Μια τελευταία προσπάθεια των Ελλήνων κατά των Αιγυπτίων έγινε το καλοκαίρι του 1825, καθώς προσπάθησαν να εμποδίσουν το επόμενο μεγάλο κονβόι μεταγωγικών να αναχωρήσει από την Αλεξάνδρεια για τον Μοριά. Μια μικρή ομάδα πλοίων με επικεφαλής την κορβέτα Θεμιστοκλής του ναυάρχου Τομπάζη σάλπαρε από την Ύδρα για το αιγυπτιακό λιμάνι, όπου κάπου 150 πλοία απ' όλα τα έθνη ετοιμάζονταν για το ταξίδι. Τα τρία μεγαλύτερα ελληνικά πλοία περίμεναν από την είσοδο, ενώ ο Κανάρης ύψωσε ρωσική σημαία στο πυρπολικό του και τράβηξε κατευθείαν για το λιμάνι. Επειδή ένας ντόπιος πλοηγός αναγνώρισε το πυρπολικό πλησιάζοντάς το, αναγκάστηκαν να το ανάψουν νωρίς, και ο άνεμος που άλλαξε το έσπρωξε εκτός πορείας. Καθώς περνούσε δίπλα από ένα γαλλικό μπρίκι, ένας Γάλλος ναύτης που ήταν σε εγρήγορση το πυροβόλησε, κι αυτό σήμανε συναγερμό. Οι τολμηροί Έλληνες κωπηλάτησαν προς τα έξω αποφεύγοντας τα πυρά κι έφτασαν στα υδραίικα καράβια, που ύψωσαν ατάραχα την ελληνική επαναστατική σημαία και αποχώρησαν, ενώ το πυρπολικό αποκάηκε μόνο του. Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, ο Κανάρης είχε να το λέει ακόμα, πώς άλλαξε τότε ο άνεμος και τη γλύτωσαν παρά τρίχα οι Αιγύπτιοι.
Ο Μεχμέτ Αλής ήταν τότε στην Αλεξάνδρεια, στο παλάτι Ρας-ελ-Τιν, πάνω από το λιμάνι. Το οπλοστάσιο ήταν κοντά, οι απώλειες θα μπορούσαν να είναι τεράστιες κι ολόκληρη η επιχείρηση στον Μοριά να κινδυνέψει. Έξω φρενών, ο πασάς έκανε ένα πρωτοφανές βήμα: βάλθηκε να καταδιώξει ο ίδιος τα ελληνικά πυρπολικά με μια κορβέτα, συνοδευόμενη από μόλις επτά άλλα πλοία. Αν τα είχε βρει, δεν είναι καθόλου σίγουρο πως θα είχε βγει νικητής από την αναμέτρηση. Βρισκόταν δε ακόμα στο πέλαγος όταν, προς μεγάλη αμηχανία των υπουργών του, ο οθωμανικός στόλος υπό τον μόνιμο αντίπαλο του, τον καπουδάν πασά, εμφανίστηκε απρόοπτα στον ορίζοντα και μπήκε στο λιμάνι είχαν ξεμείνει από προμήθειες μετά την υπηρεσία τους έξω από τις ελληνικές ακτές και χρειάζονταν ξεκούραση. Αν και ήταν σύμμαχοι και υπηρέτες όλοι του Σουλτάνου, η απουσία του Μεχμέτ Αλή ήταν, με τα λόγια του Γάλλου πρέσβη στην Αλεξάνδρεια, «un événement tres delicat» [ένα εξαιρετικά λεπτό γεγονός], που προκάλεσε σύγχυση στους αξιωματούχους του πασά, κι αμέσως έστειλαν πλοία να ειδοποιήσουν τον αφέντη τους να επιστρέψει.
M. Mazower, Η ελληνική επανάσταση, σ. 301
"Αγωνιστές του 21"
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: "Αγωνιστές του 21"
Το προσκύνημα
Η υποταγή ήταν η τελική στρατηγική των Οθωμανών. Για τους Έλληνες, ο στόχος ήταν πάντα να διώξουν τους Οθωμανούς από τα μέρη τους -όχι μόνο τους στρατιώτες αλλά και τους από καιρό εγκατεστημένους μουσουλμάνους αμάχους- έτσι ώστε να δημιουργήσουν μια κατάσταση όπου, κατά την αδιάλλακτη θέση του Κολοκοτρώνη, να «είναι αδύνατον να ζήση τούρκος και Έλλην μαζή». Για τον σουλτάνο, από την άλλη μεριά, ο στόχος ήταν να διατηρηθεί η αυτοκρατορία του, και αυτό σήμαινε όχι να εξαλειφθούν οι Έλληνες, αλλά να αναγκαστούν να παραδοθούν. Αν η μαζική βία κατά των χριστιανών προκαλούσε οργή στην Ευρώπη, οι δημόσιες δηλώσεις πίστης στον σουλτάνο υπονόμευαν την ελληνική υπόθεση στο εξωτερικό και ενίσχυαν την οθωμανική θέση. Αυτό ήταν σαφές και στους ίδιους τους Έλληνες: νωρίς ακόμη, το 1822, ένας από τους συμβούλους του Ανδρούτσου τον είχε προειδοποιήσει να μην υπογράψει επίσημο έγγραφο υποταγής έστω και σαν τρόπο για να κερδίσει χρόνο, μήπως και γινόταν γνωστό στους Ευρωπαίους διπλωμάτες του Συνεδρίου της Βερόνας και τους έκανε δυσμενή εντύπωση. Δύο χρόνια αργότερα, μια συνέλευση στα Σάλωνα απαγόρευσε τέτοιους διακανονισμούς, που ήταν ως τότε συνήθεις στους αρματολούς, για παρόμοιους λόγους.
Επιπλέον, υπήρχαν δημογραφικοί καθώς και διπλωματικοί λόγοι για τους οποίους οι Οθωμανοί προτιμούσαν να καταφέρουν τους Έλληνες να παραδοθούν. Η απειλή της εξόντωσης ως απάντησης στην ανταρσία ήταν πάντα παρούσα, όμως, όσο παράταιρο κι αν φαινόταν μετά τις σφαγές στο Αϊβαλί, τη Νάουσα και τη Χίο, ο εξοβελισμός των Ελλήνων για πάντα ήταν κατ' ουσίαν ασύμβατος με τις μακροπρόθεσμες ανάγκες μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας - ένας σοβαρός λόγος ήταν ότι, στη Ρούμελη, οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν ανέκαθεν μειονότητα, ενώ μεγάλοι Ορθόδοξοι χριστιανικοί πληθυσμοί συνέχιζαν να ζουν –με μια στοιχειώδη κανονικότητα- στη Μικρά Ασία, γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα και στα Βαλκάνια. Αυτή η αυτοκρατορική πολιτική είχε αποδειχτεί λειτουργική, και οι συλλογικές δηλώσεις πίστης από τις ελληνικές κοινότητες και τους αρχηγούς τους ακολούθησαν τη συντριβή των εξεγέρσεων στην κεντρική και ανατολική Ρούμελη. Στη δυτική Ρούμελη επίσης, όπως είδαμε, η οθωμανική ανακατάληψη έκανε αρματολούς σαν τον Βαρνακιώτη να ξανασυνταχθούν με τον σουλτάνο, και μετά το Μεσολόγγι ακολούθησαν κι άλλοι το παράδειγμά του. Ο Μοριάς όμως είχε παραμείνει περήφανος κι ανέγγιχτος από αυτή την τάση μέχρις ότου ο ολοσχερής πόλεμος του Ιμπραήμ ενάντια στην αγροτική κοινωνία –κατά τον οποίο χιλιάδες μέλη της, κυρίως γυναίκες και παιδιά, οδηγήθηκαν στη σκλαβιά- έκανε όλο και περισσότερους χωρικούς να σκεφτούν το ενδεχόμενο της παράδοσης.
Αυτό που είχε ανησυχήσει τον Κολοκοτρώνη στην περίπτωση του Παπουλάκη, το καλοκαίρι του 1825, ήταν ότι μπορεί να υπονόμευε τη θέληση του τοπικού πληθυσμού να αντισταθεί στους Αιγύπτιους. Και πράγματι, ένα κύμα προσκυνημάτων που ξεκίνησε στην Πελοπόννησο σε μικρή κλίμακα προς το τέλος του 1825, φαίνεται να διακόπηκε κατά την απουσία του Ιμπραήμ στην πολιορκία του Μεσολογγίου, για να επιταχυνθεί ξανά την άνοιξη του 1827. Το φαινόμενο πρόδιδε τις τεράστιες πιέσεις κάτω από τις οποίες ζούσαν οι χωρικοί του Μοριά για χρόνια ολόκληρα και συνιστούσε υπαρξιακή απειλή για τη συνέχιση του ελληνικού αγώνα. Ποτέ, θυμόταν αργότερα ο Κολοκοτρώνης, δεν είχε ανησυχήσει τόσο. Τα μέτρα για την αποτροπή της υποταγής, που είχαν επιβάλει οι ηγέτες της επανάστασης στους χωρικούς του Μοριά την άνοιξη του 1821 για να τους αναγκάσουν να μπουν στον αγώνα, είχαν πια εξασθενήσει. «Εις τον καιρόν του προσκυνήματος εφοβήθηκα μόνον δια την πατρίδα μου, όχι άλλη φορά ... Η Ρούμελη ήταν όλη προσκυνημένη, η Αθήνα πεσμένη, τα ρουμελιώτικα στρατεύματα διαλυμένα μόνον η Πελοπόννησος ήτον μεινεμένη με τα δύο νησιά ... αν δεν επρόφθανα το προσκύνημα και επροσκύναε η Πελοπόννησος, τότε τι ήθελε κάμει και η Ύδρα και η Σπέτζαις;»
