Βυζαντινή ιστορία

Θέματα ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.
Άβαταρ μέλους
Προέλλην
Right to Repair Champion
Right to Repair Champion
Δημοσιεύσεις: 20592

Re: Βυζαντινή ιστορία

Δημοσίευσηαπό Προέλλην » 28 Απρ 2025, 20:50

Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:
Τλαξκαλτέκος έγραψε:Μάλλον γι' αυτόν πήγαιναν. :laugh1:

Εικόνα

Εντωμεταξύ οι περισσοτερες τουρκικές παραγωγές ελαχιστη σχεση εχουν με την πραγματικότητα από κάθε άποψη. Γιατί δεν κανουν και τιποτα πιο αξιόλογο; Σίγουρα έχουν τα χρήματα.. :buhaha:

Δεν νομίζω να τους ενδιαφέρει η ιστορική πιστότητα, εμπορικές παραγωγές κάνουν, που σκίζουν σε όλη την Μ. Ανατολή αλλά και τα Βλακάνια :D

Αλλά δεν αποτελεί κάποια τούρκικη ιδιαιτερότητα, δες πχ τους 300, μια υπέρμετρα ανιστόρητη αηδία, αλλά σάρωσε σε πωλήσεις και μίλησε και στην ψυχή του ελληνόφωνα :asd03:
1 .
Hätt ich ne 2te Chance würd ich es genauso machen
Ich dreh mich nich um es geht nur darum wer du heute bist
Ich bin zufrieden, da scheint jemand auf mich aufzupassen
Ob es für Gott oder den Teufel is
Ich bereue nichts

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 3378

Re: Βυζαντινή ιστορία

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 26 Σεπ 2025, 08:49

Ο Έλλην :elladara: Αυτοκράτορας της Ρωμανίας Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης: Η ζωή ενός κρυφού “αγίου”.
Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.
https://www.antibaro.gr/article/38903

Στις 18 Αυγούστου του 1258 αφήνει την τελευταία του πνοή ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Θεόδωρος Λάσκαρης Β’, ύστερα από 4 χρόνια βασιλείας σε ηλικία μόλις 36 ετών.

Αν υπάρχει ένας αυτοκράτορας που περισσότερο από οποιοδήποτε άλλον δικαιούται να χαρακτηρισθεί Έλληνας, αυτός είναι ο Θεόδωρος Β’ Λάσκαρης , του οποίου οι αναφορές για Ελλάδα και ελληνισμό ήταν σε πρώτο πρόσωπο και με ξεκάθαρο φυλετικό προσανατολισμό.

Ακολουθούν μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από επιστολές του ή επιστολές άλλων, που αναφέρονταν σε αυτόν, καθώς και μια συνοπτική αποτίμηση του “αγιασμένου”, σύντομου και στρωμένου με αγκάθια βίου του.

Ο Λάσκαρης σε επιστολή προς τον Ακροπολίτη εξέφραζε την ντροπή του γιατί οι πρόγονοι του δημιούργησαν τέτοιο πολιτισμό σε αντίθεση με την εποχή τοu:
«Ελληνικής μεγαλονοίας υπάρχει ταύτα μεστά και σοφίας ταύτης ινδάλματα δεικνύει δε ταύτα προς ημάς η πόλις κατονειδίζουσα, ώσπερ απογόνους τινάς του πατρώους κλέους το μεγαλείο σμερδαλέα γαρ εισί ταύτα προς τας νυν ανοικοδομάς».
(Επιστολή προς τον φιλόσοφον Κυρόν Γεώργιον τον Ακροπολίτην).

Σε επιστολή του διδασκάλου του Νικηφόρου Βλεμμύδη, αναφέρεται ότι ο Θεόδωρος Β’ Λάσκαρης τού εξέφρασε την επιθυμία και πρόθεση ο στρατός του να αποτελείται αποκλειστικά από Έλληνες, γράφοντας ότι ο Θεόδωρος συγκεντρώνει το χρυσό της χώρας, «δια να κατασκευάση στρατό ουχί εκ Τούρκων, Ιταλών, Βουλγάρων ή Σέρβων στρατιωτών, αλλά ένα Ελληνικόν, επί του οποίου μόνο θα ηδύνατο να στηριχθή»:
«Και τις ο βοηθήσων ημίν; Πέρσης πώς βοηθήσει τω Έλληνι; Ιταλός και μάλιστα μαίνεται, Βούλγαρος προφανέστατα, Σέρβος τη βία βιαζόμενος και συστέλλεται, ο δ’ημέτερος τάχα, τάχα δη ου των ημετέρων κατά αλήθειαν, μόνον δε το Ελληνικόν αυτό βοηθεί εαυτώ οικόθεν λαμβάνον τας αφορμάς».

Ενώ την Αυτοκρατορία του αποκαλούσε Ελληνίδα επικράτεια ή Ελληνικόν, όπως για παράδειγμα σε επιστολή του προς τον Μητροπολίτη Σάρδεων Φωκά, όταν εκείνος βρισκόταν σε αποστολή στο εξωτερικό: «Και ταύτα μεν έχει ούτως όταν ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Σάρδεων εκ της Ευρώπης επανέλθη προς το Ελληνικόν».

