ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ
«Ράδιο Βόρειος Ήπειρος»: Ραδιοφωνικός σταθμός στην Κέρκυρα, που λειτουργούσε από την ΕΥΠ και εξέπεμπε από την περίοδο του Χότζα στους 88,5 μεγακύκλους στα FM, μεταδίδοντας συγκαλυμμένα μηνύματα στον ελληνοκατοικούμενο αλβανικό νότο. Η λειτουργία του είχε εξαγριώσει τους Αλβανούς που το θεωρούσαν «υπονομευτική φωνή της Ελλάδας» εναντίον της εδαφικής ακεραιότητας της Αλβανίας και, κατά καιρούς, αξίωναν δια της διπλωματικής οδού το κλείσιμό του. Ελάχιστοι άνθρωποι γνώριζαν, για λόγους ασφαλείας, το σημείο απ' όπου εξέπεμπε. Στις περιόδους όξυνσης των σχέσεων κάποιες εκπομπές του ηχούσαν ως εθνικιστικά παραληρήματα, και όταν ήρθε το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, ένα από τα πρώτα βήματα που έλαβε ο υπουργός Τύπου ήταν κλείσιμο του.
0 .
-
Τλαξκαλτέκος
- Extreme poster

- Δημοσιεύσεις: 3375
Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:Τλαξκαλτέκος έγραψε:Ο τεκές της Μέλιανης κτίστηκε πάνω στο ναό του Αγ. Γεωργίουκαι κατά τα λεγόµενα των κατοίκων του Αργυροκάστρου στη θέση που ιδρύθηκε ο τεκές Χαϊδερίε ήταν πρωτύτερα εκκλησία αφιερωµένη στον Προφήτη Ηλία.
![]()
Και που είναι το πρόβλημα;Οι ίδιοι οι κάτοικοι άλλαξαν θρησκεία.
Μετά την Βραχογοραντζή και πριν την Νεπράβιστα, βρίσκεται ο γνωστός τεκές της Μέλιανης, ο οποίος οικοδοµήθηκε στα θεµέλια του ναού του Αγ. Γεωργίου. Πιθανόν η εκκλησία αυτή να ήταν του χωριού Βαγγαλάτες. Το ότι είναι χτισµένος ο τεκές πάνω σε ναό το βεβαιώνει και ο N. G. L. Hammond . Ιδρύθηκε το 1860-65 , από τον Μπαµπά Αλί του τεκέ του Ζάλι ως παράρτηµα και είναι ο µοναδικός τεκές µπεκτασήδων που έχει τζαµί χωρίς µιναρέ µέσα. Για την ίδρυση του τεκέ διαµαρτυρήθηκαν οι ∆εροπολίτες στις αρχές Αργυροκάστρου και στην Κων/πολη, αλλά οι παρακλήσεις τους δεν εισακούστηκαν.
Τα ξύλα της σκεπής του τεκέ της Μέλιανης τα µετέφεραν από την Περσία. Το 1964 έγινε µνηµείο πολιτισµού. Σήµερα ο τεκές λειτουργεί κανονικά ως τόπος λατρείας των µπεκτασήδων. σελ. 186
http://ikee.lib.auth.gr/record/122863/f ... FTIXIA.pdf
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ
Τλαξκαλτέκος έγραψε:Μετά την Βραχογοραντζή και πριν την Νεπράβιστα, βρίσκεται ο γνωστός τεκές της Μέλιανης, ο οποίος οικοδοµήθηκε στα θεµέλια του ναού του Αγ. Γεωργίου.
Κατάλαβα. Βρίσκεται στο όριο μεταξύ των δυο κοινοτήτων.
1 .
