Διάφορα Θέματα και Ιστορίες.

Θέματα ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.
Άβαταρ μέλους
Άρης Κλάρας
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 4284

Μουλέν Ρουζ

Δημοσίευσηαπό Άρης Κλάρας » 20 Φεβ 2018, 00:57

11/02/2018
Το θρυλικό καμπαρέ με τις χορεύτριες ελευθέρων ηθών.
Μουλέν Ρουζ, το «πρώτο παλάτι των γυναικών» στην κακόφημη Μονμάρτη.


Εικόνα
Οκτώβριος 1889. Το Παρίσι βουίζει για το άνοιγμα ενός νέου μουσικού θεάτρου που είχε την απόλυτη συνταγή της διασκέδασης και ήρθε για να γράψει ιστορία. Ένας ναός αφιερωμένος στη γυναίκα, το χορό και το καν καν.

Το όνομα αυτού Μουλέν Ρουζ! Την ίδια χρονιά κατασκευάστηκε και ο Πύργος του Άιφελ. Αναμφισβήτητα, ήταν η χρονιά του Παρισιού.

Πολύ γρήγορα το Μουλέν Ρουζ απέκτησε τη φήμη που του άρμοζε και μία περίοπτη θέση στο πάνθεον της καλοπέρασης. Εδώ οι άνδρες θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν όμορφα κορίτσια, να χορεύουν σε ρυθμούς άκρως θηλυκούς. Σόου που κόβουν την ανάσα, εντυπωσιακά χορευτικά, μοναδικά κοστούμια.

Εικόνα

Το καν καν, ο χορός της εργατικής τάξης, την περίοδο εκείνη και συγκεκριμένα το 1830, απέκτησε φήμη και η δημοτικότητά του εκτοξεύθηκε.

Οι ιδιοκτήτες Ιωσήφ Ογιέρ και Σαρλ Ζίντλερ έδωσαν το όνομα Μουλέν Ρουζ, «Κόκκινος Μύλος» στο θέατρό τους. Όπως φάνηκε αποδείχθηκαν τρανοί επιχειρηματίες αφού κατάλαβαν εξαρχής τι είναι αυτό που θέλει το κοινό και του έδωσαν απλόχερα. Τολμηρές φιγούρες, εντυπωσιακό παρουσιαστικό, χορός και πατώματα να τρίζουν.

Το κτίριο ήταν από τα πρώτα με ηλεκτρικό ρεύμα της πρωτεύουσας, είχε στην κορυφή του έναν μύλο και τον κήπο του κοσμούσε ένας τεράστιος ελέφαντας. «Το πρώτο παλάτι των γυναικών», ήταν το παρατσούκλι του Μουλέν Ρουζ και η σκηνή του καμπαρέ γέμιζε με χορεύτριες ελευθέρων ηθών που ήξεραν πώς να διασκεδάζουν το κοινό τους.

Και όλα αυτά σε μία κακόφημη Μονμάρτη. Η επιλογή της περιοχής μόνο τυχαία δεν μπορεί να ήταν.

Ήταν η περιοχή όπου ζούσαν φτωχοί και υπήρχαν κυρίως χαμόσπιτα, κακόφημα μπαρ και οίκοι ανοχής. Όμως, με τη λειτουργία του περίφημου καμπαρέ όλα άλλαξαν.

Ένας υπερπολυτελής για τα δεδομένα της εποχής χώρος, σε μία «παραγκούπολη» πέτυχε αμέσως το στόχο του. Προσέλκυσε τους περίεργους και διψασμένους για νέα ήθη Παριζιάνους. Ήταν ακριβώς ό,τι έπρεπε για να φέρει εκεί την ελίτ και την αφρόκρεμα του Παρισιού.

Ποιος θα μπορούσε άλλωστε να αντισταθεί στην ιδέα να δει χορεύτριες να λικνίζονται σε ρυθμούς καν καν;

Εικόνα

Από την πρώτη κιόλας νύχτα, οι χορεύτριες στο Μουλέν Ρουζ έδωσαν το στίγμα τους, χορεύοντας «Quadrille». Έναν χορό στον οποίο τα κορίτσια σήκωναν ψηλά τα καλλίγραμμα πόδια τους, σηκώνοντας ταυτόχρονα και τις φούστες αφήνοντας να φανεί μια «υποψία» από το εσώρουχό τους. Η «Quadrille» έγινε ευρέως γνωστή με το όνομά «γαλλικό καν καν». Ένας χορός έντονος, σχεδόν σκανδαλώδης που έκανε τα πατώματα να τρίζουν και τους άντρες να παραληρούν.

Το καμπαρέ απέκτησε τη φήμη ότι είναι ο τόπος όπου οι άνδρες μπορούν να δουν νεαρά κορίτσια των οποίων οι χορευτικές κινήσεις είναι ευλύγιστες όσο και η ηθική τους.

Εικόνα

Στον κήπο δέσποζε ένας γιγάντιος ελέφαντας και όλη η ατμόσφαιρα επέτρεψε στους ανθρώπους από όλα τα κοινωνικά στρώματα της ζωής να έχουν πρόσβαση σε αυτό. Ζωγράφοι, ποιητές καλλιτέχνες, 'ολοι ήθελαν να πάνε στο ναό της ηδονής και της διασκέδασης για να χορέψουν, να περάσουν όμορφα, να φλερτάρουν.

Ακόμα και βασιλιάδες τίμησαν το θρυλικό καμπαρέ. Αλλά και οι χορεύτριες τους αναγνώριζαν, μάλιστα δεν δίσταζαν να τους μιλήσουν στον ενικό αποκαλώντας τους με το μικρό τους όνομα.

Τις νύχτες η σαμπάνια έρεε άφθονη και η διασκέδαση κρατούσε μέχρι τις πρωινές ώρες. Μετά από λίγα χρόνια το Μουλέν Ρουζ, παρήκμασε και στο θέατρο δεν έβλεπες τίποτα περισσότερο από ένα χορευτικό που εκτελούνταν από εταίρες για να ψυχαγωγήσουν την πελατεία τους. Μερικές φορές το πρόγραμμα γινόταν μέχρι και χυδαίο και όσα διαδραματίζονταν στο εσωτερικό του καμπαρέ προκαλούσαν συχνά κατακραυγή. Κάποιοι το χαρακτήρισαν μέχρι και πορνείο.

Ένας από τους πιο σημαντικούς «προστάτες» του μουσικοθεάτρου ήταν ο καλλιτέχνης Ανρί ντε Τουλούζ-Λωτρέκ.

Εικόνα

Έχει συνδέσει το όνομά του περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον με το Μουλέν Ρουζ και σίγουρα του οφείλει μέρος της φήμης που απέκτησε.

Σχεδίασε το πρώτο πόστερ για το Μουλέν Ρούζ το 1891. Η αφίσα το φθινόπωρο του 1891 έλαμψε σε όλους τους δρόμους του Παρισιού. Όλο το Παρίσι μίλαγε για τον μεγαλοφυή νάνο, ο οποίος γνώρισε τη δόξα σε ηλικία 27 ετών.

Ήταν τόσο μεγάλη η επιτυχία της και η επίδραση στο κοινό που ο Λωτρέκ θα σχεδίαζε όλες τις διαφημίσεις για το καμπαρέ μέχρι το θάνατό του, το 1901. Αποτύπωνε στα έργα του τις χορεύτριες και την ζαλιστική ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν μέσα στο διάσημο καμπαρέ.

Από την ημέρα των εγκαινίων ο Λωτρέκ είχε πάντα το δικό του τραπέζι και ήξερε όλες τις χορεύτριες με τα ψευδώνυμα τους:
«Νανά η ακρίδα», «Γωγώ το στουπί», «Νινί το αέρινο βήμα».

Εικόνα

Πολλές ήταν οι χορεύτριες που πέρασαν από το πάλκο του Μουλέν Ρουζ όπως οι: la Goulue, Jane Avril, Môme Fromage, Grille d'Egout, Yvette Guilbert.

Η Mistinguett ήταν η πιο διάσημη χορεύτριά του. Το 1907, η Mistinguett εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη σκηνή του και για τα επόμενα 20 χρόνια έγινε ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στη νυχτερινή ζωή του Παρισιού. Έκανε περιοδείες μάλιστα στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες και όταν το Μουλέν Ρουζ καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1915 και ξαναχτίστηκε το 1921, η Mistinguet ήταν ένα από τα πολλά αστέρια που βοήθησαν το θρυλικό καμπαρέ να κάνει δυναμικό come back. Ανακαινισμένο πλέον, άνοιξε ξανά τις πόρτες του για το κοινό και τα επόμενα χρόνια έμελλε να είναι από τα πιο ένδοξα της λειτουργίας του. Η Πόλη του Φωτός και του Έρωτα είχε το δικό της σημείο αναφοράς. Για δεύτερη φορά το περίφημο καμπαρέ έκλεισε κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Η Εντίθ Πιάφ, ο Υβ Μοντάν και η Λάιζα Μινέλι ξεχωρίζουν ανάμεσα στους διάσημους Γάλλους καλλιτέχνες που έχουν παραβρεθεί στη σκηνή του και έχουν δώσει μοναδικές παραστάσεις.

Το 1951 γίνεται ριζική αλλαγή της εσωτερικής διαρρύθμισης και της διακόσμηση από κορυφαίους Γάλλους αρχιτέκτονες και επανέρχονται όλα τα παλιά νούμερα καν καν αλλά οι ειδικές θεματικές βραδιές. Το Χόλιγουντ παθαίνει εμμονή με το Μουλέν Ρουζ και τεράστια κινηματογραφικά αστέρια γίνονται θαμώνες.

Εικόνα

Το 2001, η Νικόλ Κίντμαν και ο Ιαν ΜακΓκρέγκορ πρωταγωνίστησαν στο Μουλέν Ρουζ, μια ταινία για την ιστορία ενός ποιητή που ερωτεύεται μια πόρνη του καμπαρέ.

Μια επίσκεψη στο θρυλικό καμπαρέ εξακολουθεί να είναι πολύ δημοφιλής για τους επισκέπτες της πόλης που γνωρίζει όσο καμά την γλώσσα του έρωτα. Το θέατρο με τον χαρακτηριστικό κόκκινο μύλο, βρίσκεται στην θέση του για περισσότερο από έναν αιώνα και αποτελεί ατραξιόν για χιλιάδες τουρίστες που συρρέουν για να απολαύσουν χορευτικά σόου και μιούζικαλ.
https://www.newsbeast.gr/weekend/arthro ... eron-ithon
https://www.google.com/search?q=%CE%BC% ... 6&dpr=1.82
0 .

Άβαταρ μέλους
Άρης Κλάρας
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 4284

Η ιστορία του "Σκαραβαίου"

Δημοσίευσηαπό Άρης Κλάρας » 20 Φεβ 2018, 18:56

Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018
Volkswagen Beetle ~ Η ιστορία του "Σκαραβαίου", του «αυτοκινήτου του λαού»


Η ιστορία του "σκαραβαίου ή σκαθαριού" ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1930, όταν ο Χίτλερ ζήτησε από τον φίλο του Φέρντιναντ Πόρσε, να σχεδιάσει το απόλυτο «αυτοκίνητο του λαού» ("Volks-wagen"). Ο Χίτλερ είχε θέσει τέσσερις όρους: να μπορεί να μεταφέρει άνετα δύο ενήλικες και τρία παιδιά, να πιάνει τα 60 χιλιόμετρα, να κοστίζει 1.000 μάρκα εποχής, δηλαδή ελάχιστα παραπάνω από μια μοτοσικλέτα και τέλος, να κατασκευάζεται σε αλυσίδα παραγωγής, όπως τα αμάξια του Χένρι Φορντ.

Ο "σκαραβαίος" πρωτοεμφανίζεται το...
1938
με το όνομα, που επέλεξε ο Χίτλερ, εκπλήσσοντας ευχάριστα τους παρευρισκόμενους, παρά τις αντιρρήσεις του Πόρσε, που πρότεινε το... KDF Wagen (Kraft Durch Freude Wagen - Car of the force by means of joy) και τιμή τα 999 μάρκα.

Εικόνα
Με το ξέσπασμα του πολέμου, η παραγωγή του "σκαραβαίου" γίνεται για στρατιωτικούς σκοπούς και παράγονται διάφορα στρατιωτικά μοντέλα (ανάμεσα τους κι ένα που επέπλεε στο νερό...), τα οποία θα ανταποκριθούν στις δύσκολες καταστάσεις του πολέμου.

Για την κατασκευή του νέου οικονομικού αυτοκινήτου χρειαζόταν να βρεθεί ένα σημείο για να χτιστεί το εργοστάσιο. Επιλέχθηκε το μέρος που βρισκόταν κοντά σε ένα μεσαιωνικό κάστρο, στην πόλη Βόλφσμπουργκ. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι στο εργοστάσιο, κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, δεν κατασκευάστηκαν παρά μόνο ελάχιστα αυτοκίνητα που πήγαν στους ευνοούμενους του καθεστώτος, ενώ οι εγκαταστάσεις από το 1939 χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή αρμάτων μάχης και άλλων πολεμικών υλικών, όπως όπλα και χειροβομβίδες. Γεγονός είναι επίσης ότι στο εργοστάσιο δούλεψαν υποχρεωτικά χιλιάδες Εβραίοι αντί να πάνε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ χρησιμοποιήθηκε και φθηνό εργατικό δυναμικό από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης...


Το εργοστάσιο αναστηλώθηκε παρότι είχε καταστραφεί σε μεγάλο βαθμό από τους βομβαρδισμούς μετά το τέλος του πολέμου, υπό την επίβλεψη των Συμμάχων και αποτέλεσε το πρώτο βήμα προς την εξέλιξη της Γερμανίας σε μια σημαντική βιομηχανική και οικονομική δύναμη. Είχε προηγηθεί η προσπάθεια των Βρετανών να πουλήσουν το εργοστάσιο σε κάποια μεγάλη αυτοκινητοβιομηχανία, όμως χωρίς αποτέλεσμα (ο Χένρι Φορντ II όταν το είδε, είπε ότι ο "σκαραβαίος" και γενικά η Volkswagen δεν άξιζαν ως επένδυση). Τελικά το εργοστάσιο έμεινε σε γερμανικά χέρια.

[thumb][/thumb]
Καθώς η δημοτικότητα του αυξάνονταν (από τα μερικές εκατοντάδες αυτοκίνητα που παρήχθησαν το 1946, έφθασαν τα 46.000 το 1949), ο "σκαραβαίος" έγινε στην Ευρώπη το αυτοκίνητο της εξεγερμένης μεταπολεμικής γενιάς, για την οποία αντιπροσώπευε την ελευθερία από τους αυστηρούς κοινωνικούς περιορισμούς της εποχής. Στις ΗΠΑ, αν και αντιμετώπισε προβλήματα στην αρχή (λόγω του σχήματος, του μεγέθους και της διασύνδεσης με το ναζιστικό καθεστώς), εντούτοις το 1959 με μια επιτυχημένη διαφημιστική εκστρατεία θα καμφθούν οι αμφιβολίες και σύντομα θα γίνει το πρώτο σε παραγγελίες εισαγόμενο αυτοκίνητο.

Το 1978 ο "σκαραβαίος" θεωρείται ξεπερασμένος για τα ευρωπαϊκά δεδομένα κι έτσι το γερμανικό εργοστάσιο της Φολκσβάγκεν, σταματάει την παραγωγή και στρέφεται στην παραγωγή άλλων μοντέλων. Η διάθεση του θα συνεχιστεί από τα εργοστάσια του Τρίτου Κόσμου. Το 1996 το εργοστάσιο στη Βραζιλία σταματάει την παραγωγή και αναδιαργανώνεται για την παραγωγή του νέου beetle (το οποίο θα βγει στην αγορά δύο χρόνια μετά, αλλά σε τιμές που το καθιστούν να μην είναι πια το «αυτοκίνητο του λαού») και έτσι έμεινε μόνο το Μεξικό ως η μοναδική χώρα στην οποία κατασκευάζονταν και πουλιόταν το παλιό μοντέλο.

Ο "σκαραβαίος" ήταν το μοναδικό αυτοκίνητο στον κόσμο που συνέχισε να παράγεται για τόσα πολλά χρόνια χωρίς να αλλάξει ουσιαστικά το βασικό του σχήμα. Όμως οι εποχές άλλαξαν κι έτσι ο "σκαραβαίος" -παρότι διέθεσε 1,5 εκατ. οχήματα στην αγορά του Μεξικού, όπου το 70% των νοικοκυριών που διαθέτουν αυτοκίνητο είχαν ή έχουν "σκαραβαίο"- δεν μπόρεσε να ανταγωνιστεί τα πιο σύγχρονα αμάξια της κατηγορίας του με τον κλιματισμό, τους πιο άνετους χώρους και τη μηχανή νέας τεχνολογίας.


Το «κύκνειο άσμα» για τον "σκαραβαίο" ήταν η απόφαση της τοπικής κυβέρνησης της πόλης του Μεξικού να δώσει άδειες μόνο σε ταξί με τέσσερις πόρτες. Έως τότε όλα τα πράσινα ταξί και τα περιπολικά ήταν "σκαραβαίοι".
Έτσι, οι πωλήσεις από το 2000 ως το 2002 έπεσαν στο μισό (24.500 αυτοκίνητα) και η Φολκσβάγκεν αποφάσισε να βάλει ένα τέλος στον θρύλο.

Εικόνα

Το οριστικό τέλος διαγράφεται το καλοκαίρι του 2003, όποτε κλείνει και το τελευταίο εργοστάσιο, αφού πρώτα βγήκε μια συλλεκτική σειρά 3.000 αυτοκινήτων κι έριξε την αυλαία σε μια ιστορία σχεδόν 70 ετών, κατά τη διάρκεια της οποίας κατασκευάστηκαν περίπου 21 εκατομμύρια οχήματα (ο τελευταίος σκαραβαίος που βγήκε, από τη γραμμή κατασκευής είχε τον συμβολικό αριθμό 21.529.464 στις πινακίδες του).


Ουκ ολίγα ήταν τα κατορθώματα του δημοφιλούς μοντέλου. Το 1960 ο "σκαραβαίος" εφοδιασμένος με μια προπέλα θα «κολυμπήσει» στο λιμάνι της Νέας Υόρκης. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, πολλοί Ανατολικογερμανοί είχαν διαμορφώσει κατά τέτοιο τρόπο το ρεζερβουάρ του, ώστε να δημιουργήσουν αρκετό χώρο για να κρυφτεί εκεί ένας άνθρωπος και είχαν καταφέρει να φυγαδεύσουν έτσι περίπου 50 άτομα στην άλλη πλευρά του Τείχους του Βερολίνου, πριν από την κατάρρευση του το 1989.