Αλλά και σε επανειλημμένες επιστολές του προς τους Ιταλούς , δεν δίσταζε να αναφέρει ότι οτιδήποτε καλό υπήρχε οφειλόταν στους Έλληνες και όχι σε εκείνους:
«Πάσα τοίνυν φιλοσοφία και γνώσις ίνα μη κατ’ όνομα λέγω τας επιστήμας Ελλήνων ή εύρεμα ή προς το κρείττον εκ τινός ον υπάρχει μεταστοιχείωμα και ο την πείραν ζητών την παμφιλόσοφον διερχόμενος μάθειεν».
«Συ δε ω Ιταλέ την βάσιν της αποδείξεως εν τω παμφιλοσόφω εγώ στησάμενος ερωτώ τίνος ένεκεν εγκαυχά ο προς ταύτα διαλεγόμενος;»
«Η γαρ περί το δόγμα της ελληνικής μεγαλονοίας στερρότης, εκείνο μάλλον ημάς λέγειν ηνάγκασε το θειότερον ή το ιδιούν την φιλοσοφίαν αυτή τίνος γαρ άλλου ; Αλλά ο Ιταλός αγνοεί και πόθεν μεν έσχε φιλοσοφία , γινώσκει , ότι δε εν τη πηγή το μάλλον ύδωρ αγνοεί».

(Κατά Λατίνων λόγος Δεύτερος ήγουν περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος).

Σε επιστολή προς τον διδάσκαλο του Νικηφόρο Βλεμμύδη, ανέφερε με περηφάνια ότι τα ελληνικά στρατεύματα δεν επέτρεψαν στους Βουλγάρους να καταλάβουν την γη της Μακεδονίας, την ένδοξη γη των Φιλίππου και Αλεξάνδρου:
«Καλώς γαρ ωκοδομήθη τα βουλγαρικά παρ’ ημών και η τούτω αυχένων έπαρσις δια τας προς τα όρη διατριβάς τοις πολλοίς κειμένη και γέγονε , και κλιτοτράχηλοι οι ακαμπείς τοις ελληνικοίς στρατεύμασιν απεφάνθησαν… Δια ταύτα τυραννούμενοι τε και μη , προς την Φιλίππου κεκατηντήκαμεν και γην εθεασάμεθα, άριστε την Αλεξάνδρου ποτέ σκυλευομένην και παιζομένην παρά Βουλγάρων ολιγοστών ασθενών».
(Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Τόμος Α’).

Ο αυτοκράτορας Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης έζησε τον 13ο αιώνα. Γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1221 την ημέρα που ανακηρύχθηκε αυτοκράτωρ ο πατέρας του Ιωάννης Βατάτζης. Ο Θεόδωρος, όπως κι ο πατέρας του, έπασχε από επιληψία. Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι ότι η ασθένεια στον πατέρα εκδηλώθηκε σε ηλικία 62 ετών (1254) μετά από μία βασιλεία 32 χρόνων, ενώ στον γιό, και μάλιστα σε οξύτατη μορφή, όταν ήταν πολύ νέος. Οι γιατροί τον βασάνιζαν σε όλη του την ζωή, δοκιμάζοντας πάνω του διάφορες θεραπείες. Φαίνεται σε επιστολή του να διαμαρτύρεται για πονοκεφάλους, πόνους στην γλώσσα και τον φάρυγγα, για συχνές αιμορραγίες.

Παιδί ακόμα, οι γονείς του καταφεύγουν στον γάμο ελπίζοντας με τον τρόπο αυτό να τον θεραπεύσουν. :o Τον νυμφεύουν με την Ελένη, κόρη του τσάρου της Βουλγαρίας Ιωάννου Ασάν. Εκείνη είναι 9 ετών κι εκείνος 11. :o Η μικρή πριγκίπισσα ανατίθεται στην φροντίδα της πεθεράς της αυτοκράτειρας Ειρήνης για να ανατραφεί και να εκπαιδευτεί. Ο γάμος αυτός του Θεόδωρου και της Ελένης έδωσε πέντε παιδιά αλλά και πολύ πόνο. Η Ελένη πεθαίνει 25 ετών και ο Θεόδωρος πέφτει σε μελαγχολία με τάσεις απομόνωσης.

Δεινός μελετητής της φιλοσοφίας και των μαθηματικών χαρακτηρίσθηκε ως ένας από τους διανοούμενους που σκέφτονται και φιλοσοφούν με μαθηματικό τρόπο. Ασχολείται με την θεολογία και γράφει εξαίρετους θεολογικούς λόγους, ένα πένθιμο δοκίμιο «επιτομαί ηθικαί το του βίου άστατον διαγράφουσαι».

Μόνη του καταφυγή η Παναγία. Συνθέτει την ποιητική κορωνίδα του έργου του, τον «Μέγα Παρακλητικό Κανόνα εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον» τον οποίο ψάλλουν όλοι οι ορθόδοξοι λαοί μέχρι σήμερα. Τριάντα δύο χρόνων (1254) γίνεται αυτοκράτωρ Νικαίας και τέσσερα χρόνια αργότερα πεθαίνει σε ηλικία 36 ετών, αφήνοντας ένα μοναδικό έργο θεολογικό-φιλοσοφικό, μαθηματικό και ποιητικό. Λίγο πριν από τον θάνατό του έλαβε το μοναχικό ένδυμα στα τέλη του Αυγούστου 1258.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Ήταν μια φορά ένα πριγκιπόπουλο, μοναχογιός και μονάκριβος, ο οποίος ντύθηκε και στολίστηκε με ακριβά και χρυσοκέντητα ρούχα για να λάβει μέρος στο κυνήγι. Καβάλα πάνω στ’ άλογο προχωράει και σε κάποια στιγμή συναντάει τον πατέρα του, τον βασιλιά των Ρωμαίων (Ρωμηών). Ο βασιλιάς τον είχε προσέξει από μακριά, όπως ερχότανε, και το πρόσωπό του πήρε μια στενάχωρη όψη. Όταν φθάσανε σε πολύ κοντινή απόσταση το πριγκιπόπουλο ετοιμάστηκε να χαιρετήσει τον πατέρα του, αλλά εκείνος έκανε πως δεν τον είδε και προχώρησε στο δρόμο του. Ο πρίγκιπας ξαφνιάστηκε με τη συμπεριφορά του γονιού του, και αμέσως έτρεξε να τον προλάβει και να τον ρωτήσει για ποιο λόγο τον αγνόησε. Τότε ο βασιλιάς γυρίζει και σε ύφος συμβουλευτικό του απαντάει:

«Γιατί παιδί μου σπαταλάς τα χρήματα και το χρόνο σου άσκοπα; Και δεν γνωρίζεις ότι τα χρυσοκέντητα αυτά υφάσματα που φοράς είναι από το αίμα των υπηκόων σου και ότι έπρεπε γι’ αυτούς να δαπανάς τα χρήματά σου, διότι ο πλούτος των βασιλέων ανήκει στους υπηκόους τους.».

Η ανωτέρω διήγηση, δεν αποτελεί μέρος από κάποιο μυθιστόρημα, αλλά είναι ένα πραγματικό γεγονός το οποίο μας διασώζει ο ιστορικός του 13ου αιώνα Γεώργιος Παχυμέρης. Βεβαίως και τα δύο πρόσωπα που αναφέρουμε είναι και αυτά πραγματικά, πρόκειται για τους αυτοκράτορες της Ρωμανίας/Βυζαντίου Θεόδωρο Β΄ Δούκα Λάσκαρη (πριγκιπόπουλο) και τον Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη (βασιλιάς). Το περιστατικό έλαβε χώρα στην περιοχή του Νυμφαίου της Μικράς Ασίας, την τρίτη δεκαετία του 13ου αιώνα.
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 3378

Re: Βυζαντινή ιστορία

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 05 Οκτ 2025, 20:38

Ιουλιανός : Κόμης της Θέουτα ( Σέπτουμ , Σέπτον ). Υποτελής των Βησιγότθων. Άγνωστο αν ήταν Βυζαντινός ή Βέρβερος ή Βησιγότθος. Βοήθησε τους Άραβες να περάσουν στην Ισπανία και να επιτεθούν στους Βησιγότθους. Εκδικήθηκε έτσι την κακοποίηση της κόρης του απ' τον Βησιγότθο βασιλιά Roderic.
https://en.wikipedia.org/wiki/Julian,_Count_of_Ceuta
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 3378

Re: Βυζαντινή ιστορία

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 27 Ιαν 2026, 21:09

Είναι γνωστό ότι στους τοίχους ανακτόρων και πλουσίων σπιτιών οι Βυζαντινοί ζωγράφιζαν «παλαιάς Ἑλληνίους πράξεις», δηλαδή κυρίως σκηνές και ήρωες από τα ομηρικά έπη αλλά και ιστορικά γεγονότα (ζωγραφίζειν ἱστορεῖν) παλιότερα και νεότερα, όπως π.χ. τα ψηφιδωτά του παλατιού των Βλαχερνών με απεικονίσεις από τις μάχες του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού.
https://pubhtml5.com/indg/hwiv/basic/201-250

Δεν ζωγραφίζεις αρχαία ελληνικά κατορθώματα ; Είσαι ύποπτος ! :s_cool

Ἀρκετὰ λεπτομερειακὰ περιγράφει ὁ Κίνναμος καὶ τὶς συνωμοτικὲς πράξεις τοῦ πρωτοστράτορος Ἀλεξίου Ἀξούχου , οἱ ὁποῖες τελικὰ εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ καρεῖ μοναχὸς σ' ἕνα ἀπὸ τὰ μοναστήρια τοῦ ὄρους Παπίκιον (1167) . Καταρχήν, μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἡ ἐπιθυμία του γιὰ ἐπανάσταση («ἐκ πολλοῦ μὲν ἀποστασίαν ὤδινε», σ. 265, 16) ἦταν παλαιά. Οἱ κατηγορίες ποὺ διατυπώνονται σὲ βάρος του εἶναι πολλές: α) Μυστικὲς ἐπαφὲς μὲ τὸν σουλτάνο, κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς ἐκστρατείας του στὴν Κιλικία, μὲ σκοπὸ τὴν πραγματοποίηση στάσης («τῶν εἰς τυραννίδα τεινόντων διελέξατο τούτῳ πολλά», σ. 266, 1-2). β) Διακόσμηση μιᾶς προαστιακῆς οἰκίας του μὲ εἰκόνες, οἱ ὁποῖες εἶχαν θέματα ἀπὸ τὰ στρατιωτικὰ κατορθώματα τοῦ σουλτάνου καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ἱστορία :elladara: * καὶ τὶς πράξεις τοῦ Μανουήλ, ὅπως συνηθιζόταν. γ)Τέλεση μαγείας μὲ τὴ βοήθεια ἑνὸς λατίνου γόητα, μὲ σκοπὸ νὰ μὴν ἀποκτήσει ὁ βασιλεὺς ἀρσενικὰ τέκνα. δ) Προσπάθεια προσεταιρισμοῦ τοῦ Κωνσταντίνου Δούκα καὶ τοῦ Ἀλεξίου Κασιανοῦ σὲ συνωμοτικὲς πράξεις. ε) Ἀπόπειρα συμφωνίας μὲ συμμαχικὲς δυνάμεις Κουμάνων, κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς ἐκστρατείας, ὥστε νὰ ἐπιτεθοῦν στὴ σκηνὴ τοῦ βασιλέως καὶ νὰ τὸν δολοφονήσουν. Μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ὁ Ἀλέξιος Ἀξοῦχος συνελήφθη (σσ. 265- 269). Ὁ Κίνναμος προσπαθεῖ νὰ προβάλει ὡς ἐπιεικῆ καὶ ὀρθὴ τὴ στάση τοῦ βασιλέως ἀπέναντί του. Πρῶτα- πρῶτα,ἀναφέρει ὅτι, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς τέλεσης τῶν παραπάνω πράξεων, ἐπεχείρησε πολλὲς φορὲς μὲ κατ' ἰδίαν συζητήσεις νὰ τὸν συνετίσει, χωρὶς νὰ τὸ πετύχει (σ. 267, 16-σ. 268, 6). Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς δίκης, ὅταν ὁ ὑπόδικος τοῦ ζήτησε νὰ καρεῖ μοναχὸς καὶ νὰ λάβει τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ὁ λόγιος τονίζει ὅτι ὁ Μανουὴλ τὸν λυπήθηκε («οἰκτισάμενος») καὶ πραγματοποίησε τὴν ἐπιθυμία του (σ. 269, 14-23).Προφανῶς, ὁ Κίνναμος περίμενε, λόγω τῶν ἔκνομων ἐνεργειῶν του,κάποια μεγαλύτερη τιμωρία.
σελ. 124
https://www.academia.edu/42731952/%CE%A ... E%9F%CE%A5