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ
Ο ελληνικός λόγος: από την αλυτρωτισμό στην προστασία των δικαιωμάτων
Η Ελλάδα στη Διάσκεψη της Ειρήνης στο Παρίσι το 1946 αμφισβήτησε την ακεραιότητα της αλβανικής επικράτειας. Για δεκαπέντε περίπου χρόνια το έδαφός της ήταν ορμητήριο αμφισβήτησης της κυριαρχίας και της πολιτειακής συγκρότησης της Αλβανίας, ενώ μόλις το 1987 και με ημιτελή θεσμικά τρόπο ήρε την αλυτρωτικού χαρακτήρα «εμπόλεμη κατάσταση» με την Αλβανία. Ακόμη και αυτή η ημιτελής άρση θεωρήθηκε τότε –και από τη ΝΔ– από εξαιρετικά άστοχη ενέργεια έως «εθνική μειοδοσία», ο δε Κάρολος Παπούλιας χαρακτηρίστηκε «προδότης» ή «μοιραίος άνθρωπος για το Βορειοηπειρωτικό». Με αυτή την κληρονομιά, που δεν είχε μόνο πολιτικό αποτύπωμα αλλά και θεσμικό, η Ελλάδα βρέθηκε το 1990-1991 να πρέπει να διαχειριστεί τις ελληνοαλβανικές σχέσεις και ειδικά τη μειονότητα. Σήμερα λοιπόν ακούγεται παράξενο, αλλά το 1993, αν εξαιρεθεί το ΚΚΕ, τα κόμματα επισήμως ή όχι προέβαιναν σε δηλώσεις περί αυτονομίας της «Βορείου Ηπείρου» με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Οι δηλώσεις αυτές και οι ανεπίσημες, περισσότερο, θέσεις των κομμάτων δεν είχαν τον χαρακτήρα μιας αυξημένης προστασίας των δικαιωμάτων, αλλά παρέπεμπαν ευθέως στην αυτονομία του 1914. Τα βορειοηπειρωτικά σωματεία είχαν σημαντικό λόγο και συνέβαλαν στο να επανέλθει η λογική των αρχών του 20ού αιώνα περί ταύτισης των ορθόδοξων με τους Έλληνες, δηλαδή περί μειονότητας σε όλο τον αλβανικό νότο, που φτάνει τις 400 χιλιάδες, και περί ένωσης με την Ελλάδα ή έστω «αυτονομίας». Αυτά ήταν τα ευκόλως παρατηρήσιμα. Υπήρχαν όμως και αυτά που συνέβαιναν εν κρυπτώ και συνηγορούσαν στο ότι τα πρώτα χρόνια ασκήθηκε μια πολιτική που ανεχόταν και υπέθαλπε τον αλυτρωτικό λόγο, για ένα διάστημα δε προέβαινε και σε σχετικές πράξεις. Όπως είναι κατανοητό, οι σχετικές προφορικές μαρτυρίες και τα λιγοστά τεκμήρια δεν αρκούν για να επιβεβαιωθεί πέρα από κάθε αμφιβολία η ύπαρξη τέτοιων σχεδίων. Αρκετές από αυτές τις μαρτυρίες και τα τεκμήρια είναι συγκεντρωμένα στο βιβλίο του δημοσιογράφου Σταύρου Τζίμα. Αν συνδυαστούν με άλλες μαρτυρίες και τεκμήρια, με τα γεγονότα του 1994-1995, αλλά και με το ότι δεν έχουν προβεί σε διάψευση όσοι κατονομάζονται στο βιβλίο, καθώς και το ότι πολλά από αυτά που περιγράφονται ήταν ευρύτερα γνωστά, μας επιτρέπουν να χρησιμοποιήσουμε το βιβλίο για τη συνοπτική περιγραφή εκείνων των ετών. Φαίνεται ότι η ελληνική κυβέρνηση, το Υπουργείο Εξωτερικών και η Ε.Υ.Π. θεωρούσαν ότι η δυνατότητα είτε απόσχισης είτε κάποιας μορφής διοικητικής αυτονομίας ήταν υπαρκτή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν διαφοροποιήσεις στις απόψεις τόσο στο Υπουργείο Εξωτερικών όσο και ενστάσεις για κάποιες πολιτικές που ασκούσε στο πεδίο η Ε.Υ.Π. ή τμήματά της. Στις πολιτικές που ασκήθηκαν εκείνη την περίοδο ενεπλάκησαν σε σημαντικό βαθμό τα (παλαιά) βορειοηπειρωτικά σωματεία στην Ελλάδα και ένα όχι αμελητέο τμήμα της θεωρούμενης ηγεσίας της μειονότητας, δηλαδή της Ομόνοιας.
