Β΄Βαλκανικός 
----------------------------------------------------------------
Έλληνες σε βουλγαρικά τάγματα εργασίας.«Ντουρντουβάκια»: έτσι χαρακτήριζαν τους Έλληνες υπηκόους υπό καθεστώς ομηρίας, επιστρατευμένους από τον βουλγαρικό στρατό, που μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία και σε περιοχές της βουλγαροκρατούμενης Γιουγκοσλαβίας για να εργαστούν σε καταναγκαστικά έργα, ώστε να θεμελιωθεί η «μεγάλη» Βουλγαρία. Επρόκειτο για μια τακτική που εφαρμόστηκε από το βουλγαρικό κράτος και κατά τη διάρκεια της δεύτερης βουλγαρικής κατοχής (1916-1918, η πρώτη ήταν το 1912-1913), η οποία συνέπεσε με την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου κατά την οποία 40.000 Έλληνες μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία για τον ίδιο σκοπό, και
12.000 εξ αυτών δεν επέστρεψαν ποτέ, καθώς απεβίωσαν από τις κακουχίες. Αυτή η τακτική έρχεται σαφώς σε αντίθεση με τις αναφορές της βουλγαρικής ιστοριογραφίας που τους θεωρεί «στρατιώτες υπηρετήσαντες στα ένδοξα στρατιωτικά σώματα εργασίας του βουλγαρικού στρατού».
Λίγες μέρες μετά την παράδοση της χώρας στους Γερμανούς τον Μάιο του 1941 εμφανίστηκαν στην ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη οι Βούλγαροι. Oι μεν Ιταλοί και οι Γερμανοί αναγνώριζαν ότι αποτελούσαν δύναμη κατοχής, οι Βούλγαροι όμως προπαγάνδιζαν ότι βρίσκονται σε «απελευθερωμένο βουλγαρικό έδαφος» και σκόπευαν να μείνουν οριστικά. Η Βουλγαρία ισχυριζόταν πως δεν κατέλαβε αλλά απελευθέρωσε περιοχές, οι οποίες ήταν βουλγαρικό εθνικό έδαφος με αραιό βουλγαρικό πληθυσμό, λόγω της προηγηθείσας πολιτικής εξελληνισμού που είχε εφαρμόσει το ελληνικό κράτος.
Σχεδόν αμέσως αποφασίστηκε η επιστράτευση Ελλήνων υπηκόων, προκειμένου να εργαστούν στην κατασκευή δρόμων, σιδηροδρόμων και σε άλλα έργα. Από το σιδηροδρομικό σταθμό Σιδηροκάστρου μέχρι τον Μάιο του 1942 μεταφέρθηκαν περίπου 35.000 Έλληνες.
Τα Τάγματα Εργασίας ήταν μονάδες πλήρους στρατιωτικής οργάνωσης, με τη διαφορά ότι οι στρατεύσιμοι σε αυτά δεν έπαιρναν όπλο. Οι συνθήκες εργασίας και διαβίωσης ήταν άθλιες. Οι αιχμάλωτοι πολέμου, μετά από σύντομη στρατιωτική εκπαίδευση (ατέλειωτες ώρες βήμα κάτω από τον καυτό ήλιο), άρχισαν να ανοίγουν περάσματα σε δύσβατες περιοχές για να περάσουν οι νέες βουλγαρικές σιδηροδρομικές γραμμές. Το φθινόπωρο επέστρεφαν στην Ελλάδα, όμως την άνοιξη τους ξανακαλούσαν στα Τάγματα Εργασίας, υπό συνθήκες ακόμη δυσμενέστερες, κατά παράβαση κάθε διεθνούς συνθήκης. Αυτά μέχρι το φθινόπωρο του 1943, οπότε επετράπη στους αιχμαλώτους πολέμου να γυρίσουν στην Ελλάδα.