Κάποια γενναία άτομα ποτέ δεν ταλαντεύτηκαν, και τα δημοτικά τραγούδια απαθανάτισαν το θάρρος τους. Ακόμη και στις αρχές του 20ού αιώνα, οι χωρικοί της Αρκαδίας θυμόνταν τον παλιό κλεφτοκαπετάνιο Μητροπέτροβα -έναν από τους ελάχιστους που είχαν προλάβει και τον πόλεμο του 1770- ο οποίος είχε χτυπήσει ένα απόσπασμα του Ιμπραήμ για ν' απελευθερώσει τις γυναίκες της Γαράντζας (σημερινή Μέλπεια). Ένας άλλος κλέφτης, ο σχεδόν μυθικός Αγριόγιαννης -«χοντρός, μαυρουδερός, με μαύρα μάτια και με πολλά μαλλιά, γένια και μουστάκια, αριά βλογοκομμένος και πολλά άγριος»- ενέπνευσε μια σειρά από τραγούδια που μνημόνευαν τον λεβέντικο, ηρωικό θάνατό του σε διάφορα πιθανά σκηνικά, από το 1804 ως τη στιγμή εκείνη το 1826 όπου υποτίθεται ότι τον κυνήγησαν και τον σκότωσαν οι άντρες του Ιμπραήμ. Όμως αυτοί που βαστούσαν ακόμη είχαν ν' αντιπαλέψουν ένα αυξανόμενο ρεύμα μεταξύ των Ελλήνων της Πελοποννήσου.
Η υποταγή ήταν η τελική στρατηγική των Οθωμανών. Για τους Έλληνες, ο στόχος ήταν πάντα να διώξουν τους Οθωμανούς από τα μέρη τους -όχι μόνο τους στρατιώτες αλλά και τους από καιρό εγκατεστημένους μουσουλμάνους αμάχους- έτσι ώστε να δημιουργήσουν μια κατάσταση όπου, κατά την αδιάλλακτη θέση του Κολοκοτρώνη, να «είναι αδύνατον να ζήση τούρκος και Έλλην μαζή». Για τον σουλτάνο, από την άλλη μεριά, ο στόχος ήταν να διατηρηθεί η αυτοκρατορία του, και αυτό σήμαινε όχι να εξαλειφθούν οι Έλληνες, αλλά να αναγκαστούν να παραδοθούν. Αν η μαζική βία κατά των χριστιανών προκαλούσε οργή στην Ευρώπη, οι δημόσιες δηλώσεις πίστης στον σουλτάνο υπονόμευαν την ελληνική υπόθεση στο εξωτερικό και ενίσχυαν την οθωμανική θέση. Αυτό ήταν σαφές και στους ίδιους τους Έλληνες: νωρίς ακόμη, το 1822, ένας από τους συμβούλους του Ανδρούτσου τον είχε προειδοποιήσει να μην υπογράψει επίσημο έγγραφο υποταγής έστω και σαν τρόπο για να κερδίσει χρόνο, μήπως και γινόταν γνωστό στους Ευρωπαίους διπλωμάτες του Συνεδρίου της Βερόνας και τους έκανε δυσμενή εντύπωση. Δύο χρόνια αργότερα, μια συνέλευση στα Σάλωνα απαγόρευσε τέτοιους διακανονισμούς, που ήταν ως τότε συνήθεις στους αρματολούς, για παρόμοιους λόγους.
Επιπλέον, υπήρχαν δημογραφικοί καθώς και διπλωματικοί λόγοι για τους οποίους οι Οθωμανοί προτιμούσαν να καταφέρουν τους Έλληνες να παραδοθούν. Η απειλή της εξόντωσης ως απάντησης στην ανταρσία ήταν πάντα παρούσα, όμως, όσο παράταιρο κι αν φαινόταν μετά τις σφαγές στο Αϊβαλί, τη Νάουσα και τη Χίο, ο εξοβελισμός των Ελλήνων για πάντα ήταν κατ' ουσίαν ασύμβατος με τις μακροπρόθεσμες ανάγκες μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας - ένας σοβαρός λόγος ήταν ότι, στη Ρούμελη, οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν ανέκαθεν μειονότητα, ενώ μεγάλοι Ορθόδοξοι χριστιανικοί πληθυσμοί συνέχιζαν να ζουν –με μια στοιχειώδη κανονικότητα- στη Μικρά Ασία, γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα και στα Βαλκάνια. Αυτή η αυτοκρατορική πολιτική είχε αποδειχτεί λειτουργική, και οι συλλογικές δηλώσεις πίστης από τις ελληνικές κοινότητες και τους αρχηγούς τους ακολούθησαν τη συντριβή των εξεγέρσεων στην κεντρική και ανατολική Ρούμελη. Στη δυτική Ρούμελη επίσης, όπως είδαμε, η οθωμανική ανακατάληψη έκανε αρματολούς σαν τον Βαρνακιώτη να ξανασυνταχθούν με τον σουλτάνο, και μετά το Μεσολόγγι ακολούθησαν κι άλλοι το παράδειγμά του. Ο Μοριάς όμως είχε παραμείνει περήφανος κι ανέγγιχτος από αυτή την τάση μέχρις ότου ο ολοσχερής πόλεμος του Ιμπραήμ ενάντια στην αγροτική κοινωνία –κατά τον οποίο χιλιάδες μέλη της, κυρίως γυναίκες και παιδιά, οδηγήθηκαν στη σκλαβιά- έκανε όλο και περισσότερους χωρικούς να σκεφτούν το ενδεχόμενο της παράδοσης.
Αυτό που είχε ανησυχήσει τον Κολοκοτρώνη στην περίπτωση του Παπουλάκη, το καλοκαίρι του 1825, ήταν ότι μπορεί να υπονόμευε τη θέληση του τοπικού πληθυσμού να αντισταθεί στους Αιγύπτιους. Και πράγματι, ένα κύμα προσκυνημάτων που ξεκίνησε στην Πελοπόννησο σε μικρή κλίμακα προς το τέλος του 1825, φαίνεται να διακόπηκε κατά την απουσία του Ιμπραήμ στην πολιορκία του Μεσολογγίου, για να επιταχυνθεί ξανά την άνοιξη του 1827. Το φαινόμενο πρόδιδε τις τεράστιες πιέσεις κάτω από τις οποίες ζούσαν οι χωρικοί του Μοριά για χρόνια ολόκληρα και συνιστούσε υπαρξιακή απειλή για τη συνέχιση του ελληνικού αγώνα. Ποτέ, θυμόταν αργότερα ο Κολοκοτρώνης, δεν είχε ανησυχήσει τόσο. Τα μέτρα για την αποτροπή της υποταγής, που είχαν επιβάλει οι ηγέτες της επανάστασης στους χωρικούς του Μοριά την άνοιξη του 1821 για να τους αναγκάσουν να μπουν στον αγώνα, είχαν πια εξασθενήσει. «Εις τον καιρόν του προσκυνήματος εφοβήθηκα μόνον δια την πατρίδα μου, όχι άλλη φορά ... Η Ρούμελη ήταν όλη προσκυνημένη, η Αθήνα πεσμένη, τα ρουμελιώτικα στρατεύματα διαλυμένα μόνον η Πελοπόννησος ήτον μεινεμένη με τα δύο νησιά ... αν δεν επρόφθανα το προσκύνημα και επροσκύναε η Πελοπόννησος, τότε τι ήθελε κάμει και η Ύδρα και η Σπέτζαις;»
Κάποια γενναία άτομα ποτέ δεν ταλαντεύτηκαν, και τα δημοτικά τραγούδια απαθανάτισαν το θάρρος τους. Ακόμη και στις αρχές του 20ού αιώνα, οι χωρικοί της Αρκαδίας θυμόνταν τον παλιό κλεφτοκαπετάνιο Μητροπέτροβα -έναν από τους ελάχιστους που είχαν προλάβει και τον πόλεμο του 1770- ο οποίος είχε χτυπήσει ένα απόσπασμα του Ιμπραήμ για ν' απελευθερώσει τις γυναίκες της Γαράντζας (σημερινή Μέλπεια). Ένας άλλος κλέφτης, ο σχεδόν μυθικός Αγριόγιαννης -«χοντρός, μαυρουδερός, με μαύρα μάτια και με πολλά μαλλιά, γένια και μουστάκια, αριά βλογοκομμένος και πολλά άγριος»- ενέπνευσε μια σειρά από τραγούδια που μνημόνευαν τον λεβέντικο, ηρωικό θάνατό του σε διάφορα πιθανά σκηνικά, από το 1804 ως τη στιγμή εκείνη το 1826 όπου υποτίθεται ότι τον κυνήγησαν και τον σκότωσαν οι άντρες του Ιμπραήμ. Όμως αυτοί που βαστούσαν ακόμη είχαν ν' αντιπαλέψουν ένα αυξανόμενο ρεύμα μεταξύ των Ελλήνων της Πελοποννήσου.
0 .
-
Τλαξκαλτέκος
- Extreme poster

