Ἐκκλησία, Ἕλληνες Διαφωτιστές καί ἀντιτουρκισμός
https://ardin-rixi.gr/archives/249676
τοῦ Γιάννη Ταχόπουλου*
Μόνο ἀντιφατική μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ ἡ κατηγορία ἐναντίον τῆς ΧΟ Ἐκκλησίας καί τῶν κύκλων της γιά ἀντιτουρκικό ἐθνικισμό. Συγκεκριμένα, ἄλλοτε κατηγορεῖται (ἤ ὑποστηρίζεται ὅτι) ἡ Ἐκκλησία βοηθοῦσε στή διατήρηση καί ἑδραίωση τῆς ὀσμανικῆς κυριαρχίας, ἐνῶ ἄλλοτε κατηγορεῖται (ἤ ὑποστηρίζεται ὅτι) ἡ Ἐκκλησία δημιούργησε καί ἐμπέδωσε, γιά ἰδιοτελεῖς, δικούς της λόγους, τήν εἰκόνα τοῦ βάρβαρου Τούρκου-Ὀθωμανοῦ. Ἡ μία διαπίστωση ἤ κατηγορία εἶναι σαφῶς ἐνάντια στή δεύτερη διαπίστωση ἤ κατηγορία – καί τό ὅτι ἡ ΧΟ Ἐκκλησία ἀντιλήφθηκε τήν ὕπαρξη «ἔθνους» μετά τήν ἵδρυση τοῦ νεοελληνικοῦ ἐθνοκράτους ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τίς ἀπόψεις κληρικῶν τῆς Τουρκοκρατίας. Ἀλλά τό λάθος πού ἀναφέρουμε στό κεφάλαιο αὐτό ἀφορᾶ τούς δημιουργούς τοῦ ἀντιτουρκισμοῦ. Μεταξύ ἄλλων ὑποστηρίζεται πώς τό ἑλληνικό ἔθνος δημιουργήθηκε χάρη στίς προσπάθειες τῶν Ἑλλήνων Διαφωτιστῶν. Ὅμως, ἡ εἰκόνα τοῦ βάρβαρου, κανίβαλου καί αἱμοδιψῆ σφαγέα τῶν Ἑλλήνων Τούρκου δέν δημιουργήθηκε οὔτε ἀπό κάποιους ἀντικοινοβουλευτιστές τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεσοπολέμου οὔτε ἀπό τή «γενιά τοῦ ‘30» οὔτε ἀπό τή Χούντα οὔτε δημιουργήθηκε ἀπό τήν ἐπίσημη Ἐκκλησία πρίν/μετά το 1821 καί τή σχολική ἐκπαίδευση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, ἀλλά ἀπό τούς πνευματικούς προγόνους τῶν «ἀντιεθνικιστῶν», τούς Ἕλληνες Διαφωτιστές. Καί μόνες οἱ περιπτώσεις τοῦ Κοραῆ καί τοῦ «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», ἀρκοῦν γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές.
Στήν αὐτοβιογραφία του (στά 1829) ὁ Ἀδαμάντιος Κοραής μᾶς ἐξομολογεῖται ὅτι, κατά τόν καιρό τῆς πρόσκαιρης ἐπιστροφῆς του στή Σμύρνη, ἔφευγε «ὀλίγα στάδια μακράν τῆς πόλεως [=Σμύρνης] διά νά μή βλέπω Τούρκους». Στά 1822[1] ὁ Κοραής ὑποστηρίζει ὅτι οἱ Τοῦρκοι καί ὁ σουλτάνος «πωλεῖ, ὡς κτήνη εἰς τήν ἀγοράν, τάς γυναῖκας, τά τέκνα τῶν ταλαιπώρων Γραικῶν, λῃστεύει τά ὑπάρχοντά των, κολυμβᾷ ὁ αἱμοβόρος ἀγαλλόμενος εἰς αὐτά των τά αἵματα», ὅτι «Ὁ μακελλάριος Σουλτάνος κατασκάπτει τούς χριστιανικούς ναούς, καταμιαίνει τά ἱερά θυσιαστήρια, κατασφάζει τούς λειτουργούς τῶν θυσιαστηρίων, ἀναγκάζει τά ἀνήλικα τῶν χριστιανῶν τέκνα νά ἀποτάσσωνται τόν Χριστόν, καί νά συντάσσωνται μέ τόν Σατανᾶν».
Ὁ Κοραής τόν ἴδιο χρόνο συνιστᾶ στούς Ἕλληνες «Μήν ἀφήσωμεν τό παραμικρόν λείψανον τῆς μιαρᾶς Τουρκικῆς ζύμης εἰς τήν νέαν μας ταύτην ἀναζύμωσιν». Σέ ἀντίθεση μέ τούς ἀναθεωρητές ἱστορικούς, οἱ ὁποῖοι ἐξιδανικεύουν τό ὀσμανικό κράτος, ὁ Κοραής ἰσχυρίζεται στό ἴδιο κείμενο ὅτι «θηρία, κατ’ εὐτυχίαν, δέν γεννῶνται πλήν εἰς ἐκεῖνα τά ἔθνη, ὅσα κυβερνῶνται, καθώς οἱ Τοῦρκοι, ἀπό νόμους θηριώδεις». Ἐπαναλαμβάνει ὅτι «ὁ ἄνανδρος Σουλτάνος σφάζει τούς κατά πόλεις διατρίβοντας ἀόπλους καί ἀθᾡους ἄνδρας, γυναῖκας, γέροντας, ἀνήλικα παιδία».
Στά 1822[2] ὁ Κοραής θεωρεῖ φρικιαστική καί μόνο τή θέα Τούρκων: «Ματαίως ἠλευθερώσατε τούς ὀφθαλμούς των ἀπό τήν φρικώδη θέαν τῶν Τούρκων». Στά 1826 ὁ Κοραής ἐπαναλαμβάνει[3] τήν ἄποψή του γιά τήν περίφημη ἀνεκτικότητα τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας: «[…]τούς φονέας καί λῃστάς στρατιώτας τοῦ ἀρχιληστοῦ Σουλτάνου, καί νά τούς διασπείρωσι ὅπου τῆς Ἑλλάδος, ἦτον εὔκολον νά καίωσι, νά λῃστεύωσι, νά φονεύωσι, νά καταισχύνωσι γυναῖκας, νά βιάζωσι παρθένους[…]». Ἡ ἄποψη αὐτή εἶναι τό «Πιστεύω» γιά τόν Κοραή, ὅταν περιγράφει τή θέση τῶν Ἑλλήνων στή –σύμφωνα μέ ἀριστερούς «ἀντιεθνικιστές» καί δεξιούς κοσμοπολίτες– ἀνεκτική καί πολυπολιτισμική Ὀθωμανική Aὐτοκρατορία. Στήν Ἀδελφική Διδασκαλία γράφει: «Οἱ ταλαίπωροι Γραικοί δέν εἶναι κύριοι μήτε κτημάτων, μήτε τέκνων, μήτε τῶν ἰδίων αὐτῶν γυναικῶν. Ἡ τιμή καί ἡ ζωή των κρέμαται ἀπό τήν θέλησιν ὄχι μόνον αὐτοῦ τοῦ πρωτοτυράννου, ἀλλά καί ἑκάστου ἀπό τούς ἐλαχίστους αὐτοῦ δούλους» καί «Τίς δέν ἔφριξεν ἀκούων τήν καταδυναστείαν καί τούς ἀφορήτους φόρους, ὅσους οἱ κατά πᾶσαν τήν Τουρκικήν Εὐρώπην εὑρισκόμενοι Γραικοί βιάζονται νά πληρώνωσι;». Στά 1821 γράφει:
Τίς ἐξ ἡμῶν δέν ἐδοκίμασε τήν ἀπάνθρωπον ἀγριότητα καί ἀσπλαγχνίαν τῆς διεστραμμένης τῶν Ὀσμανλίδων γενεᾶς; Αὐτοί μᾶς μεταχειρίζονται ὡς ἄλογα κτήνη, μᾶς καταβαρύνουσι μέ φόρους ἀνυποφόρους, τούς κόπους τῶν χειρῶν ἡμῶν καί τούς ἱδρῶτας τοῦ προσώπου κατατρώγουσιν ἀναισχύντως. Ἡμεῖς ποιμαίνομεν, καί αὐτοί σφάζουν τά πρόβατα τῶν ποιμνίων ἡμῶν· ἡμεῖς σπείρομεν, καί αὐτοί θερίζουν· ἡμεῖς φυτεύομεν, καί αὐτοί τρυγῶσι, μήν ἀφίνοντες εἰς ἡμᾶς μηδ’ ὅσον ἀρκεῖ νά θεραπεύσωμεν τήν πεῖναν ἡμῶν· ἡμεῖς ποτίζομεν, καί αὐτοί μᾶς στεροῦν καί ὅσον χρειάζεται νά σβέσωμεν τήν δίψαν ἡμῶν. Αὐτοί μᾶς ἐγγίζουν καθ’ ἡμέραν τήν τιμήν, μᾶς ἐνοχλοῦν καί εἰς αὐτήν ἡμῶν τήν σεβασμίαν θρησκείαν. Τούς ἱερούς ἡμῶν ναούς μετέβαλαν εἰς τζαμία, καί μήν ἀρκούμενοι νά μᾶς στερεύωσι τά ἀναγκαῖα μέσα νά συστήσωμεν σχολεῖα εἰς ἀνατροφήν καί φωτισμόν τῶν ἡμετέρων τέκνων, μᾶς ἁρπάζουν ἀπό τούς πατρικούς κόλπους καί αὐτά τά τέκνα. Ἐξαιτίας τῶν Τούρκων ἡ κοινή πατρίς ἡμῶν […] ἔγινεν σήμερον κατοικητήριον τῆς ἀμαθίας καί βαρβαρότητος, ἀληθές σπήλαιον λῃστῶν, τῶν καί ἀπ’ αὐτούς τούς λῃστάς ἀναιδεστέρων Ὀσμανλίδων[4].
Στά 1827[5] οἱ Τοῦρκοι γιά τόν Κοραή εἶναι «σαπρόν καί ἀνίατον ἔθνος». Στά 1829, στήν αὐτοβιογραφία του, ὁ Κοραής λέει: «Τό παιδιόθεν τρεφόμενον εἰς τήν ψυχήν κατά τῶν Τούρκων μίσος, ἐκατήντησεν, ἀφοῦ ἐγεύθην εὐνομουμένης πολιτείας ἐλευθερίαν, εἰς ἀποστροφήν μανιώδη. Τοῦρκος καί θηρίον ἄγριον ἦσαν εἰς τόν λογισμόν μου λέξεις συνώνυμοι, καί τοιαῦται εἶναι ἀκόμη». Στά 1826[6] ὁ Κοραής ἀποκαλεῖ τούς Τούρκους «καθάρματα». Ἀλλοῦ τούς ἀποκαλεῖ «τίγρεις», τῶν ὁποίων ἡ θανάτωση δέν εἶναι καθόλου κακό πράγμα. Καί βέβαια, γιά τήν ἰσλαμική θρησκεία ἔχει μόνο τά καλύτερα λόγια: «Ἡ θρησκεία, τῆς ὁποίας ὀνομάζεται Καλίφης, εἶναι τῶν ψευδῶν ὅλων θρησκειῶν ἡ ψευδεστάτη»[7]. Οἱ Τοῦρκοι δέν μποροῦν νά ἀποκτήσουν εὔνομη πολιτεία «ἐνόσῳ πιστεύουν τόν Μωάμεθ» (1826).
