ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Θέματα ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.
Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 02 Μαρ 2023, 15:25

Η περίπτωση της Χιμάρας. Ιστορική και πολιτική διάσταση

H Χιμάρα, δηλαδή οι επτά ιστορικοί οικισμοί που παραδοσιακά αποτελούσαν την περιοχή (με τη στενή της έννοια), συνιστά ειδική περίπτωση κοινότητας –όχι βέβαια μοναδικής– σε όλη την ύστερη, τουλάχιστον, οθωμανική περίοδο και αργότερα, μετά τη δημιουργία του αλβανικού κράτους μέχρι σήμερα. Πρόκειται για επτά ορθόδοξους οικισμούς, οριοθετημένους και οχυρωμένους από το φυσικό ανάγλυφο μεταξύ των βουνών, που σχηματίζουν ένα είδος φράγματος, και της θάλασσας. Πρόκειται για τα «επτά χωριά» της Χιμάρας, εκ των οποίων η Himare (Χιμάρα), οι Dhermi (Δρυμάδες) και η Palasë (Παλάσα) είναι ελληνόφωνα, ενώ τα Koudhës (Κούδεσι), Pilur (Πύλουρι), Qeparo [(Άνω και Κάτω) Κηπαρό] και Vuno (Βούνο) είναι αλβανόφωνα. Στους οικισμούς αυτούς, όπως σε πολλές περιοχές της Αυτοκρατορίας, η οθωμανική διοίκηση ή οι τοπικοί ηγεμόνες εξασκούσαν κατά περιόδους περιορισμένη ή, καλύτερα, διαφορετικού τύπου κυριαρχία, οπότε στις εθνικές αφηγήσεις, ελληνική και αλβανική, η Χιμάρα ενσωματώθηκε ως «αδούλωτη», «ανεξάρτητη» ή ό,τι άλλο. Τα ιστορικά όρια της περιοχής της Χιμάρας αποτελούν ένα ζήτημα που κατά διαστήματα επανέρχεται και αποδίδεται σε αυτό πολιτική σημασία: Έτσι, ενίοτε θεωρείται ότι περιλαμβάνει τον οικισμό Çorraj, άλλους μουσουλμανικούς οικισμούς πίσω από την κορυφογραμμή ή και τα άλλα ορθόδοξα χωριά κοντά στην ακτογραμμή προς νότο, μέχρι τη Nivicë (Νιβίτσα). Η Χιμάρα κατέχει ειδικό καθεστώς σε όλη τη διάρκεια του ύστερου οθωμανικού κράτους και αναπτύσσει μια ειδική επαγγελματική κατηγορία, των ένοπλων μισθοφόρων εντός και εκτός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ανάλογα τον (μικρο)οικισμό, την κάθε πυρηνική ή ευρύτερη οικογένεια και τα μεταναστευτικά ή εκπαιδευτικά της χαρακτηριστικά, η γνώση της άλλης γλώσσας ήταν από παλιά αρκετά διαδεδομένο φαινόμενο. Γνωρίζουμε από όλες τις πηγές, σε αντίθεση με την αλβανική ρητορική, ότι τα τρία από τα επτά χωριά μιλούσαν ελληνικά. Υπάρχουν ενδείξεις ελληνοφώνησης τους τον 19ο αιώνα αλλά όχι ισχυρές, καθώς το γλωσσικό ιδίωμα τόσο του οικισμού της Χιμάρας όσο όμως και των Δρυμάδων-Παλάσας παρουσιάζουν στοιχεία που κάθε άλλο παρά στηρίζουν τη γλωσσική μετατόπιση προς τα ελληνικά τον 19ο αιώνα και συνηγορούν σε μακρά ιστορική παρουσία των ελληνικών στην περιοχή. Ειδικά για τους ελληνόφωνους οικισμούς, από τα μέσα του 19ου αιώνα δεν υπάρχει κάποια αναφορά ή ένδειξη για διγλωσσία (bilingualism) των παιδιών, καθώς τα αλβανικά δεν ομιλούντο στο σπίτι (ως γλώσσα του σπιτιού) μεταξύ ανιόντων και κατιόντων, ή για αυτό που ονομάζεται «natural bilingualism», δηλ. καλή γνώση της αλβανικής σε νεαρή ηλικία και από τα δύο φύλα. Αντίστοιχα, το ίδιο συνέβαινε και στους αλβανόφωνους οικισμούς. Οι γάμοι μεταξύ των διαφόρων οικισμών και ιδίως οι προηγηθείσες παρατηρήσεις είναι οι σημαντικότερες αιτίες για τις οποίες και σε αυτή την περίπτωση κοινοτήτων δεν θα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τις δύο γλωσσικές κοινότητες ως σαφώς οριοθετημένες γλωσσικά, χωρίς να αναιρείται η διαίρεση των οικισμών σε αλβανόφωνους και ελληνόφωνους. Επιπλέον, τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα, οι οικισμοί αποτελούν ένα ενιαίο κοινωνικο-οικονομικό σύνολο με σχεδόν ταυτόσημες κοινωνικοεπαγγελματικές συνήθειες. Παράλληλα, στους οικισμούς εμφανίζεται ισχυρή μετανάστευση, από ένα χρονικό σημείο και πέρα ακόμη και υπερπόντια.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, η Χιμάρα χαρακτηρίζεται από ελληνικές πηγές ως μια από τις πιο «ανασφαλείς» για τα ελληνικά της «αισθήματα» περιοχές της μετέπειτα νότιας Αλβανίας. Όμως, τάσσεται πλειοψηφικά με το ελληνικό κράτος και αυτοανακηρύσσεται ανεξάρτητη το 1912-1913, και αυτόνομη περιοχή το 1914 και το 1921-1922. Παρόλη την ισχυρή ένταξή της στην πλευρά του ελληνικού κράτους το 1912-1914, η Χιμάρα διατηρεί όλα της τα προνόμια, παρά τις κατά διαστήματα αντιπαραθέσεις επί βασιλείας Ζώγου στον Μεσοπόλεμο, και γενικά υποστηρίζει το καθεστώς Ζώγου. Το επονομαζόμενο στα ελληνικά υπηρεσιακά έγγραφα «αλβανικό κόμμα» στη Χιμάρα συνιστά μειοψηφία στον Μεσοπόλεμο, αν και κατά τις αλβανικές πηγές ήταν σημαντικό, με ιδιαίτερη διείσδυση στις νεότερες γενιές και στους μορφωμένους. Κατά την ίδια αλβανική πηγή πάντως, οι μαθητές των «αλβανικών» σχολείων στους τρεις ελληνόφωνους οικισμούς ήταν παιδιά υπαλλήλων ή «όσων ήθελαν να επωφεληθούν από τις υποσχέσεις των τοπικών αρχών, ιδίως όσων είχαν ζητήσει βοήθεια σε καλαμπόκι που διανεμόταν στην περιοχή», δηλαδή των πολύ φτωχών οικογενειών. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, τα αλβανόφωνα χωριά, ήδη τη δεκαετία του 1930, διαφοροποιούν στην πλειονότητά τους τη στάση τους, ενώ δεν είναι αμελητέες οι οικογένειες στα ελληνόφωνα που χαρακτηρίζονται, σε αντίθεση με τις «ημέτερες», ως «αντίθετες» και «αμφιταλαντευόμεναι». Η κοινοτική ενότητα των χωριών της Χιμάρας βασιζόταν στην (ορθόδοξη) χριστιανική τους ένταξη και ουδόλως ενδιέφερε τις ενδοκοινοτικές υποθέσεις το ζήτημα της γλώσσας. Το γεγονός ότι καταγράφεται στον Μεσοπόλεμο σημαντική τάση για τη διατήρηση ή το άνοιγμα (ανάλογα με την περίοδο) ελληνικών σχολείων δεν αναιρεί την προηγούμενη διαπίστωση. Η διαμάχη αυτή του Μεσοπολέμου αφορούσε μόνο τις τρεις ελληνόφωνες κοινότητες και τις τάσεις που δημιουργήθηκαν στο εσωτερικό τους, αφήνοντας αδιάφορες τις τέσσερις υπόλοιπες αλβανόφωνες κοινότητες. Οι στρατηγικές για τη διατήρηση των προνομίων και η μεγάλη σημασία που απέδιδε η ελληνική πολιτική στη Χιμάρα, καθώς αποτελούσε το βορειότερο όριο των διεκδικήσεών της, εξηγούν καλύτερα, από την προσήλωση της στον «Ελληνισμό», την κατάσταση του Μεσοπολέμου στη Χιμάρα.