- Δημοσιεύσεις: 3387
Re: "Αγωνιστές του 21"
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε: Για τον σουλτάνο, από την άλλη μεριά, ο στόχος ήταν να διατηρηθεί η αυτοκρατορία του, και αυτό σήμαινε όχι να εξαλειφθούν οι Έλληνες, αλλά να αναγκαστούν να παραδοθούν.
Ο Ιμπραήμ θα αντικαθιστούσε τους Πελοποννήσιους με φελάχους .

0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: "Αγωνιστές του 21"
Τλαξκαλτέκος έγραψε:Ο Ιμπραήμ θα αντικαθιστούσε τους Πελοποννήσιους με φελάχους .![]()
Κατα δηλωση του;

0 .
-
Τλαξκαλτέκος
- Extreme poster

- Δημοσιεύσεις: 3387
Re: "Αγωνιστές του 21"
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:Τλαξκαλτέκος έγραψε:Ο Ιμπραήμ θα αντικαθιστούσε τους Πελοποννήσιους με φελάχους .![]()
Κατα δηλωση του;
1:10
Βακαλόπουλος :
Δεν έχετε τα απαραίτητα δικαιώματα για να δείτε τα συνημμένα αρχεία σε αυτήν τη δημοσίευση.
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: "Αγωνιστές του 21"
Το προσκύνημα (β' μέρος)
Τα προσκυνήματα άρχισαν από τα χωριά της Αχαΐας, περιοχής που όχι μόνο είχε υποφέρει πολύ στα χέρια των Ρουμελιωτών κατά τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά ήταν και ιδιαίτερα εκτεθειμένη στην αιγυπτιακή απειλή. Κι αυτό γιατί το κάστρο της Πάτρας, που πολιορκούνταν επί χρόνια από τους Έλληνες, δεν είχε πέσει ποτέ, και από τη στιγμή που έφτασε ο Ιμπραήμ στον Μοριά, έγινε ορμητήριο για τιμωρητικές επιδρομές προς όλη την περιοχή. Στις τρεις εκστρατευτικές περιόδους κατά τις οποίες οι Αιγύπτιοι χτένισαν τους λόφους και τα βουνά πίσω από την πόλη, εκατοντάδες χωρικοί οδηγήθηκαν στην Πάτρα για να σταλούν σκλάβοι στην «Αραπιά», όπως έλεγαν οι ντόπιοι Έλληνες. Η τελευταία επιδρομή, τον Μάιο του 1827, έκλεισε με αιχμαλωτισμένους ούτε λίγο ούτε πολύ 2.000 χωρικούς.
Ένας από τους ελάσσονες οπλαρχηγούς της περιοχής ήταν ο Δημήτριος Νενέκος, που καταγόταν από τη Ζουμπάτα (σημερινή Πηγή), ένα φτωχό ορεινό χωριό στα αλβανόφωνα χριστιανικά Ζουμπατοχώρια, λίγες ώρες δρόμο από την Πάτρα. Είχε υπηρετήσει στο παρελθόν έναν από τους πλουσιότερους προεστούς της Πάτρας, πολέμησε γενναία δίπλα στον Ζαΐμη, τον Λόντο και τον Κολοκοτρώνη, και απέκτησε δικούς του οπαδούς. Ερχόμενος σε συνεννόηση με τον Ιμπραήμ, ο Νενέκος πέτυχε την απελευθέρωση 1.000 αιχμαλώτων εκείνη την άνοιξη, δίνοντας για αντάλλαγμα έναν όρκο πίστης. Παράλληλα, οι χωρικοί από τους γύρω λόφους άρχισαν να αποκαθιστούν την επαφή τους με την πόλη, πηγαίνοντας την παραγωγή τους στη φρουρά της και πουλώντας πουλερικά, γάλα, αυγά και ξύλα στις φουσκωμένες τιμές που οι στρατιώτες ήταν έτοιμοι να πληρώσουν. Ο Οθωμανός διοικητής Ντελή Αχμέτ τούς επέτρεψε να κατεβάζουν τα πρόβατά τους για βόσκημα –δίνοντας εντολή στους στρατιώτες του να μην τα αγγίξουν– και διέθεσε για φύτεμα τα χωράφια έξω από την πόλη. Μεταξύ εκείνων που υπεράσπιζαν το κάστρο για τους Οθωμανούς ήταν πολλοί ντόπιοι μουσουλμάνοι Αλβανοί που είχαν διωχτεί από την περιοχή του Λάλα, όχι πολύ μακριά από κει, την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1821. Κι όπως δεν ήταν ξένοι, και για πολλούς τα αλβανικά ήταν κοινή γλώσσα, η επικοινωνία ανάμεσα σ' αυτούς και στους χριστιανούς αγρότες ήταν εύκολη και οικεία.
Μετά από διαπραγματεύσεις με τον Ντελή Αχμέτ, ο Νενέκος προχώρησε κι άλλο, στρατολογώντας ντόπιους για να φτιάξει μια μονάδα που θα πολεμούσε δίπλα στους Οθωμανούς, και χρησιμοποιώντας τους για να χτυπά τους Έλληνες χωρικούς που δεν περνούσαν στην οθωμανική πλευρά. Μέσα σε λίγο διάστημα πλούτισε και κέρδισε την εμπιστοσύνη και το σεβασμό του ίδιου του Ιμπραήμ. Η επιβεβαίωση του νέου του ρόλου ως πολύτιμης βοηθητικής δύναμης στα μάτια των Οθωμανών ήρθε μετά από ένα ατύχημα που χώρισε τον Ιμπραήμ από την ακολουθία του. Χάνοντας το δρόμο στις δασωμένες ορεινές κοιλάδες ένα πρωί, ο Αιγύπτιος πασάς βρέθηκε μονάχος μ' έναν μόνο σωματοφύλακα να τον προστατεύει, κάπου οκτώ ώρες από την πλησιέστερη πόλη, όταν έπεσε πάνω στον Νενέκο και τους άντρες του, που τον περιφρούρησαν με αφοσίωση. Λέγεται ότι ο Ιμπραήμ ένιωσε τόσο ασφαλής ώστε αποκοιμήθηκε το καταμεσήμερο κάτω από ένα δέντρο, προτού ξυπνήσει και συνεχίσει την πορεία του. Ο ύπνος ήταν πάντα μια πολύ ευάλωτη στιγμή για τους αρχηγούς των δύο πλευρών, κι αυτό ήταν επομένως ένδειξη εμπιστοσύνης. Όταν ο Νενέκος τον έφερε ασφαλή στο αιγυπτιακό στρατόπεδο, ο Ιμπραήμ όχι μόνο τιμώρησε τους σωματοφύλακές του, αλλά πρότεινε επίσης να δοθεί στον Νενέκο ο τίτλος του μπέη, με τον οποίο ήταν από κει και πέρα γνωστός. Στη συνέχεια ο Νενέκος μπόρεσε να φέρει μεγάλο μέρος της φτωχής ημιορεινής χώρας πέρα από την Πάτρα στην τουρκική πλευρά.
