Τλαξκαλτέκος έγραψε: Με εξαίρεση τους Βαλκανικούς Πολέμους η Ελλάδα πάντα προσέβλεπε σε ειρηνική διευθέτηση της εδαφικής της επέκτασης.
Η εκστρατεία στην ενδοχώρα της Μ. Ασίας ήταν ειρηνική;


Τλαξκαλτέκος έγραψε: Με εξαίρεση τους Βαλκανικούς Πολέμους η Ελλάδα πάντα προσέβλεπε σε ειρηνική διευθέτηση της εδαφικής της επέκτασης.


Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:Τλαξκαλτέκος έγραψε: Με εξαίρεση τους Βαλκανικούς Πολέμους η Ελλάδα πάντα προσέβλεπε σε ειρηνική διευθέτηση της εδαφικής της επέκτασης.
Η εκστρατεία στην ενδοχώρα της Μ. Ασίας ήταν ειρηνική;

Πάντως το Αργυρόκαστρο δεν πρέπει να είχε και πολλούς ελληνόφωνους.


Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:
Ὁ χρηστὸς οὗτος Ἠπειρώτης ἢ Ἕλλην Αλβανός,.
Το Αλβανός εδώ να έχει γεωγραφική ή εθνοτική σημασία;Πάντως το Αργυρόκαστρο δεν είχε και πολλούς ελληνόφωνους.


Τλαξκαλτέκος έγραψε:Ο Πατροκοσμάς προτρέπει τους αρβανιτόφωνους της Ηπείρου να ελληνοφωνήσουν


Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:Τλαξκαλτέκος έγραψε:Ο Πατροκοσμάς προτρέπει τους αρβανιτόφωνους της Ηπείρου να ελληνοφωνήσουν
Για ποιο λόγο;