Η ιστορία της βουλγαροκρατούμενης Μακεδονίας και Θράκης δεν έτυχε της δέουσας αντιμετώπισης από την ιστορική έρευνα, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι Έλληνες να την αγνοούν. Τα τραγικά συμβάντα στο Δοξάτο, τη Χωριστή, την Αδριανή, τα Κοκκινόγεια, τα Κύργια, τον Νικηφόρο, την Προσοτσάνη, τους Σιταγρούς, την Κορμίστα, τους Φιλίππους, τη Νέα Ζίχνη, τον Νέο Σκοπό και τόσα άλλα χωριά των νομών Δράμας, Σερρών και Καβάλας παραμένουν εν πολλοίς άγνωστα, μολονότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια αύξηση του ερευνητικού ενδιαφέροντος για την τρίτη βουλγαρική κατοχή.
ΔΙΟΝΥΣΗΣ Ν. ΜΟΥΣΜΟΥΤΗΣhttp://www.iskiosiskiou.com/2018/02/596.html----------------------------------------------------------------------------
Η σφαγή της Δράμας και του Δοξάτου Η πρώτη ένοπλη αντίδραση στον αφόρητο ζυγό της βουλγαρικής κατοχής, η εξέγερση της Δράμας και της γύρω περιοχής της (28-29 Σεπτεμβρίου 1941), παραμένει σκοτεινή υπόθεση σε πολλά σημεία της.
Η εσφαλμένη εκτίμηση της κομματικής οργάνωσης του ΚΚΕ Δράμας, που απέβλεπε σε γρήγορη νίκη του «Κόκκινου Στρατού» και στη λαϊκή δυσαρέσκεια, έδωσε πίστη σε φήμες για κομμουνιστική εξέγερση στη Βουλγαρία κατά των Γερμανών και για επικείμενη προσχώρηση του βουλγαρικού στρατού κατοχής σ’ αυτήν. Τούτο δεν αποκλείει και μια βουλγαρική προβοκάτσια με σκοπό την εξόντωση του ελληνικού στοιχείου. Όμως, το πρόωρο της εξέγερσης και η απουσία στρατιωτικών στελεχών και καταλλήλων μηχανισμών, αλλά και σχεδίου και στόχου, δεν επέτρεπαν προοπτική επιτυχίας και οδήγησαν σε τραγωδία.Οι επαναστατημένοι Μακεδόνες εκτέλεσαν διορισμένους Βούλγαρους προέδρους, χτύπησαν αστυνομικά τμήματα και πυρπόλησαν το εργοστάσιο ηλεκτροφωτισμού της πόλης. Την επόμενη μέρα η εξέγερση καταπνίγεται στο αίμα λόγω του κακού συντονισμού και της ανεπάρκειας οπλισμού και ακολουθεί σφαγή. Με το πρόσχημα της καταστολής της εξέγερσης, οι βουλγαρικές Αρχές προχώρησαν σε σκληρά αντίποινα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού στην ευρύτερη περιοχή της Δράμας: συλλήψεις, εκτελέσεις –μόνο
3.000 στην πόλη της Δράμας και στο χωριό Δοξάτο– ανακρίσεις, ξυλοδαρμοί, λεηλασίες, ενώ τα μέλη του ΚΚΕ που καθοδηγούσαν την εξέγερση σκοτώνονται όλα μαζί με δεκάδες οργανωτές και συμμετέχοντες κομμουνιστές. Πάνω από
10.000 Έλληνες εγκατέλειψαν την περιοχή. Η συστηματική καταδίωξη των ανταρτών συνεχίστηκε μέχρι τις 5 Νοεμβρίου 1941.
