Τλαξκαλτέκος έγραψε:Όμως η Αλβανία αλλοίωσε σημαντικά την ελληνική πυκνότητα εγκαθιστώντας μεταξύ των Ελλήνων Αλβανούς από άλλες περιοχές και εκτοπίζοντας Έλληνες βορειότερα.
Με την εξαίρεση της Χιμάρας, η ελληνόφωνη περιοχή καταλαμβάνει συγκεκριμένο έδαφος σε συνέχεια με τις ελληνόφωνες περιοχές του ελληνικού κράτους. Κατά τον 19ο αιώνα δεν υπήρχαν αξιόλογες πληθυσμιακές μετακινήσεις στην περιοχή που να επέφεραν μεταβολές στη γλωσσική και θρησκευτική σύνθεση στη νοτιοδυτική Αλβανία. Τις περιοχές αυτές διέσχιζαν μετακινούμενοι Βλάχοι κτηνοτρόφοι, ενώ δεν υπήρχε άλλη αξιόλογη ομάδα μετακινούμενων κτηνοτρόφων. Το αλβανικό κράτος ασκεί εξουσία στα εδάφη της επικράτειάς του από τη δεκαετία του 1920 και οριστικοποιεί τα σύνορά του την ίδια περίοδο. Ως εκ τούτου, σημαντικές πολιτικές δημογραφικής μηχανικής μέσω πληθυσμιακών μετακινήσεων δεν ασκήθηκαν πριν, ούτε και κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, ειδικά στο νοτιοδυτικό τμήμα της χώρας που μας ενδιαφέρει. Περιορισμένές μετακινήσεις αλβανόφωνων οικογενειών και κοινοτήτων που σχετίζονταν με το θρήσκευμά τους και το θρήσκευμα στις (αλβανόφωνες) περιοχές της νέας εγκατάστασής τους δεν ήταν άγνωστες από την ίδρυση του αλβανικού κράτους, αλλά και αυτές οι μετεγκαταστάσεις δεν πήραν διαστάσεις στον Μεσοπόλεμο. H χώρα την ίδια περίοδο δέχεται δύο προσφυγικά-μεταναστευτικά ρεύματα αλβανικού πληθυσμού, ένα από τη Γιουγκοσλαβία και ένα πολύ μικρότερο από την Ελλάδα, δηλ. από το Κόσοβο και από την Τσαμουριά. Οι Κοσοβάροι δεν στέλνονται, εκτός εξαιρέσεων, στον νότο γενικότερα για μόνιμη εγκατάσταση, ούτε ειδικότερα στις ελληνόφωνες περιοχές. Περιορισμένη εγκατάσταση μουσουλμάνων Τσάμηδων γίνεται σε κάποιους οικισμούς της περιοχής από τη δεκαετία του 1920, δεν φαίνεται όμως ότι αποτελεί μέρος ενός οργανωμένου σχεδίου-τουλάχιστον σημαντικού και μακροπρόθεσμου-, αλλά οφείλεται περισσότερο στην εγγύτητα της περιοχής. Η δημιουργία του οικισμού Vartaj με μουσουλμάνους Τσάμηδες από την Ελλάδα συνιστά τη μόνη περίπτωση δημιουργίας «αναχώματος», καθώς δημιουργείται σε σχετική εγγύτητα με τον ελληνόφωνο οικισμό Λεφτεροχώρι, που όριζε την ελληνόφωνη περιοχή βόρεια του Δέλβινου.
Η σημαντικότερη πολιτική κίνηση σχετίζεται με τη λήξη του Β' Παγκόσμιου: οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες που καταφεύγουν στην Αλβανία καταδιωκόμενοι από την Ελλάδα το 1944-1945 δεν εγκαθίστανται από το χοτζικό καθεστώς σε ελληνόφωνες περιοχές, εκτός από μια ομάδα στους Αγίους Σαράντα και σε ελάχιστα ακόμη χωριά. Παρά το ότι ήταν μία τακτική προσφιλής σε όλα τα βαλκανικά κράτη -και όχι μόνο- κατά τη λήξη του πολέμου και μετά να αλλάξουν τα δημογραφικά δεδομένα σε περιοχές που κατοικούσαν μειονότητες, αυτό δεν έγινε στην Αλβανία με τον ερχομό των Τσάμηδων προσφύγων. Δεν είχαμε πρόσβαση στις αλβανικές πηγές οι οποίες ενδεχομένως να διαφώτιζαν τους λόγους που το καθεστώς δεν εκμεταλλεύτηκε την είσοδο τουλάχιστον 20 χιλιάδων εξαθλιωμένων προσφύγων, οι οποίοι έζησαν για καιρό υπό εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, που επέφεραν τον θάνατο ίσως και δύο χιλιάδων. Μπορούμε να εικάσουμε ότι η στάση ση της μειονότητας κατά τη διάρκεια του πολέμου και η συμπόρευσή της με την αλβανική Αντίσταση, η με τον ένα ή άλλο τρόπο -ενεργητική ή όχι- σύμπλευση της πλειοψηφίας του τσάμικου πληθυσμού με τις δυνάμεις