ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Θέματα ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.
Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 12 Ιούλ 2022, 08:36

Βορειοηπειρωτικό και ελληνοαλβανικές σχέσεις (ε' μέρος)

Ας επανέλθουμε στο επίσημο διακρατικό επίπεδο. Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 η επισπεύδουσα για αποκατάσταση των διπλωματικών και ομαλοποίηση των σχέσεων ήταν σαφώς η αλβανική πλευρά και όχι η ελληνική. Αυτό υποδηλώνει τη συνέχιση της ελληνικής διεκδίκηση της Βορείου Ηπείρου, παρεκτός αν θεωρήσουμε ότι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις ήθελαν να θάψουν το ζήτημα (ένα ζήτημα και ανέφικτο και μη πειστικό διεθνώς), αλλά ήταν δέσμιες ή όμηροι των βορειοηπειρωτικών συλλόγων.

Το 1954, ο Αλβανός υπουργός Εξωτερικών Behar Shtylla, ένας έμπειρος και ικανός διπλωμάτης, τον οποίο είχε επιλέξει ο Χότζα για να προΐσταται της αλβανικής διπλωματίας, έδωσε εντολή στους Αλβανούς πρέσβεις στο Παρίσι και στη Μόσχα να έρθουν σε επαφή με τους Έλληνες ομολόγους τους για να τους γνωστοποιήσουν ότι η Αλβανία επιθυμεί την ομαλοποίηση των σχέσεων με τις γειτονικές της χώρες και την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων με την Ελλάδα. Λίγο μετά, σε συνάντηση του Σοβιετικού πρέσβη στην Αθήνα με τον υπουργό Εθνικής Αμύνης Παναγιώτη Κανελλόπουλο, ο Κανελλόπουλος του είπε ότι την Ελλάδα σε σχέση με την Αλβανία την απασχολούν «κυρίως δύο ζητήματα: 1) η εμπόλεμη κατάσταση του ίσχυε νομικά μεταξύ των δύο χωρών, που θα μπορούσε όμως να ρυθμιστεί, και 2) Οι ελληνικές διεκδικήσεις στη Βόρειο Ήπειρο, ένα ζήτημα που είχε ψυχολογικό χαρακτήρα». Τόνισε δε ότι ως προς το δεύτερο ζήτημα, η ελληνική κυβέρνηση «δεν επιθυμούσε να λύσει αυτό το ζήτημα με τη βία των όπλων», προσθέτοντας «πως στην ελληνική κυβέρνηση  έφτασαν πολλά αιτήματα για λύση του ζητήματος τη Βορείου Ηπείρου με χρήση βίας, αλλά απορρίφθηκαν όλα, κάτι του Θα συνέχιζε να γίνεται και στο μέλλον».

Στις 30 Ιουνίου 1955, ο Shtylla, με επιστολή του προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, Dag Hammarskjod, του ζητούσε να γνωστοποιήσει στην ελληνική κυβέρνηση ότι η αλβανική κυβέρνηση πρότεινε την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Αλβανίας και Ελλάδας, απορρίπτοντας όμως τους ελληνικούς ισχυρισμούς περί συνεχιζόμενης εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ των δύο κρατών.

Η ελληνική απάντηση, μέσω του Hammarskjold, ήταν λεπτομερής. Κατά την Αθήνα «οι συνθήκες δεν ήταν κατάλληλες για την 
αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων για τους παρακάτω λόγους»:

1) Εξαιτίας της ενεργής συμμετοχής της Αλβανίας στην επίθεση της φασιστικής Ιταλίας εναντίον της Ελλάδας και ... μεταξύ των δυο χωρών εξακολουθούσε να υφίσταται εμπόλεμη κατάσταση, 2) Από νομική και πολιτική άποψη, ο ισχυρισμός της αλβανικής κυβέρνησης, ότι η Αλβανία αναγνωρίστηκε ως σύμμαχος κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, δεν ήταν βάσιμος, 3) Η εχθρική στάση της Αλβανίας κατά το διάστημα 1946-1949 και η συστηματική βοήθεια που παρείχε στον ΔΣΕ, σε μία επίθεση καταδικασμένη από τα Ηνωμένα Έθνη κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, 4) Οι διώξεις που υφίστατο ο ελληνικός πληθυσμός της Βορείου Ηπείρου και η κράτηση των Ελλήνων στρατιωτικών και ομήρων απαχθέντων από τους «συμμορίτες», που έχαιραν της υποστήριξης και της συνεργασίας της αλβανικής κυβέρνησης, 5) Η τελευταία επέτρεπε τη διείσδυση στο ελληνικό έδαφος των πρακτόρων του διεθνούς κομμουνισμού, που είχαν σκοπό να συνωμοτήσουν και να ενεργήσουν εναντίον των ελεύθερων θεσμών της χώρας, 6) Οι εχθρικές ενέργειες της Αλβανίας, που συνεχίζονταν από τη 28 Οκτωβρίου του 1940 αποτελούσαν εμπόδιο για την αποκατάσταση διπλωματικών σχέσεων και ταυτόχρονα είχαν κλονίσει την απαραίτητη εμπιστοσύνη για τη σύναψη σχέσεων καλής γειτονίας. Γι' αυτό η βασιλική κυβέρνηση θεωρούσε απαραίτητο να δημιουργηθεί σταδιακά ένα ευνοϊκό κλίμα και να τεθούν όροι αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Για να επιτευχθεί η αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων θεωρούσε απαραίτητο —μεταξύ άλλων— να σταματούσαν οι διώξεις του ελληνικού πληθυσμού και να ληφθούν μέτρα για την ελευθέρωση και τον επαναπατρισμό των Ελλήνων στρατιωτικών.

Σημειώνεται ότι μέχρι τότε (1955) η Ελλάδα εναντιωνόταν στο αίτημα της Αλβανίας να γίνει κράτος-μέλος του ΟΗΕ. Η Αλβανία έγινε τελικά κράτος μέλος τον ΟΗΕ στις 14  Δεκεμβρίου του 1955.

Τον Μάιο του 1956, ο Χότζα δήλωσε ότι ο αλβανικός λαός «τρέφει μεγάλη συμπάθεια για τον ηρωικό ελληνικό λαό, που επί αιώνες πολέμησε για τη λευτεριά και την ανεξαρτησία του» και ότι «Η Ελλάδα υπήρξε η κοιτίδα του πολιτισμού», προσθέτοντας ότι ο «αλβανικός λαός γνωρίζει τον ελληνικό λαό σαν λαό πολιτισμένο ... και φιλελεύθερο και λυπάται πάρα πολύ όταν βλέπει ότι οι σχέσεις καλής γειτονίας μ' αυτόν εμποδίζονται από τους Έλληνες σωβινιστές, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η Αλβανία με την Ελλάδα βρίσκονται δήθεν σε κατάσταση εμπόλεμη».

Το ίδιο έτος (1956), κατά τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, η ελληνική διπλωματία ζήτησε (μέσω των κρατών που είχαν σχέσεις με την Αλβανία) την υποστήριξη της Αλβανίας στο Κυπριακό, επισημαίνοντας, προφανώς ως δέλεαρ στους Αλβανούς, ότι μια αλβανική υποστήριξη θα αποτελούσε «βήμα στην πορεία προς την αποκατάσταση των σχέσεων».Η Αλβανία αποδέχτηκε την πρόταση αυτή, όμως όταν ήρθε η στιγμή της ψηφοφορίας για το μέλλον της Κύπρου στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ο πρωθυπουργός Mehmet Shehu (κατ' εντολή του Χότζα) έδωσε οδηγίες στον Shtylla να απουσιάσει ο Αλβανός αντιπρόσωπος από την αίθουσα της Γενικής Συνέλευσης.

Στις 7 Μαΐου 1957 η ΚΕΒΑ με έγγραφό της προς το υπουργείο Εξωτερικών επανήλθε στο ζήτημα της δυναμικής λύσης σε σχέση με τη Βόρειο Ήπειρο (γνωστό ως σχέδιο ΠlΣΤΙΣ), με παράλληλη ανατροπή του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία, με ορμητήριο ενδεχομένως και το γιουγκοσλαβικό έδαφος, σε συνεννόηση με τον Τίτο. Έτσι, Θα εξασφαλιζόταν η απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου. Κατά την περίοδο 22 Αυγούστου-30 Σεπτεμβρίου 1957 επαναπατρίστηκαν στην Ελλάδα 340 Έλληνες στρατιωτικοί και το 1958 -1960 επαναπατρίσθηκαν 486 Έλληνες πολίτες, κυρίως κτηνοτρόφοι, μαζί με τις περιουσίες τους και η Αλβανία φαινόταν έτοιμη να επιτρέψει τον επαναπατρισμό όλων των Ελλήνων πολιτών που βρίσκονταν στην Αλβανία.

Το 1957 έλαβαν χώρα δύο επισκέψεις Ελλήνων στα Τίρανα, του ανεξάρτητου βουλευτή Ηλία Μπρεδήμα και του Μανώλη Γλέζου (τότε ηγετικού στελέχους της ΕΔΑ), στους οποίους οι Αλβανοί αξιωματούχοι και ο ίδιος Χότζα εκδήλωσαν την επιθυμία της Αλβανίας για εξομάλυνση των σχέσεων και για εμπορικές συναλλαγές. Η Αλβανία συνέχισε, το 1957 -1958, τις πρωτοβουλίες για τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων με την Ελλάδα, αλλά η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή, έχοντας να αντιμετωπίσει τη δριμεία κριτική ότι είχε δήθεν «διοριστεί» για να «ξεπουλήσει» την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, δεν ήταν σε θέση να εγκαταλείψει τη διεκδίκηση της Βορείου Ηπείρου, ούτε να αποκαταστήσει διπλωματικές σχέσεις με την Αλβανία. Μάλιστα το 1959, ενόψει του συμβιβασμού της κυβέρνησης Καραμανλή στο Κυπριακό (συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1959), η οποία είχε εγείρει έντονη εσωτερική κριτική από όλο το πολιτικό φάσμα (Δεξιοί, Κεντρώοι, Αριστεροί), οι Έλληνες ιθύνοντες έκαναν, για αντιστάθμισμα, λόγο για τη Βόρειο Ήπειρο και τόνισαν ότι το ζήτημα αυτό παρέμενε ακόμη ζωντανό για την Ελλάδα (δηλώσεις πρωθυπουργού Καραμανλή, υπουργού Εξωτερικών Αβέρωφ και Βασιλιά Παύλου, όλες το 1959).