Λέγεται ότι ο Κολοκοτρώνης οργίστηκε τόσο πολύ με τα νέα για τη συμπεριφορά του Νενέκου ώστε –πράγμα πολύ ασυνήθιστο– παρήγγειλε την εκτέλεσή του, την οποία και εμπιστεύτηκε σε άλλον έναν άνθρωπο από το χωριό του, έναν καπετάνιο με το όνομα Αθανάσιος Σαγιάς. Στην πραγματικότητα, ο εκτελεστής είχε σοβαρούς λόγους να διστάζει και δεν πραγματοποίησε το φόνο παρά το 1828, μερικούς μήνες αφού είχε τελειώσει ο πόλεμος και ο Καποδίστριας έδωσε αμνηστία στους χωρικούς που είχαν περάσει στην οθωμανική πλευρά. Στη συνέχεια, η δολοφονία ενός μπέη, έστω και χριστιανού, λέγεται ότι προκάλεσε διαμαρτυρίες από την Κωνσταντινούπολη, ενώ οι συγγενείς του Νενέκου κυνήγησαν τον Σαγιά, την οικογένεια, την περιουσία και τους συνεργάτες του, ώσπου η βεντέτα τους τον ανάγκασε να φύγει από το χωριό.
Το όνομα Νενέκος έχει καταχωριστεί πλέον στα νέα ελληνικά ως συνώνυμο του αποστάτη ή του δωσίλογου. Είναι σημάδι μιας μεταβολής στις ευαισθησίες, που επήλθε στην πορεία του πολέμου, ότι κάτι που αρχικά εκλαμβανόταν ως συνηθισμένη συμπεριφορά των αρματολών της Δυτικής Ελλάδας –η διαρκής μετατόπιση από τη μία πλευρά στην άλλη– θεωρούνταν τώρα πια, στον αστερισμό του εθνικισμού, ως ασυγχώρητο αμάρτημα και ίδιον του προδότη. Φυσικά ο Νενέκος δεν διέθετε ποτέ την περιφερειακή εξουσία ενός αρματολού και εξαρτιόταν πάντα από τους Οθωμανούς υποστηρικτές του. Αυτή ακριβώς η επισφαλής τοπική εξουσία του εξηγούσε τη βία που τον έκανε τόσο μισητό. Οι κατοπινοί ιστορικοί, όταν δεν παρέκαμπταν σιωπηρά αυτό το επεισόδιο, το εξηγούσαν είτε με εθνοτικούς όρους –ο Νενέκος ήταν από αρβανιτοχώρι, οπότε τι άλλο να περιμένει κανείς;– είτε ως θεία παρέμβαση που καθησύχασε τον σουλτάνο ώστε να μη στείλει και τον στρατό του Κιουταχή στον Μοριά.
Η απλούστερη εξήγηση είναι κοινωνικοοικονομική: η υποταγή ήταν ένας τρόπος για τους αγροτικούς πληθυσμούς που ξέφευγαν από την εμβέλεια των Ελλήνων πολέμαρχων να αποκτήσουν μια κάποια ασφάλεια μπροστά σε μια τρομακτική κατάσταση. Μπορούσαν έτσι να εξασφαλίσουν ότι οι Οθωμανοί ή οι Αιγύπτιοι στρατιώτες δεν θα έρχονταν να εξανδραποδίσουν τις οικογένειές τους, και μπορούσαν να συνεχίσουν να καλλιεργούν τα χωράφια και να βόσκουν τα κοπάδια τους. Κάποιοι αρνούνταν αυτή την επιλογή κι έφευγαν γι' αλλού, αλλά ήταν συνήθως εκείνοι που είχαν τους πόρους για να το κάνουν. Οι σκεπτικιστές αμφέβαλλαν αν μπορούσε να εμπιστευτεί κανείς ότι η οθωμανική πλευρά θα τηρούσε τους όρους της υποταγής, καθώς θυμόνταν πώς είχαν μεταχειριστεί οι Έλληνες τους μουσουλμάνους τον πρώτο χρόνο του ξεσηκωμού και φοβόνταν την εκδίκηση. Όμως ο κίνδυνος της προδοσίας –που ξεπρόβαλλε ίσως σαν αναλαμπή μιας ταραγμένης συνείδησης– φαινόταν πολύ λιγότερο επείγων σε πολλούς χωρικούς απ' ό,τι ο φόβος των άμεσων αντιποίνων εάν δεν προσκυνούσαν.
Ιδωμένη από τη σκοπιά των αγροτών –ιδίως όσων ζούσαν στα ανυπεράσπιστα καλλιεργήσιμα πεδινά κοντά στις ακτές– η υποταγή τούς απάλλασσε επίσης από τις ατέλειωτες εσωτερικές έριδες των Ελλήνων οπλαρχηγών. Οι έριδες αυτές διαδραματίζονταν τελικά εις βάρος τους, αφού οι φόροι που επιβάλλονταν στα προϊόντα τους ήταν ουσιαστικά τα μόνα έσοδα που μπορούσαν να αντλήσουν από τον Μοριά η κυβέρνηση και οι δυνάμεις της. Μάλιστα αυτά τα έσοδα ήταν τόσο πολύτιμα που τους τα απαιτούσαν δύο φορές. Στις αρχές της άνοιξης, η κυβέρνηση δημοπρατούσε τα δικαιώματα συλλογής των φόρων, εισπράττοντας χρήματα από τις μεγάλες οικογένειες των προυχόντων που τα αγόραζαν. Όταν όμως ερχόταν η ώρα της συγκομιδή, οι άντρες του Κολοκοτρώνη αγνοούσαν αυτούς τους διακανονισμούς έβαζαν χέρι στις σοδειές. Ο Κολοκοτρώνης μπορεί να ισχυριζόταν ότι οι στρατιώτες του «προ[εφύλατταν] τον λαόν από τας λεηλασίας και επιδρομάς», αλλά συχνά γινόταν φανερό ότι αυτοί οι ίδιοι ήταν μεταξύ των πλιατσικολόγων. Το ίδιο και οι πρόκριτοι. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης προειδοποίησε κάποια στιγμή τους χωρικούς στην επαρχία του να παραδώσουν τα προϊόντα στους «αντιπροσώπους» του: «Μην κάμνετε την παραμικράν ανθίστασιν», τους απείλησε σ' ένα γράμμα, αλλιώς ας είναι έτοιμοι να δεχτούν τις συνέπειες. Όμως το γράμμα του συνέχιζε σχεδόν με παράπονο: «Και ελπίζω να αισθανθήτε ότι είμεθα συμπατριώται και γείτονες, και δεν είμεθα Αμερικανοί ή Κινέζοι!» Σε τέτοια προσχηματικά λόγια γίνεται φανερό το πελώριο χάσμα που είχε ανοίξει ανάμεσα στους γαιοκτήμονες και τους αγρότες, καθώς και η αποξένωση και μνησικακία που ένιωθαν οι Έλληνες χωρικοί μετά από έξι χρόνια πολέμου απέναντι σ' εκείνους που ήταν οι υποτιθέμενοι αρχηγοί τους. Αυτό το αίσθημα είχε φουντώσει μια πρώτη φορά, με την άφιξη του Δημητρίου Υψηλάντη στην Πελοπόννησο, το καλοκαίρι του 1821. Έξι χρόνια αργότερα, φούντωνε πάλι, κι αυτή τη φορά τους οδηγούσε να παραδοθούν στον Ιμπραήμ πασά.