Το κοινωνικοεπαγγελματικό προφίλ των οικισμών και η στάση τους κατά τη διάρκεια και μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου (εκτός του Βούνου) θα δημιουργήσουν αρχικά αντιπαράθεση με το χοτζικό καθεστώς, ιδίως στα ζητήματα των ιδιοκτησιακών, οικονομικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Αυτό οδηγεί στην κατάργηση της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης και εν συνεχεία, μάλλον το 1959, στην αφαίρεση της ελληνικής εθνικότητας από τους ελληνόφωνους οικισμούς. Για αρκετά χρόνια μετά το 1945 η (ελληνόφωνη) Χιμάρα θα βρεθεί στη δυσμένεια του καθεστώτος και οι δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης θα είναι μικρές. Σταδιακά όμως, σε μεταγενέστερο χρόνο, όλοι οι οικισμοί θα επανδρώσουν τον χοτζικό διοικητικό και κρατικό μηχανισμό και θα συνεχίσουν και μετά το 1990 να επανδρώνουν την ευρύτερη κρατική μηχανή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά ο πρώην υπουργός Εξωτερικών (1997-2001) Πασκάλ Μίλο γεννημένος στην Παλάσα. Είναι δε μάλλον η μόνη περιοχή στην Αλβανία η οποία εμφατικά αρνήθηκε εξαρχής την εφαρμογή του ν. 7501 του 1991 για τη διανομή της γης, εκκρεμότητα που υφίσταται εν μέρει μέχρι σήμερα και συνιστά σημαντικό παράγοντα των τοπικών και διακρατικών αντιπαραθέσεων. Σε όλο τον 20ο αιώνα, στη στάση των κοινοτήτων αυτών σημαντικό ρόλο παίζει και η μεγάλη τους διασπορά. Πέραν της μετανάστευσης στην Ελλάδα, οι Χιμαριώτες (όλων των χωριών) μετακινούνται εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και αλλού. Οι μετανάστες, από τη Γαλλία μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες, αποτελούν συνήθως τμήμα της ελληνορθόδοξης-ελληνικής κοινότητας.

Η παράδοση της διασποράς, της δεξιάς πολιτικής ένταξης και του αντικομμουνισμού, η ιδιαίτερη σχέση με τα βορειοηπειρωτικά σωματεία και την ακροδεξιά στην Ελλάδα και δευτερευόντως με τις ελληνικές κοινότητες στην Αμερική θα διαμορφώσουν την ταυτότητα σε σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της Χιμάρας, ιδίως στην κωμόπολη, αλλά ως έναν βαθμό και στους Δρυμάδες, καθώς και στους αλβανόφωνους οικισμούς. Η σημαντική μετανάστευση από τη Χιμάρα στην Ελλάδα μετά το 1990-1991 όχι μόνο δημιούργησε νέους ισχυρούς δεσμούς με το ελληνικό κράτος, με τους εγκατεστημένους παλαιότερα στην Ελλάδα, αλλά ενεργοποίησε εκ νέου τα παλαιότερα δίκτυα της διασποράς.

Η Χιμάρα, με τη φορτισμένη ιστορικά διαδρομή της και την «ηρωική» ένταξη της στους εθνικούς αλβανικούς μύθους, έχει αποκτήσει μεγάλη συμβολική σημασία στον αλβανικό εθνικό λόγο. Αντίθετα, η συμβολική σημασία της Χιμάρας στην ελληνική εθνική αφήγηση είναι σαφώς μικρότερη. Σήμερα, ο μέσος μορφωμένος Αλβανός θεωρεί τη Χιμάρα αλβανικό λίκνο, αγνοώντας τη στάση των Χιμαριωτών στις αρχές του 20ού αιώνα και την ελληνοφωνία τμήματός της, που, σύμφωνα με την απογραφή του 1989, ξεπερνούσε το 50% του συνολικού της πληθυσμού. Χαρακτηριστική είναι η Έκθεση της Albanian Helsinki Committee (AHC – Αλβανικής Επιτροπής του Ελσίνκι) σχετικά με τη Χιμάρα, μίας οργάνωσης που στο παρελθόν είχε αυξημένο ρόλο ελέγχου του πολιτικού συστήματος στην Αλβανία. Γράφεται ότι, σύμφωνα και με την έρευνα πεδίου που αναφέρουν ότι πραγματοποίησαν, «ο αριθμός των ελλήνων μειονοτικών [Greek minority people] στη Χιμάρα ήταν πάντα μικρός. Στα αρχαία χρόνια η παράλια πόλη της Χαονίας [ΚΑΟΝΙΑ] υπήρξε όπου ακριβώς βρίσκεται σήμερα η Χιμάρα [...] Μένοντας απομονωμένοι από την Τουρκική Αυτοκρατορία, κυρίως τον 18ο και τον 19ο αιώνα οι Χιμαριώτες δημιούργησαν ισχυρούς δεσμούς και ανέπτυξαν εκτεταμένο εμπόριο με μερικές ελληνικές πόλεις. Αναφέρεται ότι από αυτό τον καιρό, επιπρόσθετα με τη μητρική τους γλώσσα, οι ντόπιοι άρχισαν να μαθαίνουν επίσης την ελληνική γλώσσα». Η ιστορική εκδοχή είναι τυπική: αυτόχθονες και αλβανόφωνοι που άρχισαν να μαθαίνουν και ελληνικά λόγω εμπορίου με ελληνικές πόλεις και λόγω των σχολείων. Ο λόγος παραμένει απαράλλακτος, αλλά γίνεται, για πρώτη φορά, αναφορά σε έναν «very small number» ατόμων που ανήκουν στην ελληνική μειονότητα. Όπως αναφέρουν, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί «ότι υπάρχουν μερικά εθνοτικά ελληνικά στοιχεία, αλλά αυτοί έζησαν πάντα σε αρμονία με τον ντόπιο πληθυσμό». Η εκτεταμένη αυτή αναφορά στην Albanian Helsinki Committee στις αρχές της δεκαετίας του 2000, πέρα από την καθολική επικράτηση του αλβανικού εθνικιστικού λόγου και της εθνικής ιστορίας, καταδεικνύει ότι ήδη υπήρχε μία επεξεργασμένη «επιστημονική» άποψη στην Αλβανία και είχε καταναλωθεί αρκετό μελάνι για να διαχυθεί. Λίγα χρόνια αργότερα, το 2004, η αλβανική πλευρά αναλαμβάνει να επεξεργαστεί και να καθιερώσει μια πιο συστηματοποιημένη και «επιστημονική» ιστορική, και με προφανή πολιτική σημασία, άποψη για την περιοχή. Η Ακαδημία Επιστημών των Τιράνων, συνεχίζοντας τη λογική περί διαμόρφωσης και επιβολής της εθνικά ορθής ιστορίας που είχαν όλες οι ακαδημίες επιστημών στις ανατολικές χώρες, προχωρά στην έκδοση ενός συλλογικού τόμου για τη Χιμάρα. Πολλοί από τους επιφανέστερους επιστήμονες αναλαμβάνουν να στήσουν ένα είδος «ιστορικού οδηγού» για την περιοχή. Ο τόμος «Η Χιμάρα ανά τους αιώνες» (Himara në shekuj) παρά τη διαφορετική βαρύτητα και εγκυρότητα των συμβολών, στοχεύει αποκλειστικά στην ανάδειξη και απόδειξη της εθνικά ορθής θέσης, κάτι που επαναλαμβάνεται και σε όλες τις αγγλικές περιλήψεις των άρθρων. Ένα από τα βασικά αξιώματα που διαπνέει τον τόμο είναι η ύστερη ελληνοφώνηση των τριών οικισμών και η διγλωσσία (bilingualism) τους στα αλβανικά και ελληνικά. Ο τόμος όμως δεν αρκείται σε αυτό και δίνει, όπως ήταν αναμενόμενο, έμφαση στην αρχαία καταγωγή των κατοίκων. Τέλος, για πρώτη φορά, η επεξεργασμένη αυτή κατασκευή συνδέει τη Χιμάρα με το αλβανικό εθνικό κίνημα.

Ίσως ακόμη και σήμερα ο πληθυσμός της Χιμάρας συνιστά ιδιαίτερη περίπτωση τοπικής ταυτότητας. Μια πρώτη καταγραφή αυτής της ιδιαιτερότητας, με αρκετή υπερβολή αλλά και μην απέχοντας ιδιαίτερα από την πραγματικότητα όταν συντασσόταν, έχει καταγραφεί σε έκθεση του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι, μεταφέροντας μάλιστα θέση Ελλήνων διπλωματών του 1994: «Οι Χιμαριώτες έχουν αναπτύξει ξεχωριστή [separate] ταυτότητα και δεν θέλουν να θεωρούνται Έλληνες ή Αλβανοί». Την ιδιαιτερότητα της «εθνοτοπικής ταυτότητας» των Χιμαριωτών και την έκφραση της μετά το 1990 περιγράφει ως εξής ο Βασίλης Νιτσιάκος: «Οι Χιμαριώτες [...] που δεν έχουν πρόβλημα στην Ελλάδα να είναι Έλληνες και στην Αλβανία Αλβανοί και να δηλώνουν τη μία ή την άλλη ταυτότητα ανάλογα με το εκάστοτε πλαίσιο, όταν είναι απαραίτητο να κάνουν κάτι τέτοιο, πρέπει να αντιμετωπίζονται ως “εθνικοί χαμαιλέοντες” ή ως καιροσκόποι, που, ανάλογα με το συμφέρον τους, κάθε φορά παρουσιάζονται με τη μία ή την άλλη εθνική ταυτότητα;». Και απαντά ότι πρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα την ιστορική τους συγκρότηση, τους μηχανισμούς που παράγονται οι ταυτότητες και τις συνθήκες που αυτές δηλώνονται.