Ο Τζίμας είναι κατηγορηματικός: «[η κυβέρνηση Μητσοτάκη] Επέλεξε, όπως αποδείχθηκε, το δεύτερο και ανεπισήμως σχεδίασε την εξωτερική της πολιτική στη βάση της στρατηγικής που έπαιρνε περίπου ως βέβαιη τη διάλυση της Αλβανίας [...]». Ο συγγραφέας απορεί πώς ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης υιοθέτησε μια τέτοια «ανεδαφική και παράτολμη πολιτική», ζητώντας μέχρι και αναλογική εφαρμογή του καθεστώτος του Κοσόβου στη μειονότητα, και δίνει μεγάλη σημασία στον άτυπο σύμβουλό του Νίκολας Γκέιτς (Νίκο Γκατζογιάννη). Θεωρούμε ότι το ζήτημα είναι βαθύτερο και σχετίζεται με τις προσλήψεις των πολιτικών και την πληροφόρηση που διοχετεύεται σε τέτοια ζητήματα από τις διάφορες υπηρεσίες προς αυτούς. Πέραν όμως από την άγνοια ή την παραπληροφόρηση, η ΝΔ εκείνη την περίοδο είχε ακόμη σημαντικές επιρροές από ένα ακόμη ιδιαίτερα ισχυρό σύστημα προσώπων και άτυπων θεσμών εντός ή παραπλεύρως του κράτους, το οποίο δρούσε στο όνομα της «εθνικής ασφάλειας και του έθνους», σε κεντρικό επίπεδο όσο και σε θεωρούμενες «ευαίσθητες» περιοχές, και διατηρούσε επαφές με αυτό. Η ισχύς και η αυτονόμηση περιφερειακών μηχανισμών εντός του κράτους και σε εξάρτηση από αυτό στη Μακεδονία, τη Θράκη και την Ήπειρο, η διαχείριση σημαντικών κονδυλίων και η ανοχή που επεδείκνυε η κεντρική διοίκηση τείνουν σήμερα να υποτιμούνται, καθώς έχει μειωθεί η σημασία τους.
Σημαντική παράμετρος που οδήγησε στην ελληνοαλβανική κρίση του 1992-1995 ήταν η –επαρκέστατα τεκμηριωμένη στο βιβλίο του Τζίμα– επιβολή από την Ελλάδα μιας νέας ηγεσίας στην Ομόνοια τον Φεβρουάριο του 1992, αυτό που ονομάζει ο συγγραφέας «Άλωση της Ομόνοιας από τους εθνικιστές». Στη συνδιάσκεψη του Φεβρουαρίου αλλάζει πλήρως η ηγεσία της οργάνωσης. Δηλαδή, όπως αναλύεται, αναλαμβάνουν πρόσωπα που θεωρούσαν δυνατή και επιθυμητή την όποιας μορφής αυτονομία ή απόσχιση και συνεργάζονταν με τις διάφορες ελληνικές υπηρεσίες προς αυτή την κατεύθυνση. Χαρακτηριστική της εποχής και της πιθανής εμπλοκής της ελληνικής πλευράς είναι η περίπτωση του Σωτήρη Κυριαζάτη. Έχοντας φυλακιστεί το 1987 λόγω επιστολής που έστειλε (μαζί με άλλους) για τη μειονότητα προς την ελληνική πρεσβεία και η οποία έπεσε στα χέρια της Σιγκουρίμι συνιστούσε εμβληματική προσωπικότητα εναντίον του προηγούμενου καθεστώτος. Το 1991 κατεβαίνει υποψήφιος με το Δημοκρατικό Κόμμα ενάντια στην Ομόνοια, κάποιοι υποστηρίζουν με ελληνική παρότρυνση, και δεν καταφέρνει να φτάσει τις 500 ψήφους. Λίγους μήνες μετά, τον Φεβρουάριο του 1992, αναλαμβάνει πρόεδρος της Ομόνοιας. Η στρατιωτική εκπαίδευση κάποιων μελών της μειονότητας (ιδίως από τη Χιμάρα) στην Κόνιτσα, την Πωγωνιανή, το Μέτσοβο και την Κύπρο, η διοχέτευση πολλών δισεκατομμυρίων δραχμών μέσω του Ε.Ι.Υ.Α.Α.Π.Ο.Ε., ακόμη και ο μαζικός εξοπλισμός της μειονότητας –μέσω της Ομόνοιας– με κυνηγετικά όπλα από την Ελλάδα είναι γεγονότα που μαρτυρούν την ελληνική πολιτική εκείνης της περιόδου. Αποκαλυπτικό για την πολιτική που ασκήθηκε τουλάχιστον μέχρι το 1994 είναι το κατηγορητήριο στη δίκη των «5» της Ομόνοιας, συνταγμένο από τον εισαγγελέα Arben Qeleshi, και το αποδεικτικό υλικό που είχαν στην κατοχή τους οι αλβανικές Αρχές, μέρος του οποίου προερχόταν από τις κατασχέσεις που είχαν κάνει στα γραφεία της Ομόνοιας. Παρόλες τις επιφυλάξεις σχετικά με ορισμένα σημεία, και βέβαια την αλβανική λογική που το διέπει, η εμπλοκή του ελληνικού κράτους –και, με την ανοχή ή τη συγκατάθεσή του, άλλων προσώπων και οργανώσεων χωρίς πολλές φορές ούτε θεσμική βιτρίνα– είναι προφανής σε μια διαδικασία που, ακόμη και αν υποτεθεί ότι δεν στόχευε σε κάποιας μορφής διοικητικό διαχωρισμό της περιοχής, τουλάχιστον παρεισέφρεε επιδεικτικά στα εσωτερικά της Αλβανίας.