Ο αρχηγός της αντιπολίτευσης, Γεώργιος Παπανδρέου Ένωση Κέντρου), αναφέρθηκε στο Βορειοηπειρωτικό σε ομιλία του στην ελληνική Βουλή (31 Μαΐου 1960), λέγοντας τα εξής:

«Εκείνο πάντως το οποίο οφείλουν όλαι αι Ελληνικαί Κυβερνήσεις να γνωρίζουν, είναι ότι το θέμα υφίσταται. Και εκείνο το οποίο απαγορεύεται εις τον αιώνα είναι δι' οποιονδήποτε λόγον η απάρνησις τον ιερού αιτήματος. Εκείνο, το οποίο ουδέποτε θα επετρέπετο να επαναληφθεί δια την Βόρειο Ήπειρο, είναι εκείνο το οποίον —δυστυχώς—συνέβη με την Κύπρο, δια το οποίο υπεγράφη η απάρνησις της ενώσεως. Καθ' όσον αφορά το θέμα τη Βόρειο Ήπειρο, δια το πρώτο θέμα, η διεκδίκησις είναι ιερά και απαράγραπτος».
0 .

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 3375

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 12 Ιούλ 2022, 09:09

Ελλάδα και Αλβανία κληρώνονται για να παίξουν στα προκριματικά του Euro 1964. Η Ελλάδα αρνείται γιατί βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με την Αλβανία. Η Αλβανία προκρίνεται χωρίς αγώνες.
https://en.wikipedia.org/wiki/1964_Euro ... nary_round

=====================
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:Το ίδιο έτος (1956), κατά τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, η ελληνική διπλωματία ζήτησε (μέσω των κρατών που είχαν σχέσεις με την Αλβανία) την υποστήριξη της Αλβανίας στο Κυπριακό, επισημαίνοντας, προφανώς ως δέλεαρ στους Αλβανούς, ότι μια αλβανική υποστήριξη θα αποτελούσε «βήμα στην πορεία προς την αποκατάσταση των σχέσεων».Η Αλβανία αποδέχτηκε την πρόταση αυτή, όμως όταν ήρθε η στιγμή της ψηφοφορίας για το μέλλον της Κύπρου στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ο πρωθυπουργός Mehmet Shehu (κατ' εντολή του Χότζα) έδωσε οδηγίες στον Shtylla να απουσιάσει ο Αλβανός αντιπρόσωπος από την αίθουσα της Γενικής Συνέλευσης.

Ένας Μεχμέτ και ένας Χότζας δεν ήταν δυνατόν να υποστηρίξουν την Ελλάδα εις βάρος της Τουρκίας. :pardon:
1 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 12 Ιούλ 2022, 16:18

Τλαξκαλτέκος έγραψε:Ελλάδα και Αλβανία κληρώνονται για να παίξουν στα προκριματικά του Euro 1964. Η Ελλάδα αρνείται γιατί βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με την Αλβανία. Η Αλβανία προκρίνεται χωρίς αγώνες.
https://en.wikipedia.org/wiki/1964_Euro ... nary_round

Ενδιαφέρον, δεν το γνώριζα
0 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 13 Ιούλ 2022, 10:48

Βορειοηπειρωτικό και ελληνοαλβανικές σχέσεις (στ' μέρος)

Τον Ιούνιο του 1960, οι ελληνοαλβανικές σχέσεις διαταράχτηκαν, όταν ο Σοβιετικός ηγέτης Νικίτα Χρουστσόφ ανέλαβε να μιλήσει με τον Ενβέρ Χότζα για «τη δυνατότητα να παραχωρήσει η Αλβανία στην ελληνική μειονότητα αυτονομία μεγαλύτερου βαθμού, όσον αφορά την εκπαίδευση και την Εκκλησία». Ας δούμε πώς προέκυψε αυτό το αναπάντεχο γεγονός.

Τον Ιούνιο του 1960, ο αρχηγός τον Κόμματος των Φιλελευθέρων Σοφοκλής Βενιζέλος μετέβη στη Μόσχα όπου είχε συνάντηση με τον πρωθυπουργό Αλεξέι Κοσίγκιν, και στη συνέχεια με τον Σοβιετικό ηγέτη Νικίτα Χρουστσόφ στην Κριμαία. Ο Βενιζέλος αναφέρθηκε στις «αφόρητες συνθήκες κάτω από τις οποίες διαβιούσε ο ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου» όμως δεν ζήτησε εδαφική αλλαγή, αλλά «αυτοδιοίκηση» των Ελλήνων εντός του αλβανικού κράτους, όπως είχε συμβεί, είπε, σε πολλές ανάλογες περιπτώσεις στη Σοβιετική Ένωση. Η απάντηση του Χρουστσόφ ήταν ότι όντως τέτοιες αυτονομίες υπήρχαν στη Σοβιετική Ένωση και είχαν λειτουργήσει με επιτυχία, και πάντως θα μετέφερε την πρόταση αυτή στους Αλβανούς ηγέτες που θα έβλεπε προσεχώς σε διάσκεψη στο Βουκουρέστι.

Έχει εκφραστεί η άποψη ότι το ανωτέρω γεγονός, με βάση τον συνεχιζόμενο φόβο της Αλβανίας η Ελλάδα να κατορθώσει να προσαρτήσει τη Βόρειο Ήπειρο, σε συνδυασμό, λίγο μετά, με τη σοβιετο-γιουγκοσλαβική επαναπροσέγγιση, υπήρξαν από τους κύριους παράγοντες για τη ρήξη της Αλβανίας με τη Σοβιετική Ένωση και την προσέγγισή της με την Κίνα. Την άποψη αυτή την έχουν υποστηρίξει Έλληνες μελετητές, ξεκινώντας από τον Βασίλη Κόντη, ο οποίος έχει αντλήσει αυτή την πληροφορία κυρίως από το έγκυρο βιβλίο του William Griffith για την Αλβανία και τη σινο-σοβιετική ρήξη. Στο σημείο αυτό αξίζει να ανοίξουμε μια εκτενή παρένθεση. Ήδη υπό το 1956 ο Χότζα είχε αρχίσει να καλλιεργεί σχέσεις με την Κίνα και με τον ίδιο τον Μάο Τσετούνγκ (αρχική συνάντηση μαζί του στο Πεκίνο το 1956), την ίδια ακριβώς χρονιά που είχε ξεκινήσει η μακρόσυρτη αποξένωση Μόσχας-Πεκίνου που έγινε γνωστή στη συνέχεια ως σινο-σοβιετική ρήξη (1956-1960). Τόσο για τον Χότζα (όσο και για τον Μάο) η αποσταλινοποίηση που είχε ξεκινήσει η Σοβιετική Ένωση, το 1956, αρχής γενομένης από το 20ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, υπό την ηγεσία του Χρουστσόφ, υπήρξε μεγάλο σοκ και θεωρήθηκε ότι υπέσκαπτε το αλβανικό (και το κινεζικό) σταλινικό καθεστώς. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η απαρχή και η βαθύτερη αιτία για την απομάκρυνση των Τιράνων (αλλά και του Πεκίνου) από την Μόσχα.

Στη συνάντηση Χρουστσόφ - Βενιζέλου ο Σοβιετικός ηγέτης φάνηκε να τείνει ευνοϊκώς προς στην ιδέα της αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου και πάντως έτσι το εξέλαβε η αλβανική ηγεσία. Ο Χρουστσόφ το έκανε αυτό, κατά μια άποψη, «ελπίζοντας να χρησιμοποιήσει τις ελληνικές απαιτήσεις για να κρατάει υπό έλεγχο την αλβανική ηγεσία στα πλαίσια των σοβιετικών συμφερόντων».

Στην πιο πρόσφατη σχετική μελέτη από τον Ylber Marku, η οποία στηρίζεται στα αλβανικά και στα σοβιετικά αρχεία, ο κύριος λόγος για την αποξένωση ήταν ούτως η αποσταλινοποίηση και ο απόηχος της στην Αλβανία. Επίσης, συνέβαλε και το γεγονός ότι η Αλβανία μπορούσε πλέον να στηριχτεί στην Κίνα που όχι μόνο συμμεριζόταν τις απόψεις υπέρ τον Στάλιν, αλλά ήταν έτοιμη να βοηθήσει την Αλβανία στην εκβιομηχάνιση που επιζητούσε ο Χότζα (κάτι πού δεν ήταν διατεθειμένη να πράξει η Μόσχα προς δυσαρέσκεια, τον Χότζα) και να τη στηρίξει στη διένεξή της με τη Γιουγκοσλαβία και στην απειλή απ' αυτήν Επιπλέον, η Κίνα, σε αντίθεση με τη Σοβιετική Ένωση, όντας πολύ μακριά, δεν θα ήταν σε θέση να ποδηγετήσει την Αλβανία στο μέλλον αν οι δύο πλευρές διαφωνούσαν σε κάτι ή έρχονταν σε ρήξη.

Σε ό,τι αφορά την υπόθεση της συνομιλίας Βενιζέλου-Χρουστσόφ και τον απόηχο της, ο Μαrkυ αναφέρεται και εκείνος, όπως και ο Κόντης, στον Griffith, όχι όμως σαν να ήταν από τις κύριες αιτίες για τη ρήξη της Αλβανίας με τη Σοβιετική Ένωση και την προσέγγιση της με την Κίνα ή η αφορμή της. Πλην όμως θεωρεί ότι δεν ήταν αμελητέος παράγοντας· ότι ήταν κάτι το επιπρόσθετο πού επιδείνωσε το κλίμα και ενίσχυσε την άποψη τον Χότζα ότι δεν μπορούσε να στηρίζεται πια στη Μόσχα. Κατά τον Marku, ο Αλβανός ηγέτης είχε ανησυχήσει Ιδιαίτερα με την πρόσφατη προσέγγιση Μόσχας-Βελιγραδiου, θεωρώντας ως την κύρια απειλή για τη χώρα τον (εκτός βέβαια από τη μόνιμη απειλή από τους «ιμπεριαλιστές») τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο. Κατά τη διατύπωση του Marku, «ο Χρουστσόφ είχε περαιτέρω συμβάλει στην αλβανική εχθρότητα όταν ... είχε συναντήσει τον Σοφοκλή Βενιζέλο ... ο οποίος του παραπονέθηκε για την υποτιθέμενη καταπίεση από τις αλβανικές αρχές της ελληνικής μειονότητας στη νότια Αλβανία». Ο  δε Χρουστσόφ του «υποσχέθηκε να μεταφέρει τις ανησυχίες του Βενιζέλου στους Αλβανούς ηγέτες», με τον «Χότζα να ερμηνεύει αυτό το βήμα σαν μια οιονεί στήριξη [quasi endorsement] των ελληνικών εδαφικών διεκδικήσεων έναντι της Αλβανίας». Κατά τον Marku, εντέλει, «ο πραγματικός  λόγος της αλβανικής διαφωνίας με τη Μόσχα ήταν, πάντως, ζητήματα που αφορούσαν την αλβανική εθνική ασφάλεια — πιθανές συγκρούσεις με γείτονες — και ζητήματα που είχαν σχέση με τη νομιμοποίηση της προσωπικής διακυβέρνησης του Χότζα».