Ὁ Κοραής κάνει λόγο γιά «τό ἀπάνθρωπον γένος τῶν Μουσουλμάνων», γράφει «οἱ τρισβάρβαροι Μουσουλμάνοι», ἰσχυρίζεται πώς «ἡ πρόοδος τῶν φώτων ἔφερε τέλος πάντων εἰς ὅλα σχεδόν τῆς Εὐρώπης τά ἔθνη τούς δικαίους νόμους. […] Εἰς μόνον τό βάρβαρον ἔθνος τῶν Τούρκων δέν ἴσχυσαν νά προχωρήσωσι τά φῶτα. Μόνων τῶν Τούρκων εὕρηκε καί τούς ὀφθαλμούς τυφλούς τῶν ἐπιστημῶν ὁ λύχνος, καί τά ὦτα κωφά ἡ φιλάνθρωπος φωνή τῆς ἱερωτάτης φιλοσοφίας. Οἱ Τοῦρκοι μόνοι ἔμειναν εἰς τῆς βαρβαρότητος τό σκότος, σκότος ἀληθῶς ἐξώτερον τῆς κολάσεως· ὅθεν καί μόνοι αὐτοί δέν ἐγνώρισαν τί πράγμα εἶναι καί τί δύναται ἡ εὐνομία»· «τό ἄσπλαγχνον γένος τῶν Μουσουλμάνων εἶναι μαθημένον νά τρέφεται μέ αἵματα, νά κυλίεται εἰς τά αἵματα. Αἵματα, καί πάλιν αἵματα χρειάζονται νά σβέσωσι τήν δίψαν τῶν ἀγριοτέρων καί παρά τούς λύκους Ἀγαρηνῶν»[8]. ἀπαξιώνει τούς Τούρκους καί τή θρησκεία τους: «Οἱ Τοῦρκοι κατάγονται ἀπό τούς Σκύθας,εἰς τῶν ὁποίων τήν ἱστορίαν ἄλλο δέν εὑρίσκεις παρά καταδρομάς, ἁρπαγάς, πόλεων ἁλώσεις, αἰχμαλωτισμούς καί φόνους ὁλοκλήρων ἐθνῶν. […] Τοιούτου γένους καί τοιούτων ἀρετῶν κληρονόμοι εἶναι οἱ Τοῦρκοι. Ἔξω τούτου, ἐπροσκολλήθηκαν καί εἰς Θρησκείαν, ἡ ὁποία ἀποστρέφεται καί φοβεῖται τά φῶτα»[9].
Οἱ Τοῦρκοι εἶναι «ἀναιδεῖς λἡσταί», «διεστραμμένον γένος», «ἠλίθιον ἔθνος»[10]. Ἀλλοῦ: «[…]τήν κτηνώδη μωρίαν τῶν Μουσουλμάνων», «οἱ ἀπάνθρωποι Τοῦρκοι», «τό ἄγριον τῶν Μουσουλμάνων γένος», «τό ἀπάνθρωπον γένος τῶν Μουσουλμάνων»[11]. Ἐπίσης, «τήν βδελυράν θρησκείαν τοῦ Μωάμεθ»[12], «τήν φρικτήν λέπραν τῶν Τούρκων» καί «μωραγρίους Μουσουλμάνους»[13], «[…] τήν ὁποίαν μολύνουν ἀκόμη οἱ πόδες τῶν βρωμερῶν μουσουλμάνων»[14]. Τά παραπάνω, ἀκόμη κι ἄν γράφηκαν σέ στιγμές ἐθνικῆς ἀγανάκτησης, τυπώθηκαν ὡς πρόλογος στά βιβλία τῶν Ἀρχαίων συγγραφέων, τά ὁποῖα χρησιμοποιήθηκαν στά σχολεῖα τοῦ ἐλεύθερου ἑλληνικοῦ κράτους, δηλαδή εἶχαν μόνιμη ἐπίδραση στούς μορφωμένους, δηλ. στόν ἰδεολογικό μηχανισμό τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους.
Ὁ Ἀνώνυμος τῆς Ἑλληνικῆς Νομαρχίας ἀναφέρεται στήν «πλέον σιχαμεράν καί βάρβαρον κυριότητα, εἰς τήν τυραννίαν τῶν ὀθωμανῶν»[15]. Σέ ἀντίθεση μέ τούς «ἀντιεθνικιστές» πανεπιστημιακούς ἀναθεωρητές, ὑποστηρίζει ὅτι «ἡ ὀθωμανική διοίκησις εἶναι τυραννική. Οἱ νόμοι της εἶναι ἀτελεῖς, σκληροί καί ὀλίγοι. […]Τά ἤθη των εἶναι βάρβαρα»[16]. Τόση εἶναι ἡ τυραννία, ὥστε «κάθε φαμελίτης, ὅταν ἐβγαίνη ἀπό τό ὀσπίτιόν του, […] νομίζει τό ἴδιον ὡσάν νά ἐπηγαίνη εἰς τόν πόλεμον, μέ τό νά μήν εἶναι βέβαιος, ἄν πλέον ἐπιστρέψη»[17]. Τῶν Ὀθωμανῶν ἡ «Διοίκησις, ὅσον τυραννική, τόσον εὔκολος, καί τοιαύτη, ὁποῦ δέν ἠμπορεῖ τινάς νά ὑποθέση μίαν χειροτέραν ἀπό αὐτήν»[18].
Ὁ Ἀνώνυμος κάνει σχόλια καί γιά τόν ἐθνικό χαρακτήρα τῶν Τούρκων: «[…]τόσον μιαρά ἡ ψυχή τῶν Ὀθωμανῶν»[19]. Στό κείμενο ἐπίσης διαβάζει κανείς: «[…]οἱ ποταμοί αἵματος τῶν συγγενῶν μας καί φίλων μας, ὁποῦ ἐχύθησαν ἀπό τό ὀθωμανικόν σπαθί»[20]. Ἀφοῦ ἐγκωμιάσει τή χριστιανική θρησκεία καί κακοχαρακτηρίσει τή μουσουλμανική, γράφει ὅτι «ἡ ἑβραϊκή θρησκεία κάμνει τόν λαόν μισάνθρωπον»[21]. Ἐδῶ συμφωνεῖ κι ὁ Κοραής: «Οὔτε οἱ Ἰουδαῖοι ἐμποροῦν νά συντάξωσιν αὐτοί καθ’ αὑτούς εὔνομον πολιτείαν, πείθονται εἰς τάς Ταλμουθικάς μυθολογίας τῶν Ραββίνων»[22].Οἱ Ἕλληνες Διαφωτιστές εἶχαν ἄριστη γνώμη γιά Τούρκους, Καθολικούς καί Ἑβραίους – σέ… ἀντίθεση μέ τούς μεσαιωνιστές καί σκοταδιστές ἀντιπάλους τους!
![]()
Τή στάση τῶν Κοραῆ – Ἀνώνυμου τοῦ Ἕλληνος ἔναντι τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας συμμερίζονται οἱ Δ. Φιλιππίδης – Γρ. Κωνσταντᾶς στή Νεωτερική Γεωγραφία: «Ὅλοι λοιπόν εἰς τήν Τουρκίαν ὑποπτεύονται διά τήν ζωή τους καί τήν περιουσία τους καί πολλοί σηκόνονται καί πηγαίνουν καί καταστήνονται εἰς τά γείτονα μέρη. […] Τί βασίλειο ἤθελε εἶναι ἡ Τουρκία.. πόσο εὐτυχισμένο εἰς τά μέσα, ἄν ἦταν εὐνομία. […] Μά Ἀρβανίταιἐξ ἴσου εἰς καιρό εἰρήνης καί πολέμου νά περιπατοῦν μέ στρατιωτικαῖς σημαίαις νά πατοῦν χωριά, νά καίουν σπίτια, νά σκλαβόνουν […] μά τί λέγω ἐκεῖνα ὁποῦ εἶν’ εἰς ὅλους γνωστά;». Γνωστά σέ ὅλους ἐκτός ἀπό ὅσους θεωροῦν ἐθνικιστική προκατάληψη νά ἀποκαλεῖται Τουρκοκρατία ἡ περίοδος τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας στήν Ἑλλάδα.
*Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο του Ὄψεις Ἐθνοαποδόμησης
[1] Πρόλογος στά Ἠθικά Νικομάχεια τοῦ Ἀριστοτέλη.
[2] Ὀνησάνδρου Στρατηγικός καί Τυρταίου τό πρῶτον ἐλεγεῖον.
[3] Περί τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων διάλογος δεύτερος.
[4] Σάλπισμα πολεμιστήριον.
[5] Ἀρριανοῦ τῶν Ἐπικτήτου Διατριβῶν μέρος πρῶτον.
[6] Λυκούργου, Κατά Λεωκράτους.
[7] Ἀριστοτέλους Πολιτικῶν τά Σωζόμενα (1821).
[8] Σάλπισμα πολεμιστήριον (1821).
[9] Τί πρέπει νά κάμωσιν οἱ Γραικοί εἰς τάς παροῦσας περιστάσεις, Διάλογος δύο Γραικῶν (1805).
[10] Ἀριστοτέλους Πολιτικῶν τά Σωζόμενα (1821), σημ. 57 (ΜΙΕΤ).
[11] Σάλπισμα πολεμιστήριον.
[12] Ἐπιστ. 19-10-1822.
[13] Ἐπιστ. 12-10-1822.
[14] Ἐπιστ. 6-5-1822.
[15] Ἑλληνική Νομαρχία, Β’, 38 (ἐκδ. Ἀποσπερίτης).
[16] Ὅ.π., Γ’, 2.
[17] Ὅ.π., Γ’ 5α.
[18] Ὅ.π., Γ’, 9.
[19] Ὅ.π., Γ’, 24.
[20] Ὅ.π., Ε’, 49.
[21] Ὅ.π., Ε’, 27.
[22] Περί τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων διάλογος δεύτερος (1826).
Τούρκικη ιστορία
-
Τλαξκαλτέκος
- Extreme poster

- Δημοσιεύσεις: 3385
Re: Τούρκικη ιστορία
1 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: Τούρκικη ιστορία
Η Δυτική Θράκη στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης
Στις 20 Νοεμβρίου του 1922 άρχισε στη Λωζάνη η Συνδιάσκεψη της Ειρήνης μεταξύ της νικημένης πλέον Ελλάδας, των υπόλοιπων συμμάχων και της νικήτριας –απέναντι στην Ελλάδα μόνο– Τουρκίας. Με το θέμα των συνόρων ασχολήθηκε η επιτροπή για τα εδαφικά υπό τον λόρδο Κέρζον, υπουργό Εξωτερικών της Βρετανίας. Το ζήτημα της Θράκης συζητήθηκε μάλιστα στην αρχή της συνδιάσκεψης, γιατί ο στρατός που ανασυγκρότησε στον Έβρο ο στρατηγός Πάγκαλος απειλούσε να τινάξει στον αέρα την επισφαλή ελληνοτουρκική ανακωχή. Έτσι όσο πιο γρήγορα λυνόταν το ζήτημα της Θράκης, τόσο το καλύτερο για όλους.
Ο εκπρόσωπος της Τουρκίας, υπουργός Εξωτερικών Ισμέτ Ινονού, με τον αέρα του νικητή απαιτούσε επάνοδο στα σύνορα του 1913, δηλαδή ζητούσε εκτός από την Ανατολική Θράκη και τμήμα της Δυτικής Θράκης που περιλάμβανε το Καραγάτς (Ορεστιάδα) και το Διδυμότειχο, περιοχές που είχε παραχωρήσει η ίδια η Τουρκία στη Βουλγαρία το 1915, για να την προσελκύσει στο στρατόπεδο των Κεντρικών Δυνάμεων. Ζητούσε επιπλέον διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την υπόλοιπη Δυτική Θράκη, παρά το γεγονός ότι στους όρους ανακωχής των Μουδανιών δεν υπήρχε μνεία δημοψηφίσματος. Βέβαια ο λόρδος Κέρζον αντιστάθηκε σθεναρά στις κεμαλικές πιέσεις για τον επιπρόσθετο λόγο ότι στη Δυτική Θράκη επρόκειτο να εγκατασταθούν περί τους 300.000 Έλληνες πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη, την Κωνσταντινούπολη και τη Μικρά Ασία. Ο Βενιζέλος τόνισε επίσης στην επιχειρηματολογία του ακριβώς αυτό: Στη Δυτική Θράκη, εκτός των άλλων, είχαν καταφύγει ήδη χιλιάδες Ελλήνων από την Ανατολική, με αποτέλεσμα να γίνει μεγάλη εθνολογική αλλοίωση υπέρ της Ελλάδας – ακούσια φυσικά. Θα ήταν πολύ σκληρό να αναγκαστούν αυτοί οι ταλαιπωρημένοι πληθυσμοί να ξανατραπούν σε φυγή. Η Ελλάδα, άλλωστε, περιορισμένη στα παλιά της σύνορα δεν ήταν σε θέση να αποκαταστήσει τόσο τεράστιο συνολικά αριθμό προσφύγων. Υπενθύμισε ακόμα ότι ο ελληνικός στρατός επαναστάτησε για να αναδιοργανωθεί, με στόχο την υπεράσπιση της Θράκης. Τόνισε τέλος προς όλους τους ενδιαφερόμενους ότι η Συνθήκη των Σεβρών ήταν μεν υπό αναθεώρηση, αλλά το ζήτημα της Δυτικής Θράκης ήταν λυμένο με χωριστή συνθήκη, νωρίτερα, μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Υπέρ των ελληνικών θέσεων τάχθηκαν η Γιουγκοσλαβία και η Ρουμανία μαζί με τη Μεγάλη Βρετανία.