Σημαντική παράμετρος της ελληνοαλβανικής έντασης στην περιοχή, που αντικατοπτρίζει το πώς δρούσε η αλβανική πολιτική, ήταν η δυνατότητα εκπαίδευσης στην ελληνική γλώσσα. Το δικαίωμα λειτουργίας ελληνόγλωσσων σχολείων αφαιρέθηκε το 1946 (ή το 1947), ύστερα από τη μαζική αποχή από τις εκλογές, που ουσιαστικά είχαν σκοπό την έγκριση του καθεστώτος Χότζα από τους κατοίκους της Χιμάρας. Από το 1991 το αίτημα να ανοίξει ελληνικό μειονοτικό σχολείο ήταν σταθερό τόσο από κατοίκους όσο και από οργανώσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό από ένα σημείο και πέρα δε αφορούσε πρακτικά την κωμόπολη, καθώς τα άλλα δύο χωριά είχαν αφαιμαχθεί από τη μετανάστευση. Η αλβανική πλευρά επέμενε στην αδιέξοδη στάση της για αρκετά χρόνια, επαναλαμβάνοντας ότι η Χιμάρα δεν είναι μειονοτική περιοχή, δεν υπάρχει ελληνική μειονότητα και άρα δεν τίθεται ζήτημα σχολείου, και μόλις το 1998 άφηνε τη δυνατότητα διδασκαλίας της ελληνικής ως γλωσσικό μάθημα για τις «μειονοτικές οικογένειες». Οι «ελληνόφρονες» Χιμαριώτες και η Ομόνοια δεν αποδέχονταν καμία άλλη λύση που είχε προταθεί από την αλβανική πλευρά (ιδιωτικό σχολείο ή διδασκαλία γλώσσας και ιστορίας εκτός προγράμματος) πέρα από το άνοιγμα σχολείου με πλήρες ελληνόγλωσσο πρόγραμμα. Έτσι, τυπικά με πρωτοβουλία της Ομόνοιας, τη βοήθεια κυρίως του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και ελληνοκυπριακών ιδρυμάτων, η Ελλάδα προχώρησε στην άτυπη διδασκαλία της ελληνικής μετά το πέρας των μαθημάτων για όσους μαθητές το επιθυμούσαν. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, πέρα από την Ομόνοια προστίθενται και οι τοπικοί Σοσιαλιστές ως συναινούντες στην ίδρυση σχολείου. Το ζήτημα χαρακτηρίστηκε ως κρίση «τεχνηέντως υπερτιμημένη, χωρίς να στοχεύει στην άμεση υλοποίηση [ίδρυσης σχολείου]». Το «νέο σχολικό ζήτημα» αποτέλεσε την «απόδειξη» μη αναγνώρισης μειονότητας στην περιοχή και τη δικαιολογητική βάση της ελληνικής πολιτικής. Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 2006, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ανοίγει ιδιωτικό 9χρονο σχολείο στη Χιμάρα, χρηματοδοτούμενο από την Ελλάδα, «ως οιονεί μειονοτικό», όπως ορθά αναφέρεται. Το σχολείο θα εγκαινιάσει ο υφυπουργός Εξωτερικών Ευριπίδης Στυλιανίδης.

Οι πολιτικές που άσκησε το ελληνικό κράτος, ειδικά τη δεκαετία του 2000, θεωρήθηκαν «αντιαλβανικές» και προκάλεσαν ισχυρά αντιελληνικά και αντιμειονοτικά αντανακλαστικά στην Αλβανία. Η εξέταση ακόμη και του μετριοπαθούς Τύπου εκείνης της περιόδου είναι διαφωτιστική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς δημιουργήθηκε από τον Τύπο η εικόνα ότι επρόκειτο για συνολική «αντιαλβανική» επίθεση είναι το ακόλουθο δημοσίευμα: Η Χιμάρα συσχετίζεται με τον ραδιοσταθμό της τοπικής Μητρόπολης στην Κόνιτσα, με την απονομή συντάξεων στην Αλβανία και με τα νεκροταφεία των Ελλήνων στρατιωτικών.
0 .

Άβαταρ μέλους
taxalataxalasa
Basic poster
Basic poster
Δημοσιεύσεις: 581

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό taxalataxalasa » 02 Μαρ 2023, 16:28

Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:
Τλαξκαλτέκος έγραψε:Απ' τον Χετταίο αυτοκράτορα Μουρσίλις ! :laugh1:

Υπάρχει και η φυλή των Μούρσι στην Αιθιοπία :D

το Δαγκωτό...
0 .

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 3375

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 02 Μαρ 2023, 17:08

Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:
ΚΡΥΦΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: ΕΜΦΑΝΙΣΗ
Η περίπτωση της Χιμάρας. Ιστορική και πολιτική διάσταση

H Χιμάρα, δηλαδή οι επτά ιστορικοί οικισμοί που παραδοσιακά αποτελούσαν την περιοχή (με τη στενή της έννοια), συνιστά ειδική περίπτωση κοινότητας –όχι βέβαια μοναδικής– σε όλη την ύστερη, τουλάχιστον, οθωμανική περίοδο και αργότερα, μετά τη δημιουργία του αλβανικού κράτους μέχρι σήμερα. Πρόκειται για επτά ορθόδοξους οικισμούς, οριοθετημένους και οχυρωμένους από το φυσικό ανάγλυφο μεταξύ των βουνών, που σχηματίζουν ένα είδος φράγματος, και της θάλασσας. Πρόκειται για τα «επτά χωριά» της Χιμάρας, εκ των οποίων η Himare (Χιμάρα), οι Dhermi (Δρυμάδες) και η Palasë (Παλάσα) είναι ελληνόφωνα, ενώ τα Koudhës (Κούδεσι), Pilur (Πύλουρι), Qeparo [(Άνω και Κάτω) Κηπαρό] και Vuno (Βούνο) είναι αλβανόφωνα. Στους οικισμούς αυτούς, όπως σε πολλές περιοχές της Αυτοκρατορίας, η οθωμανική διοίκηση ή οι τοπικοί ηγεμόνες εξασκούσαν κατά περιόδους περιορισμένη ή, καλύτερα, διαφορετικού τύπου κυριαρχία, οπότε στις εθνικές αφηγήσεις, ελληνική και αλβανική, η Χιμάρα ενσωματώθηκε ως «αδούλωτη», «ανεξάρτητη» ή ό,τι άλλο. Τα ιστορικά όρια της περιοχής της Χιμάρας αποτελούν ένα ζήτημα που κατά διαστήματα επανέρχεται και αποδίδεται σε αυτό πολιτική σημασία: Έτσι, ενίοτε θεωρείται ότι περιλαμβάνει τον οικισμό Çorraj, άλλους μουσουλμανικούς οικισμούς πίσω από την κορυφογραμμή ή και τα άλλα ορθόδοξα χωριά κοντά στην ακτογραμμή προς νότο, μέχρι τη Nivicë (Νιβίτσα). Η Χιμάρα κατέχει ειδικό καθεστώς σε όλη τη διάρκεια του ύστερου οθωμανικού κράτους και αναπτύσσει μια ειδική επαγγελματική κατηγορία, των ένοπλων μισθοφόρων εντός και εκτός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ανάλογα τον (μικρο)οικισμό, την κάθε πυρηνική ή ευρύτερη οικογένεια και τα μεταναστευτικά ή εκπαιδευτικά της χαρακτηριστικά, η γνώση της άλλης γλώσσας ήταν από παλιά αρκετά διαδεδομένο φαινόμενο. Γνωρίζουμε από όλες τις πηγές, σε αντίθεση με την αλβανική ρητορική, ότι τα τρία από τα επτά χωριά μιλούσαν ελληνικά. Υπάρχουν ενδείξεις ελληνοφώνησης τους τον 19ο αιώνα αλλά όχι ισχυρές, καθώς το γλωσσικό ιδίωμα τόσο του οικισμού της Χιμάρας όσο όμως και των Δρυμάδων-Παλάσας παρουσιάζουν στοιχεία που κάθε άλλο παρά στηρίζουν τη γλωσσική μετατόπιση προς τα ελληνικά τον 19ο αιώνα και συνηγορούν σε μακρά ιστορική παρουσία των ελληνικών στην περιοχή. Ειδικά για τους ελληνόφωνους οικισμούς, από τα μέσα του 19ου αιώνα δεν υπάρχει κάποια αναφορά ή ένδειξη για διγλωσσία (bilingualism) των παιδιών, καθώς τα αλβανικά δεν ομιλούντο στο σπίτι (ως γλώσσα του σπιτιού) μεταξύ ανιόντων και κατιόντων, ή για αυτό που ονομάζεται «natural bilingualism», δηλ. καλή γνώση της αλβανικής σε νεαρή ηλικία και από τα δύο φύλα. Αντίστοιχα, το ίδιο συνέβαινε και στους αλβανόφωνους οικισμούς. Οι γάμοι μεταξύ των διαφόρων οικισμών και ιδίως οι προηγηθείσες παρατηρήσεις είναι οι σημαντικότερες αιτίες για τις οποίες και σε αυτή την περίπτωση κοινοτήτων δεν θα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τις δύο γλωσσικές κοινότητες ως σαφώς οριοθετημένες γλωσσικά, χωρίς να αναιρείται η διαίρεση των οικισμών σε αλβανόφωνους και ελληνόφωνους. Επιπλέον, τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα, οι οικισμοί αποτελούν ένα ενιαίο κοινωνικο-οικονομικό σύνολο με σχεδόν ταυτόσημες κοινωνικοεπαγγελματικές συνήθειες. Παράλληλα, στους οικισμούς εμφανίζεται ισχυρή μετανάστευση, από ένα χρονικό σημείο και πέρα ακόμη και υπερπόντια.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, η Χιμάρα χαρακτηρίζεται από ελληνικές πηγές ως μια από τις πιο «ανασφαλείς» για τα ελληνικά της «αισθήματα» περιοχές της μετέπειτα νότιας Αλβανίας. Όμως, τάσσεται πλειοψηφικά με το ελληνικό κράτος και αυτοανακηρύσσεται ανεξάρτητη το 1912-1913, και αυτόνομη περιοχή το 1914 και το 1921-1922. Παρόλη την ισχυρή ένταξή της στην πλευρά του ελληνικού κράτους το 1912-1914, η Χιμάρα διατηρεί όλα της τα προνόμια, παρά τις κατά διαστήματα αντιπαραθέσεις επί βασιλείας Ζώγου στον Μεσοπόλεμο, και γενικά υποστηρίζει το καθεστώς Ζώγου. Το επονομαζόμενο στα ελληνικά υπηρεσιακά έγγραφα «αλβανικό κόμμα» στη Χιμάρα συνιστά μειοψηφία στον Μεσοπόλεμο, αν και κατά τις αλβανικές πηγές ήταν σημαντικό, με ιδιαίτερη διείσδυση στις νεότερες γενιές και στους μορφωμένους. Κατά την ίδια αλβανική πηγή πάντως, οι μαθητές των «αλβανικών» σχολείων στους τρεις ελληνόφωνους οικισμούς ήταν παιδιά υπαλλήλων ή «όσων ήθελαν να επωφεληθούν από τις υποσχέσεις των τοπικών αρχών, ιδίως όσων είχαν ζητήσει βοήθεια σε καλαμπόκι που διανεμόταν στην περιοχή», δηλαδή των πολύ φτωχών οικογενειών. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, τα αλβανόφωνα χωριά, ήδη τη δεκαετία του 1930, διαφοροποιούν στην πλειονότητά τους τη στάση τους, ενώ δεν είναι αμελητέες οι οικογένειες στα ελληνόφωνα που χαρακτηρίζονται, σε αντίθεση με τις «ημέτερες», ως «αντίθετες» και «αμφιταλαντευόμεναι». Η κοινοτική ενότητα των χωριών της Χιμάρας βασιζόταν στην (ορθόδοξη) χριστιανική τους ένταξη και ουδόλως ενδιέφερε τις ενδοκοινοτικές υποθέσεις το ζήτημα της γλώσσας. Το γεγονός ότι καταγράφεται στον Μεσοπόλεμο σημαντική τάση για τη διατήρηση ή το άνοιγμα (ανάλογα με την περίοδο) ελληνικών σχολείων δεν αναιρεί την προηγούμενη διαπίστωση. Η διαμάχη αυτή του Μεσοπολέμου αφορούσε μόνο τις τρεις ελληνόφωνες κοινότητες και τις τάσεις που δημιουργήθηκαν στο εσωτερικό τους, αφήνοντας αδιάφορες τις τέσσερις υπόλοιπες αλβανόφωνες κοινότητες. Οι στρατηγικές για τη διατήρηση των προνομίων και η μεγάλη σημασία που απέδιδε η ελληνική πολιτική στη Χιμάρα, καθώς αποτελούσε το βορειότερο όριο των διεκδικήσεών της, εξηγούν καλύτερα, από την προσήλωση της στον «Ελληνισμό», την κατάσταση του Μεσοπολέμου στη Χιμάρα.