Ας δούμε όμως τι έχει να μας πει ο ίδιος ο Χότζα γι' αυτή την υπόθεση. Σημειώνει ότι στις 8 Ιουλίου δέχτηκε τον Σοβιετικό πρεσβευτή ο οποίος τον ενημέρωσε για τη συνομιλία που είχε ο Χρουστσόφ με τον Σοφοκλή Βενιζέλο και προσθέτει:

«Κατά τη συνομιλία αυτή, ο τελευταίος [ο Βενιζέλος] πρότεινε στο Χρουστόφ ότι, για την βελτίωση των σχέσεων με
την Αλβανία, πρέπει στην ελληνική μειονότητα στην Αλβανία να δοθεί αυτονομία. Ο Χρουσσόφ, μεταξύ άλλων, είχε απαντήσει στον Βενιζέλο ότι την πρόταση και την επιθυμία του θα τις διαβίβαζε στους «Αλβανούς συντρόφους», γιατί μ' αυτούς θα συναντιόνταν στο Βουκουρέστι κλπ. Είπα στον Ιβάνοφ ότι εναντιούμαι στη θέση που πήρε ο Χρουστσόφ ότι δεν συμφωνώ καθόλου με την απάντηση που έδωσε στο Βενιζέλο και τη θεωρώ ως απάντηση όχι ενός φίλου της Αλβανίας και καθόλου κατάλληλη για το υψηλό πόστο που κατέχει ο Χρουστσόφ. Απορρίπτουμε με αποφασιστικότητα και αγανάκτηση την πρόταση του Βενιζέλου. Αυτόν τον Βενιζέλο εμείς δεν τον γνωρίζουμε ... τον πατέρα τον όμως τον γνωρίζουμε καλά. Αν η Μόσχα δεν τον γνωρίζει, παρόλο που πρέπει να τον γνωρίζει, εμείς της λέμε ότι αυτός έκαψε χωριά και περιοχές της Νότιας Αλβανίας και έχει σκοτώσει χιλιάδες Αλβανούς ... αυτός είναι που από καιρό έριξε την ιδέα της αυτονομίας της «Βορείου Ηπείρου». Δεν επιτρέπουμε σε κανέναν, ας είναι αυτός και ο Χρουστόφ, να αμφισβητεί τα σύνορα της χώρας μας!»


Λίγους μήνες μετά, στη Διάσκεψη 81 κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων που έλαβε χώρα στη Μόσχα (Νοέμβριος 1960) ο Χότζα απευθυνόμενος στον Χρουστόφ είπε τα εξής «Εμείς δεν είμαστε σε αντίθεση να κάνετε πολιτική με τον Σοφοκλή Βενιζέλο, όμως με τα σύνορα και τα δίκαιά μας να μη κάνετε πολιτική, γιατί εμείς ούτε το επιτρέψαμε, ούτε θα το επιτρέψουμε. Και γι' αυτό δεν είμαστε εθνικιστές, μα διεθνιστές»
0 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 14 Ιούλ 2022, 12:51

Βορειοηπειρωτικό και ελληνοαλβανικές σχέσεις (η' μέρος)

Ο Marku αναφέρεται και σε ένα άλλο επεισόδιο στο οποίο φιγουράρει η Ελλάδα. Τον Μάρτιο του 1961, ο Χρουστσόφ σε από τις απανωτές του προσπάθειες «να τα βρει» με τους Αλβανούς, κάλεσε τον Χότζα και τον πρωθυπουργό της Αλβανίας Mehmet Shehu στη Μόσχα για να συμμετάσχουν σε προγραμματισμένη συνάντηση του συμφώνου της Βαρσοβίας. Οι δυο Αλβανοί ηγέτες αρνήθηκαν να μεταβούν, προφασιζόμενοι λόγους υγείας, και έστειλαν στη Μόσχα τον υπουργό Εξωτερικών και τον υπουργό Εξωτερικών Behar Shtylla και τον υπουργό Άμυνας Beqir Balluku. Κατά τη συνάντηση στη Βαρσοβία, ο Βούλγαρος ηγέτης, Todor Zhivkov, μέμφθηκε, ενώπιον άλλων, τους δύο Αλβανούς εκπροσώπους, γιατί «η Αλβανία δεν ενημέρωσε το Σύμφωνο της Βαρσοβίας για την Γιουγκοσλαβο-Ελληνική συνομωσία». Ο Zhivkov αναφερόταν σε ομιλία του Χότζα, ένα μήνα πιο πριν, στο Συνέδριο του Κόμματος της Εργασίας της Αλβανίας (Partia e Punës e Shqipërisë, του αλβανικού κομμουνιστικού κόμματος), στο οποίο είχε δηλώσει ότι «οι κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας, σε συνεργασία με εσωτερικούς αντιδραστικούς εχθρούς, και τον αμερικανικό έκτο στόλο, οργάνωναν επίθεση εναντίον της Αλβανίας». Ο παρευρισκόμενος Πολωνός ηγέτης Władisław Gomułka παρενέβη και είπε στους δύο Αλβανούς ότι ο Χότζα «κατασκευάζει γεγονότα». Κατόπιν αυτού, ο Balluku αναγκάστηκε να «τα μαζέψει» και αντί για «συνομωσία» και «οργανωμένη επίθεση εναντίον της  Αλβανίας», να μιλήσει για «τη σύλληψη εσωτερικών συνωμοτών πριν από την οργάνωση επίθεσης εναντίον της Αλβανίας». Ακολούθησε τον Μάιο τον 1961, μια δίκη παρωδία στα Τίρανα σε βάρος του υποναυάρχου Teme Sejko (απόφοιτου της Σοβιετικής Στρατιωτικής Ακαδημίας) και άλλων αξιωματικών. Η κατηyορία ήταν ότι είχαν σχεδιάσει συνωμοσία με την Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία, σε συνεργασία με τον Αμερικανικό στόλο, για την ανατροπή του νόμιμου αλβανικού κομμουνιστικού καθεστώτος. Όλοι οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι και ο Sejko και τρεις άλλοι τουφεκίστηκαν. Τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους οι σχέσεις Αλβανίας-Σοβιετικής Ένωσης διακόπηκαν τελείως.

Αλλά ας επιστρέψουμε στον χώρο της ελληνικής βορειοηπειρωτικής κοινωνίας πολιτών. Το 1961, η ΚΕΒΑ μαζί με την Πανηπειρωτική Ομοσπονδία Αμερικής (ΠΟΑ) παρουσίασαν έντονη κινητικότητα. Στη γενική συνέλευση του κεντρικού οργάνου της ΚΕΒΑ (Μάιος 1961) συζητήθηκε η λήψη πρακτικών μέτρων για την εύρεση και στρατολόγηση μειονοτικών φυγάδων με επιρροή και με καλές σχέσεις στην Αλβανία, οι οποίοι, αφού θα στέλνονταν παράνομα στην Αλβανία, θα δημιουργούσαν υποστηρικτικές βάσεις για τις ομάδες δολιοφθορέων όταν θα γινόταν η «επανάσταση». Τον Αύγουστο του ίδιου έτους έφτασε στην Αθήνα ο πρόεδρος της ΠΟΑ Βασίλειος Φώτος και με ευκαιρία την άφιξη του οργανώθηκε σύσκεψη των εκπροσώπων των οργανώσεων της "υπόδουλης" και της "ελεύθερης" Ηπείρου, του εσωτερικού και του εξωτερικού (4 Σεπτεμβρίου 1961). Το αποτέλεσμα ήταν μια ομόφωνη απόφαση για την προώθηση τον Βορειοηπειρωτικού Ζητήματος. Τα πορίσματα της σύσκεψης υποβλήθηκαν στον υπουργό Εξωτερικών Αβέρωφ, για τη συνέχιση της αγωνιστικής προσπάθειας «προς όλες τις κατευθύνσεις για την ενσωμάτωση της Βορείου Ηπείρου στην μητέρα-πατρίδα».

Έναν μήνα μετά, στις 10 Οκτωβρίου 1961, η κυβέρνηση Καραμανλή δήλωσε ότι «ουδέποτε η Ελλάς θα παρασιωπήση την ύπαρξη θέματος Βορείου Ηπείρου». Στις αρχές του 1962, με αφορμή δημοσίευμα ελληνικής εφημερίδας ότι επέκειτο προσέγγιση με την Αλβανία και μάλιστα με ελληνική πρωτοβουλία, ο Ευάγγελος Αβέρωφ θεώρησε σκόπιμο να προβεί στην ακόλουθη δήλωση:

«Περί ουσιαστικής προσεγγίσεως δεν δύναται βεβαίως να γίνη λόγος εφ' όσον ακόμη και «εμπόλεμος κατάσταση» συνεχίζεται. Διάφοροι όμως ενδείξεις, ή και σαφείς νύξεις ακόμη, εμφανίζουν τελευταίως Αλβανίαν ως επιδιώκουσαν ομαλοποίησιν ελληνοαλβανικών σχέσεων [...] Είναι προφανές ότι Αλβανία ευρισκόμενη εις δραματικήν απομόνωσιν και μη δυναμένη βελτίωση σχέσεις με χώρας Ανατολικού Συνασπισμού πλην μερικάς δυτικάς χώρας εν αις και Ελλάς. Ελληνική Κυβέρνησις παρακολουθεί αλβανικάς ταύτας πρωτοβουλίας εν τω πνεύματι της επιδιώξεως ομαλών σχέσεων με όλας τας χώρας και δη τας γειτονικάς τοιαύτας αλλά γνωσταί δυσχέρειαι και πρωτίστως Βορειοηπειρωτικόν δεν πρόκειται βεβαίως αγνοηθούν».