* οὔτε τινὰς Ἑλληνίους παλαιοτέρας ἐνέθετο πράξεις αὐτοῖς, οὔτε μὴν τὰ βασιλέως
http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Mig ... starum.pdf
====================================================
Η διακόσμηση στο σπίτι του Διγενή Ακρίτα ( έπος του 1140 μ.Χ. ).

"Ἀχιλλέως ἱστόρησε τοὺς μυθικοὺς πολέμους,
τὸ κάλλος Ἀγαμέμνονος, σφαγὴν τὴν ὀλεθρίαν,
Πηνελόπην τὴν σώφρονα, τοὺς κτανθέντας νυμφίους,
Ὀδυσσέως τὴν θαυμαστὴν πρὸς τὸν Κύκλωπα τόλμην,
Βελλεροφόντην κτείναντα Χίμαιραν τὴν πυρφόρον,
Ἀλεξάνδρου τὰ τρόπαια, τὴν τοῦ Δαρείου ἦτταν,
Κανδάκης τὰ βασίλεια καὶ τὴν αὐτῆς σοφίαν,
τὴν πρὸς Βραχμᾶνας ἄφιξιν, αὖθις πρὸς Ἀμαζόνας,
λοιπά τε κατορθώματα τοῦ σοφοῦ Ἀλεξάνδρου,
ἄλλα τε πλήθη θαυμαστά, πολυειδεῖς ἀνδρείας·
τὰ τοῦ Μωσέως θαύματα, πληγὰς τῶν Αἰγυπτίων
Ἰουδαίων τὴν ἔξοδον γογγυσμοὺς ἀγνωμόνων,
Θεοῦ τὴν ἀγανάκτησιν, θεράποντος δεήσεις
καὶ Ἰησοῦ τὰς τοῦ Ναυῆ ἐνδόξους ἀριστείας.
ταῦτα καὶ ἄλλα πλείονα ἐν τοῖς δυσὶ τρικλίνοις
ὁ Διγενὴς ἱστόρησε χρυσόμουσα ποιήσας,
ἃ τοῖς ὁρῶσιν ἄπειρον τὴν ἡδονὴν παρεῖχον.
ἐντὸς τοῦ οἴκου τῆς αὐλῆς ὑπῆρχε τὸ πεδίον
πολὺ ἔχον διάστημα εἴς τε μῆκος καὶ πλάτος·
τούτου ἐν μέσῳ ἵδρυσε ναόν, ἔνδοξον ἔργον,
ἁγίου ἐν ὀνόματι μάρτυρος Θεοδώρου
καὶ ἐν αὐτῷ τὸν ἴδιον πανέντιμον πατέρα
θάπτει κομίσας τὸν νεκρὸν ἀπὸ Καππαδοκίας
λίθοις τὸ μνῆμα φαεινοῖς, ὡς ἔπρεπε, κοσμήσας."

https://x.com/Alyunan00/status/1761737035386073221
σελ.221
https://archive.org/details/DigenesAkri ... 1/mode/2up
σελ.5
https://olympias.lib.uoi.gr/jspui/bitst ... /1/doc.pdf
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 3378

Re: Βυζαντινή ιστορία

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 13 Απρ 2026, 17:27

Γεώργιος Παχατούρ ( 13ος αι. )
Ο Γεώργιος Παχατούρ (Bahadur : πολεμιστής, ο γενναίος) ήταν Βυζαντινός στρατιωτικός, περσομογγολικής καταγωγής από τον πατέρα του και μέλος της οικογένειας των Παλαιολόγων από τη μητέρα του.
Ήταν γιος του Αμπακά Χαν του ηγεμόνα του Ιλχανάτου, άρα και ο ίδιος πρίγκιπας του Ιλχανάτου. και της Μαρίας Παλαιολογίνας νόθας κόρης του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄. Ο Γεώργιος γεννήθηκε στο Ιλχανάτο αλλά όταν πέθανε ο πατέρας του, το 1282, ήλθε στην Κωνσταντινούπολη μαζί με την μητέρα του. Πήγε έπειτα κι εγκαταστάθηκε στην Θράκη όπου έκανε καριέρα στρατιωτικού ή ήταν υπάλληλος εκεί κάπου στρατηγού. Οι συγγραφείς της εποχής τον αναφέρουν "βάρβαρος παίς υπέρ των Ελλήνων :ailadara: γένους".
Ο Γεώργιος σκοτώθηκε νέος σε κάποια μάχη με τους Σκύθες, από βολή τόξου, ο Μανουήλ Φιλής ( 1275 - 1345 ) του αφιερώνει επιτύμβια ωδή όπου τον υμνεί για την ανδρεία του.

