Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:Τελικά υπάρχουν, αλλά απ’ ότι διάβασα δεν είναι και τόσο ακριβείς.
Δεν είναι τόσο ωραίοι όσο αυτοί για την Μακεδονία.

Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:Τελικά υπάρχουν, αλλά απ’ ότι διάβασα δεν είναι και τόσο ακριβείς.

Τλαξκαλτέκος έγραψε:Δεν είναι τόσο ωραίοι όσο αυτοί για την Μακεδονία.


Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:Ένα από τα θεμελιώδη επιχειρήματα που πρόβαλλε για να πείσει τους συνέδρους ήταν ότι το γλωσσικό κριτήριο ήταν στην προκειμένη περίπτωση παραπλανητικό και άρα μη εφαρμοστέο. Το παράδειγμα που χρησιμοποίησε στηρίχτηκε στο γεγονός ότι ο αρχηγός στρατού της Ελλάδας, στρατηγός Δαγκλής, και ο αρχηγός του στόλου, ναύαρχος Κουντουριώτης, είχαν ως μητρική γλώσσα την αλβανική χωρίς αυτό να τους καθιστά λιγότερο Έλληνες.

Τλαξκαλτέκος έγραψε:Διεκδικήσεις Ελλάδας και προτάσεις Αγγλογάλλων , ΗΠΑ και Ιταλών. Επικράτησε η γνώμη των Ιταλών.![]()
Στιγμιότυπο οθόνης 2023-09-16 153740.png


Τλαξκαλτέκος έγραψε:Διεκδικήσεις Ελλάδας και προτάσεις Αγγλογάλλων , ΗΠΑ και Ιταλών.


Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:Τλαξκαλτέκος έγραψε:Διεκδικήσεις Ελλάδας και προτάσεις Αγγλογάλλων , ΗΠΑ και Ιταλών.
Ο Βενιζέλος είχε προτείνει και τη διενέργεια δημοψηφίσματος. Γιατί δεν έγινε τελικά;

Τλαξκαλτέκος έγραψε:Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:Ο Βενιζέλος είχε προτείνει και τη διενέργεια δημοψηφίσματος. Γιατί δεν έγινε τελικά;
Δεν θα ήθελαν οι Ιταλοί φαντάζομαι.

