μπορούσαν να ξεχνούν ότι ο φόνος είναι αμαρτία. Κάποιοι, συμπέρανε αργότερα, σκότωναν επειδή θυμόνταν τι είχαν τραβήξει οι ίδιοι ή οι συγγενείς τους άλλοι όμως απλώς αγανακτούσαν με τον τρόπο που οι αιχμάλωτοί τους συνέχιζαν να τους μιλούν αφ' υψηλού σαν σε κατώτερους: «ωμίλησαν είς τινας μικρούς και απλούς Έλληνας, “Βρε Ρωμαίοι!” ως να τους είπον, “Βρε σκλάβοι!” Την λέξιν αυτήν τού, Βρε Ρωμαίοι, μη υποφέροντες ν' ακούουν οι Έλληνες». Υπήρχε μια γενική αίσθηση ότι καιρός ήταν να μάθουν οι παλιοί αφέντες ποια ήταν η θέση τους.

Η Φιλική Εταιρεία είχε κηρύξει από την αρχή την υποχρέωση θρησκευτικού μίσους στα μέλη της. «Ορκίζομαι ότι θέλω τρέφει εις την καρδίαν μου αδιάλλακτον μίσος εναντίον των τυράννων της Πατρίδος μου, των οπαδών και των ομοφρόνων με τούτους», έλεγε ο όρκος των Φιλικών, θεσπίζοντας ότι όποιος αγαπούσε στ' αλήθεια το ελληνικό έθνος είχε καθήκον να μισεί τους Τούρκους. Στην Πελοπόννησο τραγουδούσαν: Τούρκος μη μείνη 'ς τον Μοριά, μηδέ στον κόσμον όλο. Οι αναφορές για τη βεβήλωση του πτώματος του Πατριάρχη ενίσχυσαν την επιθυμία τους να επιβάλουν συλλογική τιμωρία, και μεταξύ των Ελλήνων κυκλοφορούσαν φυλλάδια όπου ο νεκρός Πατριάρχης προέτρεπε τους πιστούς χριστιανούς να επιτελέσουν ακόμη μεγαλύτερες πράξεις εκδίκησης.

Ο συλλογικός θάνατος στοίχειωνε την επαναστατική φαντασία των Ελλήνων. Το σύνθημα «Ελευθερία ή Θάνατος» σήμαινε τη δέσμευση να πεθάνει κανείς παρά να παραδοθεί ήταν όμως και προειδοποίηση ότι το να μην πολεμήσει ισοδυναμούσε με ζωντανό θάνατο. Άλλοι ανησυχούσαν για την πολύ πραγματική απειλή του αφανισμού. Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε ́ είχε προβλέψει ότι τα σχέδια της Εταιρείας θα οδηγούσαν στην εξάλειψη των ελληνικών κοινοτήτων. Οι Ρώσοι διπλωμάτες είχαν προειδοποιήσει από την αρχή σχεδόν ότι οι Οθωμανοί θα εξαπέλυαν έναν «πόλεμο εξόντωσης» των χριστιανών της αυτοκρατορίας. Και δεν ήταν εντελώς αβάσιμος αυτός ο φόβος, αφού ο Σουλτάνος έδειξε από νωρίς ότι θεωρούσε δικαίωμά του να διατάζει τη θανάτωση και τον εξανδραποδισμό των απείθαρχων χριστιανικών πληθυσμών σε μαζική κλίμακα. Αυτή η προοπτική του συλλογικού θανάτου στα χέρια των Οθωμανών –φόβος που τον ένιωθαν εξίσου οι Έλληνες της Πελοποννήσου, της Ρούμελης και της Μικράς Ασίας– ήταν αναμφισβήτητα ένας από τους τρόπους με τους οποίους αναδύθηκε η ιδέα του ελληνικού έθνους. Δημιουργούσε μια κοινότητα ενωμένη στο κοινό πεπρωμένο της, κι ενωμένη ίσως επίσης μέσα από την αθανασία που έτσι θα κέρδιζε.

Αλλά η ελληνική φαντασία είχε συμπεριλάβει επίσης στο όραμά της τη μαζική θανάτωση των μουσουλμάνων, βλέποντάς την σαν πιθανό συνακόλουθο της πολυαναμενόμενης ανάστασης της Ορθόδοξης χριστιανοσύνης. Οι προφητείες και οι χρησμοί που κυκλοφορούσαν στους ελληνικούς πληθυσμούς από τον 18ο αιώνα είχαν διαδώσει την ιδέα μιας μελλοντικής χριστιανικής ανταρσίας κατά του Σουλτάνου ως συλλογικής πράξης που θα συντελεστεί σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Με οδηγό είτε την Παρθένο Μαρία είτε έναν μη κατονομαζόμενο χριστιανό μονάρχη –που συχνά ταυτιζόταν με τον τσάρο– ή τους «χριστιανούς βασιλείς της Ευρώπης», οι χριστιανοί της αυτοκρατορίας θα έφταναν στο θρίαμβο –το από αιώνων αναμενόμενο Ρωμέικο, που θα μετέτρεπε πάλι τον Οίκο του Ισλάμ σε γη του Χριστού – μέσ' από το θάνατο όχι μόνο του δεσποτικού σουλτάνου αλλά και του λαού του. Στην Οπτασία του κυρ Δανιήλ, η Θεοτόκος αντιμετωπίζει τον σουλτάνο μέσα στο ίδιο του το παλάτι και τον διώχνει από το θρόνο του, λέγοντας ότι δεν ανέχεται άλλο την αδικία και την τυραννία του κι ότι θα οδηγήσει τους Έλληνες «μέλλοντας αφανίσαι σε, ομού και το έθνος σου». Η άνοιξη και το καλοκαίρι του 1821 μπορεί επομένως να φάνηκε ότι ήταν εκείνη τη στιγμή, η σχεδόν εκτός ιστορίας, που οι Έλληνες δεν πίστευαν ποτέ ότι θα ερχόταν, το ξαφνικό τέλος της ατέρμονης αναμονής τους. Μήπως δεν ήταν, για κάποιους απ' αυτούς, μια ηλεκτρισμένη στιγμή, όπου οι παλιοί κανόνες είχαν πάψει να ισχύουν και νέοι δεν είχαν ακόμη επιβληθεί; Κάτι στο φέρσιμο των αντρών που είχαν ξεχυθεί στους δρόμους της Τριπολιτσάς δοσμένοι ολότελα στο φόνο και το πλιάτσικο –το αίσθημα της αποχαλίνωσης, η πλήρης έλλειψη αυτοσυγκράτησης– το υποδηλώνει. Οι άντρες αυτοί δεν συμμερίζονταν τις έγνοιες των αρχηγών τους - για τον αντίκτυπο των πράξεων τους στην παγκόσμια κοινή γνώμη ή για τις επιπτώσεις τους στους άλλους χριστιανούς της αυτοκρατορίας. Ο κόσμος τους είχε συρρικνωθεί σ' ένα χώρο όπου η θανάτωση μουσουλμάνων είχε τη θεία επίγευση.