Εικόνα
https://books.google.gr/books?id=fm5oAA ... 22&f=false
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE ... F%8D%CF%81
Εικόνα
https://freader.ekt.gr/eadd/index.php?doc=35044#p=180[/quote]

Απ' το Bahadur να προέρχεται και το επίθετο Παχατουρίδης ; :hmmm
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 3378

Re: Βυζαντινή ιστορία

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 13 Απρ 2026, 19:02

Εθνολογικά του ανατολικού συνόρου της Μικρασίας/Ανατολίας κατά τον 11ο αι. οπότε και άρχισε η επέκταση των Σελτζούκων στα βυζαντινά εδάφη
Εικόνα
Σε παρένθεση η ημερομηνία απελευθέρωσης/κατάληψης/ανακατάληψης απ' τους Βυζαντινούς και τα χρόνια ξένης κυριαρχίας .

Βορειοανατολικά είχαμε τις εξής περιοχές :
- Θεοδοσιούπολη/Άρτζε/Καπετρόν ( Το 700 κατακτήθηκε απ' τους Άραβες , αλλά μετά από 239 χρόνια ξαναπέρασε στον βυζαντινό έλεγχο ).
- Βασπρακανία/Μαντζικέρτ ( αρμενικό βασίλειο που ενσωματώθηκε στην αυτοκρατορία το 1021 )
- Ταρών ( αρμενικό βασίλειο που ενσωματώθηκε στην αυτοκρατορία το 967 )
-Μεσοποταμία/Ρωμανούπολη ( Η συγκεκριμένη "Μεσοποταμία" δεν χάθηκε ποτέ για την αυτοκρατορία , ενσωμάτωσε όμως και εδάφη του Ταρών. Η Ρωμανούπλη προσαρτήθηκε οριστικά το 942 ).
- Αρμενι(α)κά θέματα ( Δεν είχαν χαθεί για την αυτοκρατορία στο παρελθόν ).
- Τεφρική ( Το 850 - 872 βρισκόταν στον έλεγχο των αιρετικών Παυλικιανών ).
- Κολώνεια ( Δεν είχε χαθεί για την αυτοκρατορία στο παρελθόν .)
- Χαλδία ( Δεν χάθηκε ποτέ για την αυτοκρατορία. :elladara: Στα εδάφη της έγινε αργότερα η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ).


Νοτιοανατολικά είχαμε :
- Μελιτηνή ( 934 )
- Έδεσσα ( 1031 , 640 - 1031 αραβοκρατία )
- Σαμόσατα ( 958 , 639 - 958 αραβοκρατία )
- Γερμανίκεια ( 962 )
- Τελούχ ή Δολίχη ( 962 )
- Αντιόχεια ( 969 , 636 - 969 αραβοκρατία )
- Ιεράπολη ( 974 , 637- 974 αραβοκρατία )
- Αρτάχ ( 966 )
- Γάβαλα, Παλτός, Αντάραδος, Λάρισσα και υπόλοιπη περιοχή νότια της Λαοδίκειας ( 975 )
- Λαοδίκεια ( 975 , 640 - 975 αραβοκρατία )
- Κιλικία ( Ανάβαρζος [ 964 , περίπου 300 χρόνια αραβοκρατία ] , Μοψουεστία [ 965 ] , Σελεύκεια [ περίπου 300 χρόνια αραβοκρατία ] , Ταρσός [ 965 ] , Ποδανδός )


Εθνολογικά :
- Η Θεοδοσιούπολη/Ερζερούμ ήταν μικτή με Έλληνες, Αρμένιους , Σύρους και Ίβηρες.
- Στην Βαασπρακανία κυριαρχούσαν οι Αρμένιοι.
- Στο Μαντζικέρτ κυριαρχούσαν οι Αρμένιοι , οι ορθόδοξοι Αρμένιοι και οι Ίβηρες.
- Στο Ταρών κυριαρχούσαν Αρμένιοι.
- Στη Μεσοποταμία , στα Αρμενι(α)κά θέματα , στην Τεφρική και στην Κολώνεια κυριαρχούσαν οι Αρμένιοι.
- Στην Χαλδία κυριαρχούσαν οι Έλληνες. Έπειτα έρχονταν Αρμένιοι και Τζάννοι.
- Στην Μελιτηνή πρώτοι ερχόντουσαν οι Άραβες και οι Σύροι, έπειτα έρχονταν οι Αρμένιοι και μετά οι Ρωμαίοι ( αραβόφωνοι Ρουμ/Μελχίτες και ελληνόφωνοι ).
- Στην Έδεσσα πρώτοι έρχονταν οι Σύροι , μετά οι Αρμένιοι και τρίτοι οι Έλληνες.
- Στα Σαμόσατα πρώτοι ήταν οι Σύροι και μετά οι Αρμένιοι.
- Στο Τελούχ Άραβες , Σύροι και μετά Αρμένιοι.
- Στην Αντιόχεια πρώτοι έρχονταν οι Σύροι και μετά οι αραβόφωνοι Ρωμαίοι και οι Αρμένιοι.
- Στην Ιεράπολη επικρατούσαν οι Σύροι και οι Άραβες.
- Σε Γάβαλα, Παλτό, Αντάραδο, Λάρισσα και υπόλοιπη περιοχή νότια της Λαοδίκειας επικρατούσαν οι Άραβες.
- Στη Λαοδίκεια επικρατούσαν Σύροι και Άραβες.
- Στην Κιλικία υπήρχαν Άραβες ( Μοψουεστία ) , Σύροι , Αρμένιοι ( Σελεύκεια ) και Έλληνες.