Άδειες παραμονής και διαβατήρια OTA
Με το κλείσιμο των συνόρων μετά το 1945 ένας όχι αμελητέος αριθμός ατόμων και οικογενειών καταφεύγει σταδιακά στην Ελλάδα. Ο αριθμός τους είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσδιοριστεί, ακόμη και κατά προσέγγιση. Ενδιαφέρον είναι ότι, για λόγους δύσκολα ανιχνεύσιμους, ένας αριθμός βρέθηκε στην Ελλάδα ήδη κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου. Στην Ελλάδα διαβιούσε ένας επίσης σημαντικός αλλά άγνωστος αριθμός Βορειοηπειρωτών πριν τον Πόλεμο, εγκαταστημένων αρκετών εξ αυτών από το 1913 και μετά και οι οποίοι δεν είχαν στην πλειοψηφία τους υπαχθεί στην Ελληνοαλβανική Συνθήκη περί ιθαγένειας του 1926/1928. Όλοι οι παραπάνω δεν προέρχονται μόνο από τις ελληνόφωνες περιοχές, αλλά και από τη Χειμάρρα (με ελληνόφωνους και αλβανόφωνους οικισμούς), όπως και από βλαχόφωνες αστικές ή κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, αλλά και αλβανόφωνους οικισμούς από πολλές περιοχές του νότου.
Την περίοδο του Πολέμου όμως υπήρξε και μια αντίστροφη πορεία από την Ελλάδα προς την Αλβανία. Ένας, επίσης, άγνωστος αριθμός ατόμων ή και οικογενειών βρέθηκε στην Αλβανία κατά τη διάρκεια του Πολέμου ή και «εγκλωβίστηκε» εκεί κατά τη σχετική ορολογία- το 1945. Επρόκειτο για ημινομαδικές οικογένειες Rriman(i) Βλάχων (γνωστών ως Φρασεριωτών ή Αρβανιτόβλαχων) που παραδοσιακά μετακινούνταν σε όλη τη νοτιοδυτική Αλβανία και τη Δυτική και Κεντρική Ελλάδα. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν οικογένειες από αστικά κέντρα της Ελλάδας που μετακινήθηκαν λόγω της πείνας και της Κατοχής στην Αλβανία, καθόσον ένα μέλος τους καταγόταν από εκεί. Μικρότερες ομάδες απαρτίζονταν από άτομα που είχαν συγγενείς σε χωριά κοντά στα σύνορα και βρέθηκαν στην Αλβανία για καλύτερη διαβίωση, ακόμη και καταγόμενους από κοντινά στα σύνορα χωριά της Ελλάδας που είχαν βρεθεί στην Αλβανία για «διακονιαριό» ή ανταλλακτικό εμπόριο για τρόφιμα. Εκείνη την περίοδο και μέχρι και το 1949 στην Αλβανία βρέθηκαν και μαχητές του ΕΛΑΣ, του ΔΣΕ και αιχμάλωτοί τους που κατάγονταν συνήθως από χωριά κοντά στα σύνορα και μετά τον «Ελιγμό» αποφάσισαν να μην ακολουθήσουν τους υπόλοιπους στην ΕΣΣΔ και τις «Λαϊκές Δημοκρατίες».
Όλες αυτές οι ομάδες που είχαν σχέσεις με την Ελλάδα ή συγγενείς εγκαταστημένους σε αυτήν, ιδίως όμως οι καταγόμενοι από τις περιοχές της αναγνωρισμένης από το καθεστώς μειονότητας, δηλαδή από τους ελληνόφωνους πληθυσμούς, και από τη Χειμάρρα –και λιγότερο από άλλες περιοχές-, είναι αυτοί που προσπαθούν να μετακινηθούν/διαφύγουν από την Αλβανία προς την Ελλάδα μετά το 1945 ή αρκετά αργότερα. Η Ελλάδα δεν είναι σε κάθε περίπτωση ο τελικός προορισμός. Πάντως, καθώς ο αλβανικός νότος χαρακτηρίζεται από μεγάλη μετανάστευση -ήδη πριν τη δημιουργία του αλβανικού κράτους αλλά και κατά τον Μεσοπόλεμο- η αίσθηση της ασφάλειας που παρέχει το υπάρχον μεταναστευτικό πρότυπο οδηγεί στην Ελλάδα μετά το 1945 και αρκετά πρόσωπα από άλλες ορθόδοξες χριστιανικές κοινότητες. Σε κάποιες περιπτώσεις, μετά από κάποια χρόνια εγκατάστασης στη χώρα, οι «φυγάδες» την εγκαταλείπουν για την Αμερική και την Ευρώπη. Φαίνεται ότι σε μερικές περιπτώσεις υπήρξε κάποια ανοχή ή και συμφωνία των αλβανικών αρχών για μαζικότερες μετακινήσεις, χωρίς να έχει ανιχνευθεί όμως σχετική μαρτυρία ή αρχειακή πηγή. Αυτό δεν αφορά τις αυξημένες ροές την περίοδο 1945-49, αλλά, κυρίως, τη μετακίνηση κάποιων –ίσως λίγων χιλιάδων– προσώπων από την Αλβανία στην Ελλάδα κυρίως τη δεκαετία του 1960.