Ο "σκαραβαίος", ή αλλιώς το "κατσαριδάκι" (από την ταινία του Ντίσνεϊ «Κατσαριδάκι, Αγάπη μου», όπου ο Χέρμπι, ένας "σκαραβαίος", μπλέκεται σε τρελές περιπέτειες και στο τέλος κερδίζει κι ένα... ράλι), με το ιδιόμορφο θολωτό σχήμα, τη μηχανή στο πίσω μέρος και τους ιδιαίτερους συμβολισμούς που το συνόδευσαν στην σχεδόν 70χρόνη ιστορική του πορεία, έδωσε τη σκυτάλη το 1998 στο Beetle με τα ηλεκτρονικά κυκλώματα, την αθόρυβη μηχανή και την τσουχτερή τιμή.


Εικόνα
Ο Φέρντιναντ Πόρσε με τον Χίτλερ ο οποίος θαυμάζει το δώρο του για τα 50α του γενέθλια: ένα Volkswagen convertable. Φωτο: Hugo Jaeger


1935 - Το πρωτότυπο v-series


1938 - Ο σχεδιασμός του Porsche, που κράτησε 65 χρόνια


1938 Αφίσα του "KDF-Wagen" το όνομα που έδωσε στο μοντέλο ο Πόρσε, αλλά φυσικά επιλέχθηκε το "Beetle" του νονού Χίτλερ


1946 - Μετά το τέλος του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, το εργοστάσιο πέρασε στη δικαιοδοσία των Βρετανών


1955 - Διάσημο μοντέλο πλέον, μετράει 1.000.000 κομμάτια


1960 - Ένα off road αυτοκίνητο...


1998 - To νέο πλέον beetle κυκλοφορεί στους δρόμους.


2016 - To Beetle-Dune


2017 - Προς κυκλοφορία το τελευταίο μοντέλο Beetle


Ο σχεδιαστής του "Σκαραβαίου" Ferdinand Porsche πέθανε 30 Iaνουαρίου 1971
https://krasodad.blogspot.com/2017/02/v ... -pics.html
0 .

Άβαταρ μέλους
Άρης Κλάρας
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 4284

Εμβέρ Χότζα, ο Κιμ Γιονγκ Ουν της Αλβανίας.

Δημοσίευσηαπό Άρης Κλάρας » 04 Μαρ 2018, 03:20

4/11/2015
Εμβέρ Χότζα, ο Κιμ Γιονγκ Ουν της Αλβανίας.

Εικόνα
Συμπληρώνονται σήμερα 30 χρόνια από τον θάνατο του Αλβανού ηγέτη που επέβαλε στη χώρα την κομουνιστική δικτατορία βασιζόμενος στη παρανοϊκή προπαγάνδα της εξωτερικής απειλής προχωρώντας σε εκκαθαρίσεις, φυλακίσεις και εξορίσεις χιλιάδων ανθρώπων.

Γεννήθηκε στο Αργυρόκαστρο στις 16 Οκτωβρίου 1908 και κατάγονταν από τη μεσαία τάξη ο πατέρας του ήταν έμπορος υφασμάτων και ταξίδευε συχνά στις ΗΠΑ, για αυτό και ανετράφη από τον θείο του. Από πολύ νωρίς ξεκίνησε την αγωνιστική του δράση κατά του καπιταλισμού και του Αλβανού βασιλιά Ζόγου Α', φοίτησε σε γαλλικό γυμνάσιο. Κατά τη διάρκεια αυτών των μαθητικών χρόνων διάβασε για πρώτη φορά το "Κομμουνιστικό Μανιφέστο", παράλληλα έμαθε Γαλλικά, Ιταλικά, Σέρβικα και Ρώσικα. Στα 22 του κέρδισε υποτροφία για να σπουδάσει φυσικές επιστήμες στο Μονπελιέ της Γαλλίας.

Μετά από ένα χρόνο εγκατέλειψε της σπουδές του και μετακόμισε στο Παρίσι για να σπουδάσει φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της Σορβόνης, ωστόσο για μια ακόμη φορά τα παράτησε, εκεί προσχωρεί στο Γαλλικό Κομμουνιστικό κόμμα και παράλληλα αρθρογραφεί στην εφημερίδα "Λ΄Ουμανιτέ".


Το 1934 έως το 1936 διατέλεσε γραμματέας του αλβανικού προξενείου στις Βρυξέλλες, μέχρι που απολύθηκε καθώς στο γραφείο του εντοπίστηκαν μαρξιστικά βιβλία. Αποφάσισε να επιστρέψει στην Αλβανία, όπου στην αρχή εργάστηκε ως καθηγητής στην Κορυτσά, ωστόσο στις 7 Απριλίου του 1936, έμελλε να γίνει μάρτυρας της Ιταλικής εισβολής στην χώρα και έχοντας αρνηθεί να γίνει μέλος του Αλβανικού Φασιστικού Κόμματος έχασε την δουλεία του. Λίγο καιρό αργότερα άνοιξε ένα καπνοπωλείο στα Τίρανα, το οποίο αποτέλεσε και μυστικό τόπο συνάντησης των Αλβανών κομμουνιστών.

Ανέλαβε πρόεδρος της Εθνικής Αντιφασιστικής Επιτροπής Απελευθέρωσης της Αλβανίας το 1944, η οποία αποτέλεσε και την πρώτη ανεπίσημη κυβέρνηση μετά τη γερμανική κατοχή. Ωστόσο πάντα το όραμά του ήταν η τέλεια κομμουνιστική χώρα πρότυπο, που θα λειτουργούσε σαν καλολαδωμένη μηχανή και θα εφάρμοζε κατά γράμμα τις ιδεολογίες του Στάλιν και του Μαρξ.

Στα πλαίσια της σύνταξής του κράτους δημιουργεί ένα μονολιθικό καθεστώς, όπου ο ίδιος ασκεί κάθε εξουσία και λαμβάνει κάθε απόφαση, προωθεί προγράμματα για την εκβιομηχάνιση της χώρας και την εκμηχάνιση της γεωργίας. Παράλληλα, καταπολεμά τον αναλφαβητισμό, όπως και τη θρησκεία, καθώς αποφάσισε να γκρεμίσει κάθε εκκλησία, είτε καθολική, είτε ορθόδοξη και κάθε τζαμί , ενώ την ίδια στιγμή απαγόρευσε τη χρήση κάθε θρησκευτικού συμβόλου, κάνοντας την Αλβανία το πρώτο αθεϊστικό κράτος στον κόσμο.


Ο Χότζα και η εξωτερική πολιτική του.
Το 1948 τυφλωμένος από την υποταγή του στον Στάλιν καταδίκασε επίσημα το τιτοϊκό καθεστώς της Γιουγκοσλαβίας ενώ διέκοψε οποιαδήποτε διπλωματική σχέση με αυτή. Παράλληλα, δέχεται από τους συμμάχους και φίλους του έντονη κριτική για την ανάμειξή του στον Ελληνικό εμφύλιο πόλεμο στηρίζοντας το "αδελφό" κομμουνιστικό κόμμα Ελλάδος.

Μέχρι το 1961 οι σχέσεις του με την "πατρίδα" του κομμουνισμού, τη Ρωσία ήταν άριστες και οι συνεργασία μεταξύ των δυο χωρών πολύ στενή,ωστόσο τότε ο Αλβανός ηγέτης, που είχε παραχωρήσει τη πρωθυπουργία της χώρας στο στενό συνεργάτη του Μεχμέτ Σέχου, παραμένοντας ωστόσο στην ηγεσία του κομουνιστικού κόμματος και ελέγχοντας τα πάντα, κατηγορεί τη Μόσχα για προδοσία των σοσιαλιστικών ιδεών και συνεργασία με τον ιμπεριαλισμό.


Λίγα χρόνια αργότερα και μετά από την εισβολή των δυνάμεων του Συμφώνου της Βαρσοβίας στη Τσεχοσλοβακία απέσυρε την χώρα από τη στρατιωτική συμμαχία και κατήγγειλε, για μια ακόμη φορά, την ΕΣΣΔ για προδοσία. Αυτή το η στάση τον οδήγησε στον πλευρό της Λαϊκής Κίνας και του Μαο, μέχρι το 1978 όταν οι σχέσεις μεταξύ των δυο χωρών άρχισαν να ψυχραίνονται, καθώς για άλλη μια φορά ο, πιστός στις ιδέες του Μαρξ, Χότζα έκρινε πως ο σύμμαχός του καλλιεργούσε ένα "αντιμαρξιστικό ιδεολογικό ρεύμα".Μετά από αυτή την εξέλιξη ανακηρύσσει τον εαυτό του ως μοναδικό θεματοφύλακα των μαρξιστικών ιδεολογιών και του κομουνισμού.

Σκληρά ήταν τα μέτρα που έλαβε ο Χότζα και κατά του ελληνόφωνου πληθυσμού της Βόρειας Ηπείρου, που είδε και αυτό τις περιουσίες του να δημεύονται και οι προσπάθειες για διαφυγή στην Ελλάδα να τιμωρούνται με θάνατο. Ωστόσο, ο Χότζα προσέγγισε αρκετούς αντιπροσώπους των Βορειοηπειρωτών και τους ενέταξε στην κυβέρνησή του, σε περίοπτες πολιτικές θέσεις. Παρόλα αυτά, το 1960 όταν ο Σοβιετικός Γενικός Γραμματέας Νικίτα Χρουστσώφ, του ζήτησε να δώσει αυτονομία στην περιοχή το απέρριψε αμέσως.

Παράλληλα, μαίνονταν οι συγκρούσεις μεταξύ Αλβανίας και Σερβίας για τον αλβανόφωνο πληθυσμό του Κοσόβου, οι οποίες συνεχίστηκαν και μετά το θάνατό του.


Οι δαίμονες και οι εμμονές του ηγέτη.
Ο Εμβέρ Χότζα είναι παγκόσμια γνωστός όχι μόνο για την πολιτική του δράση, αλλά και για τις εμμονές και τις παράλογες απαιτήσεις και αποφάσεις κατά την ηγεσία του.

Ήταν ένα εξαιρετικός χρήστης της προπαγάνδας καθώς κατάφερε να πείσει τον αλβανικό λαό ότι απειλούνται από τις γειτονικές χώρες με εισβολή, εκμεταλλευόμενος τη γερμανική κατοχή του 1940. Έτσι τους έπεισε ότι ήταν ασφαλείς μόνο εντός των συνόρων του κράτους, ενός κράτους που είχε "πλήρη αυτάρκεια γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων, την ώρα που οι υπόλοιποι λαοί πάθαιναν από την πείνα".

Μάλιστα, για να προστατευθεί ο λαός σε περίπτωση εισβολής ξένων εχθρικών δυνάμεων έχτισε περισσότερα από 600.000 πολυβολεία σε όλη την χώρα και για τον εαυτό του ένα πολυτελές καταφύγιο στα Τίρανα. Τα σκορπισμένα πολυβολεία σε όλη την Αλβανία αποτελούν το "ζωντανό" απομεινάρι της κομμουνιστικής δικτατορίας.

Εικόνα

Την ίδια στιγμή, έκλεισε τα σύνορα και απαγόρευσε την έξοδο από τη χώρα, αλλά και τη είσοδο σε αυτή, με αποτέλεσμα όσοι αναζητούσαν την τύχη τους στο εξωτερικό να ανακηρύσσονται εχθροί της πατρίδας και να θανατώνονται, ενώ οι οικογένειές τους που έμεναν πίσω πλήρωναν τη "προδοσία" με φυλακίσεις και εξορίσεις.

Όσον αφορά τους πολιτικούς αντιπάλους ή όσους είχαν διαφορετικές ιδεολογίες από τη κυβέρνηση, ακόμη και αν δεν το δήλωναν, βρίσκονταν αντιμέτωποι με εκκαθαρίσεις. Έτσι, πολύ σύντομα ολόκληρες περιοχές της χώρας βρέθηκαν στο στόχαστρο, όπως και ολόκληρες οικογένειες που αντιμετώπισαν φυλακίσεις και βασανισμούς, εξορίσεις και καταναγκαστική εργασία.

Άλλωστε, ήταν η εποχή που όλα και όλοι ελέγχονταν από το κράτος, τη προπαγάνδα και τους καλοθελητές που δεν δίσταζαν να καταδώσουν στην ασφάλεια τον γείτονα ή ακόμη και τον συγγενή τους προκειμένου να τύχουν μιας καλύτερης αντιμετώπισης από το κομμουνιστικό καθεστώς. Με αποτέλεσμα ολόκληρες οικογένειες να ξεκληρίστουν για τάχα συνωμοσίες κατά του κράτους, ενώ άλλες διαλύθηκαν με τους γονείς ή και τα μεγαλύτερα παιδιά να βρίσκονται στις φυλακές ή εξόριστοι μακριά από τον τόπο τους, δακτυλοδεικτούμενοι και αβοήθητοι.


Ακόμη, ο Χότζα δεν δίστασε να προχωρήσει σε εκκαθαρίσεις ακόμη και μέσα στο κόμμα προκειμένου να αποδείξει την αντικειμενικότητα της κυβέρνησης, που στόχο είχε την ευημερία του λαού. Κάπως έτσι, το 1981 ο επί 27 χρόνια πρωθυπουργός της Αλβανίας Μεχμέτ Σέχου που "αυτοκτόνησε" πυροβολώντας τον εαυτό του στην καρδία΄, με αποτέλεσμα ένα πέπλο μυστηρίου να καλύπτει τον θάνατό του.

Ήταν εκείνος ο ηγέτης που από τα πρώτα χρόνια της κυριαρχίας του ανάγκασε τους Αλβανούς να μάθουν Ρώσικα, γιατί πραγματικά πίστευε στη βαθιά φιλία και συμμαχία των δυο λαών, με αποτέλεσμα ολόκληρες γενιές του αλβανικού λαού όχι μόνο να καταλαβαίνουν, αλλά και να μιλούν άπταιστα ρώσικα.

Παράλληλα, όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας προχώρησε στη δήμευση περιουσιών και την οργάνωση κολχόζ κατά τα σοβιετικά πρότυπα, με αποτέλεσμα ο λαός να εργάζεται πολύ αλλά να αμείβεται με ψίχουλα "για να είναι όλοι ίσοι".

Στο στόχαστρο της κυβέρνησης, όπως ήδη αναφέρθηκε, βρέθηκαν και οι τρεις θρησκείες του Αλβανικού κράτους, που καταργήθηκαν και ο κλήρος φυλακίστηκε, στόχος του Χότζα ήταν να απαλλάξει τον λαό από την πίστη, άλλωστε έπρεπε να έχουν πίστη μόνο στο Κόμμα.

Εικόνα

Ο θάνατος του Εμβέρ Χότζα.
Ο Χότζα πέθανε στα Τίρανα στις 11 Απριλίου του 1985, καθώς αντιμετώπιζες σοβαρά προβλήματα υγείας μετά από 2 εμφράγματα και παράλυση, βυθίζοντας το κράτος στο πένθος. Η προπαγάνδα που είχε ριζώσει στο μυαλό της πλειοψηφίας του λαού, το έκανε να πιστεύει πως μαζί με το τέλος του Χότζα είχε έρθει και το τέλος της χώρας.

Τη διακυβέρνηση της χώρας αναλαμβάνει ο Ραμίζ Αλία, στενός συνεργάτης και ευνοούμενος του Εμβέρ, που διοργανώνει μια μεγαλοπρεπή κηδεία στην πρωτεύουσα ανακηρύσσοντας τη χώρα σε πένθος και "απαιτώντας" από τους πολίτες να δείξουν τη θλίψη τους για το χαμό του ηγέτη.

Στην κηδεία, που πραγματοποιήθηκε στις 15 Απριλίου, δεν έδωσε το παρών κανένας από τους συμμάχους και συνεργάτες από το εξωτερικό, μόνο από τη Μόσχα εστάλη συλληπτήρια επιστολή, η οποία επιστράφηκε στους αποστολείς καθώς θεωρήθηκε "απαράδεκτη".

Τα ηνία της χώρας ανέλαβε ο Αλία, που χαρακτηρίστηκε ακόμη πιο επικίνδυνος από τον Χότζα, καθώς παρά τις μικρές μεταρρυθμίσεις που έκανε συνέχισε την ίδια πολιτική που είχε πια εξαντλήσει τον λαό. Με αποτέλεσμα σύντομα να αρχίσουν οι εξεγέρσεις που οδήγησαν στην πτώση του καθεστώτος το 1989, που σφραγίστηκε με την καταστροφή του αγάλματος του Στάλιν.

Εικόνα

Οι πληγές που άφησε πίσω της η κομμουνιστική δικτατορία.
Οι επίσημες καταγραφές από το τέλος της κομμουνιστικής δικτατορίας κάνουν λόγο για 5.000 άνδρες και 450 γυναίκες νεκρούς, 35.135 φυλακισμένους, εκ των οποίων περισσότεροι από 1.000 έχασαν τη ζωή τους και για πολλές χιλιάδες εξόριστους. Μάλιστα, όπως αναφέρεται μέχρι και σήμερα πολλές οικογένειες δεν γνωρίζουν που είναι θαμμένοι οι σοροί των δικών τους ανθρώπων.

Παράλληλα, ο κομμουνισμός άφησε πίσω του ένα κράτος οικονομικά κατεστραμμένο, οπισθοδρομικό και απομονωμένο από τον κόσμο.
http://news247.gr/eidiseis/weekend-edit ... 06495.html
1 .

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 3381

Re: Διάφορα Θέματα και Ιστορίες.

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 25 Ιούλ 2020, 11:01

Μαλβίνα Γκέρτλερ ( 1912 - 2000 )

Ουγγαρέζα που κατηγορήθηκε για κατασκοπεία κατά τον Β΄ΠΠ. Πριν τον πόλεμο παντρεύτηκε στην Αγγλία τον λόρδο του Έφινγκαμ για να πάρει την αγγλική υπηκοότητα και να μπει στην αγγλική αριστοκρατία . Ταυτόχρονα όμως είχε εραστή τον Πολωνό έμπορο όπλων Στάνισλας Βάισμπλατ, ο οποίος κατηγορήθηκε επίσης για κατασκοπεία . Ο τελευταίος μάλιστα ενίσχυε οικονομικά τον σύζυγό της ! Η Γκέρτλερ έγινε οπαδός των Άγγλων φασιστών. Κατηγορήθηκε για κατασκοπεία και φυλακίστηκε το 1941. Δεν βρέθηκαν αποδείξεις εναντίον της και απελευθερώθηκε σύντομα. Μετά την λήξη του Β΄ΠΠ χώρισε με τον κόμη και μετανάστευσε στην Αυστραλία.

Εικόνα
https://en.wikipedia.org/wiki/Manci_How ... _Effingham
1 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 3381

Re: Διάφορα Θέματα και Ιστορίες.