    Οι Σύροι μπορεί να είναι αραμαιόφωνοι ή αραβόφωνοι. Κυρίως είναι μονοφυσίτες , αλλά και νεστοριανοί.

Υ.Γ. Παρατηρούμε πως πολλές απ' τις παραπάνω περιοχές ανακαταλήφθηκαν απ' τους Βυζαντινούς μόλις τον 10ο αι. Για τρεις περίπου αιώνες βρίσκονταν υπό μουσουλμανική ή αρμενική ή άλλη κυριαρχία. Με εξαίρεση την Χαλδία ( Ανατολικό Πόντο ) πουθενά αλλού οι ελληνόφωνοι δεν ήταν η πλειοψηφία.
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 3378

Re: Βυζαντινή ιστορία

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 19 Απρ 2026, 14:54

Μια παραγνωρισμένη μάχη σε σχέση με αυτή του Μαντζικέρτ.

Μάχη της Καισάρειας 1073 ή αλλιώς 2η Μάχη της Καισάρειας
    - Βυζαντινοί vs Σελτζούκοι
    - Νίκη των Σελτζούκων
    - Αιχμαλωσία του αρχηγού Ισαάκιου Κομνηνού. Απελευθερώθηκε είτε με χρήματα που κατέβαλε ο αδελφός του Αλέξιος ή οι Κωνσταντινοπολίτες ή οι Αγκυριανοί .

    - Ο μετέπειτα αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός ( αδελφός του Ισαάκιου ) μόλις που γλίτωσε την αιχμαλωσία.
https://en.wikipedia.org/wiki/Battle_of_Caesarea_(1073)
Εικόνα
Εικόνα
( Οι πόλεις χωρίς την ύπαιθρο δεν μπορούσαν να επιβιώσουν ).
Εικόνα
Εικόνα
Εικόνα
Γεώργιος Λεβενιώτης , Το στασιαστικό κίνημα του Νορμανδού Ουρσελίου στη Μικρά Ασία 1073 - 1076
σελ. 114 - 115
https://www.academia.edu/17750784/%CE%A ... _#abstract

    - Δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονική στιγμή που η Άγκυρα έπεσε στα χέρια των Σελτζούκων για πρώτη φορά. Τοποθετείται αόριστα το 1073 ή "μετά το 1071" ή ανάμεσα στο 1073 και στο 1081 . Σε βυζαντινό κείμενο , η τελευταία αναφορά με την Άγκυρα ( "μητρόπολη των Γαλατών" ) βυζαντινοκρατούμενη , είναι απ' τον ιστορικό Νικηφόρο Βρυέννιο για το έτος 1073.
    ( Βλ. παραπάνω σύνδεσμο Γεώργιος Λεβενιώτης , Το στασιαστικό κίνημα του Νορμανδού Ουρσελίου στη Μικρά Ασία 1073 - 1076 , σελ. 112 - 113 )
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 3378

Re: Βυζαντινή ιστορία

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 25 Απρ 2026, 16:09

Διατήρηση ελληνικού ημερολογίου σε πρωτοβυζαντινές επιγραφές.

α) μακεδονικό ημερολόγιο
Κιλικία , Άδανα , Καρλίκ 6ος αι. μ.Χ.
Επιγραφή σε παλαιοχριστιανική εκκλησία.
Εικόνα
Αρτεμίσιος μακεδονικού ημερολογίου = Απρίλιος

σελ. 583 ( 596 του pdf )
https://ikee.lib.auth.gr/record/16437/f ... 05-527.pdf

β) αθηναϊκό ημερολόγιο
Παφλαγονία , Θεοδωρούπολις/Ευχάιτα ( Σαφράνπολι ) 439 μ.Χ.
Επιγραφή στο ναό του Αγίου Στεφάνου απ' την αυτοκράτειρα Αθηναϊδα - Ευδοκία. Είχε κλασική παιδεία. Ο πατέρας της λεγόταν Λεόντιος και ήταν ρήτορας . Έγινε αγία. Εορτάζεται στις 13/8.
Εικόνα
Ο Θαργελιών αντιστοιχούσε με τα μέσα Μάϊου - μέσα Ιουνίου .
Η αυτοκράτειρα Αθηναϊς - Ευδοκία ήταν αθηναϊκής καταγωγής .Βαπτίστηκε χριστιανή πριν παντρευτεί τον Θεοδόσιο Β΄.
Εικόνα
σελ. 420 ( 433 του pdf )
https://ikee.lib.auth.gr/record/16437/f ... 05-527.pdf
======================================================
Ο Κύπριος λόγιος Αθανάσιος Λεπενδρηνός σε επιστολή του προς τον Νικηφόρο Γρηγορά ( περ. 1355 ) ονόμασε τους συμπατριώτες του «Έλληνες» : πάντας τῶν τῇδ’ Ἑλλήνων…
( Πολιτικές και οικονομικές πρακτικές πριν την άλωση του Βυζαντίου. Το πρόγραμμα του Γεωργίου Γεμιστού ή Πλήθωνος , Γεώργιος Γεωργακάκης , σελ. 39 - 40 )
ΚΡΥΦΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: ΕΜΦΑΝΙΣΗ
Εικόνα
Εικόνα

=====================================================
Παναχαιοί = Βυζαντινοί

Ο επίσκοπος Γεώργιος της Πελαγονίας ( 14ος αι. ) στον Βίο του Ιωάννη Βατάτζη αναφέρει πως ο Βατάτζης μονομάχησε με έναν θρασύτατο Βρετανό και το νίκησε. Ο βρετανός κατανόησε πως υπήρχαν άριστοι Παναχαιοί που μπορούσαν να εξαλείψουν το θρασύτατο φρόνημα των υπερφίαλων :

εισί καί αριστήες Παναχαιών , οι δύναιντ' άν καθελείν των υπερηφάνων το φρόνημα
( Ιλιάδα Ψ 237 : ἀριστῆες Παναχαιῶν )
Εικόνα
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 3378

Re: Βυζαντινή ιστορία

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 25 Απρ 2026, 18:07

Ρωμαίοι - Γραικοί - Έλληνες στον Ισίδωρο Κιέβου

- Έλληνας με την έννοια του ελληνιστή/αττικιστή/μορφωμένου/υψηλού πολιτισμικού επιπέδου.