Το κοινωνικοεπαγγελματικό προφίλ των οικισμών και η στάση τους κατά τη διάρκεια και μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου (εκτός του Βούνου) θα δημιουργήσουν αρχικά αντιπαράθεση με το χοτζικό καθεστώς, ιδίως στα ζητήματα των ιδιοκτησιακών, οικονομικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Αυτό οδηγεί στην κατάργηση της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης και εν συνεχεία, μάλλον το 1959, στην αφαίρεση της ελληνικής εθνικότητας από τους ελληνόφωνους οικισμούς. Για αρκετά χρόνια μετά το 1945 η (ελληνόφωνη) Χιμάρα θα βρεθεί στη δυσμένεια του καθεστώτος και οι δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης θα είναι μικρές. Σταδιακά όμως, σε μεταγενέστερο χρόνο, όλοι οι οικισμοί θα επανδρώσουν τον χοτζικό διοικητικό και κρατικό μηχανισμό και θα συνεχίσουν και μετά το 1990 να επανδρώνουν την ευρύτερη κρατική μηχανή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά ο πρώην υπουργός Εξωτερικών (1997-2001) Πασκάλ Μίλο γεννημένος στην Παλάσα. Είναι δε μάλλον η μόνη περιοχή στην Αλβανία η οποία εμφατικά αρνήθηκε εξαρχής την εφαρμογή του ν. 7501 του 1991 για τη διανομή της γης, εκκρεμότητα που υφίσταται εν μέρει μέχρι σήμερα και συνιστά σημαντικό παράγοντα των τοπικών και διακρατικών αντιπαραθέσεων. Σε όλο τον 20ο αιώνα, στη στάση των κοινοτήτων αυτών σημαντικό ρόλο παίζει και η μεγάλη τους διασπορά. Πέραν της μετανάστευσης στην Ελλάδα, οι Χιμαριώτες (όλων των χωριών) μετακινούνται εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και αλλού. Οι μετανάστες, από τη Γαλλία μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες, αποτελούν συνήθως τμήμα της ελληνορθόδοξης-ελληνικής κοινότητας.

Η παράδοση της διασποράς, της δεξιάς πολιτικής ένταξης και του αντικομμουνισμού, η ιδιαίτερη σχέση με τα βορειοηπειρωτικά σωματεία και την ακροδεξιά στην Ελλάδα και δευτερευόντως με τις ελληνικές κοινότητες στην Αμερική θα διαμορφώσουν την ταυτότητα σε σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της Χιμάρας, ιδίως στην κωμόπολη, αλλά ως έναν βαθμό και στους Δρυμάδες, καθώς και στους αλβανόφωνους οικισμούς. Η σημαντική μετανάστευση από τη Χιμάρα στην Ελλάδα μετά το 1990-1991 όχι μόνο δημιούργησε νέους ισχυρούς δεσμούς με το ελληνικό κράτος, με τους εγκατεστημένους παλαιότερα στην Ελλάδα, αλλά ενεργοποίησε εκ νέου τα παλαιότερα δίκτυα της διασποράς.