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 26 Ιούλ 2020, 12:13

Απ' την γερμανική εισβολή στη Νορβηγία

Στην έναρξη του Β΄ΠΠ η Νορβηγία ήταν ουδέτερη. Οι Αγγλογάλλοι σχεδίαζαν να την κατακτήσουν όμως για να αποκλείσουν την έξοδο του γερμανικού στόλου στον Βόρειο Ατλαντικό. Στη Βόρεια Νορβηγία το λιμάνι του Νάρβικ ήταν το κυριότερο για την εξαγωγή σιδηρομεταλλεύματος στη Γερμανία . Οι Σύμμαχοι θα το κατακτούσαν για να στερήσουν την πρώτη ύλη απ' την γερμανική πολεμική βιομηχανία για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Αρχικά σκοπός των Συμμάχων ήταν η ενίσχυση των Φινλανδών κατά των Σοβιετικών ( Ιανουάριος 1940 ) με ένα εκστρατευτικό σώμα. Το τελευταίο θα αποβιβαζόταν στο Νάρβικ και από εκεί θα διέσχιζε 500 km μέσω Λαπωνίας για να φτάσει στην Βόρεια Φινλανδία. Εμπόδιο βέβαια θα ήταν η σουηδική ουδετερότητα.
Εικόνα

Απ' τον Φεβρούαριο του 1940 όμως οι Αγγλογάλλοι διαβουλεύονταν για το πως θα καταλάβουν την Νορβηγία και όχι πως θα βοηθήσουν τους Φινλανδούς.

Η παραβίαση της νορβηγικής ουδετερότητας έγινε πρώτα απ' τους Άγγλους. Στις 16/2/1940 το βρετανικό αντιτορπιλικό "Κοζάκος" αιχμαλώτισε το γερμανικό μεταγωγικό πλοίο Άλτμαρκ που βρισκόταν στα νορβηγικά χωρικά ύδατα ( Νότια Νορβηγία ) και μετέφερε στη Γερμανία 299 Βρετανούς αιχμαλώτους από βρετανικά εμπορικά πλοία που είχε βυθίσει το γερμανικό θωρηκτό Γκραφ Σπη . Οι Νορβηγοί περιορίστηκαν μόνο σε ένα χλιαρό διάβημα διαμαρτυρίας προς τους Άγγλους για την παραβίαση της νορβηγικής ουδετερότητας.

Πριν ακόμη απ' τον Α΄ΠΠ οι Γερμανοί αναγνώριζαν την σημασία της Νορβηγίας για την διεξαγωγή επιχειρήσεων στον Βόρειο Ατλαντικό. Απ' τον Οκτώβριο του 1939 ο αρχιναύαρχος Ρέντερ ( 1876 - 1960 ) μελετούσε το ενδεχόμενο δράσης στη Νορβηγία. Τον Δεκέμβριο του 1939 ο Νορβηγός πολτικός Βίντκουμ Κουίσλιγκ ζήτησε από τον Χίτλερ να τον βοηθήσει να πάρει την εξουσία στη Νορβηγία. Οι πληροφορίες όμως που έφταναν για επικείμενη αγγλική κατάληψη της Νορβηγίας ήταν αυτές που ώθησαν τον Χίτλερ να δράσει. Την 1/3/1940 διέταξε την επιχείρηση κατάληψης της Δανίας και της Νορβηγίας. Η επιχείρηση κατά της Νορβηγίας θα πραγματοποιείτο στις 9/4. Οι γερμανικές δυνάμεις ξεκινούν στις 6/4 για τη Νορβηγία. Στις 7/4 ξεκινούν αγγλικές δυνάμεις με αποστολή τη Νορβηγία.

Η γερμανικές δυνάμεις κρούσης αποτελούνταν από 6 ομάδες. Η 1η ( 10 αντιτορπιλικά, 2 θωρηκτά συνοδείας ) είχε στόχο το Νάρβικ , η 2η ( 1 καταδρομικό , 4 αντιτορπιλικά ) το Τρόντχαϊμ , η 3η ( 2 καταδρομικά , 2 σκάφη υποστήριξης ) το Μπέργκεν , η 4η ( 1 καταδρομικό , 1 σκάφος υποστήριξης , 3 τορπιλάκατοι ) το Κρίστιανσαντ , η 5η ( 3 καταδρομικά , 3 τορπιλάκατοι ) το Όσλο και η 6η ( 4 ναρκαλιευτικά ) το Έγκερσουντ. Γενικά για την επιχείρηση κινητοποιήθηκε σχεδόν όλος ο γερμανικός στόλος : 2 θωρηκτά , 8 καταδρομικά , 14 αντιτορπιλικά , 7 βοηθητικά , 8 τορπιλάκατοι και 4 ναρκαλιευτικά σκάφη. Το πρωινό της 8/4 107 πολεμικά και μεταγωγικά γερμανικά σκάφη έπλεαν προς τη Νορβηγία !

Εικόνα

Το απόγευμα της 8/4 ένα πολωνικό υποβρύχιο τορπίλισε στη Νότια Νορβηγία ένα γερμανικό ατμόπλοιο . Ανάμεσα στους ναυαγούς που περισυνέλλεξαν νορβηγικά σκάφη διάσωσης ήταν και Γερμανοί στρατιώτες , οι οποίοι δήλωσαν πως μεταφέρνονταν στη Νορβηγία για να την υπερασπιστούν από αγγλική επίθεση ! :D Αμέσως οι Νορβηγοί τέθηκαν σε επιφυλακή για να αντιμετωπίσουν την γερμανική επίθεση. Ταυτόχρονα οι Βρετανοί επίσπευσαν τις δικές τους επιχειρήσεις ( ναρκοθέτηση των νορβηγικών θαλασσίων υδάτων κ.α. ).

Κοντά στο Τρόντχαϊμ ( Κεντροδυτική Νορβηγία ) το γερμανικό καταδρομικό της Ομάδας 2 Χίππερ βύθισε το αγγλικό αντιτορπιλικό Πυγολαμπίδα ( 8/4/1940 ). Τα 2 θωρηκτά ( Gneisenau και Scharnhorst ) που συνόδευαν την 1η Ομάδα που έπλεε για το Νάρβικ , αποσπάστηκαν από αυτήν και στράφηκαν προς τα βορειοδυτικά για να παραπλανήσουν τους Άγγλους πως σκοπός τους ήταν η έξοδος προς τον Βόρειο Ατλαντικό. Το κόλπο έπιασε. Ο αγγλικός Μητροπολιτικός Στόλος τα καταδίωξε και άφησε το Νάρβικ σχεδόν αφύλαχτο. Τα αντιτορπιλικά της Ομάδας 1 μπήκαν στο Νάρβικ ανενόχλητα ! Τα 2 νορβηγικά σκάφη επάκτιας άμυνας που προσπάθησαν να τα εμποδίσουν βυθίστηκαν. Κατόπιν άρχισε η αποβίβαση Γερμανών στρατιωτών στο λιμάνι. Ο τοπικός νορβηγικό στρατός παραδόθηκε αναίμακτα. Το Νάρβικ ήταν στα χέρια των Γερμανών ( πρωινό 9/4 ). Τα κακά νέα είναι πως τα 10 γερμανικά αντιτορπιλικά που κατέλαβαν το Νάρβικ είχαν ξεμείνει από καύσιμα και έπρεπε να μείνουν εκεί ώσπου να εφοδιαστούν από κάποιο γερμανικό πετρελαιοφόρο.

Μέχρι το βράδυ της 9/4/1940 οι Γερμανοί είχαν πετύχει τους αντικειμενικούς τους σκοπούς σε όλα τα λιμάνια της Νορβηγίας εναντίον των οποίων κινήθηκαν.

Ένας αγγλικός στολίσκος από 5 αντιτορπιλικά επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στα 10 σχεδόν ακινητοποιημένα ( λόγω έλλειψης καυσίμων ) γερμανικά αντιτορπιλικά του Νάρβικ (10/4 ). Βυθίστηκαν 2 γερμανικά αντιτορπιλικά 1 γερμανικό πλοίο ανεφοδιασμού και 6 γερμανικά εμπορικά. Οι Άγγλοι έχασαν και αυτοί 2 αντιτορπιλικά , αλλά η επιχείρησή τους κρίνεται νικηφόρα.

Στις 13/4 ένας αγγλικός στόλος από 1 θωρηκτό και 9 αντιτορπιλικά επιτέθηκαν ξανά. Οι Γερμανοί βρίσκονταν σε δυσχερή θέση εξαιτίας έλλειψης καυσίμων και πυρομαχικών. Σημειώθηκε νέα αγγλική νίκη. Οι Γερμανοί έχασαν και τα υπόλοιπα 8 αντιτορπιλικά τους. Συνέχισαν όμως να κατέχουν με στρατό το Νάρβικ. Εξάλλου η γερμανική αεροπορία κυριαρχούσε στον σκανδιναβικό ουρανό. Απ' την άλλη οι ναυμαχίες της 10/4 και 13/4 στοίχισαν στους Γερμανούς 10 αντιτορπιλικά , δηλαδή έχασαν τα μισά απ' τα αντιτορπιλικά που διέθετε ο γερμανικός στόλος !

Οι Σύμμαχοι αποβίβασαν στρατό στη Βόρεια Νορβηγία και στις 28/5/1940 κατέλαβαν προσωρινά το Νάρβικ. Το εγκατέλειψαν όμως δια θαλάσσης στις 8/6. Πλέον δεν είχε την ίδια στρατηγική σημασία , αφού οι Γερμανοί είχαν εισβάλλει στη Γαλλία.


Εικόνα
Το μετάλλιο Narvikschild. Το έφεραν στο αριστερό μανίκι απ' τον Αύγουστο του 1940 όσοι Γερμανοί συμμετείχαν στις συγκρούσεις στο Νάρβικ.

Εικόνα
Το ναυάγιο του γερμανικού αντιτορπιλικού Bernd von Arnim στο φιορδ Ρόμπακ στο Νάρβικ.

    Η γερμανική εκστρατεία στη Νορβηγία υπήρξε επιχείρηση περιπετειώδης σε ακραίο βαθμό και αντίθετη προς όλες τις αρχές της Θεωρίας του Ναυτικού Πολέμου, αφ’ ης στιγμής εξετελέσθη κάτω από τα δόντια της αγγλικής κυριαρχίας των Θαλασσών.
    Μέγας Ναύαρχος Erich Johann Albert Raeder (1876-1960)

Η γερμανική εκστρατεία στη Νορβηγία διήρκεσε από τις 9/4/1940 έως τις 10/6/1940 και σε αυτήν οι χερσαίες , θαλάσσιες και αεροπορικές δυνάμεις της Γερμανίας συνεργάστηκαν και συντονίστηκαν πολύ καλά. Αξιοποιήθηκε κατάλληλα και ο εμπορικός στόλος. Η Νορβηγική εκστρατεία ονομάστηκε επιχείρηση Weserübung. Weserübung σημαίνει «άσκηση στον Βέζερ» (ποταμός της ΒΔ Γερμανίας, το στόμιο του οποίου κείται στην Κάτω Σαξονία και οι εκβολές του στην Βόρειο Θάλασσα ).

Στις 9 Απριλίου 1940 η Γερμανία πραγματοποίησε εισβολή στη Νορβηγία και στη Δανία, με στοιχεία έξι (6) Μεραρχιών της «Wehrmacht» (σημειωτέον: όχι πρώτης τάξεως έμψυχο υλικό, καθώς αυτό εκρίθη σκόπιμο να διαφυλαχθεί αλώβητο, εν όψει της αμέσως επικειμένης εκστρατείας κατά της Γαλλίας), χιλίων (1000) αεροσκαφών της «Luftwaffe» καθώς και του συνόλου του Πολεμικού Στόλου επιφανείας της «Kriegsmarine», υποστηριζομένου και από ισχυρό αριθμό εμπορικών σκαφών, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την μεταφορά των χερσαίων στρατευμάτων.


ΚΡΥΦΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: ΕΜΦΑΝΙΣΗ
«Wehrmacht» (Βέρμαχτ, κατά λέξιν: «Αμυντική Ισχύς»): η ονομασία των Ενόπλων Δυνάμεων της Γερμανίας την περίοδο του λεγομένου «Τρίτου Ράιχ», ήτοι επί εποχής Αδόλφου Χίτλερ (1933-45).
«Luftwaffe» (Λουφτβάφε, κατά λέξιν: «Αεροπορικό Όπλο»): η διαχρονική ονομασία της γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας, μέχρι των ημερών μας.
«Kriegsmarine» (Κρηκσμαρίνε, κατά λέξιν: «Πολεμικό Ναυτικό»): η ονομασία του Πολεμικού Ναυτικού του Τρίτου Γερμανικού Ράιχ. Κατά την αμέσως προηγουμένη ιστορική περίοδο, την εποχή της μεσοπολεμικής γερμανικής «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης» (1918-33) και μετά την ήττα του 1918 και την αναγκαστική εκθρόνιση του Κάιζερ Γουλιέλμου Β’, ονομαζόταν «Reichsmarine» (Ράιχσμαρίνε, κατά λέξιν: «Ναυτικό του Ράιχ»), ενώ ακόμη παλαιότερα, την εποχή του «Δευτέρου Ράιχ» ή της «Αυτοκρατορίας των Γουλιέλμων» (1871-1918), ονομαζόταν «Kaiserliche Marine» (Κάιζερλιχε Μαρίνε, κατά λέξιν: «Αυτοκρατορικό Ναυτικό»). Μεταπολεμικώς, τέλος, το Πολεμικό Ναυτικό της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ονομάσθηκε «Bundesmarine» (Μπούντεσμαρίνε, κατά λέξιν: «Ομοσπονδιακό Ναυτικό»).


Οι Άγγλοι ήσαν ανώτεροι κατά θάλασσαν, λόγω του «Royal Navy» – οι Γερμανοί διέθεταν αεροπορική υπεροχή, χάρις στην «Luftwaffe». Καθ’ όσον αφορά στις χερσαίες δυνάμεις (τις δυνάμεις των Αγγλογάλλων που αναπτύχθηκαν επί του εδάφους των επιχειρήσεων καθώς και των Νορβηγών συμμάχων τους, αφ’ ενός, και των Γερμανών, αφ’ ετέρου) αυτές ήσαν περίπου ισόποσες. Καθώς ουδείς των εμπολέμων διέθετε εμφανή στρατιωτική υπεροχή, είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι η πλευρά εκείνη η οποία θα επετύγχανε τον καλύτερο συντονισμό των δυνάμεών της την ταχύτερη και επιτυχέστερη ανάληψη πρωτοβουλιών καθώς και την πλέον άμεση και πειστική απάντηση στην ενέργεια του εχθρού θα αποκτούσε το καθαρό πλεονέκτημα.

Ο Αντικειμενικός Σκοπός της γερμανικής ενεργείας ήταν η κατάληψη της Νορβηγίας διά τετελεσμένου γεγονότος, με επιδιωκόμενους στρατηγικούς σκοπούς: α) την προστασία και διασφάλιση της ροής των
πολύτιμων για την «Reichskriegsindustrie» (Πολεμική Βιομηχανία του Γερμανικού Ράιχ) σιδηρομεταλλευμάτων της («επιτηδείως» ουδέτερης) Σουηδίας από τον νορβηγικό λιμένα του Narvik προς τη μητροπολιτική Γερμανία, β) τη χρήση της Νορβηγίας ως βάσεως επιχειρήσεων εναντίον της θαλασσοκράτειρας Μ. Βρετανίας και γ) συναφώς προς το σημείο «β»: την προληπτική αποτροπή αγκιστρώσεως των Βρετανών στη Σκανδιναβική Χερσόνησο και εγκαθιδρύσεως προγεφυρώματος, από του οποίου ορμώμενοι οι τελευταίοι θα μπορούσαν να φράξουν την έξοδο της Γερμανίας προς τη Βόρειο Θάλασσα αλλά και να διενεργούν από αέρος επιθέσεις εναντίον της βορείου Γερμανίας.

Με την έναρξη της «Επιχειρήσεως Βέζερ» της 9ης Απριλίου 1940, η Βέρμαχτ πρόλαβε την εκδήλωση αναλόγου και από μακρού σχεδιαζομένου αγγλογαλλικού στρατιωτικού εγχειρήματος στη Νορβηγία, η οποία, μάλιστα, είχε αρχικώς προγραμματισθεί για τα μέσα Μαρτίου 1940 αλλά εκρίθη σκόπιμο να αναβληθεί, εν συνεχεία, για ένα διάστημα (Επιχείρηση «Wilfred» και Σχέδιο «R 4»). Ειρήσθω εν παρόδω ότι η εισβολή στην Δανία ήταν μια δευτερεύουσα πτυχή της όλης επιχειρήσεως. Δεν αποτελούσε δηλαδή αυτοσκοπό, αλλά είχε στρατηγική αξία μόνον καθ’ ο μέτρο τα αεροδρόμια του Aalborg, στην Βόρειο Γιουτλάνδη, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως ορμητήρια της «Luftwaffe», προκειμένου αυτή να διενεργεί βραχείας κλίμακας επιχειρήσεις στη Βόρειο Θάλασσα.

Οι Γερμανοί επέτυχαν υψηλό βαθμό αιφνιδιασμού έναντι των αντιπάλων τους κατ’ εκείνο το πρωί της 9ης Απριλίου 1940, όταν οι ναυτικές δυνάμεις τους, σε μία άριστα συγχρονισμένη ενέργεια, κατέφθασαν ταυτοχρόνως και κατέλαβαν τους λιμένες του Narvik, Bergen, Trondheim και του Kristiansand. Μονάδες αλεξιπτωτιστών και Αερομεταφερομένου Πεζικού κατέλαβαν τους αερολιμένες του Όσλο και του Stavanger. Η Βέρμαχτ είχε καταλάβει με ευκολία τη νορβηγική πρωτεύουσα μέχρι τις πρώτες απογευματινές ώρες. Μόνον στο φιόρδ του Όσλο, οι Γερμανοί σημείωσαν αδυναμία επιτεύξεως του Αντικειμενικού Σκοπού, όταν η δύναμη που είχε σταλεί στην περιοχή εκείνη εισέδυσε στα στενά ύδατα του φιόρδ και εβλήθη ανηλεώς από την νορβηγική παράκτια άμυνα. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα τη βύθιση του βαρέος καταδρομικού «Μπλύχερ» («Blücher»), το οποίο μετέφερε μονάδες στρατηγείου για τις γερμανικές δυνάμεις και την απώλεια 1.000 περίπου Γερμανών στρατιωτών και ναυτών. Εν τούτοις, παρά την απώλεια του προαναφερθέντος σκάφους καθώς και του ελαφρού καταδρομικού «Καινιξβέργη» («Königsberg»), στο Bergen, αλλά και δέκα ακόμη αντιτορπιλικών του γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού –κατόπιν συμπλοκής με το βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό στο Narvik, λίγες ημέρες μετά τη γερμανική απόβαση– οι Γερμανοί επέτυχαν όλους τους μείζονες Αντικειμενικούς Σκοπούς που είχαν θέσει την πρώτη ημέρα της επιχειρήσεως. Ο νορβηγικός στρατός, ο οποίος αποτελείτο, εν πολλοίς, εξ εφέδρων, δεν ήταν σε θέση να επιστρατεύσει περισσοτέρους από 40.000 εκ των 106.000 ανδρών που υποτίθεται ότι μπορούσε να παρατάξει.