Γενικότερα, επί κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή δεν υπήρξε ουσιαστική πρόοδος στα ελληνοαλβανικά. Κατά την αλληλογραφία του αλβανικού υπουργείου Εξωτερικών, οι δηλώσεις των Ελλήνων επισήμων «χαρακτηρίζονταν από τους "παράλογους ισχυρισμούς" περί "Βορείου Ηπείρου" και "εμπόλεμης κατάστασης" [και] κατά το διάστημα της διακυβέρνησης της χώρας από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, απορρίφθηκαν όλες οι προτάσεις της αλβανικής πλευράς για ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών».

Η αλβανική κυβέρνηση συνέχισε να τάσσεται υπέρ της αποκατάστασης των διπλωματικών σχέσεων με την Ελλάδα, πλην όμως χωρίς να υπάρχουν όροι υπό ελληνικής πλευράς· ειδικότερα, τα Τίρανα δεν δέχονταν καμία συζήτηση για ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις (Βόρειος Ήπειρος) ή για τη συνέχιση της εμπόλεμης κατάστασης. Σύμφωνα με άρθρο της αλβανικής εφημερίδας Zeri i Populit (Η Φωνή του λαού), «η αλβανική κυβέρνηση ήταν διατεθειμένη να αποκαταστήσει τις διπλωματικές σχέσεις με την Ελλάδα, εάν εγκαταλείπονταν οι παράλογοι ισχυρισμοί περί εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ των δύο χωρών και οι διεκδικήσεις επί των νοτίων περιοχών της Αλβανίας». Από την ελληνική πλευρά το 1963 κρίθηκε σκόπιμο να γίνουν συνομιλίες στο επίπεδο των μόνιμων αντιπροσώπων των δυο χωρών στον ΟΝΕ, Πράγματι, αυτές έλαβαν χώρα τον Ιούνιο του 1963 στην Νέα Υόρκη, μεταξύ των πρέσβεων Δημήτρη Μπίτσιου και Halim Budo. Κατά τις συναντήσεις τους, ο Αλβανός αντιπρόσωπος τόνισε την ανάγκη ομαλοποίησης των σχέσεων, αλλά υπήρξε κατηγορηματικός ως προς το ότι για την κυβέρνηση του δεν υφίστατο θέμα Βορείου Ηπείρου. Οι συνομιλίες αυτές στη Νέα Υόρκη δεν καρποφόρησαν.

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1963 ο Παναγιώτης Πιπινέλης, ως σύντομος πρωθυπουργός, προέβη στην ακόλουθη δήλωση:

«Η παρούσα βελτίωσις τον διεθνούς κλίματος, δια της προοδευτικής αντιμετωπίσεως και επιλύσεως των υφισταμένων διαφορών, μοιραίως θα θέση επί τάπητος και το εκκρεμές βορειοηπειρωτικόν θέμα. Το ζήτημα δεν δύναται να παραγραφή δια της παρόδου τον χρόνον. Λόγοι διπλωματικοί, στρατηγικοί, εθνικοί και οικονομικοί συνθέτουν την ύπαρξην τον ζητήματος αυτού και επιβάλλουν την εξεύρεσην καταλλήλου λύσεως. Το πότε τούτο θα λυθή είναι αδύνατον να προσδιορίση κανείς από τούδε».

Τον Δεκέμβριο του 1963, ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου, στις προγραμματικές δηλώσεις του στη Βουλή, ανέφερε ότι «η Ελλάδα είναι τεχνικά σε εμπόλεμη κατάσταση με την Αλβανία. Ο ελληνικός λαός αγωνιά σχετικά με την τύχη των αδελφών του της Βορείου Ηπείρου. Η ελληνική κυβέρνηση θα προσπαθήσει με ειρηνικά μέσα να εξασφαλίσει τα ανθρώπινα δικαιώματα στους αδελφούς μας».

Αξίζει να αναφερθούμε και σε μια ενέργεια του Γεωργίου Παπανδρέου, ο οποίος προκειμένου να βάλλει κατά της ΕΡΕ και προσωπικά κατά τον Καραμανλή, δημοσιοποίησε τα μυστικά κονδύλια του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών της κυβέρνησης Καραμανλή, για ενέργειες δολιοφθοράς εναντίον της Αλβανίας και κατήγγειλε τη σχετική κατάχρηση. Η ΕΡΕ απάντησε ότι η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου δεν προστατεύει όπως πρέπει τα ελληνικά συμφέροντα. Πάντως, κατά την περίοδο της κυβέρνησης Παπανδρέου παρατηρήθηκε μία πιο εποικοδομητική στάση από ελληνικής πλευράς, όπως τουλάχιστον το εξέλαβε η αλβανική πλευρά, με τα περί Βορείου Ηπείρου και «εμπόλεμης κατάστασης» να εμφανίζονται σπανιότερα από επίσημα χείλη. Μάλιστα, η αντιπολίτευση (ΕΡΕ) επιτέθηκε στον Παπανδρέου, με αποτέλεσμα η κυβέρνησή του να αναγκαστεί να δηλώσει (9 Οκτωβρίου 1964) ότι δεν επιδιώκεται αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.

Το 1966 ο πρωθυπουργός Mehmet Shehu δήλωσε ότι η Αλβανία δεν δεχόταν τον ισχυρισμό της Ελλάδας ότι η νότια Αλβανία, η «Βόρειος Ήπειρος» ήταν ελληνική και πως ήταν ένα θέμα το οποίο δεν διαπραγματευόταν. Πρόσθεσε δε ότι όχι μόνο δε συζητούσε το ζήτημα της νότιας Αλβανίας, αλλά δεν δεχόταν την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων με την Ελλάδα εφόσον αμφισβητούνταν τα νότια σύνορα της χώρας. Επιπλέον, δήλωσε πως η Αλβανία ήταν έτοιμη να πολεμήσει με την Ελλάδα για τη Νότια Αλβανία.
0 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 15 Ιούλ 2022, 11:09

Βορειοηπειρωτικό και ελληνοαλβανικές σχέσεις (θ' μέρος)

Η ειρωνεία είναι ότι η τελική μεταβολή της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας σε σχέση με την Αλβανία έμελλε να λάβει χώρα με την έλευση της δικτατορικής κυβέρνησης των συνταγματαρχών το 1967. Μόλις δύο μήνες μετά το χουντικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 συνήλθε υπό την προεδρία του υπουργού Εξωτερικών διυπηρεσιακή σύσκεψη με θέμα τις ελληνοαλβανικές σχέσεις, που κατέληξε στο ότι θα έπρεπε καταρχήν «να γίνουν διερευνητικές κρούσεις σε επιμελητηριακό επίπεδο με στόχο την αποκατάσταση των εμπορικών συναλλαγών». Και πράγματι η Κυβέρνηση των Συνταγματαρχών προέβη σε μία πολιτική προσέγγισης με την Αλβανία και βελτίωσης των σχέσεων. Ίσως η παράδοξη αυτή εξέλιξη, να εξηγείται «από τις διεθνείς και βαλκανικές εξελίξεις που ώθησαν τη Δύση να επιδιώξει προσέγγιση με τα Τίρανα και από το γεγονός ότι η χούντα ήταν περισσότερο ευθυγραμμισμένη με τις ΗΠΑ, αλλά και φοβόταν λιγότερο την ελληνική κοινή γνώμη».

Ωστόσο, λίγο πριν, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος (τότε ως υπουργός προεδρίας στην κυβέρνηση Κόλλια), απευθύνοντας χαιρετισμό σε συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στα Ιωάννινα (Αύγουστος 1967), δήλωσε ότι το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα «αποτελούσε εθνική υπόθεση» που απασχολούσε την Εθνική Κυβέρνηση, η οποία επιθυμούσε «μία ειρηνική λύση εναρμονισμένη με τις αρχές της δικαιοσύνης και της εθνικής αξιοπρέπειας». Στο ίδιο συνέδριο, ο Στυλιανός Παττακός (ως υπουργός Εσωτερικών), είπε πως «εάν δεν την πραγματοποιήσουμε [την απελευθέρωση] εντός αυτών των 10 -15 ετών της ζωής της γενιάς μας, οι αδελφοί του βορρά δεν θα απελευθερωθούν ποτέ».

Τον Οκτώβριο του 1969 ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Αλβανίας στον ΟΗΕ Halim Budo απάντησε θετικά στην πρόταση του Έλληνα ομόλογου Δημήτρη Μπίτσιου για την ανάπτυξη εμπορικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών και οι εμπορικοί αντιπρόσωποι των δύο χωρών συναντήθηκαν στο Παρίσι.

Τον Ιανουάριο του 1971 έλαβαν χώρα διαπραγματεύσεις στη Νέα Υόρκη μεταξύ των μόνιμων αντιπροσώπων των δύο πλευρών, Μπίτσιου και Sami Baholi και στη συνέχεια αποκαταστάθηκαν οι διπλωματικές σχέσεις Ελλάδας-Αλβανίας (6 Μαΐου 1971) και έλαβε χώρα και ανταλλαγή πρέσβεων. Ο Χότζα έγραψε τότε στο ημερολόγιό του «Λήγει έτσι μια παράλογη κατάσταση. Η κατάσταση τώρα θα εξομαλυνθεί».

Ο πρώτος Έλληνας πρέσβης στα Τίρανα ήταν ο Ντένης Καραγιάννης, ο οποίος φτάνοντας στα Τίρανα υπογράμμισε ότι ο ίδιος και ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Χρήστος Ξανθόπουλος- Παλαμάς ήταν πρωτοπόροι στην αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ των δύο κρατών. Απ' ό,τι φαίνεται η Αλβανία εκμεταλλεύθηκε τη διεθνή απομόνωση του στρατιωτικού καθεστώτος και παρόλο που ούτε το ζήτημα της Βορείου Ηπείρου είχε επιλυθεί, ούτε τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας είχαν διασφαλιστεί, αλλά ούτε και η άρση της εμπόλεμης κατάστασης είχε πραγματοποιηθεί, οι ελληνοαλβανικές σχέσεις ομαδοποιήθηκαν. Τον Οκτώβριο του 1972 υπογράφτηκε στα Τίρανα η πρώτη μεταπολεμική διακρατική εμπορική συμφωνία.