Η Χιμάρα, με τη φορτισμένη ιστορικά διαδρομή της και την «ηρωική» ένταξη της στους εθνικούς αλβανικούς μύθους, έχει αποκτήσει μεγάλη συμβολική σημασία στον αλβανικό εθνικό λόγο. Αντίθετα, η συμβολική σημασία της Χιμάρας στην ελληνική εθνική αφήγηση είναι σαφώς μικρότερη. Σήμερα, ο μέσος μορφωμένος Αλβανός θεωρεί τη Χιμάρα αλβανικό λίκνο, αγνοώντας τη στάση των Χιμαριωτών στις αρχές του 20ού αιώνα και την ελληνοφωνία τμήματός της, που, σύμφωνα με την απογραφή του 1989, ξεπερνούσε το 50% του συνολικού της πληθυσμού. Χαρακτηριστική είναι η Έκθεση της Albanian Helsinki Committee (AHC – Αλβανικής Επιτροπής του Ελσίνκι) σχετικά με τη Χιμάρα, μίας οργάνωσης που στο παρελθόν είχε αυξημένο ρόλο ελέγχου του πολιτικού συστήματος στην Αλβανία. Γράφεται ότι, σύμφωνα και με την έρευνα πεδίου που αναφέρουν ότι πραγματοποίησαν, «ο αριθμός των ελλήνων μειονοτικών [Greek minority people] στη Χιμάρα ήταν πάντα μικρός. Στα αρχαία χρόνια η παράλια πόλη της Χαονίας [ΚΑΟΝΙΑ] υπήρξε όπου ακριβώς βρίσκεται σήμερα η Χιμάρα [...] Μένοντας απομονωμένοι από την Τουρκική Αυτοκρατορία, κυρίως τον 18ο και τον 19ο αιώνα οι Χιμαριώτες δημιούργησαν ισχυρούς δεσμούς και ανέπτυξαν εκτεταμένο εμπόριο με μερικές ελληνικές πόλεις. Αναφέρεται ότι από αυτό τον καιρό, επιπρόσθετα με τη μητρική τους γλώσσα, οι ντόπιοι άρχισαν να μαθαίνουν επίσης την ελληνική γλώσσα». Η ιστορική εκδοχή είναι τυπική: αυτόχθονες και αλβανόφωνοι που άρχισαν να μαθαίνουν και ελληνικά λόγω εμπορίου με ελληνικές πόλεις και λόγω των σχολείων. Ο λόγος παραμένει απαράλλακτος, αλλά γίνεται, για πρώτη φορά, αναφορά σε έναν «very small number» ατόμων που ανήκουν στην ελληνική μειονότητα. Όπως αναφέρουν, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί «ότι υπάρχουν μερικά εθνοτικά ελληνικά στοιχεία, αλλά αυτοί έζησαν πάντα σε αρμονία με τον ντόπιο πληθυσμό». Η εκτεταμένη αυτή αναφορά στην Albanian Helsinki Committee στις αρχές της δεκαετίας του 2000, πέρα από την καθολική επικράτηση του αλβανικού εθνικιστικού λόγου και της εθνικής ιστορίας, καταδεικνύει ότι ήδη υπήρχε μία επεξεργασμένη «επιστημονική» άποψη στην Αλβανία και είχε καταναλωθεί αρκετό μελάνι για να διαχυθεί. Λίγα χρόνια αργότερα, το 2004, η αλβανική πλευρά αναλαμβάνει να επεξεργαστεί και να καθιερώσει μια πιο συστηματοποιημένη και «επιστημονική» ιστορική, και με προφανή πολιτική σημασία, άποψη για την περιοχή. Η Ακαδημία Επιστημών των Τιράνων, συνεχίζοντας τη λογική περί διαμόρφωσης και επιβολής της εθνικά ορθής ιστορίας που είχαν όλες οι ακαδημίες επιστημών στις ανατολικές χώρες, προχωρά στην έκδοση ενός συλλογικού τόμου για τη Χιμάρα. Πολλοί από τους επιφανέστερους επιστήμονες αναλαμβάνουν να στήσουν ένα είδος «ιστορικού οδηγού» για την περιοχή. Ο τόμος «Η Χιμάρα ανά τους αιώνες» (Himara në shekuj) παρά τη διαφορετική βαρύτητα και εγκυρότητα των συμβολών, στοχεύει αποκλειστικά στην ανάδειξη και απόδειξη της εθνικά ορθής θέσης, κάτι που επαναλαμβάνεται και σε όλες τις αγγλικές περιλήψεις των άρθρων. Ένα από τα βασικά αξιώματα που διαπνέει τον τόμο είναι η ύστερη ελληνοφώνηση των τριών οικισμών και η διγλωσσία (bilingualism) τους στα αλβανικά και ελληνικά. Ο τόμος όμως δεν αρκείται σε αυτό και δίνει, όπως ήταν αναμενόμενο, έμφαση στην αρχαία καταγωγή των κατοίκων. Τέλος, για πρώτη φορά, η επεξεργασμένη αυτή κατασκευή συνδέει τη Χιμάρα με το αλβανικό εθνικό κίνημα.

Ίσως ακόμη και σήμερα ο πληθυσμός της Χιμάρας συνιστά ιδιαίτερη περίπτωση τοπικής ταυτότητας. Μια πρώτη καταγραφή αυτής της ιδιαιτερότητας, με αρκετή υπερβολή αλλά και μην απέχοντας ιδιαίτερα από την πραγματικότητα όταν συντασσόταν, έχει καταγραφεί σε έκθεση του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι, μεταφέροντας μάλιστα θέση Ελλήνων διπλωματών του 1994: «Οι Χιμαριώτες έχουν αναπτύξει ξεχωριστή [separate] ταυτότητα και δεν θέλουν να θεωρούνται Έλληνες ή Αλβανοί». Την ιδιαιτερότητα της «εθνοτοπικής ταυτότητας» των Χιμαριωτών και την έκφραση της μετά το 1990 περιγράφει ως εξής ο Βασίλης Νιτσιάκος: «Οι Χιμαριώτες [...] που δεν έχουν πρόβλημα στην Ελλάδα να είναι Έλληνες και στην Αλβανία Αλβανοί και να δηλώνουν τη μία ή την άλλη ταυτότητα ανάλογα με το εκάστοτε πλαίσιο, όταν είναι απαραίτητο να κάνουν κάτι τέτοιο, πρέπει να αντιμετωπίζονται ως “εθνικοί χαμαιλέοντες” ή ως καιροσκόποι, που, ανάλογα με το συμφέρον τους, κάθε φορά παρουσιάζονται με τη μία ή την άλλη εθνική ταυτότητα;». Και απαντά ότι πρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα την ιστορική τους συγκρότηση, τους μηχανισμούς που παράγονται οι ταυτότητες και τις συνθήκες που αυτές δηλώνονται.

Σημαντική παράμετρος της ελληνοαλβανικής έντασης στην περιοχή, που αντικατοπτρίζει το πώς δρούσε η αλβανική πολιτική, ήταν η δυνατότητα εκπαίδευσης στην ελληνική γλώσσα. Το δικαίωμα λειτουργίας ελληνόγλωσσων σχολείων αφαιρέθηκε το 1946 (ή το 1947), ύστερα από τη μαζική αποχή από τις εκλογές, που ουσιαστικά είχαν σκοπό την έγκριση του καθεστώτος Χότζα από τους κατοίκους της Χιμάρας. Από το 1991 το αίτημα να ανοίξει ελληνικό μειονοτικό σχολείο ήταν σταθερό τόσο από κατοίκους όσο και από οργανώσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό από ένα σημείο και πέρα δε αφορούσε πρακτικά την κωμόπολη, καθώς τα άλλα δύο χωριά είχαν αφαιμαχθεί από τη μετανάστευση. Η αλβανική πλευρά επέμενε στην αδιέξοδη στάση της για αρκετά χρόνια, επαναλαμβάνοντας ότι η Χιμάρα δεν είναι μειονοτική περιοχή, δεν υπάρχει ελληνική μειονότητα και άρα δεν τίθεται ζήτημα σχολείου, και μόλις το 1998 άφηνε τη δυνατότητα διδασκαλίας της ελληνικής ως γλωσσικό μάθημα για τις «μειονοτικές οικογένειες». Οι «ελληνόφρονες» Χιμαριώτες και η Ομόνοια δεν αποδέχονταν καμία άλλη λύση που είχε προταθεί από την αλβανική πλευρά (ιδιωτικό σχολείο ή διδασκαλία γλώσσας και ιστορίας εκτός προγράμματος) πέρα από το άνοιγμα σχολείου με πλήρες ελληνόγλωσσο πρόγραμμα. Έτσι, τυπικά με πρωτοβουλία της Ομόνοιας, τη βοήθεια κυρίως του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και ελληνοκυπριακών ιδρυμάτων, η Ελλάδα προχώρησε στην άτυπη διδασκαλία της ελληνικής μετά το πέρας των μαθημάτων για όσους μαθητές το επιθυμούσαν. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, πέρα από την Ομόνοια προστίθενται και οι τοπικοί Σοσιαλιστές ως συναινούντες στην ίδρυση σχολείου. Το ζήτημα χαρακτηρίστηκε ως κρίση «τεχνηέντως υπερτιμημένη, χωρίς να στοχεύει στην άμεση υλοποίηση [ίδρυσης σχολείου]». Το «νέο σχολικό ζήτημα» αποτέλεσε την «απόδειξη» μη αναγνώρισης μειονότητας στην περιοχή και τη δικαιολογητική βάση της ελληνικής πολιτικής. Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 2006, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ανοίγει ιδιωτικό 9χρονο σχολείο στη Χιμάρα, χρηματοδοτούμενο από την Ελλάδα, «ως οιονεί μειονοτικό», όπως ορθά αναφέρεται. Το σχολείο θα εγκαινιάσει ο υφυπουργός Εξωτερικών Ευριπίδης Στυλιανίδης.

Οι πολιτικές που άσκησε το ελληνικό κράτος, ειδικά τη δεκαετία του 2000, θεωρήθηκαν «αντιαλβανικές» και προκάλεσαν ισχυρά αντιελληνικά και αντιμειονοτικά αντανακλαστικά στην Αλβανία. Η εξέταση ακόμη και του μετριοπαθούς Τύπου εκείνης της περιόδου είναι διαφωτιστική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς δημιουργήθηκε από τον Τύπο η εικόνα ότι επρόκειτο για συνολική «αντιαλβανική» επίθεση είναι το ακόλουθο δημοσίευμα: Η Χιμάρα συσχετίζεται με τον ραδιοσταθμό της τοπικής Μητρόπολης στην Κόνιτσα, με την απονομή συντάξεων στην Αλβανία και με τα νεκροταφεία των Ελλήνων στρατιωτικών.

Ποιος τα γράφει αυτά ; :hmhmhm:
Ο Νιτσιάκος όταν τα έγραφε ήταν ΠΑΣΟΚ ενώ τώρα είναι ΣΥΡΙΖΑ ; :whistle:
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 02 Μαρ 2023, 17:31

Τλαξκαλτέκος έγραψε:Ποιος τα γράφει αυτά ; :hmhmhm:
Ο Νιτσιάκος όταν τα έγραφε ήταν ΠΑΣΟΚ ενώ τώρα είναι ΣΥΡΙΖΑ ; :whistle:


Έχω ήδη αναφέρει την πηγή σε παλαιότερη ανάρτηση.