1) Ο Ισίδωρος αποκαλεί Πανελλήνιο τον Ιταλό κλασικιστή και ουμανιστή Guarino da Verona ( 1374 - 1460 ) . ( Ήταν μαθητής του Μανουήλ Χρυσολωρά για 5 χρόνια ). Ο Ισίδωρος δεν μπορούσε να ελέγξει τη χαρά του όταν διάβασε την επιστολή του Γκουαρίνο. Γοητεύτηκε τόσο πολύ από την επιστολή σαν να ήταν μέλος του πληρώματος του Οδυσσέα και να γοητευόταν από το τραγούδι των Σειρήνων ( ὅσον εἰσηνέγκαμεν κρότον ἀναγνόντες σου τὴν ἐπιστολήν . . . οὐδὲ λέγειν ῥᾳδίως ἂν ἔχοιμεν. τοσοῦτον ἤσθημεν, ὅ τε ἀναγινώσκων ἐγὼ οἵ τε ἀκροώμενοι πάντες . . . ἡ δὲ μᾶλλον ἡμᾶς κατεῖχεν ἢ αἱ Σειρῆνες τοὺς παραπλέοντας. ἀλλὰ οὐδ᾽ Ὀδυσσεὺς ἄν, οἶμαι, ταύτην παρέδραμε ) . Στη συνέχεια επαινεί τον Γκουαρίνο που δόξασε την πόλη του και την Ιταλία με την ακαδημαϊκή του κατάρτιση, καθώς έχει επίσης κοσμήσει την Ελλάδα. ( Γουαρῖνος ὁ καλός, κοσμήσας μὲν τὴν πατρίδα καὶ πρὸ τῆς πατρίδος Ἰταλίαν πᾶσαν τῇ πατρίῳ φωνῇ, κοσμήσας δὲ καὶ τὴν Ἑλλάδα τῶν ἐκείνων Ἑλλήνων παιδείᾳ. ) Λόγω των δεσμών του με την Ελλάδα και της βαθιάς γνώσης της κλασικής ακαδημαϊκής κατάρτισης, ο Γκουαρίνο είναι, σύμφωνα με τον Ισίδωρο, «Πανέλληνιος». Ο Ισίδωρος κολακεύει τον Γκουαρίνο πως έχει λιγότερα κοινά με τον Κικέρωνα και περισσότερα κοινά με τον Αίλιο Αριστείδη και τον Δημοσθένη.

2) Θεωρεί βαρβάρους , χειρότερους κι απ' τους Σκύθες , και όχι Έλληνες , τους Μανιάτες του Οιτύλου εξαιτίας των βαρβάρων ηθών τους : ὁ δῆμος οὐχ Ἑλλήνων, ἀλλὰ βαρβάρων ἦν. ἡ δὲ τούτων ὠμότης καὶ τῶν Σκυθῶν ὑπερηκόντιζεν . . . οὐδὲ τῶν ἀγροτάτων θηρίων διέφερον. Αυτά βέβαια πριν βάλει τάξη στην περιοχή ο Μαουήλ Β΄.

    He appears to be astonished at the local customs of the inhabitants of the Morea and expresses surprise at their character, which he judges to be rather primitive and barbaric, especially since their cruelty “surpassed that of the Scythians.” Isidore also reports on a local practice that involved ritual mutilation, which seems to have surprised him greatly, as he refers to it as τὰ πρῴην δεινά. On this detail in his report, cf. some scholarly observations: S. P. Lampros, “Τὸ Ἔθος τοῦ Μασχαλισμοῦ παρὰ τοῖς Μανιάταις τῶν Μέσων Αἰώνων,” NH 2 (1905): pp. 181–186
    https://dokumen.pub/cardinal-isidore-c- ... 14902.html

    In questa epistola il futuro cardinale si diffonde all’inizio sul suo approdo nel Peloponneso, non mancando di lamentarsi della rozzezza dei costumi locali. Δῆμος οὐχ Ἑλλήνων, ἀλλὰ βαρβάρων ἦν· ἡ δὲ τούτων ὠμότης καὶ τὴν Σκυθῶν ὑπερηκόντιζεν, parole cui sembrano far eco quelle che Francesco Filelfo scrisse in una lettera del 1441 a Sassolo da Prato: «accedit quod lingua etiam ipsa adeo est depravata, ut nihil omnino sapiat priscae illius et eloquentissimae Graeciae. Mores vero barbaria omni barbariores».
    https://www.oeaw.ac.at/fileadmin/Instit ... amazio.pdf
    Εικόνα
    https://olympias.lib.uoi.gr/jspui/bitst ... /1/doc.pdf



- Ρωμαίοι = Βυζαντινοί. Γραικοί = Βυζαντινοί. Γραικών εκκλησία = χριστιανοί ορθόδοξοι. Λατίνων εκκλησία = ρωμαιοκαθολικοί, Έλληνες = αρχαίοι Έλληνες, Ρωμαίοι = αρχαίοι Ρωμαίοι