Όποια κι αν ήταν τα αίτια, το αποτέλεσμα ήταν ότι η συνύπαρξη Ελλήνων και Τούρκων στην Πελοπόννησο έγινε πια αδύνατη. Σε άλλες οθωμανικές περιοχές, οι διάφορες πίστεις θα συνέχιζαν να συμβιώνουν για άλλον έναν αιώνα, εκεί όμως όχι. Διαβάζουμε για ένα μουσουλμάνο από τη Μονεμβασιά που το 1850 ακόμα μιλούσε με λαχτάρα για επιστροφή στον τόπο του και νοιαζόταν για όποιους Έλληνες ταξιδιώτες από κει τύχαινε να συναντήσει. Αλλά η ιδέα που έτρεφε, όπως έλεγαν, ο Δημήτριος Υψηλάντης, ότι οι μουσουλμάνοι ήταν καλοδεχούμενοι να συνεχίσουν να ζουν στην Πελοπόννησο, είχε ουσιαστικά λήξει. Στον Μοριά η εξέγερση είχε μετατραπεί σε μια σύγκρουση εθνοτήτων του τύπου όλα ή τίποτα, σαν εκείνες με τις οποίες τόσο φρικτά θα εξοικειωνόταν ο κόσμος τους επόμενους δύο αιώνες.
Τελευταία επεξεργασία από Ακρίδης Κατσαριδόπουλος σε 21 Σεπ 2022, 19:46, έχει επεξεργασθεί 2 φορές συνολικά.
0 .

Άβαταρ μέλους
nemo
Supreme poster
Supreme poster
Δημοσιεύσεις: 14195

Re: Μερικές αλήθειες που δεν ήξερες για το 1821

Δημοσίευσηαπό nemo » 21 Σεπ 2022, 09:20

o κληρος ειχε πρωτοστατησει για τον διωγμο των ελληνων μουσουλμανων απο την πελοποννησο
ο Κολοκοτρώνης αντιδρασουσε σε αυτο - ενα απο τα σπανια λαθη του
0 .
το απόλυτο ένα που συχαίνομαι είναι οι αυταπάτες
επειδη είναι και ο λόγος της ύπαρξής μου

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Basic poster
Basic poster
Δημοσιεύσεις: 655

Re: Μερικές αλήθειες που δεν ήξερες για το 1821

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 23 Σεπ 2022, 08:41

Η τύχη των αμάχων (β' μέρος)

Σύμφωνα με τις στατιστικές που συνέλεξε η κυβέρνηση Καποδίστρια, από τους 42.740 μουσουλμάνους που ζούσαν στον Μοριά το 1821, μια χούφτα μόνο απέμεναν εκεί επτά χρόνια αργότερα. (Τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά στην Αττική, την Εύβοια και την κεντρική Ελλάδα, όπου είχαν επιζήσει οι μισοί από τους υπολογιζόμενους 13.360, ή στη δυτική Ρούμελη, όπου απέμεναν 4.470 από τους 5.445.) Μαζί με τους μουσουλμάνους κατοίκους, εξαφανίστηκαν και τα υλικά ίχνη της ύπαρξής τους στον Μοριά: μια πρόσφατη καταγραφή της οθωμανικής αρχιτεκτονικής που σώζεται στην Ελλάδα επισημαίνει μόλις 15 άξια λόγου κτίρια σε αυτό το γεωγραφικό διαμέρισμα, από τα σχεδόν 200 που υπάρχουν συνολικά στη χώρα. Το οθωμανικό παρελθόν ξεριζώθηκε ολοσχερώς στην Πελοπόννησο, περισσότερο απ' οπουδήποτε αλλού. Ένα γενικότερο πρόβλημα είναι ότι, από τις ιστορίες της ελληνικής επανάστασης γενικά και του Μοριά ειδικότερα, απουσιάζει η οθωμανική διάσταση. Σε πολλά ιστορικά έργα γραμμένα τον 20ο αιώνα είναι σαν να μην έζησαν ποτέ μουσουλμάνοι εκεί. Αυτό δεν ίσχυε στην πρώτη γενιά Ελλήνων απομνημονευματογράφων, που άλλωστε είχαν όλοι τους μεγαλώσει σε οθωμανικό περιβάλλον: δεν είναι παράξενο ότι οι αναμνήσεις του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου και του Δεληγιάννη είναι κατάστικτες από μουσουλμανικά ονόματα και τουρκικές φράσεις. Για τις κατοπινές γενιές όμως τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά, και μόνο η εμφάνιση των οθωμανικών σπουδών στην Ελλάδα τα τελευταία είκοσι με τριάντα χρόνια έκανε τους ιστορικούς να στρέψουν την προσοχή τους στην τότε ζωή των μουσουλμάνων.