Μετά την ελληνική Μεταπολίτευση, ο Έλληνας πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής δήλωσε ότι επιθυμούσε καλές σχέσεις με την Αλβανία και αυτό άλλωστε «επιθυμούσαν διακαώς» και οι Αλβανοί ηγέτες. Ωστόσο, υπήρχαν κατά καιρούς «σκαμπανεβάσματα» και κλυδωνισμοί με τους μόνιμους spoilers από ελληνικής πλευράς, τους δραστήριους βορειοηπειρωτικούς συλλόγους στην Ελλάδα και τη Βόρειο Αμερική, οι οποίοι τασσόντουσαν αναφανδόν κατά της πλήρους εξομάλυνσης των σχέσεων που τη θεωρούσαν, ορθώς βέβαια, εγκατάλειψη της γνωστής διεκδίκησης.

Τον Ιούλιο του 1985, εκδόθηκε πολυσέλιδο βιβλίο του Ενβέρ Χότζα, τρεις μήνες μετά τον θάνατο του, με τίτλο «Δύο φίλοι λαοί, στα αλβανικά, ελληνικά και αγγλικά, το οποίο, κατά τον δημοσιογράφο Μενέλαο Δαλιάνη (που γνώριζε τον χότζα) «ήταν, κατά κάποιο τρόπο, και η παρακαταθήκη του» προς τον αλβανικό λαό. Στο βιβλίο αυτό αναφέρεται στην πορεία των ελληνοαλβανικών σχέσεων από τον Νοέμβριο του 1941 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1984 με όλες της παλινωδίες τους. Τονίζει την φιλία μεταξύ των δύο λαών που είναι προς όφελος τους και έχει βαθιές ρίζες στην αρχαιότητα. Κάνει δε λόγο, με θαυμασμό, για τον αρχαίο ελληνισμό «που έχει λάμψει τον κόσμο» και για τις μεγάλες φυσιογνωμίες της ελληνικής αρχαιότητας, με πολλές λεπτομέρειες, ειδικά για το έργο των Ελλήνων φιλοσόφων, και για τον «σεβασμό για την ιστορία και τον πολιτισμό του ελληνικού λαού», για να «υπογραμμίσει ότι αξίζει η φιλία και η συνεργασία με έναν τέτοιο λαό, με πλούσια πολιτιστική παράδοση».

Η φιλελληνική στάση τον Χότζα συνεχίστηκε από τον διάδοχο του Ραμίζ Αλία. Δύο χρόνια μετά ήρθε από ελληνικής πλευράς η μερική άρση του εμπολέμου, γνωστή ως «μονομερής άρση του εμπολέμου», πρωτοβουλία της κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου, με πράξη του υπουργικού συμβουλίου τον Αύγουστο του 1987, ξεσηκώνοντας τότε θύελλα από μεγάλη μερίδα της Δεξιάς και όχι μόνο μεταξύ εθνικιστών. Ειδικά για τους εθνικιστές και τις βορειοηπειρωτικές οργανώσεις εκλήφθηκε ως «ταφόπλακα» στο Βορειοηπειρωτικό. Ο Ανδρέας Παπανδρέου από την πλευρά του προέβη στην άρση αυτή, γιατί θεωρούσε «ότι μία τέτοια κίνηση θα μπορούσε να οδηγήσει στην επίλυση ζητημάτων που αφορούσαν, κυρίως, την Ελληνική μειονότητα» και Έλληνες πολιτικοί, καλλιτέχνες και δημοσιογράφοι ενθαρρύνθηκαν να επισκεφθούν την Αλβανία.
0 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 12 Αύγ 2022, 20:10

Κατά μία εκτίμηση του 1993-1994 από ομάδα Ελλήνων ερευνητών που είχαν διεξαγάγει έρευνα στην Αλβανία, σε ό,τι αφορά τη Βόρεια Ήπειρο και τα όριά της, υπήρχαν μεταξύ των μελών της Ομόνοιας και του Κόμματος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τρεις τάσεις: (1) οι «μετριοπαθείς» υπό τον Ζορμπαλά που περιόριζαν τα όρια στις επαρχίες Αργυροκάστρου, Δέλβινου και Αγίων Σαράντα, (2) οι «ενδιάμεσοι» που έθεταν τα όρια στα Ακροκεραύνια όρη, δηλαδή με την συμπερίληψη των επαρχιών Χειμάρρας και Κορυτσάς, και (3) οι «μαξιμαλιστές», που έθεταν τα όρια στον ποταμό Σκούμπιν, δηλαδή διεκδικώντας τη μισή Αλβανία.
0 .

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 3375

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 19 Αύγ 2022, 17:11

Ο ματωμένος Δεκαπενταύγουστος: Φανάρι 1943
«Μαύρες» σελίδες της ιστορίας από τη συνεργασία των τσάμηδων με τους Γερμανούς στη Θεσπρωτία.
Αθανάσιος Γκότοβος, Αρθρογράφος
τ. Καθηγητής Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
15/08/2020

https://www.huffingtonpost.gr/entry/o-m ... try_recirc

Η εικόνα της κατάστασης στη Θεσπρωτία πριν και κατά τη διάρκεια της Κατοχής είναι ένα από τα τυπικά θύματα της ελληνικής ιστοριογραφίας της μεταπολιτευτικής περιόδου, όπου δεσπόζει η αυτοπροσδιοριζόμενη ως «προοδευτική» γραφή της ιστορίας όχι μόνον στον πανεπιστημιακό χώρο, όπου ο συγκεκριμένος τρόπος γραφής έχει καταστεί πλέον νόρμα και αναπαράγεται, αλλά και ευρύτερα. Το μοτίβο είναι γνώριμο και ταιριάζει στον προπαγανδιστικό λόγο περί καταπίεσης των μειονοτήτων από την «αστική» τάξη - με την οποιαδήποτε έκφρασή της – ενώ η εν λόγω καταπίεση υποτίθεται πως ήταν η βασική αιτία της συμμαχίας και της συνεργασίας στο στρατιωτικό πεδίο των μουσουλμάνων Τσάμηδων της Θεσπρωτίας με τις ιταλικές και γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Εννοείται ότι ο καταγγελτικός λόγος δεν σταματά εκεί, αλλά περιλαμβάνει τον στιγματισμό και την καταδίκη των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των ανταρτικών δυνάμεων του Ζέρβα στη Θεσπρωτία από τον Ιούνιο του 1944 μέχρι τον Οκτώβριο του ίδιου έτους για την απώθηση των κατοχικών δυνάμεων και των συνεργαζόμενων με αυτές ένοπλων ομάδων των Τσάμηδων που προσδοκούσαν την «απελευθέρωση» της περιοχής και την προσάρτησή της στη Μεγάλη Αλβανία. Για την «προοδευτική» ιστοριογραφία ο Ζέρβας αποτελεί ούτως ή άλλως τη συμπύκνωση του ταξικού εχθρού, είναι άλλωστε γνωστές οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ, με κεντρική εντολή, να διαλυθούν οι ένοπλες ομάδες του τον Οκτώβριο του 1943 και τον Δεκέμβριο του 1944.

Μέσα από αυτή την οπτική γωνία οι επιχειρήσεις των δυνάμεων του Ζέρβα για την απώθηση των γερμανικών τμημάτων και των συνεργαζόμενων με αυτά ένοπλων σωμάτων των Τσάμηδων νοηματοδοτούνται πρωτίστως ως καταδίωξη και σφαγή μειονοτικών αμάχων. Τα πράγματα, όμως, είναι πιο σύνθετα.

Ήδη μια πενταετία πριν από την κατοχή εκδηλώνονται συστηματικά στη Θεσπρωτία κεντρικά σχεδιασμένες προκλήσεις («προβοκάτσιες») εκ μέρους παραγόντων της μουσουλμανικής μειονότητας των Τσάμηδων. Πρόκειται για τα προεόρτια των εγκλημάτων που συντελέστηκαν από τα ίδια πρόσωπα αργότερα, μετά την εισβολή των ιταλικών και αργότερα των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής στην Ήπειρο.

Οι γενικότερες εξελίξεις του πολέμου δεν είχαν την τροπή που επιθυμούσε και προσδοκούσε η ηγεσία και η καθολική σχεδόν πλειονότητα των Τσάμηδων. Για να έρθει το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1944 η τραγωδία με την φυγή στο έδαφος της γειτονικής Αλβανίας όχι μόνον των ένοπλων ομάδων που πιέζονταν από τις δυνάμεις του Ζέρβα, αλλά και του συνόλου του άμαχου πληθυσμού – πλην ορισμένων εξαιρέσεων που παρέμειναν και από τότε συνεχίζουν να παραμένουν στη Θεσπρωτία. Η εκκένωση της Θεσπρωτίας από τους Τσάμηδες κάτω από την πίεση των δυνάμεων του Ζέρβα, ενώ εμφανίζει κοινά χαρακτηριστικά με αντίστοιχες εξελίξεις στην ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια σε σχέση με τις γερμανικές μειονότητες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους κάτω από την πίεση του κόκκινου στρατού και των ανταρτικών σωμάτων του Τίτο, καταδικάστηκε από συγκεκριμένο πολιτικό χώρο ως «φασιστική» ενέργεια, χωρίς όμως ο χαρακτηρισμός αυτός να επεκτείνεται και στις μειονότητες της ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων που είχαν την ίδια ή πολύ χειρότερη τύχη. Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και η «προοδευτική» ιστοριογραφία της περιόδου της μεταπολίτευσης, συμπίπτοντας σε μεγάλο βαθμό με την επίσημη σήμερα κρατική αλβανική ιστοριογραφία.