Τα γεγονότα της Δράμας συγκλόνισαν την κατεχόμενη Ελλάδα. Στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη επικράτησε σύγχυση για τις συνθήκες εκδήλωσης «του κινήματος της Δράμας», το ΚΚΕ βρέθηκε χωρίς ηγεσία, ενώ ήταν εξαιρετικά δύσκολη η ανάπτυξη αξιόλογου μαζικού ανταρτικού κινήματος, διότι προέκυψε διστακτικότητα και φόβος του πληθυσμού για την ένοπλη δράση, αλλά και
καχυποψία και εχθρότητα προς το ΚΚΕ, το οποίο χρεωνόταν τα τρομερά αντίποινα των Βουλγάρων, με αποτέλεσμα να ευνοηθεί η εμφάνιση και η δράση αυτόνομων, κυρίως εθνικιστικών, αντιστασιακών ομάδων.Πέρα από τη φιλολογία που έχει αναπτυχθεί σχετικά με το αν αυτοί που πήραν τα όπλα είχαν ή όχι παρασυρθεί από την προβοκατόρικη δράση Βουλγάρων πρακτόρων, το βέβαιο είναι ότι ο υπόδουλος ελληνικός πληθυσμός αντιστάθηκε στον κατακτητή σε όλη τη διάρκεια της κατοχής, ματαιώνοντας τελικά τα σχέδια για προσάρτηση της περιοχής από τη Βουλγαρία. Η εξέγερση της Δράμας θα πρέπει επομένως να πάρει τη θέση που της αξίζει στην ιστορία του αγώνα του ελληνικού λαού ενάντια στο φασισμό και την καταπάτηση εθνικών ιστορικών δικαιωμάτων, ιδιαίτερα, μάλιστα, στην ευαίσθητη περιοχή της Μακεδονίας.
Όσον αφορά γενικότερα το ζήτημα της βουλγαρικής ιστοριογραφίας για το ζήτημα της κατοχής, δεν μπορούμε παρά να εκφράσουμε την ανησυχία μας για το πρίσμα μέσα από το οποίο οι Βούλγαροι ιστορικοί εξετάζουν τα γεγονότα της περιόδου. Ιδιαίτερα ανησυχητικές είναι εκείνες οι απόψεις που φτάνουν να δικαιολογούν φασιστικές πολιτικές επιλογές και πρακτικές στο όνομα της δήθεν επίλυσης «εθνικών προβλημάτων». Χρέος των Ελλήνων ιστορικών της περιόδου είναι να υπενθυμίζουν συνεχώς ότι αυτές οι επιλογές όχι μόνο δεν έλυσαν ποτέ κανένα πρόβλημα αλλά ότι αντίθετα ενίσχυσαν τους μικροεθνικισμούς, την υποτέλεια και τη δημιουργία μικρών, αδύναμων, αλληλοσπαρασσόμενων και εξαρτημένων κρατών στα Βαλκάνια.ΔΙΟΝΥΣΗΣ Ν. ΜΟΥΣΜΟΥΤΗΣ
http://www.iskiosiskiou.com/2016/11/581.html------------------------------------------------------------------------------
Η κρίση της Ανατολικής Ρωμυλίας (1885)Η Ανατολική Ρωμυλία ή Βόρεια Θράκη είναι το θρακικό τμήμα που περιλαμβάνεται μεταξύ των οροσειρών του Αίμου βόρεια και της Ροδόπης νότια. Ανατολικά τα όριά της φτάνουν ώς το όρος Μικρός Αίμος (Στράντζα), ενώ στη Δύση τη χωρίζει από τη Μακεδονία το όρος Όρβηλος. Ανάμεσα στα βουνά σχηματίζεται μια μεγάλη καταπράσινη κοιλάδα. Ο Έβρος, ο Άρδας και ο Τούνζας ποτίζουν τη μεγάλη θρακική κεντρική πεδιάδα πριν ενωθούν έξω από την Αδριανούπολη.