Από όλες τις ομάδες πληθυσμού, στη μελέτη αυτή θα μας απασχολήσουν όσοι δεν διαθέτουν ελληνική ιθαγένεια, είτε ήταν εγκαταστημένοι στην Ελλάδα πριν τον Πόλεμο είτε μετά. Είναι κυρίως όσοι κατάγονται από αλβανικό έδαφος. Λίγοι είναι Βλάχοι που βρέθηκαν στην Αλβανία κυρίως το 1940-45, αλλά δεν διέθεταν δημοτολογικές εγγραφές, καθώς και όσοι με καταγωγή από αλβανικό έδαφος και εγκατεστημένοι στην Ελλάδα στον Μεσοπόλεμο βρέθηκαν το 1940-45 στην Αλβανία και επέστρεψαν αργότερα.
Οι περισσότεροι που κατάγονται στο –από το 1913 και μετά– αλβανικό έδαφος δεν ανευρίσκονται εγγεγραμμένοι στα σχετικά αλβανικά μητρώα, ανεξαρτήτως αν αυτό οφείλεται στη διοικητική οργάνωση του αλβανικού κράτους στον Μεσοπόλεμο ή σε αφαιρέσεις ιθαγένειας, νομότυπες και μη. Σύμφωνα με το άρθρο 1 εδάφιο α' του προϊσχύσαντος αλβανικού διατάγματος περί ιθαγένειας (Διάταγμα 1874 της 7ης Ιουνίου 1954), Αλβανοί υπήκοοι είναι εκείνα τα πρόσωπα που είχαν την αλβανική ιθαγένεια την 29.11.1944 και δεν την απώλεσαν μέχρι την έναρξη ισχύος του διατάγματος. Στην πράξη, ένα σημαντικό τμήμα των «ομογενών», που κατέφυγε στην Ελλάδα το 1944-45 αλλά και όσοι είχαν καταφύγει προγενέστερα ή και μέχρι το 1954, διαγράφηκαν από τα σχετικά μητρώα, παρά το ότι έχουμε εντοπίσει και σπάνιες περιπτώσεις που αυτό δεν είχε συμβεί. Επιπλέον, το ίδιο διάταγμα καθόριζε στο άρθρο 8 ότι η αφαίρεση ιθαγένειας γίνεται με διάταγμα του «Προεδρείου της Λαϊκής Συνέλευσης», χωρίς να κάνει την οποιαδήποτε αναφορά σε λόγους, οι οποίοι θα μπορούσαν να την επιφέρουν. Φαίνεται ότι ακόμη και στις περιπτώσεις που η μετακίνηση προς το εξωτερικό έγινε με την ανοχή του αλβανικού κράτους, η ιθαγένεια αφαιρέθηκε. Δεν γνωρίζουμε όμως σε τι έκταση έγινε με βάση το άρθρο 8 ή με «συνοπτικές» διαδικασίες.
Η εγκατάσταση όσων έρχονται μετά το 1945 ακολουθεί το μοτίβο των παλαιότερων εγκαταστάσεων. Έτσι, εκτός από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, εγκαθίστανται σε όλη τη δυτική Ελλάδα, από τη Θεσπρωτία και την Κέρκυρα μέχρι την Αχαΐα και ακόμη νοτιότερα, όπως και σε άλλους συνοριακούς νομούς με τους οποίους οι «φυγάδες» είχαν σχέση, ιδίως της Καστοριάς και της Φλώρινας.
Αν και καμιά φορά στις εφημερίδες της εποχής γίνεται λόγος για Έλληνες ήρωες που διαφεύγουν από το τυραννικό καθεστώς του Χότζα, οι περισσότερες περιπτώσεις μένουν στην αφάνεια, ειδικά από τη δεκαετία του 1960, οπότε και γίνονται οι πρώτες προσπάθειες βελτίωσης των ελληνοαλβανικών σχέσεων. Μέχρι τότε, οι τεταμένες ελληνοαλβανικές σχέσεις επέτρεπαν ή επέβαλαν κάποιες πανηγυρικές εκδηλώσεις. Η σταδιακή προσέγγιση είναι ίσως αυτή που συμβάλει στο ρίξιμο των τόνων και τον μη πανηγυρισμό για τον ερχομό κάθε φυγάδα.