Στην ιστορία όμως αποπειράθηκαν να αναμιχθούν ξανά και οι Βούλγαροι. Σημειωτέον ότι ο λόρδος Κέρζον επέτρεψε στη Βουλγαρία και την κυβέρνηση Σταμπολίνσκι να εκπροσωπηθεί στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης, για να αναπτύξει τα επιχειρήματά της περί οικονομικής διεξόδου της χώρας στο Αιγαίο. Η βουλγαρική αντιπροσωπεία ωστόσο ζήτησε επαναφορά της Δυτικής Θράκης στη Βουλγαρία ή αυτονομία της. Για το δημοψήφισμα που είχε προτείνει ο Ινονού κράτησαν σιγήν ιχθύος, γιατί δεν τους συνέφερε. Αν οι σύμμαχοι δεν συμφωνούσαν στην ιδέα της αυτονομίας, ο Σταμπολίνσκι πρότεινε να περιέλθει η περιοχή στις μεγάλες συμμαχικές δυνάμεις υπό μορφή ουδέτερης ζώνης, στην οποία θα κατασκευάζονταν λιμάνια για την εξυπηρέτηση του εμπορίου και των δυτικών αλλά και των βαλκανικών κρατών που χρειάζονταν διέξοδο στο Αιγαίο.
Της αντιτάχθηκε βέβαια ότι ως ηττημένη χώρα δεν ήταν λογικό να διεκδικεί έδαφος που είχε χάσει από μια νικήτρια και ότι, εν πάση περιπτώσει, η Συνθήκη του Νεϊγί δεν επρόκειτο να αναθεωρηθεί. Ο Βενιζέλος δήλωσε τέλος ότι θα προσφέρει όλες τις απαραίτητες εγγυήσεις στη Βουλγαρία για τη χρήση του Έβρου, της σιδηροδρομικής γραμμής και του λιμανιού του Δεδέαγατς, που θα τελούσαν υπό τον έλεγχο διεθνούς επιτροπής. Στις 21 Νοεμβρίου οι σύμμαχοι αποφάσισαν να επιμείνουν στη διατήρηση του Έβρου ως συνόρου. Στις 24 του ίδιου μήνα εμπειρογνώμονες εισηγήθηκαν τη δημιουργία αποστρατικοποιημένης ζώνης 30 χιλιομέτρων εκατέρωθεν των τουρκικών συνόρων στην Ευρώπη, για να περιοριστούν οι πιθανότητες εχθροπραξιών και να διευκολυνθεί η βουλγαρική διέξοδος στο Αιγαίο. Η εκδοχή αυτή συνέφερε την Ελλάδα, γιατί η οικονομική εξυπηρέτηση της Βουλγαρίας δεν θα σήμαινε αφαίρεση της ελληνικής κυριαρχίας από τον ειδικό διάδρομο. Πρότειναν επίσης δημιουργία ελεύθερου λιμένα ανοιχτού στο εμπόριο όλων των κρατών στο Δεδέαγατς ή αλλού – πρόταση που απέρριψε η Βουλγαρία. Η βουλγαρική αντιπροσωπεία άδραξε την ευκαιρία να εξηγήσει στους συμμάχους ότι μόνο η κατοχή του εδάφους από το οποίο θα περνούσε η σιδηροδρομική γραμμή θα εξασφάλιζε στην πραγματικότητα τα βουλγαρικά συμφέροντα. Οι σύμμαχοι, αντιλαμβανόμενοι ότι η Βουλγαρία δεν επρόκειτο στην ουσία να αποδεχτεί την ελληνική κυριαρχία στη Δυτική Θράκη, ανταπάντησαν ότι η Βουλγαρία θα έπρεπε να είναι ρεαλιστική και να δεχτεί ό,τι της προσφέρεται. Ο εδαφικός διάδρομος που ζητούσε θα έκοβε στα δύο τη Θράκη και θα προξενούσε σοβαρά προβλήματα στο μέλλον.
Όταν η διάσκεψη διέκοψε τις εργασίες της στις 4 Φεβρουαρίου 1923 εξαιτίας του προβλήματος της Μοσούλης, δεν είχε βρεθεί ακόμα λύση στο πρόβλημα της οικονομικής διεξόδου. Η Τουρκία με αυτό το πρόσχημα δεν υπέγραφε τη συμφωνία. Η Βουλγαρία εν τω μεταξύ, το Μάρτιο του 1923, βιάστηκε να συνάψει τη Συμφωνία της Νις με τη Γιουγκοσλαβία, βάσει της οποίας θα ελεγχόταν η δράση των κομιτάτων στα σύνορα. Ο Σταμπολίνσκι ήταν πραγματικά έτοιμος να σταματήσει τη δράση των μακεδονοβουλγαρικών κομιτάτων, που ήταν επί καιρό το φόβητρο της Γιουγκοσλαβίας, προκειμένου να κερδίσει τη φιλία της και την εμπιστοσύνη της Δύσης. Η Ελλάδα, όπως πάντα, τρομοκρατήθηκε από τις φήμες περί συνεργασίας των δύο σλαβικών λαών με κοινό στόχο την έξοδο στη θάλασσα εις βάρος της Ελλάδας, πόσο μάλλον που έβλεπε αναζωπύρωση της δράσης της Εσωτερικής Θρακικής Επαναστατικής Οργάνωσης στη Δυτική Θράκη. Γι' αυτό ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Α. Αλεξανδρής επισκέφτηκε το Βελιγράδι τον Απρίλιο του 1923, όπου του ζητήθηκαν καλύτεροι όροι στην ελεύθερη ζώνη Θεσσαλονίκης, με αντάλλαγμα την παρεμπόδιση των ατάκτων Βουλγάρων να εισβάλουν στο ελληνικό έδαφος σε περίπτωση νέας ανάφλεξης της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης. Στις 23 Μαΐου ρύθμιζε το καθεστώς της ελευθέρας ζώνης στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Η Γιουγκοσλαβία, αφού κέρδισε όσα ζήτησε, υποστήριξε έκτοτε τις ελληνικές θέσεις.
Η διάσκεψη άρχισε πάλι στις 23.4.1923. Η Τουρκία βρήκε σύμμαχο στο περί του Καραγάτς αίτημά της το Γάλλο πρωθυπουργό Πουανκαρέ. Η Βρετανία, υπογραμμίζοντας την απειλή ανάφλεξης εξαιτίας του ελληνικού στρατού που δυνάμωνε στη Θράκη, πρότεινε μια συμβιβαστική λύση: Η Τουρκία να πάψει να ζητάει πολεμικές αποζημιώσεις και η Ελλάδα να παραχωρήσει το Καραγάτς. Ο Βενιζέλος δέχτηκε την πρόταση με κίνδυνο να αντικατασταθεί υπό την πίεση του αντιτουρκικού μένους του Πάγκαλου. Τελικά όμως έπεισε και την κυβέρνησή του να δεχτεί. Το ίδιο έκανε και ο Ισμέτ Ινονού. Έτσι η περιοχή αυτή δόθηκε στην Τουρκία ως αντάλλαγμα της παραίτησής της από καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων.
Η Βουλγαρία απογοητεύτηκε πολύ από την παραχώρηση του Καραγάτς στην Τουρκία, γιατί το γεγονός αυτό απομάκρυνε ακόμα περισσότερο τις ελπίδες για εδαφική διέξοδο στο Αιγαίο. Έτσι, όταν οι σύμμαχοι επικύρωσαν τη Συνθήκη περί Θράκης με το ειδικό Πρωτόκολλο XVI της 24.7.1923, που προσαρτήθηκε στη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάνης, η Βουλγαρία αναγκάστηκε μεν να το δεχτεί, δήλωσε όμως παράλληλα ότι ελπίζει σε μια μελλοντική ευνοϊκή για τα συμφέροντά της ρύθμιση του θέματος της εξόδου στο Αιγαίο. Αυτό σήμαινε βέβαια ότι η Βουλγαρία θα γινόταν ο εφιάλτης της Ελλάδας σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, τη στιγμή μάλιστα που τερματίστηκε το δημοκρατικό διάλειμμα της κυβέρνησης Σταμπολίνσκι με τη δολοφονία του.
Οι διαμάχες για τις συνοριακές ρυθμίσεις συνεχίστηκαν και μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης. Η ελληνοτουρκική συνοριακή επιτροπή δεν μπορούσε να συμφωνήσει στην ερμηνεία των άρθρων της που αφορούσαν στα ελληνοτουρκικά σύνορα. Έτσι η Ελλάδα έφερε το ζήτημα στο Συμβούλιο της ΚτΕ το Φεβρουάριο του 1926. Η ΚτΕ όμως το παρέπεμψε στην ίδια επιτροπή για να λυθεί τελικά υπέρ της Ελλάδας μετά την αποχώρηση του Πάγκαλου από την εξουσία. Στις 6.11.1926 υπογράφηκε Πρωτόκολλο και καθόρισε την αριστερή όχθη του Έβρου ως σύνορο της Τουρκίας. Οι νησίδες του δυτικού βραχίονα πέρασαν επίσημα στην Ελλάδα. Ορίστηκε επίσης ότι η μεθόριος δεν θα ακολουθεί τις αλλαγές της κοίτης του Έβρου, αλλά χαράχτηκε οριστικά με βάση τα δεδομένα του 1926.
Στη Δυτική Θράκη παρέμειναν, εξαιρεθέντες της ανταλλαγής, 106.000 μουσουλμάνοι (Τούρκοι, Πομάκοι, Αθίγγανοι και Κιρκάσιοι), οργανωμένοι σε τρεις μουσουλμανικές κοινότητες: Κομοτηνής, Ξάνθης και Διδυμότειχου. Η Ελλάδα δέχτηκε την παραμονή τους, δηλαδή την εξαίρεσή τους από την αποφασισθείσα υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, ως αντάλλαγμα για την παραμονή των Ελληνορθόδοξων της Κωνσταντινούπολης. Η ελληνική διοίκηση από την αρχή προσπάθησε να τους πείσει –και μαζί μ' αυτούς την πολύ ευαισθητοποιημένη στα μειονοτικά προβλήματα διεθνή κοινότητα– ότι θα τους σεβαστεί πλήρως, ακολουθώντας πιστά τα συμφωνηθέντα στη Λωζάνη. Την κατάσταση όμως στην περιοχή είχε επιβαρύνει πολύ η εισροή των προσφύγων μετά την καταστροφή του ελληνικού στρατού στα μικρασιατικά παράλια. Το μειονοτικό άλλωστε ήταν μόνο ένα από τα προβλήματα που όφειλε να λύσει η Ελλάδα εκείνη την εποχή σε μια περιοχή που είχε εκτατική και όχι εντατική γεωργία ανάπτυξη, ανύπαρκτη βιομηχανία, διοίκηση και οδικό δίκτυο. Πρέπει να μην ξεχνάμε όμως ότι εκείνη την εποχή την εθνική απειλή αντιπροσώπευαν οι Βούλγαροι και όχι η μεγάλη μουσουλμανική μειονότητα. Γι' αυτό και οι ελληνικές Αρχές εξόρισαν στις αρχές του 1923 ένα σημαντικό αριθμό Βουλγάρων από τη Δυτική Θράκη στα νησιά και την ενδοχώρα με την κατηγορία ότι συνεργάστηκαν με κομιτατζήδες υπονομεύοντας την Ελλάδα.