Το κλίμα που επικρατεί στη Θεσπρωτία ήδη μια οκταετία πριν από τον ματωμένο Δεκαπενταύγουστο του 1943 στην περιοχή του Φαναρίου, νοτίως της Παραμυθιάς μέχρι τις ακτές του Ιονίου, με την ολοκληρωτική καταστροφή είκοσι τεσσάρων χωριών, τις εκτελέσεις αμάχων και τις εκτοπίσεις των αρρένων της περιοχής από 15 έως 60 ετών σε καταναγκαστικά έργα, φαίνεται από ένα τυπικό για το είδος του επεισόδιο που εκτυλίσσεται στην Πλαταριά, ένα παραλιακό χωριό πολύ κοντά σε τρία γνωστά κέντρα της αλβανικής αλυτρωτικής προπαγάνδας της εποχής στην περιοχή: τη Φασκομηλιά, τη Μαζαρακιά και το Μαργαρίτι.

Στην από 4.4.1936 αναφορά του προς την Ανωτέρα Διοίκηση Χωροφυλακής Ηπείρου με θέμα «Περί λαβούσης χώραν διαταράξεως της ειρήνης των πολιτών και αδίκου επιθέσεως» ο διοικητής της Διοικήσεως Χωροφυλακής Φιλιατών, αφού πληροφορεί την υπερκείμενη αρχή ότι στο χωριό Πλαταριά στις 25 Μαρτίου είχε γίνει με πρωτοβουλία του προέδρου της κοινότητας λαμπρός εορτασμός της εθνικής επετείου με σημαιοστολισμούς, αναρτήσεις εικόνων των ηρώων της επανάστασης και γεύμα για τους προέδρους, τους δασκάλους και τους προκρίτους των γύρω κοινοτήτων (Αργυρότοπος, Κούτσι, Σκορπιώνα), χριστιανούς και μουσουλμάνους, περιγράφει ένα επεισόδιο από το οποίο μπορεί κανείς να δει πώς ενεργεί στην περιοχή η αλβανική αλυτρωτική προπαγάνδα δημιουργώντας εντάσεις μεταξύ των δύο σύνοικων στοιχείων, που είναι και ο βασικός της στόχος:

«[…]Περί ώραν 17.30 καθ΄ήν ήρχισαν οι διάφοροι πρόεδροι των κοινοτήτων κλπ. ν΄αποσύρωνται ως ληξάσης πλέον της εορτής ο αυτόκλητος εν τη εορτή Νουρεντίν Φέιζος Σαλής, κάτοικος Φασκομηλιάς, διατελών εν μέθη ήρχισε να υβρίζη μεγαλοφώνως και εις Αλβανικήν γλώσσαν τας ανηρτημένας εν των χωρίω εικόνας ηρώων της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 ας εδείκνυεν και εις τους περιέργους οθωμανούς δια των φράσεων ”αυτάς τα έχω χεσμένας γιατί είναι όλες ψεύτικες και καραγκιόζηδες που τους έβαλαν οι χριστιανοί δια να μας αλλάξουν την πίστιν”. Αι βαρύταται αύται ύβρεις του ανωτέρω προς τους μεγάλους ήρωας της επαναστάσεως ανεστάτωσαν την ψυχήν του εκεί ευρισκομένου χριστιανού Μιχαήλ Ζώη όστις απηύθυνε δριμυτάτας παρατηρήσεις εις τον υβρίζοντα Νουρεντίν Φέιζο Σαλή ο οποίος θεωρήσας ευατόν προσβεβλημένον επετέθη εναντίον του βοηθούμενος και υπ΄άλλων ομοφύλων του και συγχωριανών του ήρχισαν να τον κτυπούν δια των χειρών εις διάφορα μέρη του σώματός του αφήσαντες τούτον τη επεμβάσει του εκεί ευρισκομένου χωροφύλακος Κουλούρη Σπυρίδωνος […]»

Όταν καίγεται το Φανάρι στο δεύτερο δεκαήμερο του Αυγούστου του 1943 στην κοινή επιχείρηση των ιταλικών, γερμανικών και τσάμικων ενόπλων τμημάτων για την εκκαθάριση της παραλιακής ζώνης από ανταρτικές δυνάμεις και κυρίως για την λεηλασία και τον σφετερισμό του πλούτου της περιοχής, όλες οι ένοπλες ομάδες των Τσάμηδων από τη Φασκομηλιά, τη Μαζαρακιά, το Μαργαρίτι, τον Βραχωνά και τα άλλα χωριά της Γκρόπας είναι εκεί. Ο ρόλος τους τώρα δεν είναι να οργανώνουν προβοκάτσιες, αλλά να καταστρέφουν, να λεηλατούν, να κακοποιούν τον γυναικείο πληθυσμό και να οικειοποιούνται περιουσίες.


Ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου, όταν τα τμήματα του διοικητή του 99ου συντάγματος ορεινών καταδρομών Γιόζεφ Ρέμολντ - στοχοπροσηλωμένου ναζιστή συνταγματάρχη και στενού φίλου του Νουρί Ντίνο τον οποίο μετά τον πόλεμο και την επιστροφή του από τη ρωσική αιχμαλωσία επισκέπτεται τακτικά στην Τουρκία - περνούν από την Παραμυθιά καθ’ οδόν προς τη βάση τους στη Μενίνα (Νεράϊδα), συλλαμβάνουν στις εννέα το βράδυ 33 Παραμυθιώτες, μετά από υπόδειξη της ηγεσίας των Τσάμηδων της πόλης. Ο συλληφθέντες μεταφέρονται στα υπόγεια της Ζωσιμαίας στα Ιωάννινα και ανακρίνονται. Το Γραφείο Πληροφοριών της Έντελβαϊς – έτσι ονομάζεται η Μεραρχία Ορεινών Καταδρομών που είναι ανεπτυγμένη ήδη από τον Ιούλιο του 1943 σε όλη την Ήπειρο – καταλήγει μετά τις ανακρίσεις στο συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει ήδη σε εμπιστευτική του αναφορά προς το παραπάνω Γραφείο δέκα μέρες νωρίτερα ο κεντρικός πληροφοριοδότης των ιταλικών και των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων για όλη την Ήπειρο, ο δρ Νουρί Ντίνο: η Παραμυθιά είναι έδρα κατασκοπευτικού δικτύου και κέντρο οργάνωσης και οικονομικής ενίσχυσης των ανταρτών και οι συλληφθέντες είναι μέλη αυτού του δικτύου. Λόγω διαφωνιών με την υπερκείμενη ιταλική στρατιωτική αρχή, οι κρατούμενοι – ανάμεσά τους και ο δήμαρχος της πόλης Αριστοτέλης Στρουγγάρης - απελευθερώνονται σε λίγες εβδομάδες για να συλληφθούν ξανά μαζί με άλλους Παραμυθιώτες, 49 άτομα συνολικά, και να εκτελεστούν στις 29.9.1943.

Από τη κατάθεση του Στρουγγάρη, όπως αυτή υπάρχει στα γερμανικά στρατιωτικά αρχεία στο Φράϊμπουργκ, φαίνεται το σθένος που έδειξαν οι κρατούμενοι στην ανάκριση, αν κρίνει κανείς από τις απαντήσεις που έδιναν στις επίμονες ερωτήσεις και τις απειλές των ανακριτών. Ο ίδιος είναι μια τραγική περίπτωση. Ενώ γλίτωσε τη δεύτερη σύλληψη στις 27.9.1943 και την βέβαιη εκτέλεσή του στις 29.9.43, γιατί είχε προλάβει να βγει στο βουνό, δεν απέφυγε την εκτέλεση από τους «μαχητές» του «Δημοκρατικού Στρατού» το 1948, όταν έγινε εκ μέρους του τελευταίου η γνωστή επιδρομή εναντίον της Παραμυθιάς. Ο Στρουγγάρης ήταν με το Ζέρβα, και αυτό αρκούσε για την υπαγωγή του στην κατηγορία της «αντίδρασης» και για το παρεπόμενο «ξεκαθάρισμα της κατάστασης». Για την εκτέλεση αυτή κανείς από τους πρωταγωνιστές και τους ηθικούς αυτουργούς δεν μίλησε, ούτε ζήτησε μέχρι σήμερα ιδιωτικά ή δημόσια κάποια συγχώρεση. Η «συμφιλίωση» έγινε στα βουβά, μέσω της αμήχανης σιωπής και της λήθης.
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 3375

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 19 Αύγ 2022, 17:12

Δέλβινο και Τσαμουριά…
To νέο αλβανικό αφήγημα για την «Τσαμουριά»
https://www.huffingtonpost.gr/entry/del ... 12fb11bb94
Αθανάσιος Γκότοβος, Αρθρογράφος
τ. Καθηγητής Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
03/03/2019

Εικόνα

Ήταν Φλεβάρης του 1943, όταν μια ένοπλη συμμορία Μουσουλμάνων Τσάμηδων εισέβαλε στο κέντρο του χωριού Γκραικοχώρι, ένα χιλιόμετρο στα νοτιοανατολικά της Ηγουμενίτσας. Η Θεσπρωτία εκείνη την εποχή ανήκε στη δικαιοδοσία της ιταλικής κατοχικής δύναμης, η οποία όχι μόνο δεν απέτρεπε την τρομοκρατία που ασκούσαν οι ένοπλες αυτές συμμορίες σε ολόκληρο το νομό εναντίον του χριστιανικού πληθυσμού, αλλά την υπέθαλπαν και την προωθούσαν ποικιλοτρόπως, όπως αργότερα, πολύ πιο δραστικά, η γερμανική κατοχική δύναμη στην Ήπειρο, η διαβόητη επίλεκτη Μεραρχία Έντελβαϊς με έδρα τα Ιωάννινα. Στόχος, η σταδιακή εκδίωξη του χριστιανικού πληθυσμού από τα «αλβανικά» εδάφη, όπως ονόμαζε η πολιτική οργάνωση πίσω από τις τρομοκρατικές συμμoρίες, η γνωστή QSILI, τη Θεσπρωτία και όχι μόνον.

Παρότι έχουν γραφεί ορισμένα ενδιαφέροντα κείμενα για τις ωμότητες των ένοπλων ομάδων των Τσάμηδων, αλλά και των κατοχικών στρατευμάτων, εναντίον του χριστιανικού πληθυσμού, η καθημερινότητα της εποχής μένει ακόμη στην ομίχλη. Πολύ λίγες, σε σχέση με αυτές που θα έπρεπε να είχαν γίνει, είναι οι επιστημονικές εργασίες για την κατεχόμενη Θεσπρωτία, αλλά και για τη φυγή των συνόλου σχεδόν των Τσάμηδων σε αλβανικό έδαφος, όταν έγινε σαφές στην ηγεσία τους ότι το όνειρο της Μεγάλης Αλβανίας είχε καταρρεύσει και η Νέμεσις για τα πεπραγμένα της Κατοχής θα ήταν αμείλικτη.