Περί τα μέσα Απριλίου 1940, βρετανικά και γαλλικά στρατεύματα απεβιβάσθησαν εις Namsos και Andalsnes, σε μιαν απόπειρα να περικυκλώσουν τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές, που είχαν αγκιστρωθεί στο Trondheim. Οι γερμανικές δυνάμεις που ενεργούσαν στο Bergen και στο Trondheim είχαν αποκοπεί από τη γραμμή ενισχύσεων και ανεφοδιασμού από θαλάσσης, κατά τις πρώτες εβδομάδες της εκστρατείας, και, επομένως, είχαν καταστεί ευάλωτες σε πιθανή εχθρική αντεπίθεση. Η μείζων δυσκολία, όμως, την οποία αντιμετώπισαν οι Γερμανοί στην Κεντρική Νορβηγία, συνίστατο στην αντιμετώπιση των υποβρυχίων του αγγλικού Βασιλικού Ναυτικού, που απεδείχθησαν και η πιο αποτελεσματική συνιστώσα της στρατιωτικής/ναυτικής δυνάμεως των δυτικών Συμμάχων κατά την εκστρατεία εκείνη. Πράγματι, ο Στόλος Υποβρυχίων του Royal Navy επέτυχε να πλήξει καίρια πολλά από τα σκάφη που μετέφεραν προμήθειες και πολεμοφόδια για τα γερμανικά στρατεύματα.

Όπως προανεφέρθη, περί τα μέσα Απριλίου, μεγάλη συμμαχική δύναμη απεβιβάσθη στο στόμιο του φιόρδ του Νάρβικ και άρχισε αργή προέλαση κατά ξηράν, προκειμένου να ανακαταλάβει τον ομώνυμο –σπουδαίας στρατηγικής σημασίας– λιμένα. Εν τούτοις, όλες οι απόπειρες των αγγλογαλλικών χερσαίων στρατευμάτων απέτυχαν παταγωδώς. Η κατάληψη των αεροδρομίων της Νορβηγίας από την Luftwaffe έδωσε στους Γερμανούς αεροπορική υπεροχή στο θέατρο της Βορείου Θαλάσσης και οι βρετανικές δυνάμεις, οι οποίες απεβιβάσθησαν εις Namsos και Andalsnes, διαθέτοντας μικρή υποστήριξη από αέρος και αντιμετωπίζοντας διαρκείς γερμανικές αεροπορικές επιθέσεις, αδυνατούσαν να κρατήσουν τις θέσεις τους. Οι συμμαχικές δυνάμεις απεσύρθησαν, τελικώς, από την κεντρική Νορβηγία περί τας αρχάς Μαΐου. Απέμενε πλέον μόνον το Νάρβικ, όπου ένα γερμανικό Σύνταγμα Πεζικού, ενισχυμένο και από τα πληρώματα των βυθισθέντων αντιτορπιλλικών, εμάχετο σθεναρώς, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο και να καθυστερήσει την προέλαση της (αριθμητικώς πολύ υπέρτερης) συμμαχικής δυνάμεως. Μόλις η κεντρική Νορβηγία κατέστη ασφαλής για τους Γερμανούς, η Λουφτβάφε, δυναμένη πλέον να επιχειρεί από των αεροδρομίων του Τρόντχαϊμ και αλλαχού εναντίον των αγγλικών και γαλλικών ναυτικών δυνάμεων, κατέστησε τις συμμαχικές θέσεις στο Νάρβικ εξαιρετικά ευάλωτες και οι Αγγλογάλλοι αναγκάσθηκαν να απαγκιστρωθούν από τον λιμένα τον Ιούνιο του 1940.


Η εκστρατεία της Νορβηγίας επέφερε σοβαρές απώλειες και για τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Το γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό διαδραμάτισε πολύ σημαντικό ρόλο, υπέστη όμως και ανάλογες ζημίες. Η «Kriegsmarine» απεδείχθη λίαν επιτυχής στη μεταφορά του πρώτου κύματος των γερμανικών χερσαίων δυνάμεων στην ακτή, πλην όμως επλήγη βαρύτατα από το (παραδοσιακά, πολύ υπέρτερον) «Royal Navy». Αλλά και το τελευταίο, συμπεριλαμβανομένου και του εμπορικού στόλου που το συνεπικουρούσε, κατέβαλε βαρύτατο τίμημα. Μεταξύ των απωλειών συμπεριλαμβάνεται και το αεροπλανοφόρο «Glorious» («Ένδοξος»), το οποίο βυθίσθηκε από το γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό στο τέλος της εκστρατείας. Βαρύτατες υπήρξαν και οι αεροπορικές απώλειες αμφοτέρων των μερών: Η «Luftwaffe» έχασε 260 αεροσκάφη, ενώ η RAF και το Βασιλικό Ναυτικό 163, συνολικά. Οι απώλειες τόσο των βρετανικών όσο και των γερμανικών χερσαίων δυνάμεων ήσαν μάλλον συγκρατημένες, αλλά οι συμμαχικές ταξιαρχίες που είχαν αποβιβασθεί στην κεντρική Νορβηγία έχασαν όλον τον οπλισμό τους.

Από επιχειρησιακής και στρατηγικής επόψεως, η εκστρατεία απετέλεσε μεγίστη επιτυχία της Γερμανίας: Η κατάληψη της Νορβηγίας διασφάλισε τον εφοδιασμό του γερμανικού Ράιχ με υψηλής ποιότητος σιδηρομεταλλεύματα εκ Σουηδίας. Εξασφάλισε, περαιτέρω, για τη Γερμανία, τον έλεγχο της Βορείου Θαλάσσης. Παρέσχε, τέλος, στη γερμανική πλευρά, μία πρώτης τάξεως αεροναυτική βάση - ιδεώδες ορμητήριο για τη διενέργεια επιθέσεων, τόσον των υποβρυχίων του γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού όσο και των πολεμικών αεροσκαφών της Λουφτβάφε, εναντίον των Βρετανικών Νήσων.




- Νάρβικ , Απρίλιος 1940 . Ο εφιάλτης του Γερμανικού Ναυτικού. Γιάννης Τερνιώτης , περιοδικό Ναυτική Ιστορία. εκδόσεις Περισκόπιο
- Ευφυής στρατηγική και εφαρμοσμένη διακλαδικότητα. Η Γερμανική Εκστρατεία στη Νορβηγία. Ηλίας Ηλιόπουλος, περιοδικό ΓΕΣ/ΔΙΣ
- http://www.yin.mil.gr/wp-content/upload ... 10/580.pdf , σελ. 35 - 54
- https://en.wikipedia.org/wiki/Battles_of_Narvik
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 3381

Re: Διάφορα Θέματα και Ιστορίες.

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 26 Ιούλ 2020, 18:28

Η στρατηγική αξία της Βορείου Θαλάσσης – Η Νορβηγία ως κλειδόλιθος της γερμανικής ναυτικής στρατηγικής

Ο πλέον ένθερμος θιασώτης της ιδέας διενεργείας μιας εισβολής στη Νορβηγία ήταν το γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό. Το γεγονός ουδόλως ξενίζει, λαμβανομένης υπ’ όψιν της εμπειρίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και των διδαγμάτων που εξήγαγαν οι αξιωματικοί του γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού εξ αυτής. Ήδη κατά τον Μεσοπόλεμο, οι ευφυέστεροι εγκέφαλοι της «Kriegsmarine» είχαν σοβαρούς λόγους να θεωρούν τη Νορβηγία ως κλειδόλιθο της γερμανικής ναυτικής στρατηγικής σε περίπτωση νέου πολέμου με την θαλασσοκράτειρα Βρετανία – και τούτο είχε καταστεί κοινό μυστικό.

Εν έτει 1929, ο Αντιναύαρχος Wolfgang Wegener, παλαίμαχος του Μεγάλου Πολέμου και διεθνώς ανεγνωρισμένος θεωρητικός της ναυτικής ισχύος και στρατηγικής, ο οποίος έχαιρε υψηλής υπολήψεως μεταξύ φίλων και πρώην αντιπάλων αδιακρίτως, εξέδωσε το μνημειώδες σύγγραμμά του υπό τον τίτλο «Η Ναυτική Στρατηγική του Παγκοσμίου Πολέμου», το οποίον έμελλε ταχέως να καταστεί η «Βίβλος» του γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού.

Προβαίνοντας σε μιαν εντυπωσιακή, όσον και απολύτως ακριβή στρατηγική σύλληψη και ανάλυση, ο Ναύαρχος Βέγγενερ προσδιόρισε ως το βαρύτερο σφάλμα της Γερμανίας, από στρατηγικής απόψεως, κατά τη διάρκεια του προηγηθέντος Μεγάλου Πολέμου (1914-18), το γεγονός ότι δεν μερίμνησε ώστε να καταλάβει την Νορβηγία, ούτως ώστε:
α) να αποτρέψει τη χρήση της, εκ μέρους του αγγλικού Βασιλικού Ναυτικού, στο πλαίσιο της εφαρμοσθείσης στρατηγικής ναυτικού και οικονομικού αποκλεισμού της Γερμανίας,
β) να εξασφαλίσει, κατά συνέπειαν, στον γερμανικό πολεμικό και εμπορικό στόλο ελευθερία κινήσεως στην Β. Θάλασσα και
γ) να δύναται, πλέον, να χρησιμοποιήσει εκείνη (η Γερμανία) τη Νορβηγία ως ορμητήριο επιχειρήσεων κατά της Βρετανίας, του Βασιλικού Ναυτικού και του εμπορικού στόλου της.

Εν προκειμένω, επιβάλλεται, έστω και λίαν συνοπτικώς, μία ιστορική αναδρομή στην εξέλιξη της υψηλής στρατηγικής και, κατ’ επέκτασιν, της ναυτικής στρατηγικής της Γερμανίας. Από του τέλους του 19ου αι. και μέχρι της παραμονής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η Γερμανία επεχείρησε να επιλύσει το στρατηγικό πρόβλημα που της έθετε η αγγλική κυριαρχία επί της Βορείου Θαλάσσης με την υιοθέτηση μιας ναυτικής στρατηγικής, η οποία συνίστατο στα ακόλουθα σημεία:
α) απόκτηση της γεωστρατηγικώς κρίσιμης νήσου Ελιγολάνδης και ανέγερση εκεί Ναυτικής Βάσεως,
β) εφαρμογή εκτεταμένων ναυτικών εξοπλιστικών προγραμμάτων και ναυπήγηση ισχυρού πολεμικού στόλου και δη θωρηκτού.

Το τελευταίο είχε σκοπό: α) αφ’ ενός μεν, την ενίσχυση της αξιοπιστίας της Γερμανίας και τον καταναγκασμό της Μ. Βρετανίας στην αποδοχή του γερμανικού Ράιχ ως ισοτίμου δρώντος στον διεθνή συσχετισμό ισχύος και στα διεθνή παίγνια επιρροής (αναγνώριση, εκ μέρους των ήδη υφισταμένων αποικιακών δυνάμεων και ιδιαιτέρως της Μ. Βρετανίας, του «δικαιώματος» του νεοσύστατου γερμανικού Ράιχ σε «μίαν θέσιν υπό τον ήλιον» –“einen Platz an der Sonne” :laugh1: – κατά την παροιμιώδη διακήρυξη του καγκελαρίου φον Μπύλωφ) – καθώς και την αξιόπιστη αποτροπή βρετανικής επιθετικής ενεργείας, β) αφ’ ετέρου δε, την πολεμική προπαρασκευή του γερμανικού Αυτοκρατορικού Ναυτικού («Kaiserliche Marine») για την επιτυχή διεξαγωγή της αποφασιστικής ναυμαχίας («Entscheidungsschlacht zur See») με το βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό, όταν η συγκυρία για το πρώτο θα καθίστατο ευνοϊκή.

Συγχρόνως, όμως, ήδη την περίοδο εκείνη, υπό το κράτος και της επιρροής των συγχρόνων θεωριών των Mahan, Corbett, Ratzel και λοιπών, υψώθηκαν φωνές, εντός του γερμανικού Αυτοκρατορικού Ναυτικού, υπέρ μιας δυναμικής επεμβάσεως στα δεδομένα της ναυτικής γεωγραφίας – πέραν δηλαδή της απόπειρας αντιμετωπίσεως του στρατηγικού προβλήματος της Γερμανίας στη θαλάσσια περιοχή βορείως των συνόρων της διά «συμβατικών» μέσων. Συναφώς, ο Ναύαρχος Wolfgang Wegener επέκρινε την ηγεσία της «Kaiserliche Marine», διότι δεν απέδιδε τη δέουσα προσοχή στις σύγχρονες τότε και εξαιρετικά προσφιλείς στους στρατιωτικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους, γεωγραφικές θεωρήσεις, αλλά προσπαθούσε να επιλύσει το στρατηγικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε μόνον διά τακτικών μέσων. Υπενθύμιζε δε ότι «στρατηγική είναι το δόγμα των στρατηγικών - γεωγραφικών θέσεων, των αλλαγών τους και της επιδεινώσεώς τους». Όθεν, ο Ναύαρχος Βέγκενερ συνιστούσε την υιοθέτηση μιας επιθετικής στρατηγικής, προς βελτίωσιν της γεωγραφικής θέσεως του γερμανικού Ράιχ.

Και η μεν ναυτική στρατηγική, την οποία σχεδίασε και εφήρμοσε ο Αρχηγός του Αυτοκρατορικού Ναυτικού, προ του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ακόμη, Μέγας Ναύαρχος Αλφρέδος Φρειδερίκος φον Τίρπιτς (Alfred Friedrich von Tirpitz), δεν επέτυχε, τελικώς, τους σκοπούς της:
α) Δεν εξανάγκασε την Μ. Βρετανία να αποδεχθεί διαμοιρασμό της κυριαρχίας των θαλασσών με τη Γερμανία.
β) Δεν λειτούργησε προς την επιθυμητή κατεύθυνση της αποτροπής έναντι της Μ. Βρετανίας.
γ) Ως κρίνεται εκ του αποτελέσματος (ανάγνωθι: Γιουτλάνδη – αλλά και συνολική διεξαγωγή του Ναυτικού Πολέμου): Δεν προετοίμασε –ή, έστω, δεν πρόλαβε χρονικώς να προετοιμάσει– το γερμανικό Αυτοκρατορικό Ναυτικό επαρκώς και ικανοποιητικώς για την επερχόμενη αποφασιστική ναυμαχία με το βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό.
δ) Απ’ εναντίας, ενίσχυσε τη θαλασσοκράτειρα Αγγλία στην απόφασή της να μην υποχωρήσει έναντι των γερμανικών απαιτήσεων στο ζήτημα των ναυτικών εξοπλισμών, να προπαρασκευασθεί καταλλήλως για την επερχόμενη κατά θάλασσαν αναμέτρηση και να σφυρηλατήσει διακρατική συμμαχία εναντίον του επίφοβου δυνητικού ηπειρωτικού ηγεμόνα, προς αποτροπήν της συγκροτήσεως ενός γεωπολιτικώς, γεωοικονομικώς και γεωστρατηγικώς ενοποιημένου πόλου ισχύος στη δυτική πλευρά της ευρασιατικής παγκοσμίου νήσου.

Εν τούτοις, η προαναφερθείσα συμβουλή του Ναυάρχου Βέγγενερ φαίνεται ότι ελήφθη σοβαρώς υπ’ όψιν από τους ιθύνοντες του γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού (Kriegsmarine) κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εφαρμοσμένη Διακλαδικότητα και επιτυχία του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού στους τομείς των Επικοινωνιών και Πληροφοριών


Καταληφθέντες εξ απίνης την 9η Απριλίου 1940 (ως μη έδει, διότι διέθεταν σωρείαν ενδείξεων περί της σχεδιαζομένης γερμανικής εισβολής) και διαπιστώνοντας ότι οι Γερμανοί κυριολεκτικώς τους πρόλαβαν, οι Αγγλο-Γάλλοι έσπευδαν, πλέον, ασθμαίνοντες προς τη Β. Θάλασσα, προκειμένου να διασφαλίσουν τους μείζονος στρατηγικής σημασίας νορβηγικούς λιμένες και να επικουρήσουν τα νορβηγικά στρατεύματα.

Καθώς οι βρετανικές ναυτικές δυνάμεις έπλεαν προς τα δυτικά της Νορβηγίας τις πρώτες ημέρες της εκστρατείας, εντοπίσθηκαν αμέσως από τα γερμανικά αναγνωριστικά αεροσκάφη και επλήγησαν, εν συνεχεία, από τα βομβαρδιστικά και τα καταδιωκτικά καθέτου εφορμήσεως τύπου «Stukas». Την πρώτη ημέρα της εκστρατείας, τρεις μοίρες ναυτικής αναγνωρίσεως της «Luftwaffe» διενήργησαν 49 εξόδους, προκειμένου να εντοπίσουν τον βρετανικό «Home Fleet». Κάθε φορά που οι βρετανικές ναυτικές μονάδες επιφανείας εντοπίζονταν, τα γερμανικά αναγνωριστικά σήμαιναν τα γερμανικά σκάφη και καλούσαν τα βομβαρδιστικά και τα «Stukas». Το απόγευμα της 9ης Απριλίου 1940, δύο πτέρυγες βομβαρδιστικών και ένας σχηματισμός «Stukas» επετέθησαν εναντίον του Βασιλικού Ναυτικού, βυθίζοντας ένα αντιτορπιλικό και προξενώντας ζημίες σε πέντε καταδρομικά καθώς και σε μερικά μικρότερα και βοηθητικά σκάφη. Αντιμέτωποι με τη γερμανική αεροπορική απειλή, οι Βρετανοί απεφάσισαν να τραβήξουν τις ναυτικές δυνάμεις τους μακράν του θαλασσίου χώρου του κειμένου δυτικώς και νοτίως της Νορβηγίας.