Η χωροθέτηση της Αλβανίας, μολονότι πλησιέστερης, ήταν το συνθετότερο πρόβλημα, αφού η περιοχή αυτή σαφώς επικάλυπτε τμήματα των αρχαίων επαρχιών της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Ιλλυρίδος. Ο Μελέτιος Μήτρου, απηχώντας τον Στράβωνα, ξεκίνησε την περιγραφή του με την αναφορά ότι η «Αρβανιτία» είναι «το Δυτικόν μέρος της Μακεδονίας», που βορείως συνορεύει με τη Δαλματία στο ύψος του βενετοκρατούμενου Πέτροβατς, δηλαδή της λίμνης της Σκόντρας. Ήταν, δηλαδή, αυτό το τμήμα που ο Κούμας αποκάλεσε «Μακεδονική Ιλλυρία». Αλλά αμέσως μετά, κατά την παράθεση των πόλεων, ο Μελέτιος διέκρινε δύο περιοχές της «Αρβανιτίας»: Η «παλαιά Ιλλυρίδα» χωριζόταν από τη Μακεδονία με το τόξο που διαγράφει ο Δρίνος ποταμός, ρέοντας προς τις εκβολές του στην Αδριατική, και τον Κέλυδνο ποταμό (Άψο). Αυτός αποτελούσε το νότιο όριο με την περιοχή που ονόμαζε «Παλαιά Ήπειρο», η ο ποία αποτελούσε ξεχωριστό κεφάλαιο της μελέτης του. Ανάμεσα στο Δρίνο και τον Άψο ήταν η «Νέα Ήπειρος» ή το «Δυτικόν Παραθαλάσσιον Μέρος της Μακεδονίας». Επομένως, σύμφωνα με τον ορισμό της Ελλάδας που ο ίδιος έδωσε, η περιοχή βορείως του Δρίνου και των Σαρδικών ορέων βρισκόταν εκτός της Ελλάδας. Ο Φιλιππίδης και ο Κωνσταντάς έγραφαν πως η «Αρβανιτία» έπρεπε να θεωρηθεί ξεχωριστή επαρχία από τη Μακεδονία. Διέκριναν μάλιστα την «Κάτω Αρβανιτία», νοτίως του Δυρραχίου και μέχρι τα Ακροκεραύνια, από την «Άνω», που έφτανε μέχρι τη Σκόντρα. Σημείωσαν πως οι αρχαίοι Έλληνες συγκατέλεγαν όλη την Ιλλυρία, δηλαδή Άνω και Κάτω «Αρβανιτία», στις ελληνικές επαρχίες, αλλά δεν διευκρίνιζαν αν αυτό, κατά τη γνώμη τους, ίσχυε ακόμη. Διαφοροποιούνταν, επίσης, από τον Μελέτιο για το αν η Μοσχόπολη ανήκει στην Αλβανία ή στη Μακεδονία. Οι ίδιοι προτιμούσαν τη δεύτερη εκδοχή. Η Γραμματική του Φατζέα δεν αναφέρει σύνορα αλλά μόνον πόλεις: Η Σκόδρα είναι η βορειότερη αλβανική, το Δέλβινο και το Αργυρόκαστρο οι βορειότερες ηπειρωτικές. Στη μεταφρασμένη Γεωγραφία του Γάσπαρι, η Αλβανία, απαρτίζεται από δύο επαρχίες, τη Μακεδονία και την κυρίως Αλβανία. Η δεύτερη συμπεριλάμβανε την Ιλλυρία, την Ήπειρο, από τη Σκόδρα μέχρι τουλάχιστον τα Ιωάννινα, που αναφέρονται ρητά. Ο Νικόλαος Παπαδόπουλος χώρισε κι αυτός την Αλβανία σε «Άνω», με πρωτεύουσα τη Σκόδρα, και σε «Κάτω», με πρωτεύουσα τα Ιωάννινα, χωρίς να ορίζει τα μεταξύ τους σύνορα. Νοτίως της Αλβανίας ήταν η Ελλάδα και βορείως η Δαλματία και η Σερβία. Παραπλήσια ήταν και η διαίρεση του Διονυσίου Πύρρου. Χώριζε την «Αλβανιτία» σε «Ιλλυρία», με πρωτεύουσα τη Σκόντρα, και σε «Ήπειρο», με πρωτεύουσα τα Ιωάννινα, αλλά έθετε ως βόρειο σύνορο τη Γερμανία, προφανώς εννοώντας τη Δαλματία των Αψβούργων. Την ίδια διάκριση έκανε και ο Αθανάσιος Ψαλίδας, ο οποίος επίσης συμπεριλάμβανε την Ήπειρο στην Αλβανία. Πάντως, αυτό που είχαν κοινό όλες οι μελέτες ήταν ότι τελικά η Αλβανία, κι αν αναφερόταν ως Ιλλυρία, ήταν πάντοτε διακριτή από την Ιλλυρική Δαλματία. Με ή χωρίς την Ήπειρο, χωριζόταν από Βορρά προς Νότο από ποταμούς και βουνά σε γεωγραφικές ζώνες απροσδιόριστου εύρους, ενώ από τα ανατολικά της ορεινά όρια, τα νοτίως της λίμνης Αχρίδας και τα βορείως του τόξου του Δρίνου ήταν αδιευκρίνιστα, όπως το έλεγε ρητά και ο Κούμας. Η ασάφεια των ανατολικών ορίων της Αλβανίας σήμαινε ασάφεια και των δυτικών της Μακεδονίας αλλά αυτό δεν είχε ίσως και τόση σημασία, αφού όλοι σχεδόν οι συγγραφείς του Διαφωτισμού συνέκλιναν ότι η Μακεδονία ήταν ελληνική επαρχία. Όμως η χώρα του Αλεξάνδρου, όπως ήταν σαφές και από τον Μελέτιο, δεν ξεπερνούσε βορείως την οροσειρά του Σαρ. Τα σύνορα, λοιπόν, Σερβίας και Αλβανίας στη σημερινή περιοχή του Κοσόβου ήταν αδιευκρίνιστα και δεν προκύπτει κάποιο στοιχείο για αυτά ούτε από την αντίστροφη διερεύνηση των ορίων της Σερβίας.

Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:Η χωροθέτηση της Αλβανίας, μολονότι πλησιέστερης, ήταν το συνθετότερο πρόβλημα, αφού η περιοχή αυτή σαφώς επικάλυπτε τμήματα των αρχαίων επαρχιών της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Ιλλυρίδος. Ο Μελέτιος Μήτρου, απηχώντας τον Στράβωνα, ξεκίνησε την περιγραφή του με την αναφορά ότι η «Αρβανιτία» είναι «το Δυτικόν μέρος της Μακεδονίας», που βορείως συνορεύει με τη Δαλματία στο ύψος του βενετοκρατούμενου Πέτροβατς, δηλαδή της λίμνης της Σκόντρας. Ήταν, δηλαδή, αυτό το τμήμα που ο Κούμας αποκάλεσε «Μακεδονική Ιλλυρία». Αλλά αμέσως μετά, κατά την παράθεση των πόλεων, ο Μελέτιος διέκρινε δύο περιοχές της «Αρβανιτίας»: Η «παλαιά Ιλλυρίδα» χωριζόταν από τη Μακεδονία με το τόξο που διαγράφει ο Δρίνος ποταμός, ρέοντας προς τις εκβολές του στην Αδριατική, και τον Κέλυδνο ποταμό (Άψο). Αυτός αποτελούσε το νότιο όριο με την περιοχή που ονόμαζε «Παλαιά Ήπειρο», η ο ποία αποτελούσε ξεχωριστό κεφάλαιο της μελέτης του. Ανάμεσα στο Δρίνο και τον Άψο ήταν η «Νέα Ήπειρος» ή το «Δυτικόν Παραθαλάσσιον Μέρος της Μακεδονίας». Επομένως, σύμφωνα με τον ορισμό της Ελλάδας που ο ίδιος έδωσε, η περιοχή βορείως του Δρίνου και των Σαρδικών ορέων βρισκόταν εκτός της Ελλάδας. Ο Φιλιππίδης και ο Κωνσταντάς έγραφαν πως η «Αρβανιτία» έπρεπε να θεωρηθεί ξεχωριστή επαρχία από τη Μακεδονία. Διέκριναν μάλιστα την «Κάτω Αρβανιτία», νοτίως του Δυρραχίου και μέχρι τα Ακροκεραύνια, από την «Άνω», που έφτανε μέχρι τη Σκόντρα. Σημείωσαν πως οι αρχαίοι Έλληνες συγκατέλεγαν όλη την Ιλλυρία, δηλαδή Άνω και Κάτω «Αρβανιτία», στις ελληνικές επαρχίες, αλλά δεν διευκρίνιζαν αν αυτό, κατά τη γνώμη τους, ίσχυε ακόμη. Διαφοροποιούνταν, επίσης, από τον Μελέτιο για το αν η Μοσχόπολη ανήκει στην Αλβανία ή στη Μακεδονία. Οι ίδιοι προτιμούσαν τη δεύτερη εκδοχή. Η Γραμματική του Φατζέα δεν αναφέρει σύνορα αλλά μόνον πόλεις: Η Σκόδρα είναι η βορειότερη αλβανική, το Δέλβινο και το Αργυρόκαστρο οι βορειότερες ηπειρωτικές. Στη μεταφρασμένη Γεωγραφία του Γάσπαρι, η Αλβανία, απαρτίζεται από δύο επαρχίες, τη Μακεδονία και την κυρίως Αλβανία. Η δεύτερη συμπεριλάμβανε την Ιλλυρία, την Ήπειρο, από τη Σκόδρα μέχρι τουλάχιστον τα Ιωάννινα, που αναφέρονται ρητά. Ο Νικόλαος Παπαδόπουλος χώρισε κι αυτός την Αλβανία σε «Άνω», με πρωτεύουσα τη Σκόδρα, και σε «Κάτω», με πρωτεύουσα τα Ιωάννινα, χωρίς να ορίζει τα μεταξύ τους σύνορα. Νοτίως της Αλβανίας ήταν η Ελλάδα και βορείως η Δαλματία και η Σερβία. Παραπλήσια ήταν και η διαίρεση του Διονυσίου Πύρρου. Χώριζε την «Αλβανιτία» σε «Ιλλυρία», με πρωτεύουσα τη Σκόντρα, και σε «Ήπειρο», με πρωτεύουσα τα Ιωάννινα, αλλά έθετε ως βόρειο σύνορο τη Γερμανία, προφανώς εννοώντας τη Δαλματία των Αψβούργων. Την ίδια διάκριση έκανε και ο Αθανάσιος Ψαλίδας, ο οποίος επίσης συμπεριλάμβανε την Ήπειρο στην Αλβανία. Πάντως, αυτό που είχαν κοινό όλες οι μελέτες ήταν ότι τελικά η Αλβανία, κι αν αναφερόταν ως Ιλλυρία, ήταν πάντοτε διακριτή από την Ιλλυρική Δαλματία. Με ή χωρίς την Ήπειρο, χωριζόταν από Βορρά προς Νότο από ποταμούς και βουνά σε γεωγραφικές ζώνες απροσδιόριστου εύρους, ενώ από τα ανατολικά της ορεινά όρια, τα νοτίως της λίμνης Αχρίδας και τα βορείως του τόξου του Δρίνου ήταν αδιευκρίνιστα, όπως το έλεγε ρητά και ο Κούμας. Η ασάφεια των ανατολικών ορίων της Αλβανίας σήμαινε ασάφεια και των δυτικών της Μακεδονίας αλλά αυτό δεν είχε ίσως και τόση σημασία, αφού όλοι σχεδόν οι συγγραφείς του Διαφωτισμού συνέκλιναν ότι η Μακεδονία ήταν ελληνική επαρχία. Όμως η χώρα του Αλεξάνδρου, όπως ήταν σαφές και από τον Μελέτιο, δεν ξεπερνούσε βορείως την οροσειρά του Σαρ. Τα σύνορα, λοιπόν, Σερβίας και Αλβανίας στη σημερινή περιοχή του Κοσόβου ήταν αδιευκρίνιστα και δεν προκύπτει κάποιο στοιχείο για αυτά ούτε από την αντίστροφη διερεύνηση των ορίων της Σερβίας.
Αυτά ήταν τα σωστά : 