Για την αναπαράσταση της καθημερινότητας της Κατοχής στην «Τσαμουριά» χρειάζονται τουλάχιστον δύο τύποι πληροφοριών: αρχειακό υλικό και ιστορίες ζωής, δηλαδή μαρτυρίες για την καθημερινή ζωή από πρόσωπα που έζησαν τα γεγονότα στο πετσί τους και έχουν σημαδευτεί από αυτά. Και ναι μεν το αρχειακό υλικό – κυρίως στα γερμανικά στρατιωτικά και δικαστικά αρχεία – είναι εκεί και περιμένει επί δεκαετίες τον ερευνητή να το συναντήσει, αλλά οι ιστορίες ζωής λιγοστεύουν καθώς οι ζωές των αφηγητών σιγά-σιγά φεύγουν. Αυτός είναι ένας λόγος για νέους ερευνητές να προλάβουν τους τελευταίους ακόμη επιζώντες εκείνης της εποχής και να αντλήσουν πολύτιμο και αναντικατάστατο υλικό για τη ζωή στην κατεχόμενη Θεσπρωτία με στόχο τη δημιουργία γνήσιας ιστορικής συνείδησης στη νέα γενιά μέσω της ιστορικής παιδείας.

Ο Φεβρουάριος του 1943 στη Θεσπρωτία είναι στο μεταίχμιο μιας εποχής στον θεσπρωτικό διοικητικό μικρόκοσμο. Η δράση των ενόπλων συμμοριών Μουσουλμάνων Τσάμηδων από τη Μαζαρακιά, το Κουρτέσι, το Μαργαρίτι, τον Βραχωνά, τη Λάκκα, το Καρβουνάρι, τη Φασκομηλιά και άλλα χωριά στα νότια της Ηγουμενίτσας με την καθοδήγηση της QSILI (Εθνικό Αλβανικό Συμβούλιο) δίνει τον τόνο, αλλά η ελληνική (κατοχική) διοίκηση δεν έχει ακόμη καταρρεύσει παντού, παρότι τα ελληνικά κρατικά όργανα έχουν απομακρυνθεί για λόγους ασφαλείας - και αδυναμίας εκτέλεσης του ρόλου τους - βορειότερα. Και όμως, όταν γίνεται η επίθεση της ένοπλης συμμορίας στο Γκραικοχώρι το βράδυ της 23ης Φεβρουαρίου 1943 και δολοφονείται ο Ηλίας Τούσης, η ελληνική χωροφυλακή διενεργεί ανακρίσεις, σαν να ίσχυε ακόμη το κράτος δικαίου και οι νόμοι για την προστασία της ζωής.

Εννοείται ότι κανείς από τους δράστες δεν λογάριαζε τα πορίσματα της ανάκρισης ούτε κινδύνευε να συλληφθεί ως ύποπτος δολοφονικής πράξης από τα αστυνομικά όργανα. Αλλά τα όργανα πραγματοποιούσαν ακόμη ανακρίσεις και το ανακριτικό υλικό σε ορισμένες περιπτώσεις δεν έχει χαθεί, υπάρχει. Με τη βοήθειά του και με τη βοήθεια των υπερήλικων Θεσπρωτών που υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων μπορούμε να ανασυγκροτήσουμε την εικόνα της καθημερινότητας, όχι μόνο στο επίπεδο της διοίκησης, αλλά στο πιο ενδιαφέρον επίπεδο του βιώματος: η καθημερινή ζωή έτσι όπως την βίωναν οι «από κάτω», ο μέσος Θεσπρωτός. Να τι αναφέρει ο Ανθυπασπιστής Ιωάννης Μαντάς, Αστυνομικός Σταθμάρχης Ηγουμενίτσας, στην από 24 Φεβρουαρίου 1943 Έκθεση Αυτοψίας για το περιστατικό της δολοφονίας του Ηλία Ντούση στις 23.2.43:

Εν Γραικοχωρίω σήμερον την 24ην μηνός Φεβρουαρίου του 1943 έτους ο υπογεγραμμένος Ανθ/στής Μαντάς Ιωάννης, Αστυνομικός Σταθμάρχης Ηγουμενίτσης, επί παρουσία των κάτωθι προσυπογεγραμμένων μαρτύρων, προσληφθέντων ελλείψει αρμοδιωτέρου, εκτίθημι τα εξής:

Μεταβάς σήμερον και περί ώραν 11ην π.μ. εις την ενταύθα οικίαν του Ηλία Ντούση ένθα ήτο εναποτεθειμένον το πτώμα τούτου, παρετηρήσαμεν τα εξής: Η οικία του φονευθέντος είναι ανώγειος και ευρίσκεται έναντι της δημοσίας οδού και εις απόστασιν πεντήκοντα μέτρων του Παντελή Θ. Κωνσταντίνου και βορειοδυτικώς ταύτης. Αποτελείται εκ δύο δωματίων, του ενός χρησιμοποιουμένου δια κοιτώνα μετά θερμάστρας. Το δωμάτιον τούτο, το οποίον ευρίσκεται απέναντι της οικίας του ανωτέρω, έχει προς το μέρος ταύτης μικρόν παράθυρον εις το άνω μέρος του οποίου παρετηρήσαμεν κτύπημα εκ βλήματος πυροβόλου πολεμικού όπλου. Εισελθόντες εντός του δωματίου ένθα εφονεύθη ο ανωτέρω παρετηρήσαμεν αίμα πλησίον της θερμάστρας (τζάκι) ως και εις τα είδη κλινοστρωμνής, ένθα συνήθως ο παθών εκοιμάτο και μετά τον τραυματισμόν του εξηπλώθη. Επί του πτώματος, το οποίον ευρίσκετο επί της νεκρικής κλίνης, παρετηρήσαμεν τα εξής: Ήτο ηλικίας 75 ετών και έφερεν τραύμα επί του δεξιού ημιθωρακίου , είσοδος σφαίρας μεταξύ δευτέρας και τρίτης πλευράς εις απόστασιν δύο εκατοστών του μέτρου από του δεξιού χείλους του στέρνου με έξοδον εκ της ράχεως μεταξύ έξω χείλους ωμοπλάτης και σπονδυλικής στήλης. Η σφαίρα διέτρησε τον πνεύμονα και επέφερε τον θάνατον εξ αιμορραγίας μετά τέσσαρας ώρας περίπου. Ο τραυματισμός επηνέχθη δια πυροβόλου πολεμικού όπλου συστήματος Μάουζερ. Μετά ταύτα ελλείψει ιατρού διέταξα τον ενταφιασμόν του πτώματος.

Εφ ω συνετάγη η παρούσα και υπογράφεται

Ο αστυνόμος Οι Μάρτυρες

(υπογραφή) (υπογραφές)


Θα περάσουν δύο μαρτυρικά χρόνια μέχρι οι θεσμοί του ελληνικού κράτους, το Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων στα Ιωάννινα, να ασχοληθεί και με τους υπεύθυνους για τη δολοφονία του Ηλία Ντούση στο Γκραικοχώρι, τους οποίους δίκασε και καταδίκασε με βαρύτατες ποινές. Όλοι καταδικάστηκαν ερήμην, διότι όταν το δικαστήριο αποφάσιζε για τις ποινές τους, εκείνοι βρίσκονταν ήδη σε αλβανικό έδαφος, προστατευμένοι από την ελληνική δικαιοσύνη. Για τους δολοφόνους του Ηλία Ντούση η υλοποίηση των καταδικαστικών αποφάσεων δεν έγινε ποτέ, το έγκλημα παραμένει μέχρι σήμερα ατιμώρητο, όπως και σχεδόν όλα τα εγκλήματα των Ναζί στην ίδια περιοχή.

Στο νέο αλβανικό αφήγημα για την «Τσαμουριά» όλοι αυτοί που καταδικάστηκαν είτε σε ισόβια, είτε εις θάνατον από ελληνικά δικαστήρια, παρουσιάζονται ως αντιφασίστες μαχητές του ΕΛΑΣ και του αντίστοιχου αλβανικού παρτιζάνικου κινήματος. Εναντίον τίνος πολεμούσαν άραγε αυτοί οι αντιφασίστες δολοφόνοι του Ηλία Ντούση και εκατοντάδων άλλων χριστιανών κατοίκων στην περιοχή; Προφανώς εναντίον των κατοχικών δυνάμεων στη Θεσπρωτία με την στήριξη των οποίων ασκούσαν συστηματική τρομοκρατία για την απόσχιση της περιοχής και την ένταξή της στη Μεγάλη Αλβανία. Και όμως αυτά διδάσκονται στην Αλβανία οι μαθητές: την Ιστορία από την ανάποδη. Και στην Ελλάδα;
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 19 Αύγ 2022, 17:50

Τλαξκαλτέκος έγραψε:To νέο αλβανικό αφήγημα για την «Τσαμουριά»
https://www.huffingtonpost.gr/entry/del ... 12fb11bb94
Αθανάσιος Γκότοβος, Αρθρογράφος
τ. Καθηγητής Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
03/03/2019


Τι σχέση έχουν αυτά με τη βόρεια ήπειρο; :hmhmhm:

Πάντως ο τύπος είναι τελείως ανιστόρητος. Εδω ας πούμε φέρνει ως σοβαρή πηγή έναν αμόρφωτο χωροφύλακα της μεταπολεμικής/εμφυλιακής περιόδου :laugh1:

Είναι ενδεικτικά όσα αναφέρει για το θέμα αυτό στις αρχές του 1948 σε υπηρεσιακή έκθεση ο μοίραρχος Ευστράτιος Ζάκκας:

“Ευθύς ως μας επετέθησαν οι Ιταλοί την 28ην Οκτωβρίου 1940 [οι Τσάμηδες] ελησμόνησαν αμέσως το ευτυχές γεγονός του 1912-1913 και εθεώρησαν ευτυχέστερον το γεγονός του 1940. Ηκολούθησαν με αλαλαγμούς αγρίας χαράς τους προελάσαντας κατά τας πρώτας ημέρας εντός του Θεσπρωτικού εδάφους Ιταλούς, εδήωσαν και κατέκαυσαν χωρία καθ’ ολοκληρίαν, ελήστευσαν και εφόνευσαν έλληνας. Μετά δε την εκδίωξιν των Ιταλών υπό του Ελληνικού Στρατού εκ του εδάφους μας και την καταδίωξίν των εις την Βόρειον Ήπειρον, εξηκολούθησαν να εργάζωνται ως πράκτορες της Ιταλοαλβανικής κατασκοπείας, συνεχίζοντες το υπό του πολέμου κατασκοπευτικόν έργον των και πληρωμένοι με Ιταλικάς λιρέττας και ως οδηγοί των Ιταλών.
Και μετά την επίθεσιν και της Γερμανίας και την υποταγήν της Ελλάδος, άπαντες οι Τσάμηδες, συν ταις γυναξύ και τοις τέκνοις αυτών, επιδόθησαν εις απηνή και οργιώδη δίωξιν των Ελλήνων Χριστιανών της Θεσπρωτίας. Έσφαξαν, εδολοφόνησαν, εβασάνισαν, κατέδωσαν εις τον κατακτητήν, κατεσυκοφάντησαν, εφυλάκισαν χιλιάδας Ελλήνων. Εβίασαν εκατοντάδας Ελληνίδων. Διήρπασαν τα πάντα, γεννήματα, γεωργικά εργαλεία και προϊόντα, ζώα, κοσμήματα, έπιπλα, σκεύη, χρήματα, ρουχισμόν. Ήρπασαν κτήματα και κατέκαυσαν ολόκληρα χωρία. Των εγκλημάτων των τούτων θα γίνει λεπτομερήν περιγραφή κατωτέρω”».


Επίσης:

Θύτες ή θύματα; Τον ρωτάμε καθώς η προσέγγιση διαμορφώνεται ανάλογα με το ποιος γράφει την Ιστορία. Κάποιοι κάνουν λόγο για μια καταπιεσμένη μειονότητα η οποία αναγκάστηκε να συμμαχήσει με τον εχθρό. Για παράδειγμα λέγεται ότι κινδύνεψαν κατά τη φοβερή ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας να εξοριστούν στη Μικρά Ασία και γλίτωσαν με παρέμβαση της Κοινωνίας των Εθνών, άλλοι λένε ότι υπέστησαν έναν τρομερό και ψυχολογικό και όχι μόνο, πόλεμο που τους οδήγησε σε αναγκαστική πώληση ή και σε λεηλασίες των περιουσιών τους, ενώ πολλοί αυτοεξορίστηκαν στην Αλβανία «κουβαλώντας έκτοτε τα αισθήματα του εκπατρισμένου». Υπάρχουν και αναφορές στο νόμο του Μεταξά ο οποίος προέβλεπε την υποχρεωτική απαλλοτρίωση των περιουσιών τους. Που βρίσκεται η αλήθεια σε όλα αυτά;

«Κατ’ αρχήν να διευκρινίσουμε ότι το ζήτημα για το ρόλο των Μουσουλμάνων Τσάμηδων στην κατεχόμενη Ήπειρο δεν το επαναφέρουν κάποιοι Έλληνες εθνικιστές, αλλά η ίδια η επίσημη Αλβανία μέσα από διάφορες δραστηριότητες, αποφάσεις και εκπαιδευτικές πρακτικές εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Για το αν η μειονότητα αυτή ήταν κατατρεγμένη και δεινοπαθούσε μέσα στο ελληνικό κράτος μετά το 1913, υπάρχει το 1928 η απόφαση του Συμβουλίου της Κοινωνίας των Εθνών η οποία ασχολήθηκε με τέσσερις συναφείς καταγγελίες και τις απέρριψε.

https://www.huffingtonpost.gr/amp/entry ... _12655756/


Η αλήθεια

Για την αντιμετώπιση των Τσάμηδων από τις ελληνικές αρχές, αποκαλυπτική είναι μια πολυσέλιδη έκθεση (15/10/1930) του γενικού επιθεωρητή μειονοτήτων Κωνσταντίνου Στυλιανόπουλου, στενού συνεργάτη του πρωθυπουργού Βενιζέλου, που εντοπίσαμε στο αρχείο του τελευταίου (φ.58).

Ανώτατος κρατικός λειτουργός επιφορτισμένος με τη διαχείριση κάθε λογής μειονοτικών τριβών, προκειμένου ν’ αποφεύγονται διεθνείς επιπλοκές, ο Στυλιανόπουλος καταγράφει, έπειτα από επιτόπια έρευνα, ένα καθεστώς ασφυκτικής καταπίεσης:

«Η απελευθέρωσις της Ηπείρου υπό της Ελλάδος επέφερε τελείαν ανατροπήν της καταστάσεως. Από κυρίαρχοι και σατραπίσκοι, [οι Τσάμηδες] εγένοντο αποτόμως ακτήμονες, άστεγοι και πένητες. Η περιουσία των περιήλθεν εις τους καλλιεργητάς εκ διαρπαγής και απαλλοτριώσεως. Εννοείται ότι η απότομος αύτη μεταβολή τούς έφερε εις δεινήν παραζάλην και τους περιήγαγε εις αθλιότητα και οικτράν δυστυχίαν, ώστε πολλοί εξ αυτών να στερούνται και αυτό το ψωμί. Τα πράγματα επιδείνωσεν έτι περισσότερον η άνευ προηγουμένης ερεύνης κατάληψις κτημάτων υπό της Εθνικής Τραπέζης και αι επιτάξεις διά προσφυγικάς ανάγκας. Εάν δε λάβωμεν υπ’ όψιν και την μεροληπτικήν και απάνθρωπον στάσιν των αρχών, συμπληρούμεν την εικόναν της απελπισίας εις ην ευρέθησαν οι Μουσουλμάνοι, αρκετοί των οποίων, κατόπιν ενεργειών μας, εζήτησαν να μεταβούν εις την Τουρκίαν» (σ.2).

Η κατάσταση δεν άλλαξε μετά την οριστική εξαίρεση της μειονότητας από την υποχρεωτική ανταλλαγή:

«Εις απάντησιν εις τας επανειλημμένας αιτήσεις και παρακλήσεις των ενεφανίζοντο διωγμοί και χειρότεραι δημεύσεις, μέχρι του σημείου να κηρυχθή [απαλλοτριωτέο] τσιφλίκιον η Παραμυθιά, έδρα Επάρχου και επί Τουρκοκρατίας υποδιοικητού, να απαλλοτριωθούν μικροϊδιοκτησίαι και αυλόκηποι και να μη αφεθή εις πολλούς ουδέ εν στρέμμα διά να καλλιεργήσουν και ζήσουν την οικογένειάν των, να μη πληρώνωνται εις αυτούς τακτικώς τα ορισθέντα μισθώματα, τινά των οποίων είναι κατώτερα και αυτών των απαιτουμένων διά την είσπραξίν των χαρτοσήμων, να εμποδισθούν κατ’ αρχάς και είτα να καταστούν λίαν δυσχερείς αι αγοραπωλησίαι, να εκτιμηθούν τα αγροκτήματα αυτών εις ευτελεστάτας τιμάς μέχρι και 3 δρχμ. το στρέμμα, να γίνωνται θύματα εκμεταλλευτών δικολάβων και τοκογλύφων και να φυλακίζωνται διά την πληρωμήν φόρων ενίοτε και αυτών των απαλλοτριωθέντων ή επιταχθέντων υφ’ ημών κτημάτων» (σ.2-3).

Οσον αφορά τη Χωροφυλακή, διαβάζουμε, «δυστυχώς δεν είναι σπάνια τα επεισόδια δαρμού και αυθαιρεσιών» (σ.8), ενώ αποκαλυπτική για τον σεβασμό της θρησκευτικής ταυτότητας των Τσάμηδων υπήρξε η μετατροπή του μοναδικού Ιεροσπουδαστηρίου της περιοχής (στο Φιλιάτι) σε... στάβλο του ελληνικού στρατού –«όστις μάλιστα, ηπείλησε και την δημοσίαν υγείαν, διότι πολύ πλησίον του ευρίσκονται τα μοναδικά πηγάδια από τα οποία υδρεύεται η πόλις» (σ.11).

Οι μουσουλμάνοι αγρότες πιέζονταν, τέλος, ν’ αποπληρώσουν τους φόρους τους μέσα στον Ιούλιο, προτού πουλήσουν τη σοδειά τους, με αποτέλεσμα να «γίνονται έρμαια τοκογλύφων και εκμεταλλευτών ή να] φυλακίζονται» (σ.10).

Παρόμοια εικόνα σκιαγραφείται και σε εμπιστευτική έκθεση του Γενικού Διοικητή Ηπείρου (19/1/1929) που περιλαμβάνεται στο ίδιο αρχείο (φ.108): «μονόπλευρος», «τραχεία και άνευ ελέους» εφαρμογή του αγροτικού νόμου σε βάρος της μειονότητας, «σιωπηρή» απαγόρευση ακόμη και «της διδασκαλίας του Κορανίου παρά των χοτζάδων εις πλείστα χωρία», άρνηση της διοίκησης να επιτρέψει την εκλογή κοινοτικών αρχόντων από τους μουσουλμάνους και διορισμός χριστιανών στη θέση τους, εκπαιδευτικός αποκλεισμός με το σκεπτικό «ότι δέον ο μουσουλμανικός πληθυσμός να παραμείνη εις το σκότος και την αμάθειαν»· πεποίθηση, τέλος, των αρχών πως «η καλλιτέρα λύσις του ζητήματος της Τσαμουργιάς θα ήτο η αναχώρησις του Μουσουλμανικού πληθυσμού».

«Εννοείται, ότι υπό τοιαύτας απανθρώπους συνθήκας», διαπιστώνει έτσι ο Στυλιανόπουλος, «ουδέ λόγος δύναται να γίνη περί Μουσουλμάνων προσκειμένων προς την Ελλάδα ή επιθυμούντων το καλόν της, αλλά τουναντίον περί εδάφους γονίμου εις πάσαν ξενικήν προπαγάνδαν».

https://www.efsyn.gr/arheio/fantasma-ti ... notita?amp
0 .


Επιστροφή σε “Ιστορία”