Εξ άλλου, καθ’ όλην τη διάρκεια της εκστρατείας, οι επικοινωνίες μεταξύ των μοιρών αναγνωρίσεως της Λουφτβάφε και του Στρατηγείου του 10ου Αεροπορικού Σώματος ήσαν εξαιρετικές και η πληροφόρηση για τις κινήσεις του βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού διεβιβάζετο αμέσως στο γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό και στις χερσαίες δυνάμεις. Οι μοίρες μακράς αναγνωρίσεως της «Luftwaffe» απεδείχθησαν ικανές να παράσχουν μια πολύ καλή εικόνα των αγγλικών και νορβηγικών χερσαίων δυνάμεων στα φίλια τμήματα. Από την άλλη πλευρά, οι μοίρες αναγνωρίσεως της RAF και του Βασιλικού Ναυτικού, ενεργώντας επιχειρησιακά σε μια τεράστια ακτίνα και όντας ευάλωτες στις επιθέσεις της «Luftwaffe» (που εφορμούσε από των βάσεων της Νορβηγίας και της Δανίας, τις οποίες μόλις είχε καταλάβει), απεδείχθησαν ανίκανες να παράσχουν στις φίλιες δυνάμεις μιαν ακριβή εικόνα των γερμανικών θέσεων και της ισχύος και κινήσεως των εχθρικών στρατευμάτων, κατά τη διάρκεια των μαχών του Τρόντχαϊμ και της κεντρικής Νορβηγίας.

Εξ άλλου, οι Γερμανοί κατείχαν το ουσιώδες και, εν τέλει, κρίσιμο πλεονέκτημα της τεχνολογικής υπεροχής του συστήματος επικοινωνιών, το οποίο διέθεταν την περίοδο που έλαβε χώρα η εκστρατεία της Νορβηγίας. Εν προκειμένω, ο ρόλος του γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού απεδείχθη καίριος: Είναι γνωστό ότι η Υπηρεσία Πληροφοριών του Ναυτικού διέθετε εξαίρετο ανθρώπινο δυναμικό – ας μη λησμονείται, άλλωστε, ότι από αυτήν προήρχετο και ο πολύς Γουλιέλμος Κανάρης (ο Ναύαρχος Wilhelm Canaris). Η περίφημη «B-Diest», η Υπηρεσία Πληροφοριών του γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού, είχε καταφέρει να «σπάσει» δύο από τους βασικούς κώδικες του αγγλικού Βασιλικού Ναυτικού: τον κώδικα «Naval Cypher», που αφορούσε επιχειρησιακά σήματα και τον «Naval Code», που αφορούσε την διοικητική μέριμνα και τις κινήσεις των αγγλικών σκαφών. Συνεπεία τούτου, τον Απρίλιο του 1940, η Υπηρεσία Πληροφοριών της «Kriegsmarine» ήταν σε θέση να διαβάζει το 50% των μηνυμάτων που αποστέλλονταν μέσω του κώδικα «Naval Chypher», παρέχοντας στο Ναυαρχείο και στις μονάδες ροή πληροφοριών για τις θέσεις και μετακινήσεις των μεγάλων μονάδων του Βασιλικού Ναυτικού.


Συνεπώς, διαθέτοντες αυτό το πλεονέκτημα, σε συνδυασμό με την αρίστη χρήση των μοιρών αναγνωρίσεως της «Luftwaffe», οι Γερμανοί ήσαν σε θέση να έχουν ακριβή εικόνα των αγγλικών κινήσεων. Αντιθέτως, κατ’ εκείνην τη φάση του πολέμου, οι Βρετανοί αποκρυπτογράφοι είχαν σημειώσει μικρή μόλις πρόοδο ως προς την αποκρυπτογράφηση του περίφημου συστήματος «Αίνιγμα» (ENIGMA) του γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού. Ειρήσθω εν παρόδω ότι, προ της εισβολής στην Νορβηγία, η «Luftwaffe» και το γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό είχαν διαταχθεί να τηρήσουν σιγή ασυρμάτου. Μετά την έναρξη της εισβολής, οι μονάδες της «Luftwaffe» βασίζονταν κυρίως στον ραδιο-ασύρματο για τις επικοινωνίες τους, με συνέπεια να επιτύχουν οι Βρετανοί, χάρις στο πρόγραμμα «ULTRA», να υποκλέψουν και να αποκωδικοποιήσουν πλείστα όσα μηνύματα, που αφορούσαν στις θέσεις, την οργάνωση, την ισχύ και τις μετακινήσεις της γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας. Ωστόσο, κατ’ εκείνο το διάστημα του πολέμου, οι Γερμανοί διατηρούσαν ακόμα το πλεονέκτημα στον τομέα των επικοινωνιών.

Η αποτυχία του Royal Navy και της RAF στους τομείς των επικοινωνιών και πληροφοριών

Το «fiasco»

Αναμφιβόλως, μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες, όσο και εντυπωσιακές, αποτυχίες της βρετανικής στρατιωτικής ηγεσίας υπήρξε η αδυναμία ή ανικανότητα να αναλυθούν και να εκτιμηθούν ορθώς οι (απειράριθμες!) ενδείξεις –προ της 9ης Απριλίου 1940– ότι οι Γερμανοί συγκροτούσαν μία δύναμη εισβολής.

Στις αρχές του 1940, η Διοίκηση Βομβαρδιστικών (Bomber Command) της RAF διενήργησε μια σειρά επιθέσεων εναντίον γερμανικών ναυτικών εγκαταστάσεων στην Βόρειο Θάλασσα και ανέφερε τα σχετικά με τις γερμανικές θέσεις και διαθεσιμότητες. Μέχρι των αρχών Απριλίου έπρεπε να έχει καταστεί φανερό στους Βρετανούς ότι το γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό προέβαινε στη συγκέντρωση μεγάλου αριθμού μονάδων, με προφανή σκοπό τη διενέργεια μιας επιχειρήσεως ευρείας κλίμακος. Στις 4 Απριλίου, φερ’ ειπείν, έφθασαν ως και αναφορές πρακτόρων από την Κοπεγχάγη, που προειδοποιούσαν για γερμανική επικείμενη κίνηση στην Νορβηγία. Άλλες αναφορές περί ευρείας κλίμακος κινήσεων γερμανικών σκαφών στη Βαλτική Θάλασσα και στον όρμο της Ελιγολάνδης (Βόρειος Γερμανία) ελήφθησαν στις 6 Απριλίου. Το πρωί της 7ης Απριλίου, η Διοίκηση Παρακτίου Αμύνης (Coastal Command) ανέφερε κινήσεις γερμανικών πολεμικών σκαφών στη Βόρειο Θάλασσα και συγκεκριμένα ενός καταδρομικού και έξι αντιτορπιλικών. Η πληροφορία εβασίζετο σε εναέρια φωτοαναγνώριση. Είναι ενδεικτικό ότι η εν λόγω αναφορά χρειάσθηκε 2,5 ώρες για να διέλθει τη γραφειοκρατία των επιτελείων και να φθάσει, εν τέλει, στο γραφείο του Αρχηγού του Home Fleet, Ναυάρχου Charles Forbes. Εν τω μεταξύ, ως και συμπλοκή υπήρξε, καθώς η Διοίκησις Βομβαρδιστικών της RAF στις 13.25 της ίδιας ημέρας, εντόπισε και επετέθη, προ των ακτών του Skagerrak, εναντίον μιας γερμανικής ναυτικής μοίρας, η οποία απετελείτο από ένα θωρακισμένο καταδρομικό, δύο καταδρομικά, δέκα αντιτορπιλικά και άλλες μονάδες επιφανείας. Σημειωτέον ότι και αυτή η πληροφορία χρειάσθηκε, επίσης, τέσσερις ώρες μέσω των διαύλων επικοινωνίας και γραφειοκρατίας της RAF, έως ότου φθάσει, τελικώς, στο Βασιλικό Ναυτικό.

Όταν, επιτέλους, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι απήντησαν στη γερμανική εισβολή, αποστέλλοντας χερσαίες δυνάμεις στην κεντρική και βόρειο Νορβηγία, η αποτυχία της συμμαχικής σχεδιάσεως (που υποτίθεται ότι προετοιμαζόταν επί έξι μήνες ακριβώς για ένα παρόμοιο ενδεχόμενο, και πάντως για την διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Νορβηγία) κατέστη οδυνηρά εμφανής, προσλαμβάνοντας τις διαστάσεις ενός «fiasco». Απεδείχθη ότι ως και πληροφορίες ανοικτών πηγών, ακόμη και για τα στοιχειώδη των νορβηγικών λιμένων και της εν γένει γεωγραφίας της χώρας δεν είχαν συλλεγεί και αναλυθεί προσηκόντως.

Οι λιμένες του Namsos και Andalsnes ήσαν πολύ μικροί για να υποστηρίξουν οιανδήποτε συμμαχική αποβατική ενέργεια. Η γαλλική Ταξιαρχία π.χ. που αφίχθη εις Νάμσος, υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει όλον τον βαρύ οπλισμό της (ακόμη δε και τους ημιόνους και τα σκι) στο μεταγωγό σκάφος, και τούτο διότι οι αρμόδιοι της σχεδιάσεως της επιχειρήσεως είχαν παραγνωρίσει μιαν (ήσσονος σημασίας για εκείνους) «λεπτομέρεια», ότι δηλαδή το σκάφος ήταν πολύ μεγάλο για να μπορέσει να διεισδύσει στον λιμένα. :o Εξ άλλου, ούτε ο βρετανικός στρατός ούτε η RAF είχαν εφοδιασθεί με ακριβείς χάρτες της Νορβηγίας. Η Αεροπορική Υπηρεσία του Βασιλικού Ναυτικού διενήργησε υπερπτήσεις, χρησιμοποιώντας χάρτες του Ναυαρχείου χωρίς τοπογραφικές αναφορές – ένα εξαιρετικά ριψοκίνδυνο εγχείρημα όταν κανείς υπερίπταται μιας εξόχως ορεινής χώρας, όπως η Νορβηγία. Η Διοίκηση Βομβαρδιστικών της Βασιλικής Αεροπορίας προσέφυγε στη χρησιμοποίηση των χαρτών από το περί Σκανδιναβίας κεφάλαιο του Γεωγραφικού Άτλαντα Baedeker (έκδοση 1912), προκειμένου να μπορέσει να κατευθύνει τα αεροσκάφη της, τα οποία έπρεπε να διενεργήσουν επιθέσεις εναντίον των αεροδρομίων της νοτίου Νορβηγίας, που είχαν καταληφθεί από τους Γερμανούς την πρώτη ημέρα των εχθροπραξιών. Τέλος, η βρετανική διοίκηση είχε αποτύχει ολοσχερώς να εγκαταστήσει αξιωματικούς - συνδέσμους και κλιμάκια επικοινωνιών με τους Νορβηγούς συμμάχους της.

Αναντιλέκτως, η πενιχρή πληροφόρηση επηρέασε ουσιωδώς την αποτελεσματικότητα της Βασιλικής Αεροπορίας στην εκστρατεία εκείνη. Εν αντιθέσει προς τους Βρετανούς, που είχαν να επιδείξουν αξιοσημείωτα κακές επιδόσεις στον τομέα των διακλαδικών πληροφοριών και του συντονισμού σε επιχειρησιακό και τακτικό επίπεδο, οι γερμανικές δυνάμεις είχαν σχεδιάσει προσεκτικά τις κινήσεις τους, καθ’ όσον αφορά στον συντονισμό και στην επικοινωνία μεταξύ επιμέρους κλάδων και μονάδων. Ο τομέας των πληροφοριών έμελλε να αποδειχθεί κρίσιμος για την έκβαση της επιχειρήσεως «Weserübung».

Το σφάλμα του Royal Navy: Υπερεκτίμηση ιδίων ικανοτήτων και υποτίμηση του εχθρού

Η αγγλική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία ασφαλώς γνώριζε την ανεκτίμητη στρατηγική αξία της Βορείου Θαλάσσης, και δη της Νορβηγίας, για τη Γερμανία: Το Ναυαρχείο τελούσε πλήρως ενήμερο της τεράστιας δημοτικότητας, της οποίας έχαιραν το σύγγραμμα και οι θέσεις του Ναυάρχου Βέγγενερ εντός των τάξεων του γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού. Το Υπουργείο Οικονομικού Πολέμου (Ministry of Economic Warfare) είχε μελετήσει διεξοδικώς το ζήτημα των εισαγωγών σιδηρομεταλλευμάτων από τη Σκανδιναβική Χερσόνησο προς τη Γερμανία, μέσω των νορβηγικών λιμένων, και είχε αναδείξει, σε επανειλημμένες εκθέσεις του της διετίας 1939-40, τη ζωτική σημασία των εισαγωγών αυτών για την πολεμική οικονομία του Ράιχ. Για την οριστική παύση των μεταφορών αυτών, άλλωστε, το Υπουργείο Πολέμου απεφάσισε και ενέκρινε, τον Μάρτιο του 1940, την άσκηση βίας: τη χρησιμοποίηση του Βασιλικού Ναυτικού.

Ωστόσο, το Ναυαρχείο, αλλά και η εν γένει στρατιωτική και πολιτική ηγεσία στο Λονδίνο, αδυνατούσαν καν να διανοηθούν, έστω και ως υπόθεση εργασίας, ότι οι Γερμανοί θα είχαν (ή θα εξεύρισκαν) την βούληση –πόσω δε μάλλον τις ικανότητες και δυνατότητες– να αμφισβητήσουν εμπράκτως το «Command of the Sea» του Βασιλικού Ναυτικού στη Βόρειο Θάλασσα, αναλαμβάνοντας ένα μέχρις αυτοκτονίας ριψοκίνδυνο εγχείρημα κατά της Νορβηγίας (όταν, μάλιστα, οι θέσεις αφετηρίας της «Kriegsmarine» του 1939/40 ήσαν κατά πολύ μειονεκτικότερες εκείνων της «Kaiserliche Marine» του 1914). Η παραδοχή της ηγεσίας ήταν ότι στην θεωρουμένη ως ακραία υποθετική περίπτωση, κατά την οποία οι Γερμανοί θα επιχειρούσαν, πράγματι, κατά της σκανδιναβικής χώρας, το μέγιστον το οποίο θα κατόρθωναν θα ήταν η απόβαση περιορισμένου αριθμού δυνάμεων στην Νότιο Νορβηγία, στην περιοχή του Όσλο – οπόταν θα απεστέλλετο ένα βρεταννικό Εκστρατευτικό Σώμα δυνάμεως τεσσάρων Ταξιαρχιών Πεζικού, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα υπό του Σχεδίου «R 4» του «War Office», με αντικειμενικούς σκοπούς την διασφάλιση των στρατηγικής σημασίας λιμένων της Δυτικής Νορβηγίας και των υδατίνων διαύλων και, δευτερευόντως, την ενίσχυση του Νορβηγικού Στρατού.


Παρά την ύπαρξη όχι αμελητέων ενδείξεων μιας γερμανικής εμπλοκής στην Νορβηγία –και τη διαρκή εμφάνιση ολοένα και περισσοτέρων, όπως προανεφέρθη– οι Βρετανοί ιθύνοντες θεωρούσαν «απλώς» αδιανόητον ότι οι Γερμανοί ομόλογοί τους θα έφθαναν μέχρι του σημείου να ριψοκινδυνεύσουν την ολοσχερή καταστροφή του (συγκριτικώς) «λιλιπουτείου» πολεμικού στόλου τους από τον κραταιό «Home Fleet» του «Royal Navy», επιτιθέμενοι κατά των λιμένων Stavanger, Bergen, Trondheim και Narvik. Ο εφησυχασμός του αγγλικού Ναυαρχείου, αλλά και της ηγεσίας εν γένει, εβασίζετο στην αίσθηση του ατρώτου, η οποία απέρρεε από το «μέγα της θαλάσσης κράτος» της Γηραιάς Αλβιώνος: Την εντυπωσιακώς συντριπτική, ποσοτική και ποιοτική, υπεροχή του Βασιλικού Ναυτικού έναντι του γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού, αλλά και παντός άλλου, ο οποίος θα αποτολμούσε να αμφισβητήσει την (αληθώς πλανητικών διαστάσεων) θαλάσσια κυριαρχία της από αιώνων ηγεμονευούσης ναυτικής δυνάμεως – πόσω δε μάλλον στη Βόρειο Θάλασσα, που αποτελούσε, από εποχής ναπολεοντείων πολέμων, για την Βρετανία ό,τι και το Ιόνιον Πέλαγος για την Γαληνοτάτη Ναυτική Δημοκρατία της Βενετίας τον καιρό της θαλασσοκρατίας της τελευταίας.

Μόνη «παραφωνία» εντός του Ανωτάτου Ναυτικού Συμβουλίου αποτελούσε ο Διοικητής Υποβρυχίων, Αντιναύαρχος Sir Max Kennedy Horton. Ο Διοικητής Υποβρυχίων του Βασιλικού Ναυτικού είχε μελετήσει εις βάθος το έργο του Ναυάρχου Wegener και τη γερμανική ναυτική στρατηγική εν γένει, είχε δε σχηματίσει την εδραία πεποίθηση ότι οι Γερμανοί θα ενεργούσαν και δη τάχιστα και αποφασιστικώς. Καίτοι αποτελούσε «φωνή βοώντος εν τη ερήμω», ο Ναύαρχος Χόρτον προέβη σε μία ενέργεια, τον Μάρτιο του 1940, η οποία έμελλε να αποδειχθεί, μετέπειτα, η σοφότερη κίνηση της αγγλικής πλευράς: Συγκέντρωσε όλες τις διαθέσιμες μονάδες υποβρυχίων στα νορβηγικά ύδατα και μετά ταύτα, ανέμενε την κίνηση των Γερμανών. Τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα την απαγόρευση του διά θαλάσσης ανεφοδιασμού των μονάδων της Βέρμαχτ και μάλιστα άμα τη ενάρξει των εχθροπραξιών. Κανένα γερμανικό μεταγωγό δεν μπορούσε πλέον να προσορμίσει στο Όσλο και στους λιμένες της Δ. Νορβηγίας. Η διορατικότητα του Διοικητού Υποβρυχίων και η δράση των μονάδων του αποτέλεσαν τη μόνη αιτία προκλήσεως σοβαράς ανησυχίας εντός της γερμανικής Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοικήσεως κατά τη διάρκεια της νορβηγικής εκστρατείας.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει, εξ άλλου, το γεγονός ότι οι βεβαιότητες που απέρρεαν από την αίσθηση υπεροχής του Βασιλικού Ναυτικού εμπόδισαν τους Βρετανούς ιθύνοντες να συλλάβουν νοητικώς και να διερευνήσουν την περίπτωση, έστω και ως απώτερο ενδεχόμενο, γερμανικής προσβολής της Νορβηγίας δι’ άλλων μεθόδων και μέσων, και όχι απαραιτήτως, ούτε καν πρωτίστως, διά θαλάσσης. Και όμως, ήταν γνωστό τοις πάσιν ότι η Λουφτβάφε διέθετε, αφ’ ενός μεν, μία επίλεκτη και ισχυρή δύναμη αλεξιπτωτιστών, αφ’ ετέρου δε, έναν εντυπωσιακά ευμεγέθη μεταφορικό στόλο. Εάν οι Βρετανοί αρμόδιοι είχαν κάνει, τα μόλις προηγούμενα χρόνια, απλώς τον κόπο να συλλέξουν και εκτιμήσουν καταλλήλως ορισμένες πληροφορίες ανοικτών πηγών, θα είχαν ασφαλώς αξιολογήσει καταλλήλως δύο άρθρα δημοσιευθέντα στο επίσημο (και ουδόλως απόρρητο) περιοδικό της Λουφτβάφε «Ο Αετός» («Der Adler») εν έτει 1939 και αναφερόμενα στις ασκήσεις της Βέρμαχτ του έτους 1937, το σενάριο των οποίων προέβλεπε τη ρίψη ισχυρού αριθμού αλεξιπτωτιστών προς κατάληψιν κομβικών σημείων, σε ικανή απόσταση όπισθεν των γραμμών του «Εχθρού».