Τον καιρό εκείνο, αυτοί που κατέγραψαν πιο άμεσα και συγκινητικά το τέλος του οθωμανικού Μοριά ήταν οι ανώνυμοι Έλληνες χωρικοί. Ο προνομιακός ρόλος που έπαιζαν οι γυναίκες των χωριών στη μνημόνευση των νεκρών όταν ένα γνώρισμα της νεότερης ελληνικής κοινωνίας, όπως ήταν και της αρχαίας. Γι' αυτό, ένα από τα λίγα θέματα που έκαναν δικό τους οι γυναίκες ήταν το νεκρικό μοιρολόι, και οι μουσουλμάνοι νεκροί, όπως και τα βάσανα εκείνων που άφηναν πίσω τους, δεν εξαιρούνταν από το είδος. Ένα τραγούδι της εποχής φαντάστηκε τις μουσουλμάνες της καλής κοινωνίας του κατεστραμμένου Λάλα, «τις καλομαθημένες, που δεν καταδεχόντανε τη γης να την πατήσουν, πoφόρηγαν χρυσά σκουτιά και κόκκινα σαλβάρια», αιχμάλωτες τώρα, να «φέρνουν βαρέλια με νερό και ξύλα ζαλωμένες». Η είδηση του σκοτωμού του Κιαμήλμπεη, του πιο ισχυρού και πλούσιου μουσουλμάνου προκρίτου της περιοχής, έγινε σχεδόν αμέσως δημοτικό τραγούδι. Ο Κιαμήλμπεης, που είχε πιαστεί όμηρος στην Τριπολιτσά κι από τότε όλο τον πλεύριζαν οι Έλληνες πρόκριτοι και οπλαρχηγοί αποβλέποντας στα αμύθητα πλούτη του, είχε κάποτε δικά του δεκάδες χωριά, οι δε τέσσερις ιππήλατες άμαξές του, ζωγραφισμένες στο χέρι, ήταν για τους χωριάτες ένα θαύμα της ευρωπαϊκής τεχνολογίας σε μια χώρα που δεν είχε δρόμους. Το καλοκαίρι του 1822, καθώς πλησίαζε ο στρατός του Δράμαλη, ο μπέης δολοφονήθηκε στο κάστρο της γενέτειράς του, της Κορίνθου, όπου κρατούνταν, παίρνοντας μαζί του στον τάφο το μυστικό του κρυμμένου θησαυρού του:

Πήραν τα κάστρα, πήραν τα, πήραν και τα δερβένια Πήραν και την Τριπολιτσάν, την ξακουσμένην χώραν. Κλαίουν στους δρόμους Τούρκισσες, πολλές εμιροπούλες Κλαίει και μια χανούμισσα τον δόλιον τον Κιαμίλην. Πού είσαι και δεν φαίνεσαι, καμαρωμέν' αφέντης Ήσουν κολόνα στον Μωρεάν, και φλάμπουρον στην Κόρθoν, Ήσουν και 'ς την Τριπολιτσάν πύργος θεμελιωμένος.

Το ανώνυμο αυτό μοιρολόι, που δημοσιεύτηκε στο Παρίσι το 1824, πρέπει να συντέθηκε λίγο μετά τον θάνατο του Κιαμήλμπεη: τα λόγια σώζονται ως δημοτικό τραγούδι, εις μνήμην μιας χαμένης ελίτ. Στη διάρκεια του πολέμου, μεγάλο μέρος της οθωμανικής Κορίνθου κατακάηκε, μαζί με τα τζαμιά, τους δερβίσικους τεκέδες και τα λουτρά, που είχαν σημαδέψει την αναζωογόνηση της τον 18ο αιώνα. Το μεγαλόπρεπο σαράι του Κιαμήλμπεη, που δέσποζε πάνω από τον κόλπο με το χωριστό του χαρεμλίκι, το λουτρό και το πυργωτό μπελβεντέρε του μέσα σε περιτειχισμένους κήπους, καταστράφηκε με διαταγή του Παπαφλέσσα την άνοιξη του 1821. Το μόνο που μένει για να θυμίζει στους σημερινούς επισκέπτες τον μπέη και την οικογένειά του είναι ένα σεμνό ερείπιο, ένα δίπατο πυργόσπιτο με σκουριασμένο σιδερένιο κιγκλίδωμα, σκαρφαλωμένο στη χορταριασμένη πλαγιά, πάνω από μια στάση λεωφορείου στην παραλιακή οδό που εκτείνεται προς τα δυτικά κατά μήκος του Κορινθιακού.