Κατά τη διάρκεια του Β ́ Παγκοσμίου Πολέμου η Βουλγαρία συστρατεύτηκε με τον Άξονα και ξαναδοκίμασε την τύχη της στη Θράκη. Κατά τη διατύπωση του Ντιμίτερ Πέσεφ, τέως αντιπροέδρου της Βουλής, η Θράκη, ακριβώς όπως και η Maκεδονία, δεν «ήταν απλώς όνειρο για τη Βουλγαρία, αλλά εθνική ανάγκη». Επιχειρήθηκε τότε η εθνολογική αλλοίωση του πληθυσμού της περιοχής, για τέταρτη φορά, με τη μαζική μεταφορά Βουλγάρων και την εκδίωξη Ελλήνων με κάθε τρόπο. Μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η Ελλάδα διεκδίκησε πολεμική αποζημίωση επτακοσίων εκατομμυρίων δολαρίων από τα οποία έλαβε τα σαράντα πέντε. Ζήτησε επίσης μια διαρρύθμιση των βορείων συνόρων στη Θράκη (μια περιοχή περί τα 2.000 τ. χμ.) για λόγους ασφάλειας. Η περιοχή αυτή κρίθηκε ως φυσικά ανοχύρωτη απέναντι σε επιθέσεις από Βορρά και γι' αυτό η ελληνική αντιπροσωπεία ζήτησε να της παραχωρηθούν φυσικά σημεία άμυνας που περιόριζαν την έκταση των ελληνοβουλγαρικών συνόρων από 480 σε 350 τετρ. χμ. Τελικά όμως το Συμβούλιο των υπουργών Εξωτερικών τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων στο Παρίσι συμφώνησε να μείνουν ως είχαν τα σύνορα της Βουλγαρίας. Απλώς της απαγόρευσαν να δημιουργεί νέα οχυρά στα σημεία όπου η Ελλάδα είναι ευάλωτη.
Πηγή
1 .
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: Τούρκικη ιστορία
Η περίπτωση του Αχμέτ Σαδίκ
Ο Αχμέτ Σαδίκ, ο πρώτος ανεξάρτητος βουλευτής της μειονότητας, με την έντονη και πολυσυζητημένη πολιτική του παρουσία, βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα και συγκέντρωσε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον την οργή των δικαστικών μηχανισμών.
Η αρχή της πολιτικής του καριέρας συνδέθηκε με μια ποινική καταδίκη, που επανέφερε στο προσκήνιο το μειονοτικό ζήτημα, πυροδότησε τα εθνικά πάθη κι έκανε πλατιά γνωστό τον άγνωστο μέχρι τότε πρωταγωνιστή της, ενώ στα 7 χρόνια της πολιτικής του παρουσίας αναγκάστηκε πολλές φορές να αντιμετωπίσει τα δικαστήρια.
Έτσι, το 1986, μαζί με τον Ιμπράμ Σερήφ, τον μετέπειτα εκλεγμένο ως μουφτή της Κομοτηνής, και ένα ακόμη άτομο, παραπέμφθηκαν με τις κατηγορίες της διασποράς ψευδών ειδήσεων και πλαστογραφίας διότι, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, διακινούσαν έγγραφο υπόμνημα διαμαρτυρίας ομοθρήσκων τους, σχετικό με την κατάσταση και τα αιτήματα της μειονότητας και ζητούσαν την υπογραφή του, προκειμένου να το υποβάλουν σε διεθνείς οργανισμούς (το υπόμνημα τότε είχε 1.634 υπογραφές). Για την «ανακάλυψη» του υπομνήματος η αστυνομία είχε σταματήσει καθ' οδόν το αυτοκίνητο του Α. Σαδίκ και είχε διενεργήσει σ' αυτό έρευνα. Η υπόθεση δικάστηκε στη Θεσσαλονίκη, το 1988 και το Δικαστήριο καταδίκασε τον Α. Σαδίκ για διασπορά ψευδών ειδήσεων και πλαστογραφία, σε φυλάκιση 30 μηνών και τον Ιμπράμ Σερήφ σε 15. Ο Α. Σαδίκ άσκησε έφεση και το Εφετείο μείωσε την ποινή του σε 16 μήνες, ενώ ο Άρειος Πάγος, στον οποίο προσέφυγε κατά της εφετειακής απόφασης, απέρριψε την αναίρεσή του. Στην αρεοπαγιτική απόφαση διαπιστώνεται με εκτενή ανάλυση, ότι δεν υπάρχει καμιά καταπάτηση δικαιωμάτων της μειονότητας, αλλά, αντίθετα, «το ελληνικό κράτος δαπανά δισεκατομμύρια και αποδύεται σε τιτάνιο αγώνα για τη μορφωτική, πολιτιστική και οικονομική αναβάθμιση της μουσουλμανικής μειονότητας» και επομένως τα αναφερόμενα από τους κατηγορούμενους συνιστούσαν ψευδείς ειδήσεις.
Τον Οκτώβρη του 1989, ο Α. Σαδίκ κάθεται ξανά στο εδώλιο μαζί με τον Ιμπράμ Σερήφ και το βουλευτή τότε Ροδόπης, Μολλά Ροντοπλού, και πάλι με την κατηγορία της πρόκλησης των πολιτών σε διχόνοια, για την κυκλοφορία προκήρυξης, στην οποία αναφέρονται οι όροι «Τούρκος», «τουρκική μουσουλμανική μειονότητα», «τουρκική κοινότητα» κλπ. Η δίκη χωρίστηκε ως προς τον Ροντοπλού, λόγω της βουλευτικής ιδιότητας και δεν έγινε ποτέ. Ο Αχμέτ Σαδίκ και ο Ιμπράμ Σερήφ δικάστηκαν στην Κομοτηνή στις 25.1.1990, σε μια έκρυθμη για την πόλη περίοδο (την ήδη τεταμένη κατάσταση ήρθε να οξύνει ο τραυματισμός και θάνατος στη συνέχεια ενός χριστιανού που αποδόθηκε σε μουσουλμάνο, με συνέπεια να κυριαρχήσει ο φανατισμός και να ξεσπάσουν εκτεταμένα επεισόδια στην πόλη). Οι δύο κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 18 μηνών, χωρίς δικαίωμα μετατροπής και χωρίς ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης και οδηγήθηκαν στις φυλακές. Η φυλάκισή τους ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων και πυροδότησε την εμπάθεια ανάμεσα στις δύο κοινότητες της Θράκης, οι απανωτές αιτήσεις τους για να ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής τους μέχρι την εκδίκαση της έφεσης απορρίφθηκαν, ενώ στην Κομοτηνή η Εκκλησία και προσωπικότητες της πόλης συμμετείχαν σε διαδηλώσεις για να μη γίνει δεκτή η αποφυλάκιση. Κάτω, όμως, από τις διεθνείς πιέσεις η υπόθεση προωθήθηκε με ταχείς ρυθμούς και στις 30.3.1990, το Εφετείο της Πάτρας, όπου μεταφέρθηκε η υπόθεση για λόγους δημόσιας τάξης, τροποποίησε την ποινή και καταδίκασε σε εξαγοράσιμες ποινές 15 και 10 μηνών αντίστοιχα τους Α. Σαδίκ και Ι. Σερήφ.
Κατά το επαναλαμβανόμενο σκεπτικό αυτών των αποφσεων, με τη χρήση των όρων «Τούρκος», «τουρκική μειονότητα» κλπ., «οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι από πρόθεση επιχείρησαν να χαρακτηρίσουν τους Έλληνες μουσουλμάνους το θρήσκευμα της περιοχής του νομού Ροδόπης ως Τούκους, καίτοι εγνώριζαν ότι με τη Συνθήκη της Λωζάνης στην περιοχή της Δυτικής Θράκης έχει αναγνωριστεί μόνο μουσουλμανική μειονότητα και όχι τουρκική... με την παραπάνω ενέργειά τους σκόπευαν ενσυνείδητα να ενσταλλάξουν το σπέρμα του διχασμού και της εχθρότητας προς τους Έλληνες χριστιανούς και έτσι πέτυχαν να προκαλέσουν και να διεγεί ρουν τους πολίτες σε αμοιβαία διχόνοια, με συνέπεια να διαταραχθεί η κοινή ειρήνη...».
Κατά της απόφασης αυτής ο Α. Σαδίκ κατέφυγε στον Άρειο Πάγο, που με την υπ' αριθμ. 208/91 απόφασή του απέρριψε την αναίρεση. Στις 27.9.1991, ο Α. Σαδίκ προσέφυγε στην Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και η προσφυγή του κρίθηκε παραδεκτή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η υπόθεση προχώρησε στο Δικαστήριο, όμως ο θάνατος του Σαδίκ το 1995 διέκοψε τη διαδικασία. Τη δίκη προσπάθησε να συνεχίσει η σύζυγός του, όμως το 1996 η προσφυγή απορρίφθηκε τελικά, για τυπικό λόγο, διότι κατά το Δικαστήριο ο προσφεύγων δεν εξάντλησε τα εσωτερικά ένδικα μέσα για τους ισχυρισμούς του που προβάλλονται ενώπιον του Δικαστηρίου και ο φάκελος έκλεισε προς μεγάλη ανακούφιση της ελληνικής κυβέρνησης.
Εκτός από αυτές, που ήταν και οι γνωστότερες σε βάρος του δίκες, ο Α. Σαδίκ είχε υποστεί ακόμη 4 φορές ποινική δίωξη. Το Νοέμβριο του 1989 κινήθηκε σε βάρος του δίωξη, πάλι για διασπορά ψευδών ειδήσεων και πρόκληση των πολιτών σε διχόνοια, για το περιεχόμενο άρθρου του στην εφημερίδα Guven, στο οποίο υποστήριζε ότι η τουρκική μειονότητα υφίσταται διακρίσεις και καταπίεση. Παράλληλα, την ίδια περίοδο, κατηγορήθηκε και πάλι για την κυκλοφορία φυλλαδίου, με το ίδιο περιεχόμενο. Οι δύο αυτές υποθέσεις θα τεθούν στο αρχείο στις 14.4.1994 με απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αγρινίου λόγω παραγραφής, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 2172/1993 (υπουργίας Κουβελάκη) που θεώρησε παραγεγραμμένα όλα τα αδικήματα που τελέσθη καν διά του Τύπου και για τα οποία εκκρεμούσε η ποινική δίωξη κατά την έκδοση του νόμου.
Το 1992 ανοίχθηκαν δύο δίκες ακόμη κατά του Α. Σαδίκ, για πρόκληση των πολιτών σε διχόνοια, για επεισόδια που έγιναν στην Κομοτηνή και που είχαν σχέση με την οργανωμένη αντίδραση των τουρκόφωνων μουσουλμάνων στο να δεχτούν τα διδακτικά βιβλία, που είχε εκδώσει το ελληνικό υπουργείο Παιδείας, για να χρησιμοποιηθούν στα σχολεία της μειονότητας, αντίδραση στην οποία ο Α. Σαδίκ είχε παίξει σημαντικό ρόλο.
Η μία κατηγορία αφορούσε την κυκλοφορία έκκλησης προς τα μέλη της μειονότητας να μη δεχτούν τα βιβλία. Η και μπάνια οδήγησε σε μαζικές εισβολές στα σχολεία από όπου οι εισβολείς αφαιρούσαν τα βιβλία που βρίσκονταν εκεί προς διανομή. Για τα επεισόδια δικάστηκαν οι αυτουργοί και παραπέμφθηκε ο Α. Σαδίκ μαζί με τον Χατζιορχάν Αχμέτ σαν ηθικοί αυτουργοί διατάραξης οικιακής ειρήνης και κλοπής. Την 1.2.1992, μετά από επεισόδιο που αφορούσε πάλι εκπαιδευτικά ζητήματα, ο Α. Σαδίκ παραπέμφθηκε μια φορά ακόμη για πρόκληση σε απείθεια, πρόκληση των πολιτών σε διχόνοια, κλοπή και διατάραξη οικιακής ειρήνης. Οι δύο αυτές υποθέσεις θα κλείσουν με το θάνατό του.