Όλοι όσοι βρίσκονταν στην Ελλάδα και είχαν, ή θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κατείχαν, την αλβανική ιθαγένεια, προέρχονταν δηλαδή από αλβανικά εδάφη, δεν πολιτογραφούνταν Έλληνες πολίτες, δεν αποκτούσαν δηλαδή την ελληνική ιθαγένεια. Η πολιτική αυτή ακολουθήθηκε απαρέγκλιτα από όλες τις κυβερνήσεις κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου. Όλοι αυτοί οι δεκάδες χιλιάδες «Βορειοηπειρώτες», όπως και οι Κωσταντινουπολίτες και οι Κύπριοι και άλλες μικρότερες ομάδες ομογενών, τακτοποιούνταν με τις ειδικές άδειες παραμονής που εκδίδονταν από τις Αστυνομικές Αρχές. Οι άδειες αυτές τους παρείχαν αυξημένα δικαιώματα, τους εξομοίωναν δηλαδή ουσιαστικά με τους Έλληνες πολίτες.
Ένας ακόμη λόγος που φαίνεται ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις δίσταζαν να αποδώσουν την ελληνική ιθαγένεια αφορά και τη δράση των βορειοηπειρωτικών οργανώσεων και ομάδων πίεσης στην Ελλάδα. Ελάχιστα γνωρίζουμε για τη δράση των συγκεκριμένων συλλόγων μετά τον Πόλεμο. Αν και αποδυναμωμένες από τη δεκαετία του '60, καθώς σταδιακά χάνουν την προνομιακή χρησιμότητά τους στην άσκηση πολιτικής απέναντι στην Αλβανία αλλά με σαφή αλυτρωτικό λόγο και σχέσεις στον κρατικό μηχανισμό, εξακολουθούν να αποτελούν μια υπολογίσιμη δύναμη. Από προφορικές μαρτυρίες που έχουμε συλλέξει προκύπτει ότι εναντιώνονταν στη χορήγηση ιθαγένειας, κάτι που ακούγεται λογικό, καθώς είχαν εξαρτήσει την αναπαραγωγή τους και οικονομικές ενισχύσεις κάθε είδους από αυτή την ιδιότυπη κατάσταση. Όπως χαρακτηριστικά μας αναφέρθηκε «προσπάθησα μετά το ΠΑΣΟΚ να πάρω την ιθαγένεια. Είχα μεγαλώσει στην Ελλάδα, ήθελα να νιώσω Έλληνας 100%, σα να με τιμάνε και να τους τιμάω. Όλοι εναντιώθηκαν στην προσπάθειά μου, ακόμη και οι συγγενείς μου, το σόι μου, αλλά αφού αυτοί ανακατεύονταν με τα σωματεία..., όταν τελικά το 1985 την πήρα, με τα χίλια ζόρια, στην αρχή δεν μου μιλάγανε, ακόμη και τα ανίψια μου».
Απ' όσα αναφέρθηκαν, είναι προφανές ότι τη δεκαετία του 1980 δεν πρόκειται πλέον για ανθρώπους που «διέφυγαν» από την Αλβανία αλλά περισσότερο για πρόσωπα που είτε γεννήθηκαν είτε μεγάλωσαν στην Ελλάδα, ακόμη και τέταρτης γενιάς. Δεν είναι σπάνια τα παραδείγματα εγγονιών κάποιων που κατέφθασαν νήπια στην Ελλάδα μετά το 1919-20. Πριν τη λήξη του Ψυχρού πολέμου μπορούμε να μιλήσουμε για μερικές δεκάδες χιλιάδες άτομα που δεν είχαν την ελληνική ιθαγένεια, αλλά κανένας υπολογισμός δεν μπορεί να γίνει καθόσον πρόκειται για στοιχεία που θεωρούνταν, και θεωρούνται, απόρρητα. Κάποιοι ανεβάζουν τους αριθμούς στους 50 χιλιάδες για τη δεκαετία του 1980. Βέβαια, καθώς μέχρι το 1983 σύμφωνα με τα ισχύοντα τότε στον Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας οι γυναίκες που παντρεύονταν με Έλληνες πολίτες αποκτούσαν αυτόματα την ιθαγένεια, και προφανώς τα τέκνα τους, οι αριθμοί μειώνονταν, αν και η ενδογαμία ήταν σχετικά αυξημένη. Επρόκειτο δηλαδή για έναν πλειοψηφικά ανδρικό πληθυσμό.

Το χωριό του θεωρείται αλβανικό, αλλά φαίνεται να υπήρχε και μειονότητα βλάχων.