Το επεισόδιο της Επισκοπής φαίνεται να αφυπνίζει την ελληνική κυβέρνηση, που έκτοτε θα αρχίσει να σκέφτεται τον επαναπροσδιορισμό της πολιτικής της και θα προσπαθήσει να ελέγξει ημιεπίσημα κέντρα εξουσίας ή τμήματα του κρατικού μηχανισμού. Τον Σεπτέμβρη του 1994, δύο ημέρες μετά την καταδίκη των πέντε στελεχών της Ομόνοιας, ο Ανδρέας Παπανδρέου επιτίθεται, πέρα από τα Τίρανα, και στους «υπερπατριώτες», εγκαινιάζοντας τη μεταστροφή της πολιτικής. Η αλλαγή αυτή όμως δεν θα έρθει, στον βαθμό που οι προθέσεις ήταν ειλικρινείς. Τον Μάρτιο του 1995 σημειώνεται ένα δεύτερο επεισόδιο. Μερικές εκατοντάδες μέτρα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα συλλαμβάνονται οκτώ άτομα, εκ των οποίων πέντε Χιμαριώτες, να έχουν σε αυτοκίνητα, μεταξύ άλλων, εννιά καλάσνικοφ, δύο πιστόλια και ασυρμάτους. Σύμφωνα με τον Τζίμα «Δεν υπήρξαν αμφιβολίες ότι οι συλληφθέντες σχεδίαζαν να επιτεθούν εναντίον στρατιωτικού στόχου [στην Αλβανία], που ήταν το στρατόπεδο Λόγγου, σε μικρή απόσταση από τα σύνορα». Αυτό το περιστατικό είναι που εντέλει πυροδοτεί την αλλαγή πολιτικής. Μετά το 1995-1996 κυριαρχεί η μεταστροφή από τον αλυτρωτικό επίσημο ή ημιεπίσημο λόγο σε έναν πιο «εκλεπτυσμένο» και μη αλυτρωτικό, που αναφέρεται μόνο σε δικαιώματα, αδιακρίτως, της μειονότητας ή του «ελληνισμού». Η αλλαγή αυτή σφραγίζεται το 1996 με το Σύμφωνο Φιλίας. Συνεργασίας, Καλής Γειτονίας και Ασφάλειας μεταξύ των δύο χωρών.