Κατοχής στην Ελλάδα, καταρχάς με τη φασιστική Ιταλία και στη συνέχεια με τη ναζιστική Γερμανία, η συμπόρευση πολύ μεγάλου μέρους της ελίτ με φασιστικούς ή εθνικιστικούς αλβανικούς σχηματισμούς αλλά και οι πιθανές επιπτώσεις που θα είχε μια τέτοια κίνηση στο μεταβαλλόμενο βαλκανικό και διεθνές περιβάλλον της εποχής είναι οι παράγοντες που οδήγησαν σε αυτή την απόφαση. Η πολιτική αυτή, των μη μετακινήσεων πληθυσμού στις μειονοτικές περιοχές, συνεχίστηκε μέχρι την πτώση του καθεστώτος. Η ιδιαίτερα περιορισμένη μεταφορά πληθυσμού επί Χότζα στις περιοχές της μειονότητας υποτασσόταν περισσότερο στην ευρύτερη λογική αυτών των καθεστώτων, τα οποία ευνοούσαν την ανάπτυξη νέων οικισμών δίπλα σε μεγάλα έργα, εργοστάσια κ.λ.π. και αδιαφορούσαν για το πού πραγματικά ήθελε να ζει ο πληθυσμός, παρά σε μια λογική εθνοτικής πληθυσμιακής αλλοίωσης, τουλάχιστον όσον αφορά την ελληνική μειονότητα. Το μόνο ίσως αξιόλογο παράδειγμα βούλησης μεταβολής της εθνοτικής σύνθεσης της περιοχής είναι η δημιουργία δυο τριών μικρών οικισμών στα όρια της ελληνόφωνης Δρόπολης, όπως των Bulo και Asim Zeneli, που δυνητικά θα κατέληγε σε «τόξο». Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί η εγκατάσταση προσφύγων Τσάμηδων στον οικισμό Shelegar, η οποία, σε συνδυασμό με τις άλλες, περιορισμένες όμως, εγκαταστάσεις γύρω από την πόλη των Αγίων Σαράντα συνιστά ισχυρή ένδειξη για κάποιο σχέδιο που στη συνέχεια δεν προχώρησε. Υπάρχουν ακόμη σποραδικές μεταφορές αλβανικών οικογενειών σε περιοχές της ελληνικής μειονότητας και άλλα παρόμοιας εμβέλειας παραδείγματα, όπως και Βλάχων, οι οποίοι όμως εγκαταστάθηκαν από το καθεστώς σε πολλούς οικισμούς (και) της νοτιοδυτικής Αλβανίας, πολύ λίγοι δε σε ελληνόφωνους. Μάλιστα, δεν ήταν λίγες οι φωνές στην Αλβανία μετά το 1990 που επέκριναν το προηγούμενο καθεστώς για αυτή του τη στάση. Παρά το ότι οποιαδήποτε πολιτική «αλλοίωσης» της σε εδαφικής επικράτειας της μειονότητας δεν μπορεί να στηριχτεί σε δεδομένα, αρκετοί Έλληνες της Αλβανίας, σε μία γενικότερη προσπάθειας σύνδεσης της μειονότητας από το χοτζικό καθεστώς και την ανάπτυξη, αφήγησης θυματοποίησης, αναφέρονται σε συγκροτημένη προσπάθεια του καθεστώτος. Η πιο τεκμηριωμένη αναφορά όσων υποστηρίζουν ότι υπήρχε οργανωμένο σχέδιο, πέρα από τις διάφορες ακροβασίες για τη δημιουργία εντυπώσεων, κάνει λόγο για την ίδρυση του χωριού Μπούλιο (βλ. παραπάνω), όπως και των οικισμών Bistricë (Μπίστριτσα) και Çlirim (Σεμετέ), την «καταστροφή» του οικισμού Metog (Μετόχι) και την ένωσή του με το νέο χωριό Γκιάστα, «αποτελούμενο κυρίως από Τσάμηδες», καθώς και την ίδρυση του οικισμού Ksamil. Οι αιτιάσεις αυτές δεν ευσταθούν: η Μπίστριτσα σχετίζεται με το φράγμα στην περιοχή, δεν διασπά τη συμπαγή ελληνόφωνη περιοχή και μόνο οριακά θα μπορούσε να θεωρηθεί ως οικισμός που δημιουργήθηκε για να ορίσει τα άκρα της «ζώνης». Το δε Σεμετέ αποτελούσε έναν ακόμη τυπικό για τις πρώην ανατολικές χώρες οικισμό, επισκευαστική βάση οχημάτων, τρακτέρ (και μηχανημάτων), που αναπόφευκτα εξελίχθηκε και είχε πληθυσμο ποικίλης εθνοτικής και θρησκευτικής σύνθεσης. Απομένουν οι δύο οικισμοί (Γκιάστα και Εξαμίλια): παρά το γεγονός ότι το Μετόχι συνέχισε να υφίσταται, ο δε οικισμός Εξαμίλια ιδρύθηκε εντελώς εκτός της ελληνόφων περιοχής –στο νοτιοδυτικό αλβανόφωνο άκρο της Αλβανίας-, και παρά το ότι θεωρούμε ότι η ίδρυσή τους