Όσοι μουσουλμάνοι –αδύνατον να πει κανείς πόσοι– κατάφεραν να βγουν ζωντανοί από το πρώτο κύμα του πολέμου στον Μοριά τις περισσότερες φορές κρατήθηκαν όμηροι για να εξαγοραστούν με λύτρα, να πουληθούν ή να ανταλλαχθούν. Πολλοί μπήκαν αργότερα στη δούλεψη των Ελλήνων σαν υπηρέτες, μουλαράδες ή εργάτες στα κτήματα. Μια «Αράβισσα» φρόντιζε πιστά τα παιδιά ενός προκρίτου του χωριού σε όλο τον πόλεμο, ώσπου τα έφερε στο ασφαλές Ναύπλιο. Κάποιοι λίγοι μουσουλμάνοι –Αλβανοί οι περισσότεροι– πολέμησαν όντως στο πλευρό των Ελλήνων. Ο Μουσταφά Γκέκας έγινε αρχηγός μιας «οθωμανικής» λεγόμενης μονάδας μερικών δεκάδων μουσουλμάνων, Αλβανών κυρίως, από κωμοπόλεις της κεντρικής Ελλάδας όπως η Θήβα και η Λιβαδειά. Ο σημαιοφόρος του Πλαπούτα ήταν ένας γεροδεμένος Τούρκος αφοσιωμένος στον καπετάνιο του. Ο γιατρός του Ανδρούτσου και του βίαιου πρωτοπαλίκαρού του, του Ιωάννη Γκούρα, ήταν ένας μουσουλμάνος χειρουργός από το Ταλάντι (Αταλάντη), που παρέμεινε στην Ακρόπολη με τους Έλληνες ακόμη κι όταν πολιορκήθηκαν από τους Οθωμανούς το 1826-27.

Η οικονομία των λύτρων ήταν αναπόσπαστο τμήμα των πολεμικών επιχειρήσεων και τα αιχμάλωτα μέλη της οθωμανικής ελίτ κρατούνταν ως επένδυση, γιατί μπορούσαν ν' αποφέρουν μεγάλα ποσά ή να ανταλλαχθούν με χριστιανούς κρατούμενους αλλού. Όταν, λόγου χάρη, έπεσε η πρώτη πόλη, η Καλαμάτα, ο Πετρόμπεης κράτησε όμηρο τον βοεβόδα, σκεπτόμενος σίγουρα τον γιο του που ήταν φυλακισμένος στην Τριπολιτσά. Όταν πάρθηκε η Τριπολιτσά, ο πρόκριτος Κοντάκης μάς λέει ότι «έσωσε σαράντα πέντε ψυχές», που τις χρησιμοποίησε αργότερα παζαρεύοντας για χριστιανούς. Ο Κασομούλης κράτησε δύο ομήρους, προκειμένου να πάρει πίσω τη μάνα και τις αδερφές του, που είχαν πουληθεί σκλάβες στον βορρά.

Τις μουσουλμάνες τις κρατούσαν και γι' άλλους λόγους. Ο Γεώργιος Σισίνης, ένας από τους ισχυρότερους προεστούς της δυτικής Πελοποννήσου, είχε ένα χαρέμι από αιχμάλωτες, και δεν ήταν ο μόνος. Κάποιες γυναίκες μπόρεσαν να δημιουργήσουν στενότερους, πιο ισότιμους δεσμούς με Έλληνες άντρες. Η κόρη ενός πασά αλλαξοπίστησε κι έγινε γυναίκα του Ρήγα Παλαμήδη, του γραμματέα της Πελοποννησιακής Γερουσίας, πολιτικού με αρκετή ισχύ κι επιρροή. Μια άλλη γνωστή περίπτωση ήταν εκείνη της κοπέλας από την Τριπολιτσά που την έλεγαν Ζαφείρα αυτή κατέληξε στο πλευρό του αρματολού Καραϊσκάκη, ο οποίος την έπαιρνε συνέχεια μαζί του και της άφησε ένα σημαντικό ποσό στη διαθήκη του όταν πέθανε το 1827. Ντυμένη με αντρικά ρούχα, είχε εντυπωσιακή θωριά. «Κουβαλούσε στον δεξή της ώμο ένα ελαφρύ ελληνικό μουσκέτο και στο σελάχι της δυο κουμπούρες κι ένα γιαταγάνι», σημείωσε με θαυμασμό ένας Εγγλέζος. «Κανένας κίνδυνος, οσοδήποτε μεγάλος, δεν την κρατούσε μακριά από το πεδίο της μάχης, και παρόλο που δεν πολεμούσε, δεν λογάριαζε τη ζωή της όταν ακολουθούσε τον κύριό της». Απέκτησε νέο όνομα, Μαριγώ, αλλά δεν ήταν κανένα μυστικό η καταγωγή της.

Πιστοί ή όχι, οι μουσουλμάνοι αυτοί και των δύο φύλων ήταν τα σκόρπια λείψανα της άλλοτε ηγέτιδας κάστας της περιοχής, και πολλοί θα ονειρεύονταν να αποδράσουν, ιδίως όσοι κρατούνταν σαν σκλάβοι. Δύο κατάφεραν να επιβιβαστούν σ' ένα αυστριακό σκάφος στο Ναύπλιο, παριστάνοντας τους χριστιανούς και ντυμένοι ελληνικά. Όταν τους έπιασαν, η αστυνομία συνέστησε να τους περάσουν αλυσίδα στον λαιμό και να τους βάλουν να σκουπίζουν τους δρόμους. Ένας θιγόμενος ιδιοκτήτης από την Ύδρα ζήτησε βοήθεια για να εντοπίσει τον Τούρκο μουλαρά του, ένα «παιδί» μεταξύ δεκαεφτά και είκοσι χρονών που άκουγε στο όνομα «Γιώργος» κι είχε υπηρετήσει αρκετά χρόνια τον κύριό του προτού το σκάσει με κάποια λεφτά, με τη βοήθεια δύο αντρών από τη Ρούμελη. Αλλά η απόδραση χωρίς τη βοήθεια χριστιανών ήταν δύσκολη κι επικίνδυνη, είτε από τη θάλασσα είτε από τη στεριά, γιατί όποιον μουσουλμάνο έβρισκε κανείς να ταξιδεύει μόνος του μπορούσε να τον ληστέψει ή να τον σκοτώσει ατιμωρητί σαν κατάσκοπο.