Υ.Γ. Ο Νιτσιάκος αναφέρεται στην ευρύτερη περιοχή της Χειμάρρας, όχι στην ίδια την κωμόπολη.
0 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 05 Μαρ 2023, 08:22

Οι μετακινήσεις των Ελλήνων/ελληνόφωνων στην Αλβανία

Οι κάτοικοι των ελληνόφωνων οικισμών προφανώς δεν έμειναν καθηλωμένοι στους οικισμούς τους, ειδικά μετά τον Β ́ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετακινούνταν εκτός αυτών, τόσο στις γειτονικές κωμοπόλεις και πόλεις όσο και ευρύτερα στην Αλβανία. Οι μετακινήσεις αυτές είναι μεγαλύτερες από τη δεκαετία του 1960. Αυξάνονται οι γάμοι με τους εκτός ομάδας, τόσο εντός όσο και εκτός των ελληνόφωνων κοινοτήτων. Η κοινωνική κινητικότητα, ιδίως όσων έχουν πανεπιστημιακή ή αυξημένη τεχνική εκπαίδευση, τους οδηγεί συχνά εκτός των οικισμών γέννησης τους. Ένα από τα σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίζει κανείς σήμερα ερευνώντας τα μεγέθη της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία είναι το ότι κατά τη διάρκεια του χοτζικού καθεστώτος το δικαίωμα της μειονοτικής εκπαίδευσης του προσώπου συνήθως χανόταν εκτός των «μειονοτικών ζωνών», ακόμη και στις πόλεις των διοικητικών περιφερειών όπου υπήρχαν οι μειονοτικές ζώνες. Η μετοίκηση από τις μειονοτικές ζώνες συνεπάγεται, για μία τουλάχιστον γενιά, τη στέρηση των μειονοτικών εκπαιδευτικών δικαιωμάτων, «μικτούς» γάμους και εγκατάλειψη της γλώσσας προς όφελος της επίσημης κρατικής. Οποιαδήποτε λοιπόν αριθμητική προσέγγιση των μεγεθών της μειονότητας είναι λειψή, εάν δεν λάβει υπόψη της το προηγούμενο δεδομένο, του οποίου πλέον οι ακριβείς πραγματολογικές διαστάσεις δεν είναι εύκολα εντοπίσιμες.
0 .

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 3375

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 05 Μαρ 2023, 10:11

Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:Οι μετακινήσεις των Ελλήνων/ελληνόφωνων στην Αλβανία

Οι κάτοικοι των ελληνόφωνων οικισμών προφανώς δεν έμειναν καθηλωμένοι στους οικισμούς τους, ειδικά μετά τον Β ́ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετακινούνταν εκτός αυτών, τόσο στις γειτονικές κωμοπόλεις και πόλεις όσο και ευρύτερα στην Αλβανία. Οι μετακινήσεις αυτές είναι μεγαλύτερες από τη δεκαετία του 1960. Αυξάνονται οι γάμοι με τους εκτός ομάδας, τόσο εντός όσο και εκτός των ελληνόφωνων κοινοτήτων. Η κοινωνική κινητικότητα, ιδίως όσων έχουν πανεπιστημιακή ή αυξημένη τεχνική εκπαίδευση, τους οδηγεί συχνά εκτός των οικισμών γέννησης τους. Ένα από τα σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίζει κανείς σήμερα ερευνώντας τα μεγέθη της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία είναι το ότι κατά τη διάρκεια του χοτζικού καθεστώτος το δικαίωμα της μειονοτικής εκπαίδευσης του προσώπου συνήθως χανόταν εκτός των «μειονοτικών ζωνών», ακόμη και στις πόλεις των διοικητικών περιφερειών όπου υπήρχαν οι μειονοτικές ζώνες. Η μετοίκηση από τις μειονοτικές ζώνες συνεπάγεται, για μία τουλάχιστον γενιά, τη στέρηση των μειονοτικών εκπαιδευτικών δικαιωμάτων, «μικτούς» γάμους και εγκατάλειψη της γλώσσας προς όφελος της επίσημης κρατικής. Οποιαδήποτε λοιπόν αριθμητική προσέγγιση των μεγεθών της μειονότητας είναι λειψή, εάν δεν λάβει υπόψη της το προηγούμενο δεδομένο, του οποίου πλέον οι ακριβείς πραγματολογικές διαστάσεις δεν είναι εύκολα εντοπίσιμες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Φότο Στρακόσια.

Ο Στρακόσια γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1965 στο χωριό Μεμαλιάι του Νομού Αργυροκάστρου στην Αλβανία και είναι ελληνικής καταγωγής, προερχόμενος από τους Δρυμάδες της ευρύτερης περιοχής της Χειμάρρας.
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CF ... E%B9%CE%B1
1 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 05 Μαρ 2023, 20:24

Οι αλβανικές πολιτικές τη δεκαετία του 1990

Οι αλβανικές πολιτικές ελίτ που κλήθηκαν να κυβερνήσουν μετά το 1990-1991 προέρχονταν από ένα περιβάλλον με μικρή γνώση των διεθνών σχέσεων και συσχετισμών. Έπρεπε να διαχειριστούν την ξαφνική εξαφάνιση των ήδη απαρχαιωμένων και μη ανταγωνιστικών παραγωγικών δομών της χώρας και τη συντήρησή της από εξωτερική βοήθεια και, από ένα σημείο και πέρα, από την εισροή των εμβασμάτων των μεταναστών. Η διοικητική μηχανή ήταν επόμενο να καταρρεύσει και αυτή. Παρά τις όποιες προσπάθειες, για πολλά χρόνια, ο πληθυσμός που δεν ζούσε στην πριν το 1990 δομημένη περιοχή μερικών πόλεων είχε ελάχιστη υποστήριξη από τον οποιονδήποτε κρατικό μηχανισμό. Παράλληλα, την ίδια δεκαετία, οι άναρχες εσωτερικές μετακινήσεις γιγαντώνονται, αλλάζοντας το οικιστικό τοπίο στην Αλβανία. Το γιουγκοσλαβικό ζήτημα, που εμφανίστηκε εκείνη την περίοδο, καταρχάς δεν θα επηρεάσει τη χώρα, ακόμη και όταν οι Κοσοβάροι πρόσφυγες περνούν τα σύνορα.

Την ίδια ώρα, η ελληνική μειονότητα, σε εδαφική συνέχεια με τη μητέρα πατρίδα, έχοντας και αυτή άγνοια του διεθνούς περιβάλλοντος και βλέποντας ανακατατάξεις ακόμη και συνόρων στη Γιουγκοσλαβία, προσανατολίζεται –τουλάχιστον ένα τμήμα της– σε μια αλυτρωτικού χαρακτήρα προσέγγιση διεκδικήσεων, την οποία στηρίζει, αν δεν υποδαυλίζει, το ελληνικό κράτος ή κάποιοι μηχανισμοί εντός ή στις παρυφές του. Βέβαια, κάποιοι, και ήταν αρκετοί, μετριοπαθείς μειονοτικοί εντός και εκτός Ομόνοιας ήταν επιφυλακτικοί απέναντι στην υιοθέτηση από τη μειονότητα απόψεων και στάσεων που πιθανώς να είχαν οδηγήσει σε επικίνδυνες ατραπούς, ή μεσολαβούσαν με την κάθε λογής αλβανική εξουσία των πρώτων χρόνων. Σε κάποιον βαθμό η ελληνική μειονότητα διατήρησε την εμπιστοσύνη του αλβανικού κράτους με την οποία την είχε περιβάλει το χοτζικό καθεστώς τουλάχιστον μέχρι το 1993-1994.

Μέσα σε έναν χρόνο μετά την πτώση του χοτζικού καθεστώτος, το νέο πολιτικό σύστημα πρέπει να αποδεχθεί μία εντελώς νέα κατάσταση που αφορά τη μειονότητα, αλλά και την επέμβαση της Ελλάδας σε ένα τμήμα της αλβανικής εσωτερικής και λιγότερο εξωτερικής πολιτικής. Την ίδια περίοδο μάλιστα που η λυτρωτική ψυχολογικά ασφάλεια του εθνικισμού κυριαρχεί χωρίς καλούπια πλέον στην Αλβανία και η από ένα σημείο και μετά «δικαίωση» των Αλβανών στο Κόσοβο εκλαμβάνεται ως νίκη των Αλβανών γενικώς και ως ελπίδα. Έπρεπε λοιπόν το 1991-1992 να γίνει αποδεκτό στην Αλβανία, στις πολιτικές ελίτ και στον πληθυσμό, ότι υπάρχει ένα μειονοτικό κόμμα της ελληνικής μειονότητας που αλλάζει εντελώς την αφήγηση γι' αυτήν και το οποίο, όπως και η μειονότητα η ίδια, αποκτά έναν προστάτη, μία μητέρα πατρίδα. Έτσι, ακυρώνεται το 1992 η κάθοδος της Ομόνοιας στις εκλογές, καθώς έχει απαγορευτεί η σύσταση κομμάτων με εθνικό, θρησκευτικό ή τοπικό χαρακτήρα. Το ελληνικό κράτος, με μια όντως αστραπιαία αντίδραση, δημιουργεί ένα κόμμα-ομπρέλα. Το νεοσυσταθέν ΚΕΑΔ κατέρχεται στις εκλογές του 1992 μετά από σωρεία διοικητικών εμποδίων, αλλά, αναγκαστικά, με υποψήφιους μόνο σε 29 εκλογικές περιφέρειες. Η υποψηφιότητα σε άλλες επτά περιφέρειες (ζώνες) που θα του επέτρεπε να συμπληρώσει το όριο των 33 ζωνών και έτσι να συμμετάσχει στις ακατανέμητες έδρες ακυρώνεται. Αντίθετα με αυτά τα παραδείγματα, η συνεχής αλλαγή των ζωνών αφορούσε τις ισορροπίες και τα μικροσυμφέροντα των κομμάτων, η δε μειονότητα και οι προσπάθειες κατακερμάτισης της εκλογικά ήταν το «πρόσθετο όφελος» αυτών των ασθενειών του αλβανικού πολιτικού συστήματος.