Από την άλλη, και μετά το 1996, μια σειρά φορείς, πέρα από τα σωματεία που ακόμη έχουν εμπλοκή στη διαμόρφωση πολιτικής, συνεχίζουν την πολεμική τακτική και τις κορόνες, συντηρώντας ένα κλίμα έντασης, το οποίο λαμβάνεται ως αλυτρωτισμός από την αλβανική πλευρά. Θα μπορούσε κάποιος να αποδώσει αυτή την εμμονή όχι τόσο στις διασυνδέσεις αυτών των ατόμων ή των φορέων με τα κάθε λογής βορειοηπειρωτικά σωματεία, αλλά περισσότερο στην υπαγωγή τους στον εθνικιστικό λόγο και την οικονομική, πολιτική ή κοινωνική αναπαραγωγή τους μέσω αυτού. Σταχυολογώντας, χαρακτηριστικές ήταν οι εκπομπές («Προφίλ») του Πάνου Παναγιωτόπουλου, βουλευτή της ΝΔ, στο κανάλι EXTRA, όπου συχνά είχαν θέμα τους τη «Βόρειο Ήπειρο», με συγκεκριμένους καλεσμένους και, κατά την προσφιλή τακτική του δημοσιογράφου-πολιτικού, παίρνοντας ο ίδιος θέσεις για τα ζητήματα, όπως για παράδειγμα η ελληνικότητα και η ελληνική γλώσσα στην Κορυτσά, αναφερόμενος μάλιστα σε δικές του επισκέψεις στην περιοχή. Δείγμα αυτού του λόγου, κυρίαρχου σε αρκετά ηπειρωτικά έντυπα στις παρυφές της ακροδεξιάς και του εθνικιστικού λόγου, και των ψευδών που αναπαράγονταν τότε, συναντήσαμε, για παράδειγμα, στην περιοδική έκδοση Ήπειρος-Άπειρος Χώρα. Ο βουλευτής Θεσπρωτίας της ΝΔ Αντώνης Μπέζας αναφερόμενος στις δημοτικές εκλογές της Αλβανίας (2003) γράφει ότι και στους δύο γύρους «παρατηρήθηκαν κρούσματα βίας και νοθείας στις περιοχές όπου πλειοψηφεί η ελληνική μειονότητα εις βάρος των υποψηφίων της», γενικεύοντας ψευδώς τα συμβάντα στη Χιμάρα και αποσιωπώντας ότι οι υποψήφιοι της ελληνικής μειονότητας δεν βρίσκονταν μόνο στην Ομόνοια και το ΚΕΑΔ. Ο Βαγγέλης Ντούλες παρουσιάζεται ως «Ο ηγέτης των Ελλήνων στην Αλβανία», ενώ ο Αντώνης Φούσας, πρώην βουλευτής Ιωαννίνων της Νέας Δημοκρατίας και υπουργός, θεωρεί ότι «μόνιμος στόχος» των Αλβανών ηγετών είναι να «εκδιωχθεί ο Βορειοηπειρωτικός [Ελληνισμός] από τις πατρογονικές του εστίες και να εποικίσουν την περιοχή της Β. Ηπείρου με Βόρειους Αλβανούς (Τόσκηδες, Λιάπηδες [sic] και Κοσοβάρους)». Πέρα από αυτό το εν μέρει τοπικό επίπεδο, η αντίστοιχη δραστηριότητα παρουσιάζεται και σε κεντρικότερο πολιτικό. Σύμφωνα με τη Συντονιστική Φοιτητική Ένωση Βορειοηπειρωτικού Αγώνα (Σ.Φ.Ε.Β.Α.) σε σχετική ημερίδα της (03.03.2002), τα πορίσματα της οποίας κατέληξαν μεταξύ άλλων και στο ότι πρέπει να δοθεί «Αυτονομία στη Βόρειο Ήπειρο», «παρέστησαν εκπρόσωπος του Μακαριωτάτου αρχιεπισκόπου Αθηνών και οι βουλευτές: Ιωαννίνων κ. Κων. Τασούλας, Β' Αθηνών κ. Παν. Παναγιωτόπουλος και Α' Αθηνών κ. Αλ. Λυκουρέζος. Επίσης ο πρώην βουλευτής επικρατείας κ. Τζωάνος, εκπρόσωποι του κ. Παπαθεμελή και του κ. Καρατζαφέρη [...] ενώ χαιρετισμούς έστειλαν Υπουργοί και βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και της Ν. Δημοκρατίας». Τρία χρόνια αργότερα, ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος θα τελέσει δοξολογία για την «αυτονομία της Β. Ηπείρου» και θα συνεχίσει με σχετική ομιλία. Και στη δεκαετία του 2000, η «απονομή» εξωτερικής πολιτικής σε ιδιώτες δεν είχε σταματήσει: στο «φροντιστήριο» Κορυτσάς ο «Μεγάλος Ευεργέτης» Πρόδρομος Εμφιετζόγλου και η Σ.Φ.Ε.Β.Α. παίζουν σημαντικό ρόλο, εκτός των άλλων και οικονομικό.