πηγή: M. Mazower, Η ελληνική επανάσταση
Τα προσκυνήματα άρχισαν από τα χωριά της Αχαΐας, περιοχής που όχι μόνο είχε υποφέρει πολύ στα χέρια των Ρουμελιωτών κατά τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά ήταν και ιδιαίτερα εκτεθειμένη στην αιγυπτιακή απειλή. Κι αυτό γιατί το κάστρο της Πάτρας, που πολιορκούνταν επί χρόνια από τους Έλληνες, δεν είχε πέσει ποτέ, και από τη στιγμή που έφτασε ο Ιμπραήμ στον Μοριά, έγινε ορμητήριο για τιμωρητικές επιδρομές προς όλη την περιοχή. Στις τρεις εκστρατευτικές περιόδους κατά τις οποίες οι Αιγύπτιοι χτένισαν τους λόφους και τα βουνά πίσω από την πόλη, εκατοντάδες χωρικοί οδηγήθηκαν στην Πάτρα για να σταλούν σκλάβοι στην «Αραπιά», όπως έλεγαν οι ντόπιοι Έλληνες. Η τελευταία επιδρομή, τον Μάιο του 1827, έκλεισε με αιχμαλωτισμένους ούτε λίγο ούτε πολύ 2.000 χωρικούς.
Ένας από τους ελάσσονες οπλαρχηγούς της περιοχής ήταν ο Δημήτριος Νενέκος, που καταγόταν από τη Ζουμπάτα (σημερινή Πηγή), ένα φτωχό ορεινό χωριό στα αλβανόφωνα χριστιανικά Ζουμπατοχώρια, λίγες ώρες δρόμο από την Πάτρα. Είχε υπηρετήσει στο παρελθόν έναν από τους πλουσιότερους προεστούς της Πάτρας, πολέμησε γενναία δίπλα στον Ζαΐμη, τον Λόντο και τον Κολοκοτρώνη, και απέκτησε δικούς του οπαδούς. Ερχόμενος σε συνεννόηση με τον Ιμπραήμ, ο Νενέκος πέτυχε την απελευθέρωση 1.000 αιχμαλώτων εκείνη την άνοιξη, δίνοντας για αντάλλαγμα έναν όρκο πίστης. Παράλληλα, οι χωρικοί από τους γύρω λόφους άρχισαν να αποκαθιστούν την επαφή τους με την πόλη, πηγαίνοντας την παραγωγή τους στη φρουρά της και πουλώντας πουλερικά, γάλα, αυγά και ξύλα στις φουσκωμένες τιμές που οι στρατιώτες ήταν έτοιμοι να πληρώσουν. Ο Οθωμανός διοικητής Ντελή Αχμέτ τούς επέτρεψε να κατεβάζουν τα πρόβατά τους για βόσκημα –δίνοντας εντολή στους στρατιώτες του να μην τα αγγίξουν– και διέθεσε για φύτεμα τα χωράφια έξω από την πόλη. Μεταξύ εκείνων που υπεράσπιζαν το κάστρο για τους Οθωμανούς ήταν πολλοί ντόπιοι μουσουλμάνοι Αλβανοί που είχαν διωχτεί από την περιοχή του Λάλα, όχι πολύ μακριά από κει, την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1821. Κι όπως δεν ήταν ξένοι, και για πολλούς τα αλβανικά ήταν κοινή γλώσσα, η επικοινωνία ανάμεσα σ' αυτούς και στους χριστιανούς αγρότες ήταν εύκολη και οικεία.
Μετά από διαπραγματεύσεις με τον Ντελή Αχμέτ, ο Νενέκος προχώρησε κι άλλο, στρατολογώντας ντόπιους για να φτιάξει μια μονάδα που θα πολεμούσε δίπλα στους Οθωμανούς, και χρησιμοποιώντας τους για να χτυπά τους Έλληνες χωρικούς που δεν περνούσαν στην οθωμανική πλευρά. Μέσα σε λίγο διάστημα πλούτισε και κέρδισε την εμπιστοσύνη και το σεβασμό του ίδιου του Ιμπραήμ. Η επιβεβαίωση του νέου του ρόλου ως πολύτιμης βοηθητικής δύναμης στα μάτια των Οθωμανών ήρθε μετά από ένα ατύχημα που χώρισε τον Ιμπραήμ από την ακολουθία του. Χάνοντας το δρόμο στις δασωμένες ορεινές κοιλάδες ένα πρωί, ο Αιγύπτιος πασάς βρέθηκε μονάχος μ' έναν μόνο σωματοφύλακα να τον προστατεύει, κάπου οκτώ ώρες από την πλησιέστερη πόλη, όταν έπεσε πάνω στον Νενέκο και τους άντρες του, που τον περιφρούρησαν με αφοσίωση. Λέγεται ότι ο Ιμπραήμ ένιωσε τόσο ασφαλής ώστε αποκοιμήθηκε το καταμεσήμερο κάτω από ένα δέντρο, προτού ξυπνήσει και συνεχίσει την πορεία του. Ο ύπνος ήταν πάντα μια πολύ ευάλωτη στιγμή για τους αρχηγούς των δύο πλευρών, κι αυτό ήταν επομένως ένδειξη εμπιστοσύνης. Όταν ο Νενέκος τον έφερε ασφαλή στο αιγυπτιακό στρατόπεδο, ο Ιμπραήμ όχι μόνο τιμώρησε τους σωματοφύλακές του, αλλά πρότεινε επίσης να δοθεί στον Νενέκο ο τίτλος του μπέη, με τον οποίο ήταν από κει και πέρα γνωστός. Στη συνέχεια ο Νενέκος μπόρεσε να φέρει μεγάλο μέρος της φτωχής ημιορεινής χώρας πέρα από την Πάτρα στην τουρκική πλευρά.