Οι διώξεις αυτές, ακόμη και όταν είχαν –περισσότερο ή λιγότερο– στοιχεία βασιμότητας, είχαν σαφή και έκδηλα πολιτικά κίνητρα, αφού ήταν εμφανές ότι αποτελούσαν μέρος μιας προσπάθειας για την ηθική μείωση και πολιτική εξουδετέρωση του κατηγορούμενου. Στην πράξη, όμως, είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα: έκαναν αισθητή την πολιτική παρουσία του Α. Σαδίκ και εκθέσανε διεθνώς την Ελλάδα με πολλούς τρόπους, έστω κι αν κατόρθωσε να αποφύγει μια καταδίκη από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
=======================================================================
Η προσφυγή 18877/91, που υπεβλήθη από τον Αχμέτ Σαδίκ, αναφερόταν στα εξής πραγματικά περιστατικά: Κατά την προεκλογική περίοδο του Οκτωβρίου 1989, ο προσφεύγων διένειμε προεκλογικό έντυπο υλικό το οποίο αναφερόταν στους «Τούρκους» και στην «τουρκική μειονότητα» της Δυτικής Θράκης. Στη συνέχεια, ο προσφεύγων καταδικάστηκε για διατάραξη της κοινής ειρήνης (άρθρο 192 πκ), επειδή, όπως δέχθηκαν το Πλημμελειοδικείο και αργότερα το Εφετείο, είχε πρόθεση να δημιουργήσει αισθήματα διχόνοιας και μίσους και να προκαλέσει πράξεις βίας. Η αναίρεση του προσφεύγοντος, με την οποία αυτός ισχυρίστηκε ότι οι καταδικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν σε βάρος του στερούντο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απορρίφθηκαν από τον Άρειο Πάγο. Ενώπιον των οργάνων της ΕΣΔΑ ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι η καταδίκη του παραβιάζει την ελευθερία εκφράσεως που κατοχυρώνει το άρθρο 10 ΕΣΔΑ.
Στην έκθεσή της της 4.4.1995, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δικαιωμάτων του ανθρώπου διαπίστωσε ότι η καταδίκη του προσφεύγοντος αποτελούσε περιορισμό στην άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης και εξέτασε κατά πόσον ο περιορισμός αυτός ήταν θεμιτός σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 10. Ο έλεγχος της επιτροπής επικεντρώθηκε στο ερώτημα αν η καταδίκη του προσφεύγοντος μπορούσε να θεωρηθεί «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία». Δεχόμενη ότι τα συμβαλλόμενα κράτη διαθέτουν ένα περιθώριο εκτίμησης προκειμένου να εφαρμόσουν τις επιταγές της ΕΣΔΑ στις συγκεκριμένες πραγματικές συνθήκες, η επιτροπή υπενθύμισε ότι η διακριτική ευχέρεια των εθνικών αρχών ασκείται μέσα στα πλαίσια του ευρωπαϊκού ελέγχου που επιβάλλει η ΕΣΔΑ και σημείωσε ότι ο ρόλος της συνίσταται στο να κρίνει τις αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων με γνώμονα τα ευρωπαϊκά κεκτημένα. Σύμφωνα με τη νομολογία των οργάνων της ΕΣΔΑ, η ελευθερία του λόγου αποτελεί ένα από τα θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και καλύπτει όχι μόνον τις αρεστές ή ακίνδυνες ιδέες αλλά κι αυτές που σοκάρουν, θίγουν ή διαταράσσουν την κοινή γνώμη ή και το ίδιο το κράτος. Τέτοιες είναι οι απαιτήσεις του πλουραλισμού, της ανεκτικότητας και της ευρύνοιας που χαρακτηρίζουν μια δημοκρατική κοινωνία. Ταυτόχρονα, η επιτροπή υπενθύμισε τη σημασία της ελευθερίας του λόγου στη διάρκεια μιας προεκλογικής περιόδου. Δεχόμενη ότι κάποια μετριοπάθεια απαιτείται στον πολιτικό λόγο, προκειμένου να αποφευχθούν εντάσεις στις σχέσεις της χριστιανικής και της μουσουλμανικής κοινότητας της Δυτικής Θράκης και να διατηρηθεί η ειρηνική τους συνύπαρξη, η επιτροπή διαπίστωσε, ωστόσο, ότι ο λόγος του προσφεύγοντος δεν περιείχε στοιχεία που να προτρέπουν στη χρήση βίας. Η καταδίκη ενός ατόμου σε ποινή φυλάκισης για τη δημόσια χρήση του επιθέτου «τουρκική» για το χαρακτηρισμό της μουσουλμανικής μειονότητας –καταλήγει η επιτροπή– δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία». Με το σκεπτικό αυτό η επιτροπή οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η καταδίκη του Αχμέτ Σαδίκ παραβιάζει το δικαίωμά του στην ελευθερία εκφράσεως, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 ΕΣΔΑ.
Στην απόφασή του της 15.11.1996, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δικαιωμάτων του ανθρώπου, αρνήθηκε να εξετάσει κατ' ουσίαν την υπόθεση, κρίνοντας ότι ο προσφεύγων δεν είχε εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα, όπως απαιτεί το άρθρο 26 ΕΣΔΑ. Το δικαστήριο παρατήρησε ότι ο προσφεύγων δεν επικαλέστηκε σε κανένα στάδιο της διαδικασίας ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων είτε το άρθρο 10 ΕΣΔΑ είτε κάποια αντίστοιχη διάταξη του εσωτερικού δικαίου. Τόσο στο Πρωτοδικείο, όσο και στο Εφετείο και στον Άρειο Πάγο, ο προσφεύγων άντλησε επιχειρήματα αποκλειστικά και μόνον από το χώρο του ελληνικού ποινικού δικαίου, χωρίς να εγείρει καθ' οιονδήποτε τρόπο το ζήτημα της ελευθερίας της έκφρασης. Δεν εξάντλησε, συνεπώς, τα εσωτερικά ένδικα μέσα σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς δικαίου και κατά συνέπεια το δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εξετάσει κατ' ουσίαν τις αιτήσεις του. Ας σημειωθεί ότι η επιτροπή, στην επί του παραδεκτού της προσφυγής απόφασή της, είχε θεωρήσει ότι, με τα επιχειρήματά του περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο προσφεύγων είχε κατ' ουσίαν εγείρει το ζήτημα της ελευθερίας της έκφρασης.
Ο Αχμέτ Σαδίκ, ο πρώτος ανεξάρτητος βουλευτής της μειονότητας, με την έντονη και πολυσυζητημένη πολιτική του παρουσία, βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα και συγκέντρωσε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον την οργή των δικαστικών μηχανισμών.
Η αρχή της πολιτικής του καριέρας συνδέθηκε με μια ποινική καταδίκη, που επανέφερε στο προσκήνιο το μειονοτικό ζήτημα, πυροδότησε τα εθνικά πάθη κι έκανε πλατιά γνωστό τον άγνωστο μέχρι τότε πρωταγωνιστή της, ενώ στα 7 χρόνια της πολιτικής του παρουσίας αναγκάστηκε πολλές φορές να αντιμετωπίσει τα δικαστήρια.
Έτσι, το 1986, μαζί με τον Ιμπράμ Σερήφ, τον μετέπειτα εκλεγμένο ως μουφτή της Κομοτηνής, και ένα ακόμη άτομο, παραπέμφθηκαν με τις κατηγορίες της διασποράς ψευδών ειδήσεων και πλαστογραφίας διότι, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, διακινούσαν έγγραφο υπόμνημα διαμαρτυρίας ομοθρήσκων τους, σχετικό με την κατάσταση και τα αιτήματα της μειονότητας και ζητούσαν την υπογραφή του, προκειμένου να το υποβάλουν σε διεθνείς οργανισμούς (το υπόμνημα τότε είχε 1.634 υπογραφές). Για την «ανακάλυψη» του υπομνήματος η αστυνομία είχε σταματήσει καθ' οδόν το αυτοκίνητο του Α. Σαδίκ και είχε διενεργήσει σ' αυτό έρευνα. Η υπόθεση δικάστηκε στη Θεσσαλονίκη, το 1988 και το Δικαστήριο καταδίκασε τον Α. Σαδίκ για διασπορά ψευδών ειδήσεων και πλαστογραφία, σε φυλάκιση 30 μηνών και τον Ιμπράμ Σερήφ σε 15. Ο Α. Σαδίκ άσκησε έφεση και το Εφετείο μείωσε την ποινή του σε 16 μήνες, ενώ ο Άρειος Πάγος, στον οποίο προσέφυγε κατά της εφετειακής απόφασης, απέρριψε την αναίρεσή του. Στην αρεοπαγιτική απόφαση διαπιστώνεται με εκτενή ανάλυση, ότι δεν υπάρχει καμιά καταπάτηση δικαιωμάτων της μειονότητας, αλλά, αντίθετα, «το ελληνικό κράτος δαπανά δισεκατομμύρια και αποδύεται σε τιτάνιο αγώνα για τη μορφωτική, πολιτιστική και οικονομική αναβάθμιση της μουσουλμανικής μειονότητας» και επομένως τα αναφερόμενα από τους κατηγορούμενους συνιστούσαν ψευδείς ειδήσεις.
Τον Οκτώβρη του 1989, ο Α. Σαδίκ κάθεται ξανά στο εδώλιο μαζί με τον Ιμπράμ Σερήφ και το βουλευτή τότε Ροδόπης, Μολλά Ροντοπλού, και πάλι με την κατηγορία της πρόκλησης των πολιτών σε διχόνοια, για την κυκλοφορία προκήρυξης, στην οποία αναφέρονται οι όροι «Τούρκος», «τουρκική μουσουλμανική μειονότητα», «τουρκική κοινότητα» κλπ. Η δίκη χωρίστηκε ως προς τον Ροντοπλού, λόγω της βουλευτικής ιδιότητας και δεν έγινε ποτέ. Ο Αχμέτ Σαδίκ και ο Ιμπράμ Σερήφ δικάστηκαν στην Κομοτηνή στις 25.1.1990, σε μια έκρυθμη για την πόλη περίοδο (την ήδη τεταμένη κατάσταση ήρθε να οξύνει ο τραυματισμός και θάνατος στη συνέχεια ενός χριστιανού που αποδόθηκε σε μουσουλμάνο, με συνέπεια να κυριαρχήσει ο φανατισμός και να ξεσπάσουν εκτεταμένα επεισόδια στην πόλη). Οι δύο κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 18 μηνών, χωρίς δικαίωμα μετατροπής και χωρίς ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης και οδηγήθηκαν στις φυλακές. Η φυλάκισή τους ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων και πυροδότησε την εμπάθεια ανάμεσα στις δύο κοινότητες της Θράκης, οι απανωτές αιτήσεις τους για να ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής τους μέχρι την εκδίκαση της έφεσης απορρίφθηκαν, ενώ στην Κομοτηνή η Εκκλησία και προσωπικότητες της πόλης συμμετείχαν σε διαδηλώσεις για να μη γίνει δεκτή η αποφυλάκιση. Κάτω, όμως, από τις διεθνείς πιέσεις η υπόθεση προωθήθηκε με ταχείς ρυθμούς και στις 30.3.1990, το Εφετείο της Πάτρας, όπου μεταφέρθηκε η υπόθεση για λόγους δημόσιας τάξης, τροποποίησε την ποινή και καταδίκασε σε εξαγοράσιμες ποινές 15 και 10 μηνών αντίστοιχα τους Α. Σαδίκ και Ι. Σερήφ.
Κατά το επαναλαμβανόμενο σκεπτικό αυτών των αποφσεων, με τη χρήση των όρων «Τούρκος», «τουρκική μειονότητα» κλπ., «οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι από πρόθεση επιχείρησαν να χαρακτηρίσουν τους Έλληνες μουσουλμάνους το θρήσκευμα της περιοχής του νομού Ροδόπης ως Τούκους, καίτοι εγνώριζαν ότι με τη Συνθήκη της Λωζάνης στην περιοχή της Δυτικής Θράκης έχει αναγνωριστεί μόνο μουσουλμανική μειονότητα και όχι τουρκική... με την παραπάνω ενέργειά τους σκόπευαν ενσυνείδητα να ενσταλλάξουν το σπέρμα του διχασμού και της εχθρότητας προς τους Έλληνες χριστιανούς και έτσι πέτυχαν να προκαλέσουν και να διεγεί ρουν τους πολίτες σε αμοιβαία διχόνοια, με συνέπεια να διαταραχθεί η κοινή ειρήνη...».