Ένα πεδίο με ιδιαίτερα συμβολικό χαρακτήρα ήταν και η εκπαίδευση. Το πρώτο μισό της δεκαετίας, η αναβάθμιση της ελληνικής γλώσσας στην εκπαίδευση και το άνοιγμα σχολείων σε μικτούς οικισμούς και στις πόλεις θα γνωρίσει πολλές παλινωδίες, μερικές φορές μια ανούσια μάχη χαρακωμάτων της αλβανικής πλευράς. Η εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από μειονοτικούς υπήρξε ακόμη μία πολιτική που διήρκησε 3-4 χρόνια, μέχρι περίπου το 1997. Η εκκαθάριση αυτή έπληξε αρκετά πρόσωπα και δημιούργησε ένα επιπλέον ρήγμα μεταξύ μειονότητας και αλβανικού κράτους, ενισχύοντας όσους από τη μειονότητα επιθυμούσαν τη διάρρηξη των σχέσεων με την Αλβανία.

Το 1994, μετά το επεισόδιο της Επισκοπής, η αλβανική Αστυνομία και οι ακόμη πολυπληθείς μυστικές υπηρεσίες προβαίνουν σε ένα είδος τρομοκράτησης του μειονοτικού πληθυσμού σε κάποιες περιοχές, με βίαιες εισβολές σε σπίτια, προσαγωγές που υπολογίζονταν μεταξύ 400 και 600 και συλλήψεις περίπου 250 ατόμων. Θα ακολουθήσει η δίκη-παρωδία και καταδίκη των πέντε στελεχών της Ομόνοιας, οι οποίοι θα αποφυλακιστούν τον Μάρτιο του 1995. Μετά το 1995 και την αλλαγή της ελληνικής πολιτικής παρατηρείται ανάλογη ύφεση και στις πολιτικές του αλβανικού κράτους. Θα περάσουν όμως τρία χρόνια ακόμη μέχρι να επέλθει σχετική ηρεμία σε όλη τη χώρα και στις μειονοτικές περιοχές που βρέθηκαν στη δίνη των εξεγέρσεων και του κενού εξουσίας το 1997.

Ένα ιδιαίτερο ζήτημα αφορά τις ιδιοκτησιακές προστριβές μεταξύ μελών της μειονότητας ή κοινοτήτων και των αλβανικών Αρχών. Παρά το ότι δεν είναι γενικευμένο φαινόμενο αλλά εντοπίζεται σε κάποιες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα στην πόλη των Αγίων Σαράντα, είναι εξαιρετικά δύσκολο, όπως και στην περίπτωση της Χιμάρας, να διαμορφώσει κανείς άποψη και ιδίως να μιλήσει για συγκροτημένη κρατική πολιτική. Η διαφθορά, το εύρος των πελατειακών σχέσεων και η ιδιαίτερα μειωμένη αξιοπιστία της αλβανικής δικαιοσύνης σε αυτά τα ζητήματα τη δεκαετία του 1990 σε έναν βαθμό δυσχεραίνουν μέχρι και σήμερα το να αποκτήσει κανείς σχετικά σαφή εικόνα.
1 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 06 Μαρ 2023, 18:12

Η πρόταση στη Γιουγκοσλαβία για διαμελισμό της Αλβανίας (1946)

Στις 3 Αυγούστου, ο Τσαλδάρης μίλησε στην Ολομέλεια της Διάσκεψης, θέτοντας θέμα ενσωμάτωσης της Βορείου Ηπείρου και διαρρύθμισης των συνόρων με τη Βουλγαρία «δια λόγους ασφαλείας».

Το Σάββατο 10 Αυγούστου είναι μια πολύ δύσκολη μέρα για τον Τσαλδάρη και τους συνοδούς του. Ο σοβιετικός αντιπρόσωπος Βισίνσκυ τονίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν αντιπροσωπεύει τη θέληση του λαού για να ακολουθήσει ο Γιουγκοσλάβος αντιπρόσωπος, Μοσέ Πιγιάντε, με μια αποκάλυψη – βόμβα. Ο Πιγιάντε, ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Τίτο (μαζί με τους Καρντέλι, Τζίλας και Ράνκοβιτς), αντιπρόεδρος τότε της γιουγκοσλαβικής Βουλής, αποκαλύπτει ότι ο Τσαλδάρης του πρότεινε το διαμελισμό της Αλβανίας «που πρέπει να διαγραφεί από τον χάρτη». Ο Τσαλδάρης όρθιος και με χειρονομίες διαμαρτύρεται προσπαθώντας να τον διακόψει. :laugh1: Όμως, στους διαδρόμους, μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας στις επίμονες ερωτήσεις των δεκάδων δημοσιογράφων, δεν διαψεύδουν κατηγορηματικά τα όσα αποκάλυψε ο Πιγιάντε και περιορίζονται να απαντήσουν off the record πως «αυτά συμβαίνουν στη διπλωματία» (ανταπόκριση του Βάσου Γεωργίου στο «Ριζοσπάστη»). Και μόνο αργότερα, ο Τσαλδάρης καταθέτει μια σύντομη δήλωση στο προεδρείο: «Εν ονόματι της ελληνικής αντιπροσωπείας διαμαρτύρομαι εντονότατα δια τα λεχθέντα υπό της γιουγκοσλαβικής αντιπροσωπείας δια γεγονότα μηδέποτε λαβόντα χώραν».

Επικεφαλής της αλβανικής αντιπροσωπείας στη Διάσκεψη ήταν ο Ενβέρ Χότζα. Μόλις έφτασε στο Παρίσι, μια από τις πρώτες συναντήσεις που είχε ήταν με τον Πιγιάντε, παρουσία του Μολότωφ. Μετά από χρόνια και αφού είχε μεσολαβήσει η ρήξη με τον Τίτο, ο Χότζα έγραψε (στο βιβλίο του «Οι Τιτοϊκοί — Iστορικές σημειώσεις» ) γι’ αυτή τη συνάντηση και όσα του είπε ο Πιγιάντε για την πρόταση του Τσαλδάρη:

« … Από την πρώτη συνάντηση εξέφρασα στον Πιγιάντε την ευαρέσκεια για τη στάση του και τη στάση της γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης ενάντια στη βρωμερή πρόταση του Τσαλδάρη. Ήμουν μαζί με τον Μολότωφ τη στιγμή που συνάντησα τον Πιγιάντε και τα λόγια μου  πολύ τον ικανοποίησαν, ακόμα περισσότερο που τα είπα παρουσία του Μολότωφ.

— Οι μοναρχοφασίστες λύκοι, με τη λυσσαλέα τους δίψα, έβαλαν στο χέρι μου ένα μεγάλο τεκμήριο, άρχισε να απαγγέλλει με ολοφάνερο κομπασμό ο Πιγιάντε. Αλλά κι εγώ όμως το εκμεταλλεύτηκα και αμόλησα τη «βόμβα» στη Διάσκεψη!»


Και ο Χότζα συνεχίζει:

«Όταν ο Πιγιάντε τελείωσε την έμφαση, ο Μολότωφ ήρεμα και ευθυμόλογα του είπε:

— Πολύ καλά τους έκανες! Αλλά, ο σύντροφος Ενβέρ δεν βρίσκονταν εδώ εκείνες τις μέρες και δεν ξέρει τις λεπτομέρειες, πώς σου την έδωσαν οι Έλληνες στο χέρι αυτή τη «βόμβα».

— Με κάλεσε ο Τσαλδάρης σε μυστική συνομιλία – άρχισε να αφηγείται κεφάτος ο Μοσέ Πιγιάντε – και μου είπε: «Εμείς έχουμε παλιές διεκδικήσεις έναντι της νότιας Αλβανίας, αλλά κι εσείς, οι Σέρβοι, έχετε διεκδικήσεις έναντι της βόρειας Αλβανίας. Έλα να συνεννοηθούμε, να συμφωνήσουμε τι σας ανήκει και τι μας ανήκει και να τελειώνουμε τη δουλειά με την Αλβανία. Αυτή δεν πρέπει να υπάρχει σαν μήλο της έριδος μεταξύ μας. Ας είναι ένα γλυκό μήλο μοιρασμένο στα δυο, με κατανόηση!». Να μέχρι που φτάσανε, είπε ο Πιγιάντε και προσήλωσε πάνω μας το βλέμμα του για να ιδεί ποια εντύπωση έκαμαν τα λόγια του.