Μια άλλη λύση ήταν η βάπτιση, ιδίως ως προκαταρτικό βήμα του γάμου, και ο Ρήγας Παλαμήδης δεν ήταν ο μόνος Έλληνας που βρήκε γυναίκα με αυτό τον τρόπο· ο οπλαρχηγός Νικόλαος Κριεζώτης και ο Σέρβος μαχητής Χατζή Χρήστος, που είχε έρθει αρχικά στον Μοριά στην υπηρεσία του Χουρσίτ πασά, πήραν επίσης μουσουλμάνες γυναίκες που είχαν βαπτιστεί. Αλλά η δυνατότητα της βάπτισης θορύβησε κάποιους Έλληνες, και στην πρώτη ελληνική βουλή έγινε μεγάλη συζήτηση για το αν έπρεπε να τεθεί ένα όριο ηλικίας για όσους ήθελαν να γίνουν χριστιανοί. Το φιλελεύθερων τάσεων Βουλευτικό, προσβλέποντας στη βάπτιση ως μια λύση στην αυθαίρετη βία κατά των μουσουλμάνων, που ήξερε ότι έβλαπτε την ελληνική υπόθεση, ήθελε να την επιτρέψει για όλες τις ηλικίες. Το Εκτελεστικό όμως ανησυχούσε: τι θα εμπόδιζε τότε, ρωτούσε, τον Κιαμήλμπεη ή όποια άλλα μέλη της μουσουλμανικής ελίτ ν' αλλάξουν θρήσκευμα, να ζητήσουν πίσω την περιουσία τους και να καταστούν σημαντική δύναμη μέσα στην ίδια την ελληνική πλευρά; Τελικά όλο αυτό δεν αποτέλεσε ποτέ σοβαρό πρόβλημα, μολονότι ανέκυψε και πάλι για λίγο με το τέλος του πολέμου, όταν κάποιοι μουσουλμάνοι που βαπτίστηκαν χριστιανοί άρχισαν να απαιτούν την επιστροφή των περιουσιών τους.
1 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Basic poster
Basic poster
Δημοσιεύσεις: 655

Re: Μερικές αλήθειες που δεν ήξερες για το 1821

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 24 Σεπ 2022, 16:37

Οι πόλεις και τα πλούτη που υπόσχονταν μαγνήτιζαν ιδιαίτερα τους φτωχούς στρατιώτες. Όταν δύο Βρετανοί επισκέπτες συνάντησαν τον Δημήτριο Υψηλάντη στην Τριπολιτσά το καλοκαίρι του 1823, τον βρήκαν λίγο-πολύ μονάχο του, διότι, «καθώς τα χρήματά του ήταν λιγοστά, οι περισσότεροι άντρες του τον είχαν εγκαταλείψει για να είναι παρόντες στην άλωση της Κορίνθου, όπου προσδοκούσαν σημαντική λεία». Η Κόρινθος είχε καταντήσει ένας σωρός από ερείπια στο τέλος του πολέμου, το δε Ναύπλιο λεηλατήθηκε τουλάχιστον τρεις φορές. Η Τριπολιτσά δεν τα πήγε καλύτερα: μετά τη λεηλασία του 1821, οι στράτες ήταν γεμάτες χωρικούς που κουβαλούσαν «σιδερικά, παλαιοτζούκαλα, παλαιοαργαλειούς, πιθάρια». Κάποιοι έκοβαν τα πόδια των ψόφιων αλόγων για να πάρουν τα πέταλα. Το 1823, οι «κυβερνητικοί» του Κολοκοτρώνη κατέλυαν εκεί, τρώγοντας και πίνοντας εις βάρος των κατοίκων της πόλης, με αντάλλαγμα τίποτα περισσότερο από κάτι αποκόμματα, που τιμής ένεκεν ονομάζονταν «αποδεικτικά» και υπόσχονταν στον κομιστή ότι θα τον εξοφλούσαν οι αρχές. Στην Άρτα οι Έλληνες στρατιώτες βασάνισαν τους ίδιους τους συμπατριώτες τους με καυτό λάδι για να τους αναγκάσουν να φανερώσουν κρυμμένα τιμαλφή κι έκοψαν τα δάχτυλα γυναικών για να τους πάρουν τα δαχτυλίδια. Αργότερα στο Ναύπλιο, οι άντρες του Γρίβα κρατούσαν πλούσιους κατοίκους της πόλης σε αίθουσες βασανιστηρίων μέσα στο κάστρο. Ακόμη και τον Γενάρη του 1833, χρόνια μετά το τέλος του πολέμου με τους Οθωμανούς, οι στρατιώτες γύρισαν στο Άργος για να το διαγουμίσουν.
1 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Basic poster
Basic poster
Δημοσιεύσεις: 655