Κατά της απόφασης αυτής ο Α. Σαδίκ κατέφυγε στον Άρειο Πάγο, που με την υπ' αριθμ. 208/91 απόφασή του απέρριψε την αναίρεση. Στις 27.9.1991, ο Α. Σαδίκ προσέφυγε στην Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και η προσφυγή του κρίθηκε παραδεκτή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η υπόθεση προχώρησε στο Δικαστήριο, όμως ο θάνατος του Σαδίκ το 1995 διέκοψε τη διαδικασία. Τη δίκη προσπάθησε να συνεχίσει η σύζυγός του, όμως το 1996 η προσφυγή απορρίφθηκε τελικά, για τυπικό λόγο, διότι κατά το Δικαστήριο ο προσφεύγων δεν εξάντλησε τα εσωτερικά ένδικα μέσα για τους ισχυρισμούς του που προβάλλονται ενώπιον του Δικαστηρίου και ο φάκελος έκλεισε προς μεγάλη ανακούφιση της ελληνικής κυβέρνησης.
Εκτός από αυτές, που ήταν και οι γνωστότερες σε βάρος του δίκες, ο Α. Σαδίκ είχε υποστεί ακόμη 4 φορές ποινική δίωξη. Το Νοέμβριο του 1989 κινήθηκε σε βάρος του δίωξη, πάλι για διασπορά ψευδών ειδήσεων και πρόκληση των πολιτών σε διχόνοια, για το περιεχόμενο άρθρου του στην εφημερίδα Guven, στο οποίο υποστήριζε ότι η τουρκική μειονότητα υφίσταται διακρίσεις και καταπίεση. Παράλληλα, την ίδια περίοδο, κατηγορήθηκε και πάλι για την κυκλοφορία φυλλαδίου, με το ίδιο περιεχόμενο. Οι δύο αυτές υποθέσεις θα τεθούν στο αρχείο στις 14.4.1994 με απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αγρινίου λόγω παραγραφής, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 2172/1993 (υπουργίας Κουβελάκη) που θεώρησε παραγεγραμμένα όλα τα αδικήματα που τελέσθη καν διά του Τύπου και για τα οποία εκκρεμούσε η ποινική δίωξη κατά την έκδοση του νόμου.
Το 1992 ανοίχθηκαν δύο δίκες ακόμη κατά του Α. Σαδίκ, για πρόκληση των πολιτών σε διχόνοια, για επεισόδια που έγιναν στην Κομοτηνή και που είχαν σχέση με την οργανωμένη αντίδραση των τουρκόφωνων μουσουλμάνων στο να δεχτούν τα διδακτικά βιβλία, που είχε εκδώσει το ελληνικό υπουργείο Παιδείας, για να χρησιμοποιηθούν στα σχολεία της μειονότητας, αντίδραση στην οποία ο Α. Σαδίκ είχε παίξει σημαντικό ρόλο.
Η μία κατηγορία αφορούσε την κυκλοφορία έκκλησης προς τα μέλη της μειονότητας να μη δεχτούν τα βιβλία. Η και μπάνια οδήγησε σε μαζικές εισβολές στα σχολεία από όπου οι εισβολείς αφαιρούσαν τα βιβλία που βρίσκονταν εκεί προς διανομή. Για τα επεισόδια δικάστηκαν οι αυτουργοί και παραπέμφθηκε ο Α. Σαδίκ μαζί με τον Χατζιορχάν Αχμέτ σαν ηθικοί αυτουργοί διατάραξης οικιακής ειρήνης και κλοπής. Την 1.2.1992, μετά από επεισόδιο που αφορούσε πάλι εκπαιδευτικά ζητήματα, ο Α. Σαδίκ παραπέμφθηκε μια φορά ακόμη για πρόκληση σε απείθεια, πρόκληση των πολιτών σε διχόνοια, κλοπή και διατάραξη οικιακής ειρήνης. Οι δύο αυτές υποθέσεις θα κλείσουν με το θάνατό του.
Οι διώξεις αυτές, ακόμη και όταν είχαν –περισσότερο ή λιγότερο– στοιχεία βασιμότητας, είχαν σαφή και έκδηλα πολιτικά κίνητρα, αφού ήταν εμφανές ότι αποτελούσαν μέρος μιας προσπάθειας για την ηθική μείωση και πολιτική εξουδετέρωση του κατηγορούμενου. Στην πράξη, όμως, είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα: έκαναν αισθητή την πολιτική παρουσία του Α. Σαδίκ και εκθέσανε διεθνώς την Ελλάδα με πολλούς τρόπους, έστω κι αν κατόρθωσε να αποφύγει μια καταδίκη από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
=======================================================================
Η προσφυγή 18877/91, που υπεβλήθη από τον Αχμέτ Σαδίκ, αναφερόταν στα εξής πραγματικά περιστατικά: Κατά την προεκλογική περίοδο του Οκτωβρίου 1989, ο προσφεύγων διένειμε προεκλογικό έντυπο υλικό το οποίο αναφερόταν στους «Τούρκους» και στην «τουρκική μειονότητα» της Δυτικής Θράκης. Στη συνέχεια, ο προσφεύγων καταδικάστηκε για διατάραξη της κοινής ειρήνης (άρθρο 192 πκ), επειδή, όπως δέχθηκαν το Πλημμελειοδικείο και αργότερα το Εφετείο, είχε πρόθεση να δημιουργήσει αισθήματα διχόνοιας και μίσους και να προκαλέσει πράξεις βίας. Η αναίρεση του προσφεύγοντος, με την οποία αυτός ισχυρίστηκε ότι οι καταδικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν σε βάρος του στερούντο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απορρίφθηκαν από τον Άρειο Πάγο. Ενώπιον των οργάνων της ΕΣΔΑ ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι η καταδίκη του παραβιάζει την ελευθερία εκφράσεως που κατοχυρώνει το άρθρο 10 ΕΣΔΑ.
Στην έκθεσή της της 4.4.1995, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δικαιωμάτων του ανθρώπου διαπίστωσε ότι η καταδίκη του προσφεύγοντος αποτελούσε περιορισμό στην άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης και εξέτασε κατά πόσον ο περιορισμός αυτός ήταν θεμιτός σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 10. Ο έλεγχος της επιτροπής επικεντρώθηκε στο ερώτημα αν η καταδίκη του προσφεύγοντος μπορούσε να θεωρηθεί «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία». Δεχόμενη ότι τα συμβαλλόμενα κράτη διαθέτουν ένα περιθώριο εκτίμησης προκειμένου να εφαρμόσουν τις επιταγές της ΕΣΔΑ στις συγκεκριμένες πραγματικές συνθήκες, η επιτροπή υπενθύμισε ότι η διακριτική ευχέρεια των εθνικών αρχών ασκείται μέσα στα πλαίσια του ευρωπαϊκού ελέγχου που επιβάλλει η ΕΣΔΑ και σημείωσε ότι ο ρόλος της συνίσταται στο να κρίνει τις αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων με γνώμονα τα ευρωπαϊκά κεκτημένα. Σύμφωνα με τη νομολογία των οργάνων της ΕΣΔΑ, η ελευθερία του λόγου αποτελεί ένα από τα θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και καλύπτει όχι μόνον τις αρεστές ή ακίνδυνες ιδέες αλλά κι αυτές που σοκάρουν, θίγουν ή διαταράσσουν την κοινή γνώμη ή και το ίδιο το κράτος. Τέτοιες είναι οι απαιτήσεις του πλουραλισμού, της ανεκτικότητας και της ευρύνοιας που χαρακτηρίζουν μια δημοκρατική κοινωνία. Ταυτόχρονα, η επιτροπή υπενθύμισε τη σημασία της ελευθερίας του λόγου στη διάρκεια μιας προεκλογικής περιόδου. Δεχόμενη ότι κάποια μετριοπάθεια απαιτείται στον πολιτικό λόγο, προκειμένου να αποφευχθούν εντάσεις στις σχέσεις της χριστιανικής και της μουσουλμανικής κοινότητας της Δυτικής Θράκης και να διατηρηθεί η ειρηνική τους συνύπαρξη, η επιτροπή διαπίστωσε, ωστόσο, ότι ο λόγος του προσφεύγοντος δεν περιείχε στοιχεία που να προτρέπουν στη χρήση βίας. Η καταδίκη ενός ατόμου σε ποινή φυλάκισης για τη δημόσια χρήση του επιθέτου «τουρκική» για το χαρακτηρισμό της μουσουλμανικής μειονότητας –καταλήγει η επιτροπή– δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία». Με το σκεπτικό αυτό η επιτροπή οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η καταδίκη του Αχμέτ Σαδίκ παραβιάζει το δικαίωμά του στην ελευθερία εκφράσεως, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 ΕΣΔΑ.
Στην απόφασή του της 15.11.1996, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δικαιωμάτων του ανθρώπου, αρνήθηκε να εξετάσει κατ' ουσίαν την υπόθεση, κρίνοντας ότι ο προσφεύγων δεν είχε εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα, όπως απαιτεί το άρθρο 26 ΕΣΔΑ. Το δικαστήριο παρατήρησε ότι ο προσφεύγων δεν επικαλέστηκε σε κανένα στάδιο της διαδικασίας ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων είτε το άρθρο 10 ΕΣΔΑ είτε κάποια αντίστοιχη διάταξη του εσωτερικού δικαίου. Τόσο στο Πρωτοδικείο, όσο και στο Εφετείο και στον Άρειο Πάγο, ο προσφεύγων άντλησε επιχειρήματα αποκλειστικά και μόνον από το χώρο του ελληνικού ποινικού δικαίου, χωρίς να εγείρει καθ' οιονδήποτε τρόπο το ζήτημα της ελευθερίας της έκφρασης. Δεν εξάντλησε, συνεπώς, τα εσωτερικά ένδικα μέσα σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς δικαίου και κατά συνέπεια το δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εξετάσει κατ' ουσίαν τις αιτήσεις του. Ας σημειωθεί ότι η επιτροπή, στην επί του παραδεκτού της προσφυγής απόφασή της, είχε θεωρήσει ότι, με τα επιχειρήματά του περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο προσφεύγων είχε κατ' ουσίαν εγείρει το ζήτημα της ελευθερίας της έκφρασης.
0 .
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: Τούρκικη ιστορία
Οι εξαιρέσεις από την ανταλλαγή των πληθυσμών
Οι δύο πληθυσμοί που εξαιρέθηκαν από την υποχρεωτική ανταλλαγή, δηλαδή οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης, κατέληξαν να θεωρηθούν το 1923 ισοδύναμοι. Με αυτές τις δύο συμμετρικές εξαιρέσεις, Ελλάδα και Τουρκία συμφώνησαν στην ουσία να ανταλλάξουν όχι πληθυσμούς, αλλά οιονεί «ομήρους». Εφεξής, η μεταχείριση της μειονότητας στη μία χώρα θα αποτελούσε εγγύηση για τη μεταχείριση της αντίστοιχης μειονότητας στην άλλη χώρα. Το καθεστώς της αμοιβαίας ομηρίας αποτυπώθηκε ολοκάθαρα στα σχετικά άρθρα της Συνθήκης Ειρήνης που υπογράφηκε τελικά στις 24 Ιουλίου 1923, έξι ολόκληρους μήνες μετά την ελληνοτουρκική Σύμβαση της Ανταλλαγής. Τα άρθρα 37-44 απαριθμούν και εγγυώνται τα δικαιώματα των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων της Τουρκίας. Το άρθρο 45 απλώς ορίζει ότι τα ίδια ακριβώς δικαιώματα αναγνωρίζει η Ελλάδα στη δική της μουσουλμανική μειονότητα. Η συμμετρία εμφανίζεται απόλυτη.