Λέγεται ότι ο Κολοκοτρώνης οργίστηκε τόσο πολύ με τα νέα για τη συμπεριφορά του Νενέκου ώστε –πράγμα πολύ ασυνήθιστο– παρήγγειλε την εκτέλεσή του, την οποία και εμπιστεύτηκε σε άλλον έναν άνθρωπο από το χωριό του, έναν καπετάνιο με το όνομα Αθανάσιος Σαγιάς. Στην πραγματικότητα, ο εκτελεστής είχε σοβαρούς λόγους να διστάζει και δεν πραγματοποίησε το φόνο παρά το 1828, μερικούς μήνες αφού είχε τελειώσει ο πόλεμος και ο Καποδίστριας έδωσε αμνηστία στους χωρικούς που είχαν περάσει στην οθωμανική πλευρά. Στη συνέχεια, η δολοφονία ενός μπέη, έστω και χριστιανού, λέγεται ότι προκάλεσε διαμαρτυρίες από την Κωνσταντινούπολη, ενώ οι συγγενείς του Νενέκου κυνήγησαν τον Σαγιά, την οικογένεια, την περιουσία και τους συνεργάτες του, ώσπου η βεντέτα τους τον ανάγκασε να φύγει από το χωριό.
Το όνομα Νενέκος έχει καταχωριστεί πλέον στα νέα ελληνικά ως συνώνυμο του αποστάτη ή του δωσίλογου. Είναι σημάδι μιας μεταβολής στις ευαισθησίες, που επήλθε στην πορεία του πολέμου, ότι κάτι που αρχικά εκλαμβανόταν ως συνηθισμένη συμπεριφορά των αρματολών της Δυτικής Ελλάδας –η διαρκής μετατόπιση από τη μία πλευρά στην άλλη– θεωρούνταν τώρα πια, στον αστερισμό του εθνικισμού, ως ασυγχώρητο αμάρτημα και ίδιον του προδότη. Φυσικά ο Νενέκος δεν διέθετε ποτέ την περιφερειακή εξουσία ενός αρματολού και εξαρτιόταν πάντα από τους Οθωμανούς υποστηρικτές του. Αυτή ακριβώς η επισφαλής τοπική εξουσία του εξηγούσε τη βία που τον έκανε τόσο μισητό. Οι κατοπινοί ιστορικοί, όταν δεν παρέκαμπταν σιωπηρά αυτό το επεισόδιο, το εξηγούσαν είτε με εθνοτικούς όρους –ο Νενέκος ήταν από αρβανιτοχώρι, οπότε τι άλλο να περιμένει κανείς;– είτε ως θεία παρέμβαση που καθησύχασε τον σουλτάνο ώστε να μη στείλει και τον στρατό του Κιουταχή στον Μοριά.
Η απλούστερη εξήγηση είναι κοινωνικοοικονομική: η υποταγή ήταν ένας τρόπος για τους αγροτικούς πληθυσμούς που ξέφευγαν από την εμβέλεια των Ελλήνων πολέμαρχων να αποκτήσουν μια κάποια ασφάλεια μπροστά σε μια τρομακτική κατάσταση. Μπορούσαν έτσι να εξασφαλίσουν ότι οι Οθωμανοί ή οι Αιγύπτιοι στρατιώτες δεν θα έρχονταν να εξανδραποδίσουν τις οικογένειές τους, και μπορούσαν να συνεχίσουν να καλλιεργούν τα χωράφια και να βόσκουν τα κοπάδια τους. Κάποιοι αρνούνταν αυτή την επιλογή κι έφευγαν γι' αλλού, αλλά ήταν συνήθως εκείνοι που είχαν τους πόρους για να το κάνουν. Οι σκεπτικιστές αμφέβαλλαν αν μπορούσε να εμπιστευτεί κανείς ότι η οθωμανική πλευρά θα τηρούσε τους όρους της υποταγής, καθώς θυμόνταν πώς είχαν μεταχειριστεί οι Έλληνες τους μουσουλμάνους τον πρώτο χρόνο του ξεσηκωμού και φοβόνταν την εκδίκηση. Όμως ο κίνδυνος της προδοσίας –που ξεπρόβαλλε ίσως σαν αναλαμπή μιας ταραγμένης συνείδησης– φαινόταν πολύ λιγότερο επείγων σε πολλούς χωρικούς απ' ό,τι ο φόβος των άμεσων αντιποίνων εάν δεν προσκυνούσαν.
Ιδωμένη από τη σκοπιά των αγροτών –ιδίως όσων ζούσαν στα ανυπεράσπιστα καλλιεργήσιμα πεδινά κοντά στις ακτές– η υποταγή τούς απάλλασσε επίσης από τις ατέλειωτες εσωτερικές έριδες των Ελλήνων οπλαρχηγών. Οι έριδες αυτές διαδραματίζονταν τελικά εις βάρος τους, αφού οι φόροι που επιβάλλονταν στα προϊόντα τους ήταν ουσιαστικά τα μόνα έσοδα που μπορούσαν να αντλήσουν από τον Μοριά η κυβέρνηση και οι δυνάμεις της. Μάλιστα αυτά τα έσοδα ήταν τόσο πολύτιμα που τους τα απαιτούσαν δύο φορές. Στις αρχές της άνοιξης, η κυβέρνηση δημοπρατούσε τα δικαιώματα συλλογής των φόρων, εισπράττοντας χρήματα από τις μεγάλες οικογένειες των προυχόντων που τα αγόραζαν. Όταν όμως ερχόταν η ώρα της συγκομιδή, οι άντρες του Κολοκοτρώνη αγνοούσαν αυτούς τους διακανονισμούς έβαζαν χέρι στις σοδειές. Ο Κολοκοτρώνης μπορεί να ισχυριζόταν ότι οι στρατιώτες του «προ[εφύλατταν] τον λαόν από τας λεηλασίας και επιδρομάς», αλλά συχνά γινόταν φανερό ότι αυτοί οι ίδιοι ήταν μεταξύ των πλιατσικολόγων. Το ίδιο και οι πρόκριτοι. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης προειδοποίησε κάποια στιγμή τους χωρικούς στην επαρχία του να παραδώσουν τα προϊόντα στους «αντιπροσώπους» του: «Μην κάμνετε την παραμικράν ανθίστασιν», τους απείλησε σ' ένα γράμμα, αλλιώς ας είναι έτοιμοι να δεχτούν τις συνέπειες. Όμως το γράμμα του συνέχιζε σχεδόν με παράπονο: «Και ελπίζω να αισθανθήτε ότι είμεθα συμπατριώται και γείτονες, και δεν είμεθα Αμερικανοί ή Κινέζοι!» Σε τέτοια προσχηματικά λόγια γίνεται φανερό το πελώριο χάσμα που είχε ανοίξει ανάμεσα στους γαιοκτήμονες και τους αγρότες, καθώς και η αποξένωση και μνησικακία που ένιωθαν οι Έλληνες χωρικοί μετά από έξι χρόνια πολέμου απέναντι σ' εκείνους που ήταν οι υποτιθέμενοι αρχηγοί τους. Αυτό το αίσθημα είχε φουντώσει μια πρώτη φορά, με την άφιξη του Δημητρίου Υψηλάντη στην Πελοπόννησο, το καλοκαίρι του 1821. Έξι χρόνια αργότερα, φούντωνε πάλι, κι αυτή τη φορά τους οδηγούσε να παραδοθούν στον Ιμπραήμ πασά.
πηγή: M. Mazower, Η ελληνική επανάσταση
1 .
-
Τλαξκαλτέκος
- Extreme poster