Προσέτι, η ικανότητα της γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας στη διενέργεια μεταφοράς ισχυρού όγκου δυνάμεων και οπλισμού είχε, εν τω μεταξύ, επίσης καταστεί εμφανής: Κατά το διάστημα Ιουλίου - Οκτωβρίου 1936, η γερμανική «Luftwaffe» και η ιταλική Βασιλική Αεροπορία («Regia Aeronautica Italiana») μετέφεραν τον ισπανικό στρατό Βορείου Αφρικής, του Στρατηγού Francisco Franco, από τη νότια πλευρά της Μεσογείου στην Ιβηρική Χερσόνησο (στο πλαίσιο της εκκολαπτομένης, κατ’ εκείνο το διάστημα, συμμαχικής σχέσεως μεταξύ της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας του Αδόλφου Χίτλερ και της φασιστικής Ιταλίας του Μπενίτο Μουσσολίνι, αφ’ ενός, και της εθνικιστικής Ισπανίας του Φραγκίσκου Φράνκο, αφ’ ετέρου – η οποία συμμαχική σχέση, όμως, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, εξ αιτίας και της τροπής που έλαβε η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδος την 28/10/1940). Μετεφέρθη τότε από αέρος μία δύναμη 20.000 ανδρών και ένας όγκος οπλισμού και εφοδίων της τάξεως των 270.000 κιλών. Επρόκειτο για την πρώτη τέτοιων διαστάσεων αερογέφυρα της παγκοσμίου στρατιωτικής ιστορίας.

Σημειωτέον δε ότι η πραγματοποίηση ενός τόσο τολμηρού εγχειρήματος έλαβε χώρα καθ’ ον χρόνον το ισπανικό Ρεπουμπλικανικό Ναυτικό ασκούσε πλήρη κυριαρχία στη θαλάσσια περιοχή την κειμένη μεταξύ μητροπολιτικής Ισπανίας και αποικιακών κτήσεων της Β. Αφρικής. Καίτοι πρωτοφανής στα διεθνή χρονικά, η γιγαντιαία επιχείρηση αερομεταφοράς εστέφθη από απόλυτη επιτυχία, συντελώντας ουσιωδώς στην ενίσχυση των Ισπανών εθνικιστών κατά τον σοβούντα εμφύλιο πόλεμο. Μία και μόνη απώλεια αεροσκάφους σημείωσε η Λουφτβάφε και αυτή λόγω αεροπορικού ατυχήματος. Υπό το φως παρομοίων απτών δεδομένων εκπλήσσει, πράγματι, το μέγεθος υπερεκτιμήσεως των ιδίων ικανοτήτων και αντιστρόφως, υποτιμήσεως των ικανοτήτων (και της βουλήσεως) του αντιπάλου, το οποίο επέδειξε η ηγεσία του Royal Navy και οι λοιποί Bρετανοί ιθύνοντες, την άνοιξη του 1940.

Το πρόβλημα διακλαδικότητας στους τομείς διοικήσεως και ελέγχου των συμμάχων


Κατά τη διάρκεια της περιόδου του Μεσοπολέμου, η Μ. Βρετανία ήταν η μόνη μεγάλη στρατιωτική δύναμη η οποία είχε δημιουργήσει ένα πλήρες και περιεκτικό δόγμα διακλαδικών επιχειρήσεων, καθώς επίσης και ένα μεικτό επιτελείο, προς εφαρμογήν μιας ανάλογης στρατιωτικής στρατηγικής. Από τη δεκαετία του ’20 ακόμη, οι Βρετανοί είχαν ιδρύσει διακλαδική σχολή επιτελών («Joint Staff College»), προκειμένου να εκπαιδεύσουν ανωτέρους αξιωματικούς στον συντονισμό της στρατηγικής και των επιχειρήσεων μεταξύ των διαφόρων κλάδων. Αντιθέτως, οι Γερμανοί δεν είχαν αναπτύξει κάποιο παρεμφερές δόγμα περί διεξαγωγής διακλαδικών επιχειρήσεων, ούτε είχαν συστήσει κάποιο μεικτό επιτελείο, επιφορτισμένο τη σχεδίαση αναλόγου στρατηγικής. Μία διακλαδική σχολή επιτελών, η Ακαδημία των Ενόπλων Δυνάμεων («Wehrmachtakademie») λειτούργησε μόνον επί τρία έτη (1935-1938) και μόλις που πρόλαβε να δει την αποφοίτηση ενός μικρού αριθμού αξιωματικών από τις τάξεις της, προτού παύσει να υφίσταται – προφανώς υπό το βάρος εντόνων διαφωνιών, τριβών και ερίδων μεταξύ των διαφόρων κλάδων, όπως ενίοτε συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις.

Λαμβανομένης υπ’ όψιν, λοιπόν, της αγγλικής εμφάσεως σε διακλαδικά δόγματα, σχολές και επιτελεία, είναι όντως εκπληκτικό το ότι οι Βρετανοί απέτυχαν να εγκαθιδρύσουν ένα μεικτό, διακλαδικό στρατηγείο για τις ανάγκες της εκστρατείας της Νορβηγίας (όπως υποτίθεται ότι όριζε το αγγλικό δόγμα) και ότι, αντιθέτως, οι τρεις κλάδοι (Βασιλικός Στρατός, Βασιλικό Ναυτικό, Βασιλική Αεροπορία) οι οποίοι και εκπροσωπούνταν στην Επιτροπή Αυτοκρατορικής Αμύνης «CID» («Committee of Imperial Defence») και στις τακτικές συνόδους των «COS» («Chiefs of Staffs»: Αρχηγοί των Επιτελείων) απέτυχαν σε κάθε επίπεδο (στρατηγικό, επιχειρησιακό, τακτικό) να συντονίσουν τις ενέργειές τους μεταξύ τους. Ακόμη εκπληκτικότερο είναι, βεβαίως, το γεγονός ότι οι Γερμανοί –μολονότι δεν διέθεταν ούτε επίσημο δόγμα κοινών, συνδυαστικών επιχειρήσεων σε στρατηγικό επίπεδο, ούτε σώμα αξιωματικών εκπαιδευμένων βάσει διακλαδικών δογμάτων– απεδείχθησαν στην πράξη απείρως επιτυχέστεροι και αποτελεσματικότεροι στον συντονισμό διακλαδικών επιχειρήσεων.

Εξ άλλου, το βρετανικό δόγμα όριζε ότι προκειμένου περί ενός συγκεκριμένου θεάτρου επιχειρήσεων, η ακολουθητέα οδός ενεργείας ήταν να τοποθετείται ένας και μοναδικός διοικητής, συνεπικουρούμενος από μεικτό επιτελείο, για τη διεύθυνση όλων, ανεξαιρέτως, των επιχειρήσεων, οι οποίες θα ελάμβαναν χώρα στο εν λόγω θέατρο. Παραδόξως, όμως, αυτό που υποτίθεται ότι αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο του αγγλικού δόγματος δεν εφαρμόσθηκε όταν η Βέρμαχτ εισέβαλε στην Νορβηγία.

Μία άλλη εναλλακτική επιλογή, την οποία διέθεταν οι Βρετανοί, ήταν να θέσουν, άμα τη ενάρξει των επιχειρήσεων, όλες τις δυνάμεις που επιχειρούσαν στην Νορβηγία υπό τις διαταγές, π.χ., του Αρχηγού Στόλου του Βασιλικού Ναυτικού, δεδομένου ότι το «Royal Navy» ήταν εκείνος ο κλάδος που θα επωμίζετο το μεγαλύτερο βάρος της διεξαγωγής της επιχειρήσεως, από αγγλικής πλευράς. Πλην όμως, αυτή η εύλογη λύση φαίνεται ότι δεν ελήφθη καν υπ’ όψιν. Αντιθέτως, κατά παράβαση των οριζομένων από το δόγμα περί διακλαδικότητος, άπαντες οι πολιτικοί και στρατιωτικοί ιθύνοντες –το Υπουργικό Συμβούλιο, η Επιτροπή Συντονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων και τα επιμέρους επιτελεία στο Λονδίνο– απέστελλαν χωριστές διαταγές και οδηγίες περί τη διεξαγωγή της επιχειρήσεως. Επί παραδείγματι, το Ναυαρχείο («Admiralty») είχε υπό τας διαταγάς του όλες τις ναυτικές μονάδες που επιχειρούσαν πέριξ της Νορβηγίας, ενώ το Υπουργείο Πολέμου («War Office») ήταν εκείνο που εξέδιδε διαταγές προς τις χερσαίες στρατιωτικές δυνάμεις που επιχειρούσαν στην Νορβηγία.


Και ως να μη έφθαναν όλα αυτά, το αγγλικό Ναυαρχείο είχε τη φαεινή ιδέα να διαιρέσει την θαλάσσια περιοχή της Νορβηγίας σε δύο κεχωρισμένες Ναυτικές Διοικήσεις. Έτσι, ο μεν Ναύαρχος Forbes, ο Αρχηγός του «Home Fleet», αναγορεύθηκε Διοικητής όλων των αγγλικών ναυτικών δυνάμεων της νοτίου και κεντρικής Νορβηγίας, ο δε Ναύαρχος Λόρδος Cork, ένας αρχαιότερος αξιωματικός, αναγορεύτηκε Διοικητής των συμμαχικών ναυτικών δυνάμεων του Νάρβικ. Κατ’ αναλογίαν, το Υπουργείο Πολέμου επίσης σχημάτισε δύο μείζονες στρατιωτικές διοικήσεις για τις ανάγκες της εκστρατείας, μία με τομέα ευθύνης την κεντρική Νορβηγία και μιαν ακόμη, στην οποία υπήχθησαν οι χερσαίες δυνάμεις που επιχειρούσαν στο Νάρβικ.

Προσέτι, το Υπουργείο Πολέμου και το Βασιλικό Ναυαρχείο προέβησαν στην επιλογή των διοικητών χωρίς μεταξύ τους πρότερη συνεννόηση, ενώ ελαχίστη προσπάθεια κατεβλήθη, γενικώς, από αμφότερα τα μέρη, για τον εναρμονισμό στρατηγικών και επιχειρήσεων. Τέλος, διαρκούσης της εκστρατείας κατέστη ορατή η τάση τόσο του Ναυαρχείου όσο και του Στρατιωτικού Επιτελείου, στο Λονδίνο, να προβαίνουν στην λήψη αποφάσεων σε επιχειρησιακό αλλά και τακτικό, ακόμη, επίπεδο, ως μη έδει (καθώς τέτοιες αποφάσεις θα έπρεπε να επαφίενται στην κρίση των επί του εδάφους επιχειρούντων δοικητών). Μετά ταύτα, περιττόν να λεχθεί ότι αναλόγως ελλιπές ήταν το επίπεδο επικοινωνίας και συντονισμού μεταξύ των προαναφερθέντων κλάδων και της βασιλικής αεροπορίας.

Εξ άλλου, μία από τις αρχές του αγγλικού διακλαδικού δόγματος, που απηχεί άλλωστε δοκιμασμένες παραδοσιακές πρακτικές, είναι ότι σε περίπτωση διεξαγωγής κοινών, συνδυαστικών επιχειρήσεων, ο αρχαιότερος αξιωματικός - διοικητής, ασχέτως κλάδου και όπλου προελεύσεως, είναι εκείνος ο οποίος οφείλει να αναλάβει το γενικόν πρόσταγμα όλων των διαθεσίμων δυνάμεων (επίσης, ανεξαρτήτως κλάδου και όπλου). Εν τούτοις, και αυτή η (αρκετά λυσιτελής) συνταγή αγνοήθηκε στην περίπτωση της Νορβηγίας. Έτσι, αντί μιας και ενιαίας διοικήσεως, τα χερσαία στρατεύματα και οι ναυτικές και αεροπορικές μονάδες αφέθησαν να λαμβάνουν εντολές τόσον από πολλούς διαφορετικούς διοικητές επί τόπου, όσον και από πολλά και διάφορα κέντρα αποφάσεων στο Λονδίνο – τα οποία, μάλιστα, ενίοτε είχαν διαφορετικές, έως διαμετρικά αντίθετες μεταξύ τους, προσεγγίσεις περί του πρακτέου.

Επί παραδείγματι, ο Ναύαρχος Λόρδος Cork, επιχειρώντας υπό τις διαταγές του Ναυαρχείου (τοοποίο –ευλόγως– ζητούσε ανάληψη αμέσου και επιθετικής ενεργείας, για να εκδιώξει τους Γερμανούς από τον ζωτικής σημασίας λιμένα του Νάρβικ και να διασφαλίσει τα κοιτάσματα σιδηρομεταλλευμάτων), ήθελε να αποβιβάσει τις χερσαίες δυνάμεις κατ’ ευθείαν εκεί. Αντιθέτως, ο προερχόμενος από τον Στρατό Ξηράς ομόλογός του, Στρατηγός Mackesy, τελών υπό τας διαταγάς του Γενικού Επιτελείου Στρατού, ήθελε να αποφύγει μιαν απόβαση των ανδρών του στο «δόκανο» των γερμανικών στρατευμάτων – προτιμώντας, αντ’ αυτής, τη διενέργεια μιας ασφαλούς αποβάσεως στην κωμόπολη του Harstad, στο στόμιο του φιόρδ του Νάρβικ, και εκτιμώντας ότι, αφού πρώτα συγκέντρωνε και ανέπτυσσε τις δυνάμεις του εκεί, θα μπορούσε, εν συνεχεία, ορμώμενος από ασφαλούς αφετηρίας, να προελάσει με αργό ρυθμό και να καταλάβει το Νάρβικ. Σημειωτέον ότι οι συμμαχικές δυνάμεις θα διέθεταν, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του σχεδίου, ένα διόλου ευκαταφρόνητο αριθμητικό πλεονέκτημα της τάξεως του 5:1 έναντι των Γερμανών καθώς και ένα τεράστιο πλεονέκτημα, όσον αφορά στη δύναμη πυρός που θα τους παρέσχε το βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό.


Στην πρόδηλη επιθυμία της ηγεσίας του Στρατού Ξηράς να αποφύγει, ει δυνατόν, την έκθεση των μονάδων σε κίνδυνο κατά την απόβαση, ο ιστορικός ασφαλώς θα διαγνώσει το περιλάλητο «Σύνδρομο της Καλλιπόλεως», το οποίο ταλάνιζε την αγγλική στρατιωτική ελίτ του Μεσοπολέμου (όχι αδικαιολογήτως, φυσικά, υπό το βάρος της φρικτής εκείνης εμπειρίας της ολοσχερούς καταστροφής του συμμαχικού αποβατικού σώματος των Δαρδανελλίων, κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο). Ασχέτως, όμως, των όποιων αιτίων της αγγλικής στάσεως, γεγονός παραμένει ότι η διαφωνία μεταξύ των ηγητόρων και συνακολούθως, η τελική απόφαση αργής προελάσεως προς τον στόχο (σε έκταση 50 μιλίων και σε άξενο έδαφος) εξυπηρέτησαν, εξ αντικειμένου, θαυμάσια τη γερμανική άμυνα. Η ολιγάριθμη αλλά ικανή γερμανική δύναμη η ενεργούσα επί του εδάφους επέτυχε, κατά τρόπον υποδειγματικό, να προκαλέσει τη μεγίστη δυνατή καθυστέρηση της αγγλικής προελάσεως: Έξι (6) εβδομάδες – διάστημα εντυπωσιακά μακρό σε τέτοιες επιχειρήσεις. Δεν στερείται, ασφαλώς, ειρωνείας της ιστορίας ότι οι Βρετανοί κατόρθωσαν, επιτέλους, να καταλάβουν το Νάρβικ, για να το εκκενώσουν μόλις λίγες ημέρες αργότερα – όταν, πλέον, το σύνολο των Συμμαχικών Δυνάμεων διετάχθη να απαγκιστρωθεί από την Νορβηγία.

Καθ’ όσον αφορά, εξ άλλου, στον ρόλο των ιδίων των Νορβηγών, το έλλειμμα επικοινωνίας και συντονισμού μεταξύ αυτών και των Αγγλο-Γάλλων συνετέλεσε, επίσης, ουσιωδώς στην προκληθείσα σύγχυση και ασυνεννοησία. Όταν οι βρετανικές δυνάμεις αποβιβάσθηκαν εις Namsos και Andalsnes, ο Νορβηγός Αρχιστράτηγος Ruge επέμεινε όπως τεθούν όλες οι ξένες δυνάμεις που επιχειρούσαν στο θέατρο της χώρας του υπό τις διαταγές του. Η αξίωση αυτή ήταν μεν εύλογη και θεμιτή, ίσως δε και πολιτικώς επιβεβλημένη, πλην όμως προσέκρουε στο πραγματικό γεγονός της παντελούς απουσίας ενός διακλαδικού συστήματος επικοινωνιών, διοικήσεως και ελέγχου μεταξύ των ιδίων των Νορβηγών, πόσω μάλλον δε μεταξύ αυτών και των Βρετανών. Παρά ταύτα, ο Διοικητής των αγγλικών δυνάμεων που αποβιβάσθηκαν στο Andalsnes, Στρατηγός Morgan, προέβη σε μία χειρονομία φιλοφροσύνης, θέτοντας στις 19 Απριλίου 1940 μέρος των μονάδων του υπό τη διοίκηση του Ruge και αποστέλλοντας το πρώτο αφιχθέν βρετανικό τάγμα να πολεμήσει μαζί με τους Νορβηγούς στο Lillehammer, βαθιά εντός της κεντρικής Νορβηγίας. Εν τούτοις, στις 22 Απριλίου, το Υπουργείο Πολέμου της Μ. Βρετανίας μετέβαλε γραμμή πλεύσεως και απέστειλε διαταγή προς τον Διοικητή των αγγλικών στρατευμάτων εις Namsos, Υποστράτηγο Paget, δυνάμει της οποίας, εφ’ εξής, ο τελευταίος θα έπρεπε μεν να συντονίζει τις επιχειρήσεις του με τον Νορβηγό Στρατηγό Ruge, αλλ’ οι άνδρες του δεν θα ετίθεντο υπό νορβηγική διοίκηση.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, εξ αιτίας του ότι δεν είχε ληφθεί μέριμνα για ορισμό αξιωματικών - συνδέσμων ούτε κλιμακίων επικοινωνίας μεταξύ των συμμάχων, η πληροφόρηση των Άγγλων για τις θέσεις και την κατάσταση των Νορβηγών σε πραγματικό χρόνο ήταν πενιχρή. Κατά τις μάχες της κεντρικής Νορβηγίας, οι αγγλικές και νορβηγικές μονάδες εφάνησαν παντελώς ανίκανες να αποκαταστήσουν ένα στοιχειώδες, έστω, επίπεδο συντονισμού.