Η εμπλοκή γνωστών για τις δραστηριότητές τους σε «εθνικά θέματα» προσώπων με την ανοχή (ή ενδεχομένως την παρότρυνση) των ελληνικών κυβερνήσεων συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια, παρά τη μειωμένη ένταση και δημοσιότητα. Όμως από τη δεκαετία του 2000, η ελληνική πολιτική προσανατολίζεται, εκτός των μειονοτικών περιοχών, στην εδραίωση της Χιμάρας ως μειονοτικής περιοχής και στη δυνατότητα παρουσίασης ασαφούς αλλά υπαρκτής μειονότητας στην περιοχή της Κορυτσάς. Οι νύξεις για διοικητικές μεταβολές θα εκλείψουν από τον επίσημο λόγο των μεγάλων κομμάτων και θα προτάσσονται ζητήματα «καταπάτησης δικαιωμάτων» και ιδίως οτιδήποτε σχετίζεται με τη Χιμάρα.
Η εκδοχή που περιλαμβάνει όλους –ή ένα μεγάλο μέρος των ορθόδοξων μέχρι τη γραμμή Αυλώνας-Κορυτσάς– στην ελληνική μειονότητα δεν είναι και σήμερα ξένη στην ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα, στους επιστημονικούς κύκλους και κυρίως στην ελληνική δημοσιογραφία. Βέβαια το ζήτημα, ακόμη και στη δεκαετία του 2000, πλέκεται και εξελίσσεται από την πολιτική που τείνει να «εξελληνίζει» αλβανόφωνους και βλαχόφωνους ορθόδοξους, αφήνοντας πλέον εκτός μόνο τους σλαβόφωνους, άρα ανατροφοδοτεί την εμμονή σε μια τέτοια άποψη. Ας σημειώσουμε ότι η επανέκδοση βιβλίων, όπως του René Puaux, τα οποία γράφτηκαν για να προπαγανδίσουν τις ελληνικές θέσεις σε μιαν άλλη εποχή, χωρίς κριτική του ιστορικού πλαισίου, με τα ακόμη πιο διαστρεβλωτικά της ιστορικής πραγματικότητας και της συγκυρίας σχόλια του Αχιλλέα Λαζάρου, επαναφέρουν απόψεις που, αν μη τι άλλο, απέχουν πολύ από την πραγματικότητα.
Η άποψη που θεωρεί ότι θα υπάρξουν γεωστρατηγικά οφέλη για την Ελλάδα από την εφαρμογή συγκεκριμένης πολιτικής και την επιδίωξη της δημιουργίας ενός «ζωτικού χώρου» στην Αλβανία δεν ήταν περιθωριακή μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000: «Θα ήταν παράλογο, αν η Ελλάς παρέμενε αδρανούσα αντί να διαπραγματευθεί με τους Αλβανούς στο Κοσσυφοπέδιο, στην πΓΔΜ και στα Τίρανα, τη στήριξη των αιτημάτων τους με αντάλλαγμα την παροχή ουσιαστικής και ευρύτατης αυτονομίας στην περιοχή της Βορείου Ηπείρου». Προφανώς ποτέ δεν ορίζεται τι περιλαμβάνει αυτή ή αυτές οι Βόρειες Ήπειροι. Η αυτοδιοίκηση που προτείνει για τη μειονότητα η Ομόνοια στη συνδιάσκεψή της στα τέλη του 2001 συνιστά περισσότερο πολιτική τακτική παρά υπό διαπραγμάτευση στόχο, αν και δημιουργεί αντανακλαστικά στο αλβανικό κράτος και την κοινή γνώμη στην Αλβανία.
Στα κάθε λογής σωματεία όμως που δρουν στην Ελλάδα, και εδώ εννοούμε ιδίως αυτά που δημιουργήθηκαν μετά το 1990, οι αλυτρωτικές ρητορικές κορώνες αλλά και η ρητορική στόχευση σε μία ανάλογη πολιτική θεωρούνται πλέον δεδομένα. Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 νιώθουν αρκετά «ασφαλείς» με την εκφορά αυτού του λόγου. Έκτοτε σχηματίζονται δύο επίπεδα δημόσιου λόγου: ένα επίσημο, που δεν αναφέρεται στην «αυτονομία», σε πολιτικές που στοχεύουν στην εξολόθρευση της μειονότητας και εν πάση περιπτώσει δεν ανακαλύπτει παντού συνωμοσίες και στοχευμένες πολιτικές του αλβανικού κράτους, και σε ένα ανεπίσημο, που, αντίθετα, περιλαμβάνει όλα τα παραπάνω. Όμως, από τον ανεπίσημο λόγο συχνά γίνεται δανεισμός επιμέρους στοιχείων στον επίσημο, ή ο πρώτος συγκυριακά κυριαρχεί, όπως για παράδειγμα στο «επεισόδιο Κατσίφα».