Η κρίση του Ανατολικού Ζητήματος κατά την περίοδο 1875-1878 και το εδαφικό καθεστώς που προέκυψε από το Συνέδριο του Βερολίνου (1878) αποτέλεσαν την πρώτη, ταυτόχρονη δικαίωση της «αρχής των εθνοτήτων» σε πολλές περιοχές των Βαλκανίων. Η πληρέστερη εγγραφή της αρχής αυτής στη γεωπολιτική πραγματικότητα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης προϋπέθετε τη διάδραση των τοπικών εθνικισμών και των σχετικών γεωπολιτικών επιδιώξεων των Μεγάλων Δυνάμεων. Το πρώτο μετά το Συνέδριο του Βερολίνου επεισόδιο της μακράς αυτής διαδικασίας ήταν η κρίση που ακολούθησε την
πραξικοπηματική προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας στην ηγεμονία της Βουλγαρίας τον Σεπτέμβριο του 1885. Από τότε ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση για τον Ελληνισμό της Ανατολικής Ρωμυλίας. Οι Βούλγαροι μεθοδευμένα άρχισαν να εξοντώνουν το ελληνικό στοιχείο. Η ελληνική ήττα στον πόλεμο του 1897 ενέτεινε τις βουλγαρικές ενέργειες. Τα
τραγικά γεγονότα του 1906 σε Φιλιππούπολη και η πυρπόληση της Αγχιάλου τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου έδωσαν την χαριστική βολή στους
Έλληνες, που αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν στην Ελλάδα, ιδρύοντας οικισμούς που μόνο τα ονόματα τους θύμιζαν όσα άφησαν πίσω τους.
Το πραξικόπημα της Ανατολικής Ρωμυλίας υπήρξε το πρώτο βήμα για την υλοποίηση της Μεγάλης Βουλγαρίας και άνοιξε τον δρόμο για την προβολή βουλγαρικών διεκδικήσεων και στη Μακεδονία.
Το 1906 οι Έλληνες της περιοχής χρησιμοποιήθηκαν ως εξιλαστήρια θύματα των βουλγαρικών αποτυχιών στον Μακεδονικό Αγώνα. Οι ανθελληνικοί διωγμοί εκείνου του έτους κορυφώθηκαν με το ολοκαύτωμα της Αγχιάλου (30 Ιουλίου) που οδήγησε στην εξορία πολλούς Έλληνες της βόρειας Θράκης, οι οποίοι προστέθηκαν σε εκείνους των προηγούμενων ετών. Η εκδίωξη του ελληνισμού από αυτή την ιστορική κοιτίδα του ολοκληρώθηκε το 1919 με τη Συνθήκη του Νεϊγύ, οπότε ακόμη 48.000 Έλληνες της Βουλγαρίας εγκαταστάθηκαν * στην Ελλάδα. Παρά ταύτα,
η πραξικοπηματική προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας στη Βουλγαρία δεν έχει αναγνωριστεί σε καμία επίσημη διεθνή πράξη έως σήμερα. Εξάλλου,
παραμένουν έως σήμερα στα βουλγαρικά παράλια του Ευξείνου Πόντου και στα βουνά της Βουλγαρίας μερικές χιλιάδες ελληνόφωνων Σαρακατσάνων, καθώς και απογόνων του άλλοτε ακμαίου ελληνικού στοιχείου της Βόρειας Θράκης. Σταδιακά οι Έλληνες στη Βουλγαρία έχασαν τη δύναμή τους. Ο πλήρης εκβουλγαρισμός της παιδείας, οι αφόρητες πιέσεις για ένταξη στην Εξαρχία, και μια σειρά από νέους νόμους, στερούσαν ακόμα και τα λιγοστά δικαιώματα που είχαν ως ξεχωριστή εθνότητα. Οι Έλληνες ήταν πλέον ανήμποροι, και απομονωμένοι από το ελληνικό κράτος. Όσοι παρέμειναν σε βουλγαρικό έδαφος, απλώς αφομοιώθηκαν σιωπηλά.
ΔΙΟΝΥΣΗΣ Ν. ΜΟΥΣΜΟΥΤΗΣ
http://www.iskiosiskiou.com/2018/07/1885-600.html* εθελοντικά ή "εθελοντικά"