Επιτυχής διακλαδικότητα στους τομείς διοικήσεως - ελέγχου από γερμανικής πλευράς

Από πλευράς τους, οι Γερμανοί είχαν αρχικώς συστήσει ένα κυριολεκτικώς μικρό, ευέλικτο και διακλαδικό επιτελικό σχήμα για τη σχεδίαση της επιχειρήσεως «Weserübung»: την αποκληθείσα «Ομάδα Κράνκε» («Gruppe Kranke»), από το όνομα του επικεφαλής της, Πλοιάρχου Kranke. Η Ομάδα του Πλοιάρχου Kranke εργάσθηκε κατά τρόπον υποδειγματικό και κατήρτισε ένα λίαν αξιόλογο σχέδιο, το οποίο προέβλεπε τη δημιουργία ενός ενιαίου θεάτρου διοικήσεως με ένα κοινό, μεικτό επιτελείο για τις ανάγκες της νορβηγικής εκστρατείας.

Η Γερμανική Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση («Oberkommando der Wehrmacht»: OKW) εφάνη, κατ’ αρχάς, σύμφωνη. Εν τούτοις, όταν το εν λόγω σχέδιο ετέθη υπ’ όψιν του «Στρατάρχου του Ράϊχ» («Reichsmarschall») και Υπουργού Αεροπορίας Hermann Goering, ο (γνωστός για το εκρηκτικό ταμπεραμέντο του) Γκαίριγκ αρνήθηκε διαρρήδην να επιτρέψει οτιδήποτε θα έθετε μονάδες της «Luftwaffe» (προς την οποία έτρεφε, ως γνωστόν, παροιμιώδη «αδυναμία») υπό τις διαταγές ενός Αξιωματικού προερχομένου από άλλον κλάδο, ενώ δεν απουσίασαν και παρεμφερείς ενστάσεις από την ηγεσία των λοιπών κλάδων. Μετά ταύτα, αποφασίσθηκε ότι οι διοικητές των μονάδων που θα συμμετείχαν στην νορβηγική εκστρατεία θα ενεργούσαν και θα ελάμβαναν διαταγές εντός του πλαισίου της δικής γραμμής διοικήσεως και ιεραρχίας, ενώ για τον συντονισμό της όλης επιχειρήσεως στο ύπατο επίπεδο θα μεριμνούσε η Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση (OKW).

Παρά ταύτα, η εξέλιξη αυτή δεν απεδείχθη τόσον αρνητική όσον θα υπέθετε κανείς εκ πρώτης όψεως. Κατ’ αρχάς, και παρά τον ηχηρό τίτλο της, η Γερμανική Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση, τελούσα μετά τις τελευταίες εκκαθαρίσεις της προπολεμικής περιόδου υπό τη διοίκηση του Στρατηγού Keitel, δεν αποτελούσε, στην πραγματικότητα, τον υπερμεγέθη γραφειοκρατικό οργανισμό που θα ενόμιζε κάποιος, κρίνοντας από μεικτά γενικά επιτελεία της σύγχρονης εποχής, αλλ’ ήταν μάλλον ένα σχετικά μικρό, προσωπικό στρατιωτικό επιτελείο του Χίτλερ, ως «Φύρερ και Αρχιστρατήγου». Περαιτέρω, και εν αντιθέσει προς την εικόνα που συχνά έχομε περί ενός αυστηρώς συγκεντρωτικού (έως μονολιθικού) γερμανικού συστήματος εξουσίας της εποχής, πολλά πράγματα (λειτουργίες και ρόλοι) δεν ήσαν γραφειοκρατικώς θεσμοθετημένα, αλλά, οσάκις ανέκυπταν ζητήματα, αυτά αντιμετωπίζονταν από ad hoc οριζόμενες ομάδες εργασίας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αξιοπρόσεκτα καλή προσωπική σχέση που υφίστατο μεταξύ των αξιωματικών των τριών κλάδων της Βέρμαχτ (σε πρόδηλη αντίθεση προς ό,τι ίσχυε, φερ’ ειπείν, μεταξύ των Άγγλων ή Γάλλων συναδέλφων τους), ιδιαιτέρως μάλιστα στις νεώτερες ηλικίες, συνέβαλε αποφασιστικά τόσο στη συγκρότηση μιας γραμμής διοικήσεως πολύ απλούστερης της αγγλικής –με έναν και μόνον Διοικητή των χερσαίων, ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων των διατιθεμένων για την επιχείρηση– όσο και στην καλή επικοινωνία μεταξύ των ηγητόρων των επιμέρους μονάδων.


Ως επιχειρησιακά στρατηγεία ορίσθηκαν: για τις μεν χερσαίες δυνάμεις το στρατηγείο του ΧΧΙ Σώματος Στρατού, για τις μονάδες της Λουφτβάφε δε το Χ Αεροπορικό Σώμα. Κατά τις πρώτες εβδομάδες της νορβηγικής εκστρατείας, η έδρα των προαναφερθέντων στρατηγείων παρέμεινε επί γερμανικού εδάφους – για να μεταφερθεί, μετ’ ου πολύ, στα πρόσω. Ειρήσθω εν παρόδω ότι ακόμη και το γεγονός ότι αμφότερα τα στρατηγεία έδρευαν στο Αμβούργο συνέβαλε στην εγκαθίδρυση αρίστης επικοινωνίας μεταξύ των ανωτέρων και μεσαίων κλιμακίων των κλάδων. Είναι λίαν χαρακτηριστικόν το γεγονός ότι, καθ’ όλην την εξέλιξη της νορβηγικής εκστρατείας, η ροή πληροφοριών μεταξύ των κλάδων υπήρξε υποδειγματική – εν αντιθέσει προς ό,τι συνέβη στην αγγλική πλευρά, όπου συχνά εδίδετο η εντύπωση ότι ο ένας κλάδος έπραττε ωσάν να ήθελε περίπου να «αποκρύψει» από τον άλλον τα δεδομένα και τις εκτιμήσεις που έφθαναν από την ιδικήν του υπηρεσία πληροφοριών. Όσον αφορά, τέλος, στο γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό, αυτό συμμετέσχε με το σύνολον των δυνάμεών του στην επιχείρηση. Το (οπωσδήποτε αξιοπρόσεκτο) γεγονός ότι οι Γερμανοί ανέθεσαν τη διεύθυνση της προαναφερθείσης μεικτής επιτελικής ομάδος σχεδιασμού σε αξιωματικό της «Kriegsmarine» (Πλοίαρχος Kranke) μαρτυρεί, ενδεχομένως, την εκτίμησή τους ότι το σπουδαιότερο πρόβλημα που θα είχαν να αντιμετωπίσουν κατά την εκτέλεση της επιχειρήσεως όφειλε να αναμένεται από την πλευρά του «Royal Navy» (όπως και συνέβη).

Επιπροσθέτως, είναι άξιον μνείας ότι κατά τη νορβηγική εκστρατεία εμφανίσθηκε για πρώτη φορά σε στρατιωτική επιχείρηση ο θεσμός ο οποίος, επί των ημερών μας, έχει καταστεί γνωστός στους ειδήμονες ως «JFACC» (Joint Forces Air Component Commander). Το 10ο Αεροπορικό Σώμα, υπό τη διοίκηση του Πτεράρχου Hans Geisler, είχε υπό τις διαταγές του το σύνολον των αεροπορικών μονάδων που είχαν ανάμειξη στις επιχειρήσεις, αδιακρίτως. Εν προκειμένω, αναδεικνύεται μία επίσης καίρια ποιοτική διαφορά προς τη RAF: Εν αντιθέσει προς τη Βασιλική Αεροπορία, η οποία ήταν οργανωμένη βάσει ρόλων και λειτουργιών (Διοίκηση Βομβαρδιστικών, Διοίκηση Μαχητικών, Παράκτια Διοίκηση κ.λπ.), η Λουφτβάφε είχε οργανωθεί σε αεροπορικές μεραρχίες (αντίστοιχες των συγχρόνων πτερύγων μάχης), αεροπορικά σώματα (κατά το πρότυπο των σωμάτων στρατού, συγκείμενα εκ δύο ή περισσοτέρων μεραρχιών) και αεροπορικούς στόλους (κατά το πρότυπο των στρατιών, απαρτιζομένους εκ δύο ή περισσοτέρων σωμάτων). Τα αεροπορικά σώματα αποτελούσαν μείζονες μεικτούς σχηματισμούς που μπορούσαν να δρουν αυτοτελώς, διαθέτοντας μονάδες διώξεως, βομβαρδισμού, κρούσεως, αναγνωρίσεως καθώς και μονάδες υποστηρίξεως και αντιαεροπορικής αμύνης.

Αναντιρρήτως, κάθε μέθοδος παρουσιάζει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της. Για τις ανάγκες, πάντως, ενός θεάτρου επιχειρήσεων, όπως η σκανδιναβική χερσόνησος και μιας επιχειρήσεως, όπως η νορβηγική εκστρατεία, το γερμανικό σύστημα απεδείχθη καταφανώς ανώτερο. Οι εμπλεκόμενες αγγλικές αεροπορικές μονάδες όφειλαν να αναφέρουν στη Διοίκηση Βομβαρδιστικών ή στη Διοίκηση Παρακτίου Αμύνης –αναλόγως του πού υπήγοντο– και οι διοικήσεις, με τη σειρά τους, στο Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας, το οποίο, εν συνεχεία, διοχέτευε την πληροφόρηση που έκρινε σκόπιμη στους λοιπούς κλάδους. Τα αυτά ίσχυαν και για την Αεροπορική Υπηρεσία του Βασιλικού Ναυτικού, η οποία ανέφερε στο Ναυαρχείο. Η επικοινωνία μεταξύ Διοικήσεως Βομβαρδισμού και Παρακτίου Διοικήσεως της RAF, αφ’ ενός, και Αεροπορικής Υπηρεσίας του Royal Navy, αφ’ ετέρου, και χρονοβόρα υπήρξε και όχι πάντοτε ομαλή. Απεναντίας, όλες οι επιχειρούσες γερμανικές αεροπορικές μονάδες ανέφεραν, απ’ ευθείας, σε ένα και μόνον κεντρικό στρατηγείο, το οποίο τελούσε υπό τας διαταγάς ενός και του αυτού Διοικητού.

Περαιτέρω, δεν στερείται σημασίας η επισήμανση ότι τα όποια ζητήματα ανεφύησαν στη γερμανική πλευρά, αντιμετωπίσθηκαν αμέσως – από στρατιωτικούς ηγήτορες που έδειχναν να μη φοβούνται τον νεωτερισμό και την hic et nun τροποποίηση των υφισταμένων δομών και σχεδίων, αναλόγως των διαρκώς μεταβαλλομένων συνθηκών, αναγκών και δεδομένων επί του εδάφους. Παραδείγματος χάριν, οι Γερμανοί ταχέως αντελήφθησαν ότι μετά την επιτυχή έναρξη της επιχειρήσεως, η εξακολουθητική και επαρκής διεύθυνση ενός όγκου χιλίων (1.000) αεροσκαφών –όσων δηλαδή είχαν διατεθεί για τις ανάγκες της νορβηγικής εκστρατείας (το ήμισυ δε των οποίων ήσαν μεταφορικά, οργανωμένα σε δέκα συγκροτήματα, υπό τη διοίκηση του Αντισμηνάρχου Karl August von Gablenz)– συντόμως θα υπερέβαινε τις δυνατότητες του μικρού στρατηγείου του Χ Αεροπορικού Σώματος. Έτσι, δημιούργησαν, εκ των ενόντων, τον 5ο Αεροπορικό Στόλο ως το επιχειρησιακό στρατηγείο της εκστρατείας, το οποίο και ανέλαβε την ευθύνη για όλες τις μονάδες υποστηρίξεως και Α/Α αμύνης, ενώ όλες οι μάχιμες μονάδες της Λουφτβάφε εξακολούθησαν να τελούν υπό τη διοίκηση και τον έλεγχο του Χ Αεροπορικού Σώματος.

Εν προκειμένω, δέον όπως υπογραμμισθεί ότι σημαντικό μερίδιο στην επιτυχία της επιχειρήσεως, από γερμανικής πλευράς, είχε το επίπεδο της διοικήσεως και ηγεσίας, και δη ο υψηλός επαγγελματισμός, η αταλάντευτη αποφασιστικότητα αλλά και η νεωτεριστική αντίληψη των ηγητόρων – και τούτο ισχύει όχι μόνον για τις μονάδες κρούσεως αλλά και για τις μονάδες υποστηρίξεως. Τα σμήνη μεταφορών της Λουφτβάφε, φερ’ ειπείν, είχαν, σε ουκ ολίγες περιπτώσεις, ανεκτίμητη συμβολή στην επιτυχία της επιχειρήσεως.

Ενδεικτικώς αναφέρουμε το εξής περιστατικό: Στις 9 Απριλίου 1940, η δύναμη Γερμανών αλεξιπτωτιστών που εστάλη να καταλάβει το αεροδρόμιο Fornebu στο Όσλο υποχρεώθηκε να επιστρέψει, εξ αιτίας πυκνής ομίχλης που ενέσκηψε. Ωστόσο, μία Μοίρα Messerschmitt «Me 110», αψηφώντας τη διαταγή ανακλήσεως, πραγματοποίησε επιτυχή προσγείωση, κατέλαβε και διασφάλισε το αεροδρόμιο, καλώντας εν συνεχεία την έλευση του δευτέρου κύματος αερομεταφοράς, προς αποβίβασιν αερομεταφερομένου πεζικού και διασφάλισιν της περιοχής. Πράγματι, ο Μοίραρχος διεβίβασε την είδηση καταλήψεως του αεροδρομίου στο Στρατηγείο του Χ Αεροπορικού Σώματος, μέσω ραδιοασυρμάτου και ο προαναφερθείς Διοικητής Μεταφορών, Αντισμήναρχος Κάρολος Αύγουστος von Gablenz, ενήργησε αμέσως τα δέοντα για την αποστολή ενισχύσεων. Η νορβηγική πρωτεύουσα έπεσε το απόγευμα της ιδίας ημέρας – εις πείσμα των λίαν αντιξόων καιρικών συνθηκών και χάρις στην επάρκεια και αποτελεσματικότητα των μονάδων υποστηρίξεως της Λουφτβάφε αλλά και στην εξαιρετική τόλμη και αποφασιστικότητα που επέδειξαν οι διοικητές τους.

Αλλά και μετέπειτα, όταν ο ανεφοδιασμός της γερμανικής χερσαίας δυνάμεως, η οποία είχε καταλάβει το Trondheim, απεκόπη από θαλάσσης, συνεπεία της δράσεως του Βασιλικού Ναυτικού (η Διοίκηση Υποβρυχίων του οποίου επρόκειτο να αποβεί στον πλέον επικίνδυνο αντίπαλο των γερμανικών μονάδων), ο von Gablenz ήταν εις θέσιν να αποστείλει, από αέρος, το μεγαλύτερο μέρος της 181ης Μεραρχίας Πεζικού, μετά του οπλισμού της, παρέχοντας στη γερμανική δύναμη επί του εδάφους την δυνατότητα να διενεργήσει αντεπίθεση κατά των αγγλικών μονάδων που είχαν αποβιβασθεί εις Νamsos και Andalsnes.

Εκτιμήσεις και συμπεράσματα

Επί τη βάσει των δεδομένων και λόγων που εξετέθησαν ανωτέρω, ο γράφων θεωρεί ως δικαιολογημένο τον χαρακτηρισμό της γερμανικής εκστρατείας στην Νορβηγία ως «επαναστάσεως στις στρατιωτικές υποθέσεις». Ακόμη περισσότερο δε η επιχείρηση δύναται ίσως να θεωρηθεί ως «επανάσταση στις ναυτικές υποθέσεις» («Revolution in Maritime Affairs»), δοθέντος ότι, καταλαμβάνοντας την Νορβηγία, ο ένας εκ των εμπολέμων (η Γερμανία) επέτυχε κάτι το όντως εντυπωσιακό: τη μεταβολή των δεδομένων της ναυτικής γεωγραφίας σε μια θαλάσσια περιοχή στρατηγικής αξίας ζωτικής για τον ίδιον (Βόρειος Θάλασσα). Και, παρά την (αρνητική για την Γερμανία) τελική έκβαση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η περίπτωση της νορβηγικής εκστρατείας αποτελεί, παγκοσμίως, «τυπικό παράδειγμα αριστοτεχνικής ναυτικής στρατηγικής βασιζόμενης στον μετασχηματισμό της ναυτικής γεωγραφίας». Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλε καίρια η αεροπορική υπεροχή της συγκεκριμένης πλευράς, η οποία μεταφράσθηκε, εν τοις πράγμασιν, σε θαλάσσια κυριαρχία, παρέχοντας στους Γερμανούς τη δυνατότητα να «παρακάμψουν» από αέρος την μέχρι τότε θεωρούμενη ως αδιαπέραστη νοερή υδάτινη «Γραμμή Maginot» του «Royal Navy» στη Β. Θάλασσα.

Περαιτέρω, η εκστρατεία απετέλεσε μία κοινή, συνδυασμένη αμφίβια επιχείρηση στεφθείσα υπό πλήρους επιτυχίας, ου μην αλλά και την πρώτη σύγχρονη διακλαδική επιχείρηση μεγάλης κλίμακος, διαρκούσης της οποίας, μάλιστα, άπαντες οι κλάδοι των Ενόπλων Δυνάμεων διαδραμάτισαν μείζονες ρόλους. Ωσαύτως σπουδαίο ρόλο διαδραμάτισαν οι κατακτήσεις της σύγχρονης τεχνολογίας και ο βαθμός εξοικειώσεως των εμπολέμων με αυτές. Συνάμα η εκστρατεία ανέδειξε την επάρκεια, ταχύτητα και αξιοπιστία των συστημάτων διοικήσεως, ελέγχου και επικοινωνιών ως κρισίμους παράγοντες τόσο της ναυτικής όσο και της συνολικής στρατιωτικής στρατηγικής. Η συλλογή δεδομένων και πληροφοριών, σε στρατηγικό, επιχειρησιακό και τακτικό επίπεδο, η εκτίμηση/ανάλυση και η διαβίβασή τους –παράγοντες αυτοδήλως σημαντικοί αφ’ εαυτών σε οιανδήποτε στρατιωτική επιχείρηση– προσλαμβάνουν ασυγκρίτως πιο βαρύνουσα σημασία στην περίπτωση μιας διακλαδικής επιχειρήσεως.