0 .
-
Τλαξκαλτέκος
- Extreme poster

- Δημοσιεύσεις: 3375
Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Επαναληπτικές δημοτικές εκλογές στην Χειμάρα το 2000
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ
Τλαξκαλτέκος έγραψε:
Επαναληπτικές δημοτικές εκλογές στην Χειμάρα το 2000
Τι ακριβώς συνέβει;

0 .
-
Τλαξκαλτέκος
- Extreme poster

- Δημοσιεύσεις: 3375
Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:Τλαξκαλτέκος έγραψε:
Επαναληπτικές δημοτικές εκλογές στην Χειμάρα το 2000
Τι ακριβώς συνέβει;
Νοθεία στις εκλογές καταγγέλλεται ...

0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ
Βόρειος Ήπειρος: Μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1990 συνήθως αποφεύγεται ο όρος «Βόρειος/α Ήπειρος» και «Βορειοηπειρώτης» από τον επίσημο πολιτικό λόγο, αλλά και η αποτύπωσή του σε δημόσια έγγραφα, νομοθετήματα κ.λπ. Το «διάλειμμα» αυτό κρατά δέκα περίπου χρόνια. Ο Κωστής Στεφανόπουλος, που θεωρείται από τους πιο συνετούς και μετριοπαθείς Προέδρους της Δημοκρατίας, πανηγυρικά σε επίσκεψή του στην Αλβανία το 2004 αποκαλεί τη μειονότητα «Έλληνες της Βορείου Ηπείρου», γεγονός που βοηθά στην απενοχοποίηση του όρου και την εδραίωσή του πλέον ως αποδεκτού θεσμικά και στον δημόσιο λόγο. Σταδιακά δε θα κατισχύσει στον δημόσιο λόγο.
0 .
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ
Τλαξκαλτέκος έγραψε:Νοθεία στις εκλογές καταγγέλλεται ...
Αφού δεν θέλουν να εμφανίζεται ελληνική παρουσία σε τέτοιο βάθος, γιατί δεν εποίκιζαν την περιοχή με Τσάμηδες;

0 .
-
Τλαξκαλτέκος
- Extreme poster

- Δημοσιεύσεις: 3375
Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:Τλαξκαλτέκος έγραψε:Νοθεία στις εκλογές καταγγέλλεται ...
Αφού δεν θέλουν να εμφανίζεται ελληνική παρουσία σε τέτοιο βάθος, γιατί δεν εποίκησαν την περιοχή με Τσάμηδες;
Μάλλον γιατί δεν υπήρχαν αρκετά τσιφλίκια .
Πάντως η wiki λέει πως τους εγκατέστησαν και σε βορειοηπειρωτικές περιοχές :
Μετά το τέλος του πολέμου, σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός των μουσουλμάνων Τσάμηδων διέφυγε στην Αλβανία, λόγω του φόβου αντιποίνων με αιτία τη δοσιλογικής δραστηριότητας του. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στην Αλβανία και μικρότερος αριθμός στην Τουρκία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το καθεστώς της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αλβανίας τους παραχώρησε σπίτια με σκοπό να διασπάσει τη συμπαγή παρουσία σε περιοχές που διαβιούσαν ελληνικοί πληθυσμοί (Βόρεια Ήπειρος). Παράλληλα, περίπου 8.000 Έλληνες που ζούσαν στην Αλβανία, υπό καθεστώς πιέσεων, διέφυγαν στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο (1945-1946). Στην Ελλάδα, από τους περίπου 20.000 Τσάμηδες που υπήρχαν προπολεμικά στη Θεσπρωτία, σύμφωνα με την απογραφή του 1951 είχαν παραμείνει μόνο 127.
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CF ... E%BF%CF%85
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )
και κατά τα λεγόµενα των κατοίκων του Αργυροκάστρου στη θέση που ιδρύθηκε ο τεκές Χαϊδερίε ήταν πρωτύτερα εκκλησία αφιερωµένη στον Προφήτη Ηλία.
Οι ίδιοι οι κάτοικοι άλλαξαν θρησκεία.