Re: Μερικές αλήθειες που δεν ήξερες για το 1821

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 25 Σεπ 2022, 16:03

Τη δεκαετία του 1820 οι πληροφορίες ταξίδευαν μ' ένα ρυθμό που δεν είχε αλλάξει από τους ρωμαϊκούς χρόνους. Έτσι εξηγείται γιατί κάποιοι θυμόνταν μια περίπτωση πριν από τον πόλεμο όπου ένας Μαροκινός σεΐχης είχε επισκεφθεί τον Αλή Πασά στα Γιάννενα και του είχε δωρίσει έναν καθρέφτη από στιλβωμένο ατσάλι. Ο καθρέφτης, ισχυρίστηκε ο σεΐχης, είχε μια καταπληκτική ιδιότητα: μπορούσε να δείξει οτιδήποτε συνέβαινε στον κόσμο εκείνη τη στιγμή. Τέτοια θαύματα θα έπρεπε να περιμένουν τις δικές μας μέρες για να καταντήσουν κοινότοπα, κι έτσι ακόμα και οι Ευρωπαίοι του Λεβάντε ήταν υποχρεωμένοι να ανεχθούν τον αργό ρυθμό των ειδήσεων και να υπομείνουν τη σχετική απομόνωση που ένιωθαν όταν έκαναν τη σύγκριση με ό,τι είχαν συνηθίσει στις πατρίδες τους. Αρκετούς μήνες μετά την άφιξή του στην Κρήτη, ο πρόσφατα διορισμένος Γάλλος πρόξενος έγραφε διαμαρτυρόμενος στον υπουργό του στο Παρίσι: «Μετά την αναχώρησή μου από τη Σμύρνη δεν είχα καμία ενημέρωση ούτε από το Παρίσι ούτε από την Κωνσταντινούπολη. Έχω πλήρη άγνοια όλων των γεγονότων που μπορεί να έχουν συμβεί στην Ευρώπη τους τελευταίους τέσσερις μήνες». Έξι μήνες αργότερα, ακόμη περίμενε απάντηση.

Αυτό δεν ήταν ασυνήθιστο, και πρέπει να έχουμε κατά νου ετούτη την αργή και αβέβαιη μετάδοση των πληροφοριών όταν θέλουμε να καταλάβουμε πώς προσπαθούσαν τότε οι άνθρωποι να εννοήσουν τα γεγονότα και πώς αντιδρούσαν σ' αυτά. Η είδηση ότι ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διάβηκε τον Προύθο και μπήκε στη Μολδαβία, για παράδειγμα, έκανε σχεδόν έναν μήνα να φτάσει στην Ύδρα και στη Μάνη. Αυτό ήταν περίπου ο κανόνας, αν δεν τα χάλαγε ο καιρός. Ο ρωσικός στόλος έπεσε σε νηνεμία το 1827 καθ' οδόν προς το Αιγαίο, κι έτσι ξόδεψε δέκα μέρες στο Γιβραλτάρ, κι άλλες εννιά στο Παλέρμο και τρεις στη Μεσσήνη της Ιταλίας, με αποτέλεσμα να φτάσει με πάνω από τρεις βδομάδες καθυστέρηση στον προορισμό του. Παρά τους αντίθετους ανέμους και τις νηνεμίες, οι ειδήσεις σε γενικές γραμμές ταξίδευαν γρηγορότερα διά θαλάσσης απ' ό,τι διά ξηράς, τα νέα περνούσαν από το ένα πλοίο στο άλλο, από νησί σε νησί. Από το ημερολόγιο του μπρικιού Αγαμέμνων, με πλοίαρχο τον Αναστάσιο Τομπάζη, που αναχώρησε από την Ύδρα στις 2 Μαΐου του 1821, μαθαίνουμε τι είχαν σταχυολογήσει στο ταξίδι τους: δύο μέρες μετά τον απόπλου, μια αναφορά μέσω πλοίου από την Κωνσταντινούπολη ότι ο ρωσικός στόλος κατεβαίνει από τη Μαύρη Θάλασσα μια βδομάδα αργότερα, οπότε περιπολούσαν πλέον στα νερά της Χίου, τα νέα από ένα τούρκικο μπρίκι ότι ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και ο στρατός του κατευθύνονταν προς την Αδριανούπολη κι ότι ο ρωσικός και ο αυστριακός στρατός ετοιμάζονταν για πόλεμο. Η στάθμιση του αξιόπιστου αυτών των ειδήσεων ήταν άλλο θέμα: το ξεδιάλεγμα του γεγονότος από τη φήμη ήταν τότε ακόμη πιο δύσκολο απ' ό,τι σήμερα.