- Δημοσιεύσεις: 3387
Re: "Αγωνιστές του 21"
Παπανικολής Δημήτριος : ( Ψαρά 1790 - Πειραιάς 1855 ). Ναύαρχος και πυρπολητής. Ναυτικός από πολύ μικρή ηλικία. Στις 27/5/1821 κατέστρεψε τουρκικό δίκροτο στη ναυμαχία της Ερεσσού. Συμμετείχε σε πολλές ακόμη ναυμαχίες του Αγώνα. Το 1844 έγινε πλοίαρχος.

Τη νύκτα της 20ης Νοεμβρίου του 1836, μεταφέροντας στην Τεργέστη 129 παλιννοστούντες Βαυαρούς στρατιώτες, ναυάγησε στο δίαυλο Ζακύνθου - Ηλείας μετά από προσάραξη "εξ αμελείας της φυλακής", όπου και διαλύθηκε ολοσχερώς το πλοίο ενώ το πλήρωμα και όλοι οι επιβαίνοντες διασώθηκαν. Αργότερα λόγω του ναυαγίου αλλά και άλλων διαβολών ο Παπανικολής τέθηκε σε διαθεσιμότητα μέχρι το 1841, οπότε κι ανακλήθηκε στην ενεργό υπηρεσία, μετά από παρέμβαση υπασπιστού του Όθωνα, και τοποθετήθηκε κυβερνήτης της κορβέτας "Αμαλία".
Το 1843 εκλέχθηκε πληρεξούσιος των Ψαρών. Το 1845 στάλθηκε ως κυβερνήτης πλοίου στο Γύθειο προκειμένου να εξομαλύνει μανιάτικες έριδες που είχαν ξεσπάσει στην περιοχή, το οποίο και πέτυχε. Ένα χρόνο μετά, το 1846, έληξε και η ναυτική του σταδιοδρομία, και ανέλαβε Πρόεδρος του Ναυτοδικείου, θέση που διατήρησε μέχρι το θάνατό του το 1855.
Το όνομα Παπανικολής έχει δοθεί στα υποβρύχια Παπανικολής Ι και Παπανικολής ΙΙ του ελληνικού πολεμικού ναυτικού, προς τιμήν του αγωνιστή.
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE ... E%AE%CF%82
Παπανικολής Ι (υποβρύχιο)
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AE%CF%82_%CE%99_(%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B2%CF%81%CF%8D%CF%87%CE%B9%CE%BF)
Παπανικολής ΙΙ (υποβρύχιο)
https://en.wikipedia.org/wiki/USS_Hardhead_(SS-365)
Λόντος Ανδρέας : ( 1784/6 - 1845 ) Πρόκριτος του Αιγίου και αγωνιστής του '21. Πολέμησε στις πολιορκίες της Πάτρας και του Μεσολογγίου , στη Ρούμελη , στην Ακράτα κατά των δυνάμεων του Δράμαλη και κατά του Ιμπραήμ. Συμμετείχε στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843.

Τα οικονομικά του προβλήματα αλλά και η μεγάλη πίκρα του για την πολιτική του αποτυχία τον οδήγησαν στην αυτοκτονία.
Έθεσε τέλος στη ζωή του στις 24 Σεπτεμβρίου 1845 στο σπίτι του στην Αθήνα. Η σορός του μεταφέρθηκε στο Αίγιο και συγκεκριμένα στο σπίτι του αδερφού του Λουκά στις 15 Οκτωβρίου, αλλά δεν τάφηκε με εκκλησιαστικό τελετουργικό εξαιτίας της απαγόρευσης που είχε επιβληθεί από την Κυβέρνηση Κωλέττη. Τελικά η κηδεία του πραγματοποιήθηκε το Σεπτέμβριο του 1847, αμέσως μετά το θάνατο του Κωλέττη.
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE ... E%BF%CF%82
Λόντος Αναστάσιος : ( 1791 - 1856 ). Πολιτικός του αγώνα του '21 και μετεπαναστατικά. Αδελφός του προηγούμενου.
Λόντος Νικόλαος : ( 1770 - 1824 ). Αγωνιστής του '21 απ' την Πάτρα.
Τη νύκτα της 20ης Νοεμβρίου του 1836, μεταφέροντας στην Τεργέστη 129 παλιννοστούντες Βαυαρούς στρατιώτες, ναυάγησε στο δίαυλο Ζακύνθου - Ηλείας μετά από προσάραξη "εξ αμελείας της φυλακής", όπου και διαλύθηκε ολοσχερώς το πλοίο ενώ το πλήρωμα και όλοι οι επιβαίνοντες διασώθηκαν. Αργότερα λόγω του ναυαγίου αλλά και άλλων διαβολών ο Παπανικολής τέθηκε σε διαθεσιμότητα μέχρι το 1841, οπότε κι ανακλήθηκε στην ενεργό υπηρεσία, μετά από παρέμβαση υπασπιστού του Όθωνα, και τοποθετήθηκε κυβερνήτης της κορβέτας "Αμαλία".
Το 1843 εκλέχθηκε πληρεξούσιος των Ψαρών. Το 1845 στάλθηκε ως κυβερνήτης πλοίου στο Γύθειο προκειμένου να εξομαλύνει μανιάτικες έριδες που είχαν ξεσπάσει στην περιοχή, το οποίο και πέτυχε. Ένα χρόνο μετά, το 1846, έληξε και η ναυτική του σταδιοδρομία, και ανέλαβε Πρόεδρος του Ναυτοδικείου, θέση που διατήρησε μέχρι το θάνατό του το 1855.
Το όνομα Παπανικολής έχει δοθεί στα υποβρύχια Παπανικολής Ι και Παπανικολής ΙΙ του ελληνικού πολεμικού ναυτικού, προς τιμήν του αγωνιστή.
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE ... E%AE%CF%82
Παπανικολής Ι (υποβρύχιο)
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AE%CF%82_%CE%99_(%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B2%CF%81%CF%8D%CF%87%CE%B9%CE%BF)
Παπανικολής ΙΙ (υποβρύχιο)
https://en.wikipedia.org/wiki/USS_Hardhead_(SS-365)
Λόντος Ανδρέας : ( 1784/6 - 1845 ) Πρόκριτος του Αιγίου και αγωνιστής του '21. Πολέμησε στις πολιορκίες της Πάτρας και του Μεσολογγίου , στη Ρούμελη , στην Ακράτα κατά των δυνάμεων του Δράμαλη και κατά του Ιμπραήμ. Συμμετείχε στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843.

Τα οικονομικά του προβλήματα αλλά και η μεγάλη πίκρα του για την πολιτική του αποτυχία τον οδήγησαν στην αυτοκτονία.
Έθεσε τέλος στη ζωή του στις 24 Σεπτεμβρίου 1845 στο σπίτι του στην Αθήνα. Η σορός του μεταφέρθηκε στο Αίγιο και συγκεκριμένα στο σπίτι του αδερφού του Λουκά στις 15 Οκτωβρίου, αλλά δεν τάφηκε με εκκλησιαστικό τελετουργικό εξαιτίας της απαγόρευσης που είχε επιβληθεί από την Κυβέρνηση Κωλέττη. Τελικά η κηδεία του πραγματοποιήθηκε το Σεπτέμβριο του 1847, αμέσως μετά το θάνατο του Κωλέττη.https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE ... E%BF%CF%82
Λόντος Αναστάσιος : ( 1791 - 1856 ). Πολιτικός του αγώνα του '21 και μετεπαναστατικά. Αδελφός του προηγούμενου.
Λόντος Νικόλαος : ( 1770 - 1824 ). Αγωνιστής του '21 απ' την Πάτρα.
1 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )
-
Τλαξκαλτέκος
- Extreme poster

- Δημοσιεύσεις: 3387
Re: "Αγωνιστές του 21"
Λυκούργος Λογοθέτης : ( Καρλόβασι της Σάμου 1772 - Αθήνα 1850 ) Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Παπλωματάς. Σπούδασε ιατρική στο Βουκουρέστι. Ο ηγεμών της Βλαχίας Σούτσος του έδωσε το αξίωμα του Λογοθέτη , το οποίο του έμεινε σαν προσωνύμιο. Το 1820 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία. Το 1821 ξεσήκωσε τη Σάμο. Έκανε επιδρομές στα μικρασιατικά παράλια. Τον Ιούνιο - Ιούλιο 1821 απέκρουσε τον Καρά Αλή που προσπάθησε να αποβιβαστεί στην Σάμο. Το 1822 ξεσήκωσε τη Χίο. Όμως οι Τούρκοι γρήγορα κατέστειλαν την επανάσταση στη Χίο, ενώ ο Λογοθέτης και οι Σαμιώτες του αναγκάστηκαν να φύγουν. Πολλοί θεώρησαν υπεύθυνο για τη Σφαγή της Χίου τον Λογοθέτη , γι' αυτό η κυβέρνηση τον φυλάκισε. Με παρέμβαση όμως του Κολοκοτρώνη και του Νικηταρά απελευθερώθηκε. Η Σάμος δεν περιήλθε στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος μετά την Απελευθέρωση. Έγινε αυτόνομη , υποτελής στον σουλτάνο. Ο Λογοθέτης διώχτηκε απ' την Σάμο ως ανεπιθύμητος , την εγκατέλειψε και τελικά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Πήρε αξιώματα.