Ωστόσο, η συμμετρία μεταξύ των δύο μειονοτήτων ήταν εξαρχής και επιφανειακή και επισφαλής. Επιφανειακή επειδή οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης ήσαν αποκλειστικά αστικός πληθυσμός μικρών και μεγάλων επιχειρηματιών, υπαλλήλων και ελεύθερων επαγγελματιών, ενώ οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης ήσαν κυρίως αγροτικός πληθυσμός. Οι πρώτοι ήσαν πολύ πιο ευάλωτοι σε κρατικές πιέσεις από τους δεύτερους. Ειδικότερα, οι πρώτοι ήσαν ευάλωτοι σε μεγάλη ποικιλία διοικητικών και φορολογικών μέτρων που δεν είχαν καν πεδίο εφαρμογής στους δεύτερους.
Επισφαλής επειδή προϋπέθετε παρόμοιες συνθήκες στις δύο χώρες, τόσο εξωτερικές όσο και εσωτερικές. Όταν η Ελλάδα δέχθηκε επίθεση από τις δυνάμεις του Άξονα, ενώ η Τουρκία επέλεξε την ουδετερότητα στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η συμμετρία που προβλεπόταν το 1923 ξαφνικά ανατράπηκε ανεπανόρθωτα. Το ελληνικό κράτος βρέθηκε σε απόλυτη αδυναμία εξαιτίας της στρατιωτικής ήττας, της εχθρικής κατοχής και των εμφυλίων συγκρούσεων. Δεν μπορούσε να προστατέψει τους μουσουλμάνους πολίτες του, όπως μπορούσε και φρόντιζε η Τουρκική Δημοκρατία, ως «μητέρα πατρίδα» στα μάτια τους. Επιπλέον, το ελληνικό κράτος δεν μπορούσε να προβεί σε αντίποινα για τουρκικά μέτρα όπως ο δημευτικός φόρος περιουσίας (Varlik Vergisi) που εξουθένωσε την ελληνική μειονότητα της Πόλης το 1942. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος και η δική της ουδετερότητα πρόσφεραν στην Τουρκία τη χρυσή ευκαιρία να ανατρέψει μονομερώς την προϋπάρχουσα ισορροπία, δημιουργώντας τετελεσμένα γεγονότα τόσο στη Δυτική Θράκη όσο και στην Πόλη.
Μετά τον πόλεμο, η ανανέωση της ελληνοτουρκικής συμμαχίας, πρώτα με την κοινή υπαγωγή Ελλάδας και Τουρκίας στο Δόγμα Τρούμαν και τελικά με την κοινή είσοδό τους στο ΝΑΤΟ, οδήγησε σε μονομερείς ελληνικές παραχωρήσεις, που ακύρωσαν μονομιάς τριάντα χρόνια κρατικής πολιτικής και υπονόμευσαν ανεπανόρθωτα τη μεταγενέστερη επανάληψή της.
Στη μειονότητα, που μέχρι τότε είχε μόνο δημοτικά σχολεία, προσφέρθηκε το 1952 το πρώτο εξατάξιο γυμνάσιό της, που πήρε το όνομα του τότε προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας Τζελάλ Μπαγιάρ. Το εγκαινίασε μάλιστα ο ίδιος, πλάι στον βασιλέα Παύλο. Δύο χρόνια αργότερα, έπειτα από σχετικό διάβημα του Τούρκου πρεσβευτή, δόθηκε διαταγή από τον πρωθυπουργό Αλ. Παπάγο (που διαβιβάστηκε στις τοπικές αρχές από τον Γενικό Διοικητή Θράκης Γ. Φεσσόπουλο) «όπως εφ' εξής εις πάσαν περίπτωσιν γίνεται χρήσις του όρου “Τούρκος-Τουρκικός αντί του τοιούτου “Μουσουλμάνος-Μουσουλμανικός..» Ακολούθησε η υποχρεωτική μετονομασία κάθε «Μουσουλμανικού» σχολείου και οργανισμού της ελληνικής Θράκης σε «Τουρκικό», με αντικατάσταση ή διόρθωση όλων των επιγραφών. Σε τέτοια ζητήματα, είναι φανερό ότι δεν υπάρχει επιστροφή.
Ακολούθησαν τα γεγονότα του 1955 και του 1964 που εξαφάνισαν σχεδόν την ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης. Αντίθετα, όσα μέτρα έλαβε το ελληνικό κράτος σε βάρος της δικής του μειονότητας δεν έφεραν ισοδύναμο αποτέλεσμα. Ανεξάρτητα από προθέσεις, στον τομέα αυτό το ελληνικό κράτος είχε να αντιμετωπίσει πολύ περισσότερους συνταγματικούς και διεθνείς περιορισμούς από το τουρκικό. Γι' αυτόν τον λόγο, ούτε οι εσωτερικές συνθήκες στις δύο χώρες παρέμειναν παρόμοιες, όπως απαιτούσε η διατήρηση της αρχικής συμμετρίας.
Σήμερα πια, η μαχητική παρουσία μίας τουρκικής μειονότητας στη Δυτική Θράκη (που περιλαμβάνει τη μεγάλη πλειονότητα των εκεί μουσουλμάνων), με την απροκάλυπτη υποστήριξη και ενθάρρυνση της γειτονικής Τουρκίας, δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας. Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, αυτή είναι η ύστατη συνέπεια της εξαίρεσης από την υποχρεωτική ανταλλαγή του 1923.
Οι δύο πληθυσμοί που εξαιρέθηκαν από την υποχρεωτική ανταλλαγή, δηλαδή οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης, κατέληξαν να θεωρηθούν το 1923 ισοδύναμοι. Με αυτές τις δύο συμμετρικές εξαιρέσεις, Ελλάδα και Τουρκία συμφώνησαν στην ουσία να ανταλλάξουν όχι πληθυσμούς, αλλά οιονεί «ομήρους». Εφεξής, η μεταχείριση της μειονότητας στη μία χώρα θα αποτελούσε εγγύηση για τη μεταχείριση της αντίστοιχης μειονότητας στην άλλη χώρα. Το καθεστώς της αμοιβαίας ομηρίας αποτυπώθηκε ολοκάθαρα στα σχετικά άρθρα της Συνθήκης Ειρήνης που υπογράφηκε τελικά στις 24 Ιουλίου 1923, έξι ολόκληρους μήνες μετά την ελληνοτουρκική Σύμβαση της Ανταλλαγής. Τα άρθρα 37-44 απαριθμούν και εγγυώνται τα δικαιώματα των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων της Τουρκίας. Το άρθρο 45 απλώς ορίζει ότι τα ίδια ακριβώς δικαιώματα αναγνωρίζει η Ελλάδα στη δική της μουσουλμανική μειονότητα. Η συμμετρία εμφανίζεται απόλυτη.
Ωστόσο, η συμμετρία μεταξύ των δύο μειονοτήτων ήταν εξαρχής και επιφανειακή και επισφαλής. Επιφανειακή επειδή οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης ήσαν αποκλειστικά αστικός πληθυσμός μικρών και μεγάλων επιχειρηματιών, υπαλλήλων και ελεύθερων επαγγελματιών, ενώ οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης ήσαν κυρίως αγροτικός πληθυσμός. Οι πρώτοι ήσαν πολύ πιο ευάλωτοι σε κρατικές πιέσεις από τους δεύτερους. Ειδικότερα, οι πρώτοι ήσαν ευάλωτοι σε μεγάλη ποικιλία διοικητικών και φορολογικών μέτρων που δεν είχαν καν πεδίο εφαρμογής στους δεύτερους.
Επισφαλής επειδή προϋπέθετε παρόμοιες συνθήκες στις δύο χώρες, τόσο εξωτερικές όσο και εσωτερικές. Όταν η Ελλάδα δέχθηκε επίθεση από τις δυνάμεις του Άξονα, ενώ η Τουρκία επέλεξε την ουδετερότητα στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η συμμετρία που προβλεπόταν το 1923 ξαφνικά ανατράπηκε ανεπανόρθωτα. Το ελληνικό κράτος βρέθηκε σε απόλυτη αδυναμία εξαιτίας της στρατιωτικής ήττας, της εχθρικής κατοχής και των εμφυλίων συγκρούσεων. Δεν μπορούσε να προστατέψει τους μουσουλμάνους πολίτες του, όπως μπορούσε και φρόντιζε η Τουρκική Δημοκρατία, ως «μητέρα πατρίδα» στα μάτια τους. Επιπλέον, το ελληνικό κράτος δεν μπορούσε να προβεί σε αντίποινα για τουρκικά μέτρα όπως ο δημευτικός φόρος περιουσίας (Varlik Vergisi) που εξουθένωσε την ελληνική μειονότητα της Πόλης το 1942. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος και η δική της ουδετερότητα πρόσφεραν στην Τουρκία τη χρυσή ευκαιρία να ανατρέψει μονομερώς την προϋπάρχουσα ισορροπία, δημιουργώντας τετελεσμένα γεγονότα τόσο στη Δυτική Θράκη όσο και στην Πόλη.
Μετά τον πόλεμο, η ανανέωση της ελληνοτουρκικής συμμαχίας, πρώτα με την κοινή υπαγωγή Ελλάδας και Τουρκίας στο Δόγμα Τρούμαν και τελικά με την κοινή είσοδό τους στο ΝΑΤΟ, οδήγησε σε μονομερείς ελληνικές παραχωρήσεις, που ακύρωσαν μονομιάς τριάντα χρόνια κρατικής πολιτικής και υπονόμευσαν ανεπανόρθωτα τη μεταγενέστερη επανάληψή της.
Στη μειονότητα, που μέχρι τότε είχε μόνο δημοτικά σχολεία, προσφέρθηκε το 1952 το πρώτο εξατάξιο γυμνάσιό της, που πήρε το όνομα του τότε προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας Τζελάλ Μπαγιάρ. Το εγκαινίασε μάλιστα ο ίδιος, πλάι στον βασιλέα Παύλο. Δύο χρόνια αργότερα, έπειτα από σχετικό διάβημα του Τούρκου πρεσβευτή, δόθηκε διαταγή από τον πρωθυπουργό Αλ. Παπάγο (που διαβιβάστηκε στις τοπικές αρχές από τον Γενικό Διοικητή Θράκης Γ. Φεσσόπουλο) «όπως εφ' εξής εις πάσαν περίπτωσιν γίνεται χρήσις του όρου “Τούρκος-Τουρκικός αντί του τοιούτου “Μουσουλμάνος-Μουσουλμανικός..» Ακολούθησε η υποχρεωτική μετονομασία κάθε «Μουσουλμανικού» σχολείου και οργανισμού της ελληνικής Θράκης σε «Τουρκικό», με αντικατάσταση ή διόρθωση όλων των επιγραφών. Σε τέτοια ζητήματα, είναι φανερό ότι δεν υπάρχει επιστροφή.
Ακολούθησαν τα γεγονότα του 1955 και του 1964 που εξαφάνισαν σχεδόν την ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης. Αντίθετα, όσα μέτρα έλαβε το ελληνικό κράτος σε βάρος της δικής του μειονότητας δεν έφεραν ισοδύναμο αποτέλεσμα. Ανεξάρτητα από προθέσεις, στον τομέα αυτό το ελληνικό κράτος είχε να αντιμετωπίσει πολύ περισσότερους συνταγματικούς και διεθνείς περιορισμούς από το τουρκικό. Γι' αυτόν τον λόγο, ούτε οι εσωτερικές συνθήκες στις δύο χώρες παρέμειναν παρόμοιες, όπως απαιτούσε η διατήρηση της αρχικής συμμετρίας.
Σήμερα πια, η μαχητική παρουσία μίας τουρκικής μειονότητας στη Δυτική Θράκη (που περιλαμβάνει τη μεγάλη πλειονότητα των εκεί μουσουλμάνων), με την απροκάλυπτη υποστήριξη και ενθάρρυνση της γειτονικής Τουρκίας, δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας. Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, αυτή είναι η ύστατη συνέπεια της εξαίρεσης από την υποχρεωτική ανταλλαγή του 1923.
1 .