Τα χερσαία ταξίδια ήταν βραδυκίνητα. Δεν υπήρχαν δρόμοι στα Βαλκάνια ικανοί να υποστηρίξουν την κυκλοφορία τροχοφόρων και σχεδόν καθόλου γέφυρες, ενώ ο χειμώνας με τα φουσκωμένα ποτάμια και τα λασπωμένα μονοπάτια μπορούσε να κάνει τις πορείες σχεδόν αδύνατες και να εξαντλήσει τα μονίμως δυσεύρετα άλογα. Πριν από το 1821, οι Οθωμανοί βασίζονταν σ' ένα ανεπτυγμένο σύστημα ταχυδρομικών ίππων αλλαγής, σταθμευμένων κατά ομάδες στις κύριες πόλεις, το οποίο χρηματοδοτούνταν από τους τοπικούς φόρους, αλλά στον Μοριά το σύστημα φαίνεται να κατέρρευσε με τον πόλεμο, και στις ύστερες φάσεις του ακόμη και ανώτεροι στρατιωτικοί όπως ο Κολοκοτρώνης παραπονιόνταν ότι δεν υπήρχαν άλογα για τους αγγελιοφόρους τους. Για τα μεγάλα φορτία, τα οθωμανικά στρατεύματα είχαν καμήλες, που ήταν μεν ικανότατες και ασυναγώνιστες στην εξοικονόμηση ενέργειας, αλλά και αργές, αναγκασμένες να λειτουργούν στα –βορειότερα– όρια της οικολογικής αντοχής τους. Αυτά ήταν και τα τελευταία χρόνια που κυκλοφόρησαν καμήλες σε ελληνικά μέρη: μέσα σε μια δεκαετία θα θεωρούνταν πια εξωτικές. Τα άλογα ήταν ακριβά και σπάνια, αλλά ταχύτερα: 30 με 40 χιλιόμετρα τη μέρα κατά μέσον όρο, 90 τη μέρα με ταχυδρομικούς ίππους αλλαγής, 160 και πλέον σε περιπτώσεις εξαιρετικής ανάγκης. Όταν ήταν απολύτως αναγκαίο, ταξίδια των 2.000 χιλιομέτρων μέσα σε δέκα μέρες δεν ήταν απίθανα. Έτσι η οθωμανική ταχυδρομική υπηρεσία, αν και αποδυναμωμένη σε σχέση με τους προηγούμενους αιώνες, επέτρεπε ακόμη στους αυτοκρατορικούς αξιωματούχους στη Ρούμελη να επικοινωνούν αποτελεσματικά στέλνοντας έφιππους Τατάρους αγγελιοφόρους, όπως έκαναν πάντα: ο σουλτάνος δεν δυσκολευόταν ιδιαίτερα να μεταβιβάσει τις εντολές του στα Γιάννενα ή τη Λάρισα.

Για τους φτωχούς Έλληνες όμως, που δεν είχαν πρόσβαση στους πόρους της αυτοκρατορίας, το κυριότερο μέσο χερσαίας επικοινωνίας για μικρές αποστάσεις ήταν ο πεζοδρόμος ή πεζός, που στο βουνό πήγαινε σχεδόν εξίσου γρήγορα με το άλογο και τρεφόταν πιο εύκολα: χωρίς αυτόν, η επικοινωνία μεταξύ των εξεγερμένων, ιδίως της Πελοποννήσου, θα ήταν σχεδόν αδύνατη. Δεν γνωρίζουμε πολλά γι' αυτούς τους ανθρώπους, που αφήνουν ελάχιστα ίχνη στα αρχεία επιδίδονταν πάντως σε μια σκληρή κι επικίνδυνη απασχόληση, που διήρκεσε με διαλείμματα τουλάχιστον μέχρι τη γερμανική Κατοχή στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο - κύκνειο άσμα του πεζοδρόμου. Έχουμε μία τουλάχιστον αξιοσημείωτη αυτοβιογραφία από τον τελευταίο αυτό πόλεμο, γραμμένη από τον Κρητικό δρομέα Γιώργο Ψυχουντάκη και μεταφρασμένη από τον Πάτρικ Λη Φέρμορ, τον Βρετανό αξιωματικό του εκείνα τα χρόνια. Οι προκάτοχοι του Ψυχουντάκη στη δεκαετία του 1820 έπρεπε να είναι έμπιστοι, καθώς και δυνατοί, επινοητικοί στο κρύψιμο ιδιαίτερα ευαίσθητων σημειωμάτων –η φόδρα του παπουτσιού ήταν ένα από τα προτιμώμενα σημεία– και προικισμένοι με άριστη μνήμη, αφού τα πιο κρίσιμα μηνύματα δίνονταν μόνο προφορικά. Οι εξ απορρήτων πράκτορες μπορεί να είχαν μαζί τους ένα κενό φύλλο χαρτί που έφερε μόνο μια υπογραφή δίκην εξουσιοδότησης –αυτή τη μέθοδο ακολούθησε ο Αλή Πασάς όταν έστειλε έναν πράκτορά του στους Ρώσους– και υπήρξαν περιπτώσεις εξαπάτησης, όπου κάποιοι παρίσταναν τους αγγελιοφόρους ώστε να τους δοθεί ικανοποιητικό κατάλυμα στο ταξίδι τους.
1 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Basic poster
Basic poster
Δημοσιεύσεις: 655