Υπό το φως των ανωτέρω αναλυθέντων, δύναται να εξαχθεί ως δίδαγμα από την μελέτη της νορβηγικής εκστρατείας ότι σε μία αναμέτρηση μεταξύ ίσων, εν πολλοίς, δρώντων –κατά την έναρξη της οποίας ουδείς εκ των δύο αντιπάλων φαίνεται συντριπτικώς υπερέχων έναντι του άλλου– η ευφυής στρατηγική, η επιτυχώς εφαρμοσμένη διακλαδικότητα, η επιχειρησιακή, τακτική και τεχνολογική καινοτομία, η επάρκεια, αξιοπιστία και ταχύτητα του συστήματος επικοινωνιών και πληροφοριών αλλά και η κατάλληλη, αποτελεσματική και, οσάκις τούτο απαιτείται εκ των περιστάσεων, τολμηρή ηγεσία κρίνουν την νίκη (ή την ήττα).

Ιδιαιτέρως ως προς το τελευταίο σημείο, είναι άξιον μνείας ότι ο Μέγας Ναύαρχος Erich Raeder ομολόγησε ευθέως ότι η γερμανική εκστρατεία στη Νορβηγία ήταν επιχείρηση «περιπετειώδης σε ακραίο βαθμό» και «αντίθετη προς όλες τις αρχές της θεωρίας του ναυτικού πολέμου», αφ’ ης στιγμής εξετελέσθη κάτω από τα δόντια της αγγλικής κυριαρχίας των θαλασσών.

Γνωστή τυγχάνει, βεβαίως, στους μελετητές της ναυτικής ιστορίας και στρατηγικής η θέση την οποία εξέφρασε ο Πλοίαρχος (και μετέπειτα Υποναύαρχος) Alfred Thayer Mahan, ότι «κατά κανόνα, μία μείζων πολεμική επιχείρηση κατά θάλασσαν δεν θα έπρεπε να αναλαμβάνεται εκτός εάν είναι πιθανή η θαλάσσια κυριαρχία για μία επαρκή περίοδο». Εν τούτοις, όπως έχουμε πειστικώς καταδείξει αλλαχού, ο «Ευαγγελιστής της θαλασσίας ισχύος» (κατά την περιλάλητη απόφανση της M. Sprout) δεν ανεφέρετο σε απόλυτη κυριαρχία αλλά σε «λειτουργική» κυριαρχία των θαλασσών, εκ των πραγμάτων περιορισμένη ως προς τον τόπο, τον χρόνο και την έκτασή της. Το θεώρημα αυτό επαληθεύθηκε, εξ άλλου, με ζωηρή έμφαση από τον Sir Julian Corbett, ο οποίος χαρακτήριζε «γελοία» την άποψη ότι «δεν μπορείς να μεταφέρεις ένα τάγμα διά θαλάσσης, εάν προηγουμένως δεν έχεις κατατροπώσει ολοκληρωτικώς τον στόλο του εχθρού σου».

Άλλως πως, κατά τη συμβατική αντίληψη, η γερμανική εκστρατεία στην Β. Θάλασσα δεν θα έπρεπε να έχει καν εκπονηθεί ως σχέδιο, πόσω μάλλον να έχει εκτελεσθεί (όπως και η επίθεση του Μ. Αλεξάνδρου στον Γρανικό ποταμό, η μεγάλη Ελληνική Επανάσταση του 1821 ή η νικηφόρος Ναυμαχία της Έλλης της 3ης Δεκεμβρίου 1912).


http://www.yin.mil.gr/wp-content/upload ... 10/580.pdf σελ. 35 - 54
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 3381

Re: Διάφορα Θέματα και Ιστορίες.

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 27 Ιούλ 2020, 14:38

Η Πρόθεση του ∆ιοικητή

Στρατάρχης Moltke

    Ο Moltke τόνισε την ανάγκη για ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και ανάληψη ανεξάρτητων δράσεων από τους κατώτερους διοικητές. Έγραψε ότι «ένας αξιωματικός πρέπει να ενεργεί βάσει της δικής του αντίληψης για την τακτική κατάσταση. Αποτελεί λάθος αν θα πρέπει να περιμένει τις διαταγές των ανωτέρων του, ιδιαίτερα όταν τέτοιες διαταγές είναι αδύνατο να δοθούν, τουλάχιστον έγκαιρα. Αυτός ο αξιωματικός απαιτείται να ενεργεί άμεσα και εντός των πλαισίων της πρόθεσης του διοικητή του».Ο Moltke πίστευε, επίσης, ότι σε απρόβλεπτες καταστάσεις κατά τη διάρκεια της μάχης, η πρόθεση του διοικητή υπερτερεί της αποστολής, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται για τον υφιστάμενο να ενεργήσει με διαφορετικό τρόπο από ό,τι προβλεπόταν στο αρχικό σχέδιο.

    Ο Μόλτκε χρησιμοποιούσε κατ’ επανάληψη την παρακάτω ιστορία: Ο πρίγκιπας Φρειδερίκος επέπληττε έναν ταγματάρχη, για τη διάπραξη ενός τακτικού λάθους στη μάχη. Αυτός αμυνόμενος αποκρίνεται ότι απλά ακολουθούσε τις διαταγές των ανωτέρων του…«και η διαταγή του ανωτέρου ισοδυναμεί με διαταγή του βασιλιά υψηλότατε!» Ο πρίγκιπας δε φάνηκε να εντυπωσιάζεται. Αντιθέτως απαντά στον ταγματάρχη: «Ο Βασιλιάς σάς προήγαγε σε ταγματάρχη, διότι θεωρούσε ότι ήσασταν αρκετά οξύνους για να ξεχωρίζετε πότε να μην υπακούτε στις διαταγές». :laugh1:

    Ο Moltke υποστήριζε ότι πρόκειται για «ψευδαίσθηση» αν ο διοικητής πιστεύει ότι η συνεχής προσωπική του παρέμβαση στα καθήκοντα των υφισταμένων του θα οδηγήσει σε κάποιου είδους πλεονέκτημα. Με αυτόν τον τρόπο, ο εκάστοτε διοικητής αναλαμβάνει το έργο που πραγματικά ανήκει σε άλλους διοικητές, και οι οποίοι παύουν πλέον να είναι δραστήριοι. Επίσης, έχει πολλαπλασιάσει τα δικά του καθήκοντα σε τέτοιον βαθμό που δεν μπορεί πλέον να ανταπεξέλθει.

    Οι Γερμανοί ( Β΄ΠΠ) πίστευαν ακράδαντα ότι η αδράνεια είναι απλά εγκληματική και κατά πολύ χειρότερη από μια έστω και λανθασμένη ενέργεια.


Η αναποφασιστικότητα του Γκρουσύ στη μάχη του Βατερλό
Stefan Zweig
Το λεπτό που έκρινε την ιστορία…
Ο Stefan Zweig γράφει για μια λεπτομέρεια της μάχης του Βατερλό, που θα μπορούσε να αλλάξει την έκβασή της:

Το λάθος του Γκρουσύ

Ο Γκρουσύ, που κράτησε στα χέρια του την τύχη του Ναπολέοντα, είχε αρχίσει, από τις 17 Ιουνίου, να ψάχνει για τους Πρώσους, σύμφωνα με τις διαταγές που έλαβε. Ακολουθούσε την κατεύθυνση που του είπανε.
Η βροχή έπαψε. Οι νέες μονάδες που πήρανε χθες το βάπτισμα του πυρός, βαδίζουν τώρα ξένοιαστες, σαν να πηγαίνουν περίπατο. Ο εχθρός δε φαίνεται πουθενά. Ο Πρωσικός Στρατός παραμένει άφαντος.
Ξαφνικά, ενώ ο Στρατάρχης έτρωγε βιαστικά σε μια καλύβα, το έδαφος άρχισε να τρέμει αλαφρά κάτω από τα πόδια του. Έστησε τ’ αυτί του. Ακούγεται ασταμάτητα ένα υπόκωφο μουγκρητό που όσο πάει και ξεμακραίνει. Είναι πυροβολικό που χτυπάει πολύ μακριά βέβαια από δω, όχι όμως και σε απόσταση μεγαλύτερη από τρεις ώρες. Μερικοί αξιωματικοί πέφτουν καταγής, σαν τους Ινδιάνους, για ν’ ακούσουν καθαρότερα από πού έρχονται οι βροντές. Ο κρότος είναι αδιάκοπος. Είναι το κανονίδι του Σαιν Ζεν, η αρχή της μάχης του Βατερλό. Ο Γκρουσύ συγκροτεί συμβούλιο. Ο υπασπιστής του, Ζεράρ, φωνάζει με ορμή: «Πρέπει να βαδίσουμε προς τα κει όπου ακούγονται τα κανόνια!» Ένας άλλος αξιωματικός συμφωνεί: «Εμπρός και ολοταχώς!» Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως ο αυτοκράτορας επιτίθεται κατά των Άγγλων και πως έχει αρχίσει μεγάλη μάχη.
Ο Γκρουσύ τάχει χαμένα. Συνηθισμένος να υπακούει πάντοτε, ακολουθεί κατά γράμμα τις διαταγές του αυτοκράτορα. Ο Ζεράρ γίνεται έξω φρενών, βλέποντας τον δισταγμό του: «Βαδίσατε προς τα κανόνια!» φωνάζει. Η φράση αυτή του κατωτέρου του, μπροστά σε είκοσι άλλους αξιωματικούς φαίνεται πιο πολύ σαν διαταγή παρά σαν παράκληση. Κι αυτό δεν αρέσει καθόλου στον Γκρουσύ. Δηλώνει αποφασιστικά και απότομα πως δεν μπορεί να παρεκκλίνει από την αποστολή του, αν
δεν πάρει νέα διαταγή από τον αυτοκράτορα. Οι αξιωματικοί απογοητεύονται και τα κανόνια εξακολουθούν να βροντάνε, μέσα σε μια σιωπή γεμάτη αποδοκιμασία. Ο Ζεράρ κάνει μια τελευταία απόπειρα: Παρακαλεί να του επιτρέψουν τουλάχιστον να πάει αυτός με τη μεραρχία του και μερικές ίλες ιππικού και θα τα καταφέρει να φτάσει έγκαιρα. Ο Γκρουσύ σκέφτεται. Σκέφτεται ένα λεπτό, ένα λεπτό που κρίνει την ιστορία του κόσμου: Αυτό το λεπτό στην καλύβα του Βαλχαίν κλείνει μέσα του τα πεπρωμένα του Γκρουσύ, του Ναπολέοντα και όλου του κόσμου. Θα καθορίσει ολόκληρο τον 19ο αιώνα αυτό το αλησμόνητο λεπτό που βρίσκεται στα χέρια ενός γενναίου αλλά χωρίς καμιά ιδιοφυία ανθρώπου, που σφίγγει νευρικά ανάμεσα στα δάχτυλά του το χαρτί με τη μοιραία διαταγή του αυτοκράτορα. Αν αυτή τη στιγμή ο Γκρουσύ έδειχνε αποφασιστικότητα, αν φαινότανε αρκετά θαρραλέος για να πιστέψει στον εαυτό του, στο δικό του άστρο, και να παραβεί την εντολή, η Γαλλία θα σωνότανε. Αλλά ο άνθρωπος που γεννήθηκε υφιστάμενος, υπακούει μόνο στον αρχηγό και ποτέ στο κάλεσμα του πεπρωμένου. Έτσι, αρνήθηκε κατηγορηματικά. Όχι, δε θα ‘τανε σωστό να διαχωρίσει ένα σώμα στρατού, που έτσι κι αλλιώς ήτανε αρκετά αδυνατισμένο. Έχει την αποστολή να κυνηγήσει τους Πρώσους και τίποτα παραπάνω. Δεν θα πάει κόντρα στη θέληση του διοικητού του.
Οι αξιωματικοί σωπαίνουν δυσαρεστημένοι. Οι πράξεις και τα λόγια είναι από δω και μπρος άχρηστα πραγματικά: Η αποφασιστική στιγμή πέρασε και δεν ξαναγυρίζει πια. Ο Ουέλινγκτον έχει τώρα θριαμβεύσει. Συνεχίζουν την πορεία τους, ο Ζεράρ και ο Βαντάμ δαγκώνοντας τα δάχτυλά τους, ο Γκρουσύ όλο και πιο αναποφάσιστος, όλο και πιο ανήσυχος, γιατί, πράγμα παράξενο, οι Πρώσοι εξακολουθούν να είναι άφαντοι! Θα πρέπει να εγκατέλειψαν τον δρόμο προς τις Βρυξέλλες. Σε λίγο οι ανιχνευτές φέρνουν άσχημα νέα: Οι Πρώσοι μετέτρεψαν την υποχώρησή τους σε πορεία προς τα πλευρά του πεδίου της μάχης. Ήτανε καιρός ακόμα να τρέξουν να βοηθήσουν τον αυτοκράτορα κι ο Γκρουσύ περιμένει όλο και με πιο μεγάλη ανυπομονησία τη διαταγή να κάμει μισή στροφή στην πορεία του. Αλλά τίποτε δεν έρχεται. Ακούγεται μόνον όλο και πιο ξέμακρα το υπόκωφο μούγκρισμα του κανονιού που τραντάζει το έδαφος: Είναι τ’ ατσάλινα ζάρια της Μοίρας.

Stefan Zweig, Οι Μεγάλες Ώρες της Ανθρωπότητας


http://army.gr/sites/default/files/mag_20130205.pdf
σελ. 120 -124
1 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 3381

Re: Διάφορα Θέματα και Ιστορίες.

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 27 Ιούλ 2020, 16:45

Στις 27 Απριλίου 1945, λίγο πριν την είσοδο των συμμαχικών στρατευμάτων στο Μιλάνο, κι ενώ ο Μουσολίνι κατευθυνόταν στην πόλη Κιαβέννα μαζί με την ερωμένη του Κλαρέττα Πετάτσι (Clara Petacci) με σκοπό τη διαφυγή τους στην Ελβετία, συνελήφθησαν από Ιταλούς παρτιζάνους. Την επόμενη μέρα δικάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες από το ανώτατο αρχηγείο των "εθελοντικών σωμάτων Ελευθερίας" και εκτελέστηκαν κοντά στις όχθες της λίμνης Κόμο μαζί με 16 ακόμη άτομα τα περισσότερα μέλη της κυβέρνησης του Σαλό. Τα πτώματά τους μεταφέρθηκαν και κρεμάστηκαν στην Πιατσάλε Λορέτο (Piazzale Loreto) του Μιλάνου. Αξίζει να σημειωθεί ότι το πτώμα του παρέμεινε εκεί για αρκετό διάστημα, όπου και εξευτελιζόταν από τους περαστικούς.

Εικόνα
Τα πτώματα του Μουσολίνι ( δεύτερος από αριστερά ), της ερωμένης του Κλάρα Πετάτσι ( τρίτη ) και 3 ακόμη φασιστών κρεμασμένα σε βενζινάδικο στο Μιλάνο.

H επίσημη εκδοχή για το θάνατο του Μουσολίνι βασίζεται στην αφήγηση του Walter Audisio, πρώην κομμουνιστή αντάρτη, η οποία δημοσιεύτηκε στο 1947. Ενωρίτερα, το 1945, είχε δημοσιευθεί στην κομμουνιστική εφημερίδα L'Unita ότι τον Μουσολίνι σκότωσε ο αντάρτης "Colonnello Valerio", χωρίς να αναφέρεται το πραγματικό του όνομα. Η άποψη αυτή της εκτέλεσης γίνεται γενικά αποδεκτή, αλλά μέσα στην Ιταλία έχουν κυκλοφορήσει και άλλες εκδοχές. Σύμφωνα με μια από αυτές, που στηρίζεται σε μαρτυρία Ιταλού πρώην αντάρτη που ήταν παρών, ο Μουσολίνι εκτελέστηκε από Βρετανούς πράκτορες πριν παραδοθεί στους αντάρτες. Την εκδοχή αυτή επιβεβαιώνει ένας πρώην Βρετανός πράκτορας, ο Peter Tompkins. Αυτό φέρεται ότι έγινε κατά διαταγή του Τσώρτσιλ ο οποίος αγωνιούσε να μην έρθουν στο φως έγγραφα που κατείχε ο Μουσολίνι και έδειχναν την επικοινωνία του με τον Τσώρτσιλ. Δεν έχουν βρεθεί έγγραφα που να επιβεβαιώνουν τέτοια επικοινωνία, εκτός από δύο επιστολές με τις οποίες ο Τσώρτσιλ ζητά από τον Μουσολίνι να μην εισέλθει στον πόλεμο. H θεωρία αυτή διατυπώνεται και από τον ειδικό στο φασισμό Pierre Milza, στο βιβλίο του "Οι τελευταίες μέρες του Μουσολίνι".

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CF ... F%81%CE%B1

Mussolini was killed two days before Hitler and his wife Eva Braun committed suicide.
https://en.wikipedia.org/wiki/Benito_Mussolini#Death

Claretta Petacci was killed as well, throwing herself on Mussolini in a vain attempt to protect him from the bullets.

Mussolini's last words were "aim at my heart"

Bellini delle Stelle said he challenged Audisio as to why Petacci should be executed. Audisio replied that she had been Mussolini's adviser, had inspired his policies and was "just as responsible as he is".

Εικόνα

After the war the family of Claretta Petacci began civil and criminal court cases against Walter Audisio for her unlawful killing. After a lengthy legal process, an investigating judge eventually closed the case in 1967 and acquitted Audisio of murder and embezzlement on the ground that the actions complained of occurred as an act of war against the Germans and the fascists during a period of enemy occupation.

Mussolini's face was disfigured by beatings


Εικόνα

https://en.wikipedia.org/wiki/Death_of_Benito_Mussolini
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: Διάφορα Θέματα και Ιστορίες.

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 07 Αύγ 2020, 13:39

Τλαξκαλτέκος έγραψε:


Τλαξ μπορεις να ανοίξεις τα μηνύματα σου να σε ρωτήσω κάτι που θέλω; Αν το κανεις μπορώ να σου αποκαλύψω και ένα μυστικό αν θες. :D
0 .

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 3381

Re: Διάφορα Θέματα και Ιστορίες.

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 08 Αύγ 2020, 14:35

Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:
Τλαξκαλτέκος έγραψε:


Τλαξ μπορεις να ανοίξεις τα μηνύματα σου να σε ρωτήσω κάτι που θέλω; Αν το κανεις μπορώ να σου αποκαλύψω και ένα μυστικό αν θες. :D

Κρατικό ; :hmmm
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )


Επιστροφή σε “Ιστορία”