Ανεμογιαννης Γεώργιος : ( Παξοί 1798 - Ναύπακτος 1821 ) Λεγόταν και Γεώργιος Παξινός.Πυρπολητής του '21 απ' τους Παξούς. Υπηρετούσε κατά την Επανάσταση στο καράβι της Μπουμπουλίνας "Σύμμαχοι" . Προσπάθησε να βάλει με πυρπολικό φωτιά στα τούρκικα πλοία στο λιμάνι της Ναυπάκτου. Απέτυχε όμως . Οι τούρκοι τον έπιασαν και ανασκολόπισαν ( σούβλισαν ) πάνω στο Κάστρο του Επάχτου.
Μνημείο του Ανεμογιάννη στον Γάιο , την πρωτεύουσα των Παξών.
( Είχα πάει εκεί στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 21ου αι. σαν τουρίστας και πλήρωσα μια καμένη πίτσα 8 κομματάκιων 20 ευρώ !
)


Μνημείο του Ανεμογιάννη στη Ναύπακτο.


Ανεμογιαννης Γεώργιος : ( Παξοί 1798 - Ναύπακτος 1821 ) Λεγόταν και Γεώργιος Παξινός.Πυρπολητής του '21 απ' τους Παξούς. Υπηρετούσε κατά την Επανάσταση στο καράβι της Μπουμπουλίνας "Σύμμαχοι" . Προσπάθησε να βάλει με πυρπολικό φωτιά στα τούρκικα πλοία στο λιμάνι της Ναυπάκτου. Απέτυχε όμως . Οι τούρκοι τον έπιασαν και ανασκολόπισαν ( σούβλισαν ) πάνω στο Κάστρο του Επάχτου.
Μνημείο του Ανεμογιάννη στον Γάιο , την πρωτεύουσα των Παξών.
( Είχα πάει εκεί στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 21ου αι. σαν τουρίστας και πλήρωσα μια καμένη πίτσα 8 κομματάκιων 20 ευρώ !
)

Μνημείο του Ανεμογιάννη στη Ναύπακτο.


1 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )
-
Τλαξκαλτέκος
- Extreme poster

- Δημοσιεύσεις: 3387
Re: "Αγωνιστές του 21"
Αναγνωσταράς Χρήστος : Γεννήθηκε το 1760 στον Άργιλο του Λεονταρίου Αρκαδίας. Το βαφτιστικό του όνομα ήταν Χρήστος Παπαγεωργίου , αλλά αυτός υπέγραφε ως Αναγνώστης Παπαγεωργίου. Το "Παπαγεωργίου" προέκυψε απ' το ότι ο πατέρας του ήταν ιερέας και λεγόταν παπα-Γιώργης. Το "Αναγνώστης" του βγήκε γιατί βοηθούσε ως αναγνώστης τον πατέρα του στην Λειτουργία. Το "Αναγνωσταράς" προέκυψε λόγω στης σωματικής του διάπλασης. Ξεκίνησε ως κλέφτης και κάπος . Το 1803 κατέφυγε στα Επτάνησα και έγινε αξιωματικός του ρωσικού στρατού. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και το 1821 κατέλαβε μαζί με τον Πετρόμπεη και τον Κολοκοτρώνη την Καλαμάτα. Πολέμησε στο Βαλτέτσι σε ηλικία 61 ετών. Στον Εμφύλιο υποστήριξε την κυβέρνηση Κουντουριώτη , έγινε υπουργός πολέμου και πολέμησε κατά του Κολοκοτρώνη. Σκοτώθηκε στην μάχη της Σφακτηρίας το 1825.
Ο Αναγνωσταράς προτείνει απογραφή των αυτοχθόνων και αλλοδαπών, καθώς και κτηματολόγιο :
Αναγνωστόπουλος Παναγιώτης : Ηγετικό στέλεχος της Φιλικής Εταιρείας. Είχε διαμάχη με τον Ξάνθο για το προβάδισμα στην αρχή της Εταιρείας. Γεννήθηκε στην Ανδρίτσαινα το 1790. Εργαζόταν ως υπάλληλος στην Οδησσό της Ρωσίας. Εκεί γνωρίστηκε με τους Σκουφά και Τσακάλωφ , οι οποίοι τον μύησαν στην Φιλική εταιρεία το 1816. Το 1821 ήρθε στην Ελλάδα με τον Δημήτριο Υψηλάντη. Αγωνίστηκε σε Τριπολιτσά , Ακροκόρινθο , Δερβενάκια και Ρούμελη. Μετά την απελευθέρωση έγινε νομάρχης Ηλείας , σύμβουλος επικρατείας , νομάρχης Μεσσηνίας και νομάρχης Λακωνίας. Πέθανε φτωχός το 1854 , από χολέρα , που είχε μεταδοθεί στην Αθήνα απ' τα αγγλογαλλικά στρατεύματα στην διάρκεια αποκλεισμού του Πειραιά.
Ο Αναγνωσταράς προτείνει απογραφή των αυτοχθόνων και αλλοδαπών, καθώς και κτηματολόγιο :
ΚΡΥΦΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: ΕΜΦΑΝΙΣΗ
Αναγνωστόπουλος Παναγιώτης : Ηγετικό στέλεχος της Φιλικής Εταιρείας. Είχε διαμάχη με τον Ξάνθο για το προβάδισμα στην αρχή της Εταιρείας. Γεννήθηκε στην Ανδρίτσαινα το 1790. Εργαζόταν ως υπάλληλος στην Οδησσό της Ρωσίας. Εκεί γνωρίστηκε με τους Σκουφά και Τσακάλωφ , οι οποίοι τον μύησαν στην Φιλική εταιρεία το 1816. Το 1821 ήρθε στην Ελλάδα με τον Δημήτριο Υψηλάντη. Αγωνίστηκε σε Τριπολιτσά , Ακροκόρινθο , Δερβενάκια και Ρούμελη. Μετά την απελευθέρωση έγινε νομάρχης Ηλείας , σύμβουλος επικρατείας , νομάρχης Μεσσηνίας και νομάρχης Λακωνίας. Πέθανε φτωχός το 1854 , από χολέρα , που είχε μεταδοθεί στην Αθήνα απ' τα αγγλογαλλικά στρατεύματα στην διάρκεια αποκλεισμού του Πειραιά.
1 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: "Αγωνιστές του 21"
Τλαξκαλτέκος έγραψε:Γεώργιος Καραϊσκάκης
Γεννήθηκε σε ένα σπήλαιο στο Μαυρομάτι Καρδίτσας το 1780 ή το 1782 και τραυματίστηκε θανάσιμα στο Φάληρο το 1827.
Το όνομα
Υπάρχουν διάφορες υποθέσεις από που προέρχεται το "Καραϊσκάκης - Καραΐσκος" .
Ενδέχεται το "καρα" να είναι τουρκικό που σημαίνει "μαύρος" και το "ίσκος" απ' την λέξη "ίσκα" που δηλώνει τον αψίκορο χαρακτήρα.
Το αλβανικό επώνυμο Karaiskaj να βγήκε από τον δικό μας Καραϊσκάκη;

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αρχείο: ... AISKAJ.jpg
0 .