Re: Μερικές αλήθειες που δεν ήξερες για το 1821

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 26 Σεπ 2022, 08:37

Τα κρίσιμα πρόσωπα στις επικοινωνίες της εμπόλεμης περιόδου, εξίσου αόρατα στις ιστορικές μελέτες με τους πεζοδρόμους, ήταν οι γραμματικοί. Δεν ήταν μόνο οι μορφωμένοι πρίγκιπες, όπως ο Μαυροκορδάτος, με τους σπουδασμένους στο Παρίσι νεαρούς διανοούμενους του περιβάλλοντός του, που καταλάβαιναν τη σημασία της τακτικής αλληλογραφίας. Όλοι, πρόκριτοι, καπεταναίοι και αρματολοί, είχαν τους γραφιάδες τους, που τους διάλεγαν συνήθως μεσ' από ανθρώπους που εμπιστεύονταν – συγγενείς τους ίσως, ή νεαρούς από το χωριό, που η οικογένειά τους ήταν γνωστή. Σε μια κοινωνία με υψηλό ποσοστό αναλφαβητισμού, ο όγκος των επιστολών που πηγαινοέρχονταν στα βουνά ήταν εκπληκτικός, και σίγουρα τις περισσότερες δεν τις έγραφαν οι πολεμιστές, ούτε καν οι εγγράμματοι. Κάποιοι στρατιωτικοί διοικητές όπως ο Πάνος Κολοκοτρώνης, ο Περραιβός ή ο Σπυρομίλιος είχαν λάβει κανονική εκπαίδευση, αλλά οι περισσότεροι μόλις που μπορούσαν να βάλουν την υπογραφή τους, και ορισμένοι ούτε κι αυτό. Όλοι λοιπόν χρησιμοποιούσαν έναν ή και περισσότερους γραμματικούς και προσπαθούσαν να έχουν μαζί τους τουλάχιστον έναν ανά πάσα στιγμή. Ο Θεόδωρος Ρηγόπουλος, ένας νεαρός από ορεινό χωριό των Καλαβρύτων, είχε βαφτιστεί από τον Κολοκοτρώνη, κι έχοντας μάθει γράμματα στο σχολείο πήγε κοντά στον νονό του το 1821 και δούλεψε γι' αυτόν και τους γιους του σαν γραμματικός. Έτοιμος ανά πάσα στιγμή να συντάξει ένα σημείωμα στα η συνήθισε να γράφει καβάλα, ακουμπώντας το χαρτί στο γόνατο ή στη ράχη της κουμπούρας του. Γραμματικοί και πεζοδρόμοι συνόδευαν τους κυρίους τους όπου κι αν πήγαιναν – και στη φωτιά της μάχης αν χρειαζόταν και στις μέρες του εμφυλίου, ο Πάνος Κολοκοτρώνης σταμάτησε τ’ άλογό για να υπαγορεύσει στον Ρηγόπουλο ένα σύντομο γράμμα που θα μετέφερε ο πεζός τους, και τότε τον βρήκαν τα φονικά πυρά. Μετά τον θάνατο του Πάνου, ο Κολοκοτρώνης πρόσταξε τον Ρηγόπουλο να πάει να δουλέψει στον αδελφό του, τον Γενναίο, αλλά ο Ρηγόπουλος τον έβρισκε «απαίδευτο. «όλως διόλου τρελλόν», και τον απέφευγε «ως θηρίον». Όπως σημείωνε, «Ο Γενναίος συνήθιζε να γράφη προς πάντας αποτόμως και υβριστικώς, το χρώμενος χυδαίων και αισχρών λέξεων».

Καταλαβαίνουμε απ' αυτά ότι ο γραμματικός δεν κατέγραφε απλώς στο χαρτί τα λόγια του οπλαρχηγού, παρά έκανε κάτι πολύ περισσότερο: τα ανάπλαθε σε μια αποδεκτή αβρή γλώσσα, αρχίζοντας με τη συνήθη τυπική ερώτηση για την υγεία του παραλήπτη, και το σύνολο διατυπωνόταν σ' ένα ιδίωμα που απείχε πολύ από την καθημερινή ομιλία. Στα χρόνια του πολέμου δεν υπήρξε πρόσωπο πιο σημαντικό από το γραμματικό για τη διάδοση της άρτι επισημοποιημένης εκδοχής της ελληνικής γλώσσας, με τα ρητορικά της διανθίσματα και τις κλασικές της αναφορές – για τη μεταφορά της δηλαδή, χάρη στον πόλεμο, από τα αστικά κέντρα της παιδείας στην καθημερινή ζωή των χωριών. Για τους οπλαρχηγούς και τους άντρες τους, που όλοι αποδέχονταν τη σπουδαιότητά της, θα πρέπει παρ' όλα αυτά να ήταν ακατανόητη, κι αυτό τους έφερνε στη δυσάρεστη θέση να πρέπει να εμπιστευτούν τον γραμματικό τους τόσο για να τους εξηγεί τι σήμαινε αυτό που λεγόταν όσο και για να μεταφέρει σωστά αυτό που ήθελαν να πουν. Ο καχύποπτος Οδυσσέας Ανδρούτσος έστειλε μια φορά ένα μήνυμα στον Μαυροκορδάτο, ομολογώντας «την προς το γράφειν αδυναμίαν» του και ζητώντας από εκείνον να του γράφει πιο απλά, «δια να μπορώ να εννοώ και μόνος μου, το τι μου γράφετε, οπού να μπορώ μόνος μου πάλιν να σου αποκρίνωμαι χωρίς να βάνω αλλουνούς να μου εξηγούν το γράμμα, καθώς θέλουν, και να σου λέγουν ό,τι θέλουν».

Σπάνια έχουμε κάποιο πρόσθετο σχόλιο στο κάτω μέρος μιας επιστολής –ορνιθοσκαλίσματα ενός δυσανάγνωστου γραφικού χαρακτήρα– που να προδίδει πώς απευθύνονταν στ' αλήθεια ο ένας στον άλλον οι αρχηγοί της επανάστασης. «Γήφτο, γήφτο, έχεις να κάμεις με σόι γήφτικο και στοχάσου», γράφει πρόχειρα ο Κολοκοτρώνης στον Καραϊσκάκη, που το σκούρο δέρμα του είχε κάνει, όχι μόνο τους εχθρούς του, να του κολλήσουν αυτό το παρατσούκλι. Το αστείο ήταν ότι ο Κολοκοτρώνης –«μελαψός, μισός αράπης, με μύτη και στόμα σταυραϊτού»– ήταν συνηθισμένος σε παρόμοια καρφιά. Οι βρισιές που κάθε πλευρά κατά παράδοση εκτόξευε προς την άλλη, άλλοτε σαν προοίμιο πραγματικής σύρραξης κι άλλοτε κι άλλοτε σαν υποκατάστατό της, κηλίδωναν έτσι πού και πού πραγματική αβρότητα (politesse) της γραπτής σελίδας.
1 .


Επιστροφή σε “Ιστορία”