οφείλεται στην προσπάθεια δημιουργίας μιας ευρύτερης αραιοκατοικημένης περιοχής που από ακαλλιέργητη μεταρεπόταν σε καλλιεργήσιμη, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε τη σχετιζόμενη με τη μειονότητα ίδρυσή τους. Ακόμη και αν ισχύει, πρόκειται για δυο οικισμούς σε όλη την ελληνόφωνη περιοχή, αριθμός ίδρυσης νέων οικισμών που είναι ο μικρότερος αναλογικά με την έκταση της περιοχής και ως απόλυτο μέγεθος για όλη την Αλβανία. Ο συγγραφέας της εν λόγω αναφοράς, αντίθετα, αν και δέχεται ότι τέτοιοι οικισμοί ιδρύθηκαν σε όλη τη χώρα, αναφέρει ότι «δεν είχαν την πυκνότητα» των ιδρυθέντων εντός των ζωνών. Συμπληρώνοντας τη σχετική επιχειρηματολογία πρέπει να προσθέσουμε τον οικισμό Perdhikar (Περδικάρι), που αναφέρεται ενίοτε σε ανάλογη πολεμική. Ο συγκεκριμένος οικισμός, πολύ κοντά στα σύνορα, εκκενώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν ακόμη ελληνικές, βρετανικές και αμερικανικές υπηρεσίες διενεργούσαν κατασκοπευτικές και ένοπλες επιχειρήσεις στην Αλβανία και από ξηράς, και οι κάτοικοι μεταφέρθηκαν στο Ελμπασάν.
Οι απόψεις αυτές εντάσσονται στη δημιουργία ενός κλίματος υποτιθέμενης εξύφανσης συνωμοσιών εναντίον της μειονότητας, κάτι που διακρίνει τον λόγο της Ομόνοιας, και γενικά των μειονοτήτων, και περισσότερο μπορεί να αναχθεί στην προσπάθεια διατήρησης των κεκτημένων σχέσεων με τη μητέρα-πατρίδα και την αναπαραγωγή της κυρίαρχης ομάδας μέσω της δικαιολόγησης της θέσης της ως φρουρού από, πολλές φορές, φανταστικούς κινδύνους. Χωρίς να αμφισβητεί κανείς ότι στα Βαλκάνια έχει ακόμη σημασία το, παλαιό, γεωστρατηγικό επιχείρημα της κατοχής από τη μειονότητα συμπαγών περιοχών και της τοπικής πληθυσμιακής υπεροχής, αυτό συντηρεί την εγκυρότητά του μόνο μέσω της πολιτικής μη μεταβίβασης των μειονοτικών περιουσιών και γαιών ή του μη επανεποικισμού των εγκαταλειμμένων οικισμών. Από την πλευρά του, το αλβανικό κράτος δεν είχε ούτε την οικονομική δυνατότητα ούτε μάλλον και ισχυρή πολιτική βούληση μετά το 1990 να υλοποιήσει πολιτική πληθυσμιακής διάσπασης των ελληνόφωνων περιοχών. Η μεταφορά οικογενειών στους Αγίους Σαράντα στα τέλη της δεκαετίας του 1990 είναι, το λιγότερο, δύσκολο να χαρακτηριστεί ως τέτοια προσπάθεια, έχοντας υπόψη τη ραγδαία ανάπτυξη των παράλιων πόλεων στην Αλβανία και την τεράστια εσωτερική μετανάστευση προς αυτές. Στο πλαίσιο όμως πληθυσμιακών ανακατατάξεων στην περιοχή πρέπει να εντάσσεται η -παροδική εντέλει- εγκατάσταση λίγων χιλιάδων στην ίδια πόλη την πρώτη περίοδο του Δημοκρατικού Κόμματος.
Η ρητορική της Ομόνοιας σχετικά με την παντοτινή προσπάθεια του αλβανικού κράτους να διώξει τη μειονότητα και να τη διασπάσει στον γεωγραφικό χώρο έρχεται σε αντίθεση με τις προηγούμενες διαπιστώσεις και ουσιαστικά τροφοδοτεί την ιδιαίτερα αναχρονιστική εδαφοκεντρική πρόσληψη των μειονοτικών δικαιωμάτων από την ίδια την ηγεσία της μειονότητας, παρά την περί του αντιθέτου ρητορική της. Η επανατροφοδότηση αυτής της λογικής μέχρι και τα μέσα δεκαετίας του 2000, προκειμένου να φανεί πως η αγροτική έξοδος των Ελλήνων προς τα παράλια και το αλβανικό κέντρο είναι αποτέλεσμα της βούλησης του αλβανικού κράτους για πολιτική διάσπαση της μειονότητας είναι ανεδαφική.
Λ. Μπαλτσιώτης, «Έλληνες και εν δυνάμει Έλληνες: Η μειονοτητα της Αλβανίας μετά τον ψυχρό πόλεμο» σελ. 66-73https://www.academia.edu/43204236/Έλλην ... νινα_2020_