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
-
Τλαξκαλτέκος
- Extreme poster

- Δημοσιεύσεις: 3385
Re: Τούρκικη ιστορία
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:Αυτή η στατιστική είναι ιστορικά ακριβής;![]()
Μπορεί ναι , μπορεί και όχι. Π.χ. νομίζω πως έχω διαβάσει πως το 1921 - 1922, δηλαδή πριν την Καταστροφή , πλέον ζούσαν στην Ζώνη της Σμύρνης λιγότεροι από 400.000 , ίσως και μόλις 200.000.
Αλλού έχω διαβάσει πως μετά την Καταστροφή απ' την Ζώνη της Σμύρνης έφυγαν 450.000 Έλληνες και απ' την Ανατολική Θράκη 250.000.
Για τους πρόσφυγες απ' την Βουλγαρία είχα διαβάσει και τον αριθμό 117.633.
Κατά μια εκτίμηση το 1918 βρίσκονταν στην Ελλάδα 193.403 Ανατολικοθρακιώτες και 38.896 Κωνσταντινοπολίτες πρόσφυγες. Το 1920 106.493 Ανατολικοθρακιώτες και 30.000 Πολίτες επαναπατρίστηκαν.
Σύμφωνα με πατριαρχικές πηγές οι Ανατολικοθρακιώτες που ξεριζώθηκαν το 1913 - 1918 ήταν 218.447 και αυτοί που απέμειναν 155.268.
Το 1920 4.000 Δυτικοθρακιώτες πρόσφυγες της Θεσσαλονίκης αρνούνταν να επιστρέψουν στη Δυτική Θράκη. Παρόμοιο σκηνικό είχαμε και στην Καβάλα.
Το Πατριωτικό Ίδρυμα διανέμει ρουχισμό σε Πόντιους πρόσφυγες στη Σμύρνη.

Άντε τώρα να βγάλεις άκρη αν αυτοί της εικόνας θα θεωρηθούν Πόντιοι ή Μικρασιάτες ( Ίωνες ).

1 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )
-
Τλαξκαλτέκος
- Extreme poster

- Δημοσιεύσεις: 3385
Re: Τούρκικη ιστορία
Στην παρακάτω μαρτυρία να προσέξουμε πως η μάνα της κοπέλας είχε καταφύγει στην Ελλάδα απ' το 1914.
ΚΡΥΦΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: ΕΜΦΑΝΙΣΗ
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )
-
Τλαξκαλτέκος
- Extreme poster

- Δημοσιεύσεις: 3385
Re: Τούρκικη ιστορία
Μερικά για την Συνθήκη ( πιο σωστά συνθήκες , αφού η κύρια συνθήκη συνοδευόταν και απ' την συμφωνία Ελλάδας - Ιταλίας για τα Δωδεκάνησα και απ' την συνθήκη Ελλάδας - Συμμάχων για την Θράκη ) των Σεβρών ( 1920 ).
http://www.legalnews24.gr/2022/05/1922- ... e_vignette
Τα άρθρα 62 - 64 της Συνθήκης των Σεβρών προέβλεπαν αυτόνομο Κουρδιστάν και δυνητικά ανεξάρτητο στο μέλλον.
Το άρθρο 74 απαγόρευε την υποχρεωτική στρατολόγηση στην Ζώνη της Σμύρνης.
Η ελληνική διοίκηση στην περιοχή της Σμύρνης είναι προσωρινή μέχρι το δημοψήφισμα . Εις ένδειξη της οθωμανικής κυριαρχίας η οθωμανική σημαία θα είναι διαρκώς υψωμένη σε εξωτερικό φρούριο της Σμύρνης.
https://www.academia.edu/27348614/%CE%9 ... _of_Sevres
- - Κατά την πλέον διάσημη ρήση του Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας,Ραϋμόν Πουανκαρέ, η Συνθήκη αποδείχθηκε "πλέον εύθραστος των περιφήμων πορσελανών της πόλεως, όπου υπεγράφη".
- - Ο ΟυίνστονΤσώρτσιλ έγραψε: "(...) Η αξία των όρων της Συνθήκης εξηρτάτο από ένα μοναδικόν στοιχείον : τον Ελληνικόν Στρατόν. Εάν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και οι στρατιώτες του κατώρθωναν να επιβληθούν επί του Κεμάλ, έχει καλώς. Εάν όχι, έπρεπε να αναζητήσουμε καλυτέρας λύσεις. Την ειρήνην με την Τουρκίαν έπρεπε, διά να τήν επιβάλωμεν, να κάνωμεν πόλεμον. Την φοράν αυτήν οι Σύμμαχοι θα τόν διεξήγον δι' εντολοδόχου. (...)".
- - Οι Συνθήκες των Σεβρών είχαν την πιο παράδοξη πορεία ως νομικά κείμενα στο Ελληνικό δικαιϊκό σύστημα, αφού ποτέ δεν επικυρώθηκαν από την Βουλή των Ελλήνων, παρότι κατατατέθηκαν από την Κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου προς ψήφιση ήδη από την 25.08./07.09.1920, ούτε δημοσιεύθηκαν ποτέ. Οι ίδιες Συνθήκες δεν επικυρώθηκαν από κανένα άλλο Κοινοβούλιο ή Ανακτοβούλιο των Συμμάχων Κρατών ούτε από την Τουρκία .
http://www.legalnews24.gr/2022/05/1922- ... e_vignette
Τα άρθρα 62 - 64 της Συνθήκης των Σεβρών προέβλεπαν αυτόνομο Κουρδιστάν και δυνητικά ανεξάρτητο στο μέλλον.
Το άρθρο 74 απαγόρευε την υποχρεωτική στρατολόγηση στην Ζώνη της Σμύρνης.
Η ελληνική διοίκηση στην περιοχή της Σμύρνης είναι προσωρινή μέχρι το δημοψήφισμα . Εις ένδειξη της οθωμανικής κυριαρχίας η οθωμανική σημαία θα είναι διαρκώς υψωμένη σε εξωτερικό φρούριο της Σμύρνης.
https://www.academia.edu/27348614/%CE%9 ... _of_Sevres
Δεν έχετε τα απαραίτητα δικαιώματα για να δείτε τα συνημμένα αρχεία σε αυτήν τη δημοσίευση.
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: Τούρκικη ιστορία
Τλαξκαλτέκος έγραψε:Μερικά για την Συνθήκη ( πιο σωστά συνθήκες , αφού η κύρια συνθήκη συνοδευόταν και απ' την συμφωνία Ελλάδας - Ιταλίας για τα Δωδεκάνησα και απ' την συνθήκη Ελλάδας - Συμμάχων για την Θράκη ) των Σεβρών ( 1920 ).- Κατά την πλέον διάσημη ρήση του Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας,Ραϋμόν Πουανκαρέ, η Συνθήκη αποδείχθηκε "πλέον εύθραστος των περιφήμων πορσελανών της πόλεως, όπου υπεγράφη".
- Ο ΟυίνστονΤσώρτσιλ έγραψε: "(...) Η αξία των όρων της Συνθήκης εξηρτάτο από ένα μοναδικόν στοιχείον : τον Ελληνικόν Στρατόν. Εάν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και οι στρατιώτες του κατώρθωναν να επιβληθούν επί του Κεμάλ, έχει καλώς. Εάν όχι, έπρεπε να αναζητήσουμε καλυτέρας λύσεις. Την ειρήνην με την Τουρκίαν έπρεπε, διά να τήν επιβάλωμεν, να κάνωμεν πόλεμον. Την φοράν αυτήν οι Σύμμαχοι θα τόν διεξήγον δι' εντολοδόχου. (...)".
- Οι Συνθήκες των Σεβρών είχαν την πιο παράδοξη πορεία ως νομικά κείμενα στο Ελληνικό δικαιϊκό σύστημα, αφού ποτέ δεν επικυρώθηκαν από την Βουλή των Ελλήνων, παρότι κατατατέθηκαν από την Κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου προς ψήφιση ήδη από την 25.08./07.09.1920, ούτε δημοσιεύθηκαν ποτέ. Οι ίδιες Συνθήκες δεν επικυρώθηκαν από κανένα άλλο Κοινοβούλιο ή Ανακτοβούλιο των Συμμάχων Κρατών ούτε από την Τουρκία .
http://www.legalnews24.gr/2022/05/1922- ... e_vignette
Τα άρθρα 62 - 64 της Συνθήκης των Σεβρών προέβλεπαν αυτόνομο Κουρδιστάν και δυνητικά ανεξάρτητο στο μέλλον.
Στιγμιότυπο οθόνης 2023-11-11 195550.png
Στιγμιότυπο οθόνης 2023-11-11 195631.png
Το άρθρο 74 απαγόρευε την υποχρεωτική στρατολόγηση στην Ζώνη της Σμύρνης.
Η ελληνική διοίκηση στην περιοχή της Σμύρνης είναι προσωρινή μέχρι το δημοψήφισμα . Εις ένδειξη της οθωμανικής κυριαρχίας η οθωμανική σημαία θα είναι διαρκώς υψωμένη σε εξωτερικό φρούριο της Σμύρνης.
Στιγμιότυπο οθόνης 2023-11-11 200324.png
Στιγμιότυπο οθόνης 2023-11-11 200401.png
https://www.academia.edu/27348614/%CE%9 ... _of_Sevres
Οι σύμμαχοι πάντως ήταν τελείως ηλίθιοι. Γιατί έκαναν τόσο μεγάλες παραχωρήσεις σε Ελλάδα και Αρμενία αφού οι ίδιοι δεν ήταν διατεθειμένοι να βοηθήσουν στρατιωτικά;
0 .
-
Τλαξκαλτέκος
- Extreme poster

- Δημοσιεύσεις: 3385
Re: Τούρκικη ιστορία
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:Οι σύμμαχοι πάντως ήταν τελείως ηλίθιοι. Γιατί έκαναν τόσο μεγάλες παραχωρήσεις σε Ελλάδα και Αρμενία αφού οι ίδιοι δεν ήταν διατεθημένοι να βοηθήσουν στρατιωτικά;
Για να 'χουν να ασχολούνται οι Τούρκοι ώστε αυτοί να αποσπάσουν ευχερέστερα τα οθωμανικά εδάφη στην Βόρεια Αφρική και στη Μέση Ανατολή. Ας πούμε οι Άγγλοι ουσιαστικά έδωσαν την Ανατολική Θράκη στους Τούρκους προκειμένου να τους αφήσουν ήσυχους στη Μοσούλη.
Βέβαια εμάς δεν μας φέρθηκαν τόσο σκάρτα, γιατί είχαν ειδοποιήσει και τον Βενιζέλο και τον Γούναρη πως για να πάρουμε ό,τι προέβλεπε η συνθήκη θα έπρεπε να εξοντώσουμε τον κεμαλικό στρατό. Αυτοί που αφέθηκαν τελείως στην μοίρα τους ήταν οι Αρμένιοι.
Δες πως περιγράφει ο Μεταξάς την συζήτηση για το αρμενικό ζήτημα στην Κοινωνία των Εθνών :
ΚΡΥΦΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: ΕΜΦΑΝΙΣΗ
Έχω βρει ένα ωραίο χρονολόγιο του Ιωάννη Ελ. Κυμιωνή για το 1918 - 1922 και θα γράφω σε αυτό το θέμα .
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

εἰς τῶν ὁποίων τήν ἱστορίαν ἄλλο δέν εὑρίσκεις παρά καταδρομάς, ἁρπαγάς, πόλεων ἁλώσεις, αἰχμαλωτισμούς καί φόνους ὁλοκλήρων ἐθνῶν. […] Τοιούτου γένους καί τοιούτων ἀρετῶν κληρονόμοι εἶναι οἱ Τοῦρκοι. Ἔξω τούτου, ἐπροσκολλήθηκαν καί εἰς Θρησκείαν, ἡ ὁποία ἀποστρέφεται καί φοβεῖται τά φῶτα»[9].
Οἱ Ἕλληνες Διαφωτιστές εἶχαν ἄριστη γνώμη γιά Τούρκους, Καθολικούς καί Ἑβραίους – σέ… ἀντίθεση μέ τούς μεσαιωνιστές καί σκοταδιστές ἀντιπάλους τους!


Ο κόσμος γέμισε πτώματα.
Οι Τούρκοι ξαναφύγανε πέρα από το ποτάμι.