— Ναι, ναι του απάντησε με σοβαρότητα ο Μολότωφ και τον ρώτησε: Και μετά πως πήγε η συνεννόηση;

— Εμείς δε μπορούσαμε ποτέ να επιτρέψουμε κι ούτε θα επιτρέψουμε να θίξουν την αδελφή μας Αλβανία , γι’ αυτό στη Διάσκεψη τους έκαμα αυτό που δεν φαντάζονταν, δήλωσε ο Πιγιάντε».


Για τον Χότζα πίσω από τις αποκαλύψεις του  Πιγιάντε στη Διάσκεψη δεν κρύβονταν ο προλεταριακός διεθνισμός, ή ο σεβασμός της ανεξαρτησίας ενός μικρού κράτους,  αλλά  οι «μεγαλοσέρβικες βλέψεις» της γιουγκοσλαβικής ηγεσίας, για απορρόφηση της Αλβανίας στη Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία. Αμέσως μετά τα παραπάνω αναφέρει στις σημειώσεις του:

«Του εξέφρασα ακόμα μια φορά τις ευχαριστίες για τη δήλωση αυτή, θεωρώντας την σαν διεθνιστική βοήθεια και υπεράσπιση από τον αντιπρόσωπο μιας αδελφής χώρας. Αλλά δεν ήξερα τότε τι ακριβώς, αυτός ο «υπερασπιστής» του νοτίου τμήματος της Αλβανίας, έκρυβε μέσα του, το όνειρο της καταβρόχθισης όλης της Αλβανίας, δεν ήξερα ότι αυτός ακριβώς, ο Πιγιάντε, ήταν εκείνος που, από το 1945 ακόμα, ήθελε να μας «επιφυλάξει» την έδρα της 7ης κυβέρνησης στην κεντρική γιουγκοσλαβική καγκελαρία! (…) Κοντολογίς, οι Γιουγκοσλάβοι «υπερασπιστές», δεν υπεράσπιζαν την Αλβανία σαν ελεύθερο και κυρίαρχο κράτος, αλλά υπεράσπιζαν εκείνα τα εδάφη, που στα μυστικά σχέδια τους, αποτελούσαν το νότιο κυβερνείο του «μεγάλου γιουγκοσλαβικού κράτους» των πολλών εθνών και λαών, που από αιώνες ονειρεύονταν…».

https://www.imerodromos.gr/tsamiko-6/
0 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 07 Μαρ 2023, 00:30

Οικονομικές ενισχύσεις για παραμονή στην Αλβανία

Η οικονομική ενίσχυση της μειονότητας στην Αλβανία αποτελεί πάγια πολιτική του ελληνικού κράτους από το 1990. Αρχικά σκοπός της ήταν η διατήρηση της μειονότητας εκεί. Παρά το ότι η ενίσχυση του πληθυσμού εξακολουθεί να στοχεύει στην παραμονή όσο το δυνατόν περισσότερων στην Αλβανία, έχει σχετικώς διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά από τον «έκτακτο» και μάλλον άναρχο χαρακτήρα που είχε τα πρώτα χρόνια.

Τη δεκαετία του 1990 χαρακτηρίζει η μεγάλη ροή χρημάτων από την Ελλάδα προς τη μειονότητα της Αλβανίας. Παρόλο που γνωρίζουμε πολλές από αυτές τις επιχορηγήσεις –εκτός αυτών προς πρόσωπα, οι οποίες προφανώς παραμένουν στο σκοτάδι– σε υποδομές και προσπάθειες αναβίωσης της υπαίθρου, οι περισσότερες είναι δύσκολα ανιχνεύσιμες λόγω του απόρρητου ή χωρίς θεσμικά ίχνη χαρακτήρα τους. Πέρα από το κράτος, ελεγχόμενοι από το Δημόσιο φορείς, διάφοροι ιδιωτικοί φορείς, προφανώς επιδοτούμενοι από το Δημόσιο, αλλά και περισσότερο ή λιγότερο αυτόβουλα προσερχόμενοι ιδιωτικοί φορείς διοχετεύουν χρήματα και βοήθεια στις περιοχές της αναγνωρισμένης μειονότητας, στη Χιμάρα και λιγότερο στις υπό διεκδίκηση ορθόδοξες κοινότητες. Κάποιες από αυτές τις επιχορηγήσεις ήταν ανώφελες, όπως για παράδειγμα η δωρεά τρακτέρ, χωρίς σχεδιασμό και οργάνωση, ενώ άλλες είχαν σημασία (π.χ. σχολεία, δρόμοι). Η ανασύνταξη μιας εικόνας είναι μάλλον αδύνατη. Για παράδειγμα, έγινε προσπάθεια να εντοπιστούν οι καλοκαιρινές κατασκηνώσεις (στην Ελλάδα) που αφορούσαν κυρίως παιδιά από βλαχόφωνους οικισμούς, με μικρά ωστόσο αποτελέσματα. Σε άλλες περιπτώσεις, συνήθως όμως μικρής σημασίας, πρόκειται ακόμη και για προφορικές εντολές, όπως όταν κρατικά μηχανήματα εισέρχονταν υπό ανοχή στην Αλβανία και διάνοιγαν ή επισκεύαζαν δρόμους σε μειονοτικά χωριά κοντά στα σύνορα. Συνολικά πάντως, παρά τα συνήθη παράπονα που εκφράζει κατά καιρούς η μειονότητα, η ροή χρημάτων, έμμεση και άμεση προς αυτήν, ήταν συνεχής, παρόλες τις αλλαγές που κατά καιρούς υπήρχαν. Κομβικό στοιχείο υπήρξε και η χρηματοδότηση του εκπαιδευτικού συστήματος, πέραν των εγχειριδίων, σε υποδομές κάθε είδους (από τα κτίρια μέχρι τη μεταφορά μαθητών), σε επιδόματα και επιμορφώσεις εκπαιδευτικών, και στη συντήρηση ενός δικτύου σχολείων που δεν ανταποκρινόταν στις σύγχρονες εκπαιδευτικές ανάγκες.

Σποραδικές πληροφορίες για τα έργα και τις χρηματοδοτήσεις ανευρίσκονται μόνο από τα μέσα της δεκαετίας του 2000. Από αυτή την περίοδο είναι εμφανής η έμφαση στις υποδομές, αλλά και η αδιαφάνεια και ο μη έλεγχος των χρημάτων απ' τη μεριά του ελληνικού κράτους, τουλάχιστον κατά το παρελθόν. Επιπλέον, σημαντική, προφανώς απροσδιόριστη, χρηματική υποστήριξη διοχετευόταν σε πρόσωπα και «θεσμούς». Για αυτά τα ποσά δεν υπάρχει καμία ουσιαστικά γνώση του

Η εναπομείνασα μειονότητα συνιστούσε μια κατεξοχήν επιδοτούμενη κοινότητα μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 2000. Η κοινότητα χρηματατοδοτείτο τόσο άμεσα (π.χ. από τη Hellenic Aid του Υπουργείου Εξωτερικών), όσο και έμμεσα, από ένα πλήθος οργανώσεων, συνήθως με τη μορφή των Μ.Κ.Ο.

Το άγχος της ελληνικής πολιτείας να μην υπάρχει περαιτέρω αριθμητική συρρίκνωση και να διατηρηθεί αυτό το συμβολικό πολιτικό βάρος της μειονότητας δημιούργησε έναν σημαντικό αριθμό ατόμων από τη μειονότητα που εργάζονται για τις ελληνικές Αρχές στην Αλβανία ή γύρω από αυτές, για επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων, για έργα υποδομής που γίνονται στην περιοχή με χρηματοδότηση του ελληνικού κράτους ή ελληνικών οργανώσεων και για την Εκκλησία.

Παράλληλα, μια άλλη ομάδα, επικαλυπτόμενη με την παραπάνω, εργάζεται για την Ομόνοια και το ΚΕΑΔ ή γύρω από αυτά, για το Υπουργείο που παραδοσιακά λαμβάνει το κόμμα αυτό, μέχρι και σε τοπικές επιτροπές. Όλοι αυτοί λίγο πολύ εξαρτώνταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, εμμέσως από το ελληνικό κράτος, ειδικά παλαιότερα. Σταδιακά, η αυτονόμηση της Ομόνοιας και του ΚΕΑΔ θα μειώσουν την εξάρτηση από την Ελλάδα.
0 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 07 Μαρ 2023, 10:17

Τλαξκαλτέκος έγραψε:Ο Στρακόσια γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1965 στο χωριό Μεμαλιάι του Νομού Αργυροκάστρου στην Αλβανία και είναι ελληνικής καταγωγής, προερχόμενος από τους Δρυμάδες της ευρύτερης περιοχής της Χειμάρρας.

Ο ακαδημαϊκός Foto Bixhili με καταγωγή από τους Δρυμάδες Χειμάρρας υποστηρίζει την αλβανική καταγωγή των κατοίκων και μάλιστα έχει γράψει και βιβλία για την περιοχή. Ο αδελφός του όμως δεν νιώθει Αλβανός :D
0 .


Επιστροφή σε “Ιστορία”