Ο Ισίδωρος το 1434 προς την Σύνοδο της Βασιλείας :
(...) πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Ῥωμαίων καὶ τὴν ἱερὰν τῶν Γραικῶν πρέσβεις πέμψαντες ἐκκλησίαν ἀνακαλεῖσθε (...) καὶ μηδὲν οἴεσθαι μικρὸν καὶ ἀδρανὲς τὸ Γραικῶν εἶναι γένος. αὐτὸ μὲν γὰρ ἴσως καθ᾽ ἑαυτό, χρόνους ἤδη συχνοὺς πολιορκηθέν, ὠλιγώθη τε καὶ ἐκακώθη, ἀλλ᾽οὐκ εἰς τέλος ἐξετρίβη. φυλάττει γὰρ ἐκ μέρους αὐτὸ Κύριος. Πελοπόννησός τε γὰρ ὅλη τῇ βασιλείᾳ Ῥωμαίων ὑπείκει καὶ Λῆμνος καὶ ῎Ιμβρος καὶ περὶ τὴν Κωνσταντίνου τὸ πλεῖστον τῆς Θρᾴκης μέρος. ἔτι δ᾽αὖ πλὴν τῶν ἀρχῶν καί τινων τῶν ἐν τέλει Κέρκυρα πᾶσα, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος, Ἰθάκη, Λευκάς, Ἤπειρος πᾶσα, Ἰλλυρικόν, Ἀχαΐα, Φωκίς, Βοιωτία, Ἀττική, Ἑλλάς, Μακεδονία, Θρᾴκη. Μυσία ἡ ἄνω, Μυσία ἡ κάτω, Εὔβοια, Κυκλάδες νῆσοι, Κρήτη, Ῥόδος, Κύπρος, Χίος, Λέσβος, ταῦτα πάντα Γραικῶν οἴκησίς ἐστιν. καὶ πᾶσα δὲ ἡ περὶ τὴν Ἀσίαν ἀρχὴ πάντων βαρβάρων τὰ πλεῖστα Γραικοῖς ᾤκησται. εἰσὶ δ᾽αὖ καὶ Σύρων ἄθροισμα πλεῖστον. ἀλλὰ καὶ βασιλεῖαι παμπληθεῖς καὶ κατὰ γλῶτταν διάφοροι τῇ Γραικῶν ὑπείκουσι ἐκκλησίᾳ. ἥ τε γὰρ Ἰβήρων μεγίστη βασιλεία καὶ ἡ Λαζῶν καὶ πρὸς τούτοις ἡ Ζηκχῶν ἐπαρχία καὶ ἡ Ἀλανῶν ἥ τε Τζαρκασῶν καὶ ἡ τῶν Γότθων ἥ τε Μολδοβλαχία καὶ πρὸς τούτοις ἡ καλουμένη Βλαχία μεγάλη καὶ ἡ τῶν Τριβαλλῶν. οὐ μὴν καὶ ἡ τῶν Ἀλβανιτῶν ἀρχὴ καὶ περὶ τὰ ὑπερβόρεια ἡ τῶν Ῥῶς μεγίστη κατὰ τὸν Οὐγγράτην δημοκρατία καὶ ὁ τῆς μεγάλης Ῥωσίας μέγας καλούμενος ῥὴξ ἕτεροί τε ῥῆγες ἐν ἐκείνῃ καὶ ἡ κάτω πᾶσα Ῥωσία τῶν ῥηγῶν ἄνω καί τινων περὶ ἐκείνους ἅπαντας τὸ ὑπήκοον ὑπείκει τῷ Κωνσταντινουπόλεως. τοσαῦτά εἰσι καὶ πλείω μᾶλλον τὰ προσοικειωθησόμενα ὑμῖν.  (...) ἡ μὲν ἐκκλησία Γραικῶν τῶν Λατίνων ἐκκλησία τυγχάνῃ, Γραικοὶ δ᾽αὖ ὡς πρὸς οἰκείαν τὴν Λατίνων (...) τί τὴν μεγάλην καὶ εὐρυάγειαν καθεῖλε πόλιν τῶν Τρώων; οὐκ ἔρις καὶ μάχη; τῶν δὲ Βαβυλωνίων τὸ περιᾳδόμενον τί καὶ καθεῖλε λαμπρότατον καὶ ὀχυρώτατον καὶ μέγιστον τεῖχος; τὴν δὲ ἱερὰν τῶν Ἰεροσολύμων πόλιν οὐ αὕτη καθεῖλεν; οὐχ ἥδε τὸ τῶν Ἑβραίων γένος δοριάλωτον ἅπαν ἐς τῶν Ἀσσυρίων ἀπήγαγεν; οὐ τὴν μεγίστην Ἀσσυρίων καθεῖλε ἀρχήν; οὐ τὴν Περσῶν; οὐ τὴν Ἑλλήνων; οὐ τὴν Ῥωμαίων; πόσαι πόλεις ἐν Ἰταλίᾳ τὸ πάλαι κατηρειπωμέναι καὶ κατῃθαλωμέναι ὑπ᾽ αὐτῆς ἐς δεῦρο διετέλεσαν; ἄρτι Γαλατίαν, θάλλουσαν μὲν τὸ πρῶτον, νῦν δὲ συνεχομένην καὶ φθειρομένην συχνῶς ὑπὸ Βρεττανῶν οὐκ ἔχθρα καὶ μάχη κατ᾽ ἀμφοτέρων ὁπλίζεται, κἀκείνους ὁπωσδήποτε ταύτῃ συμφθείρουσα;

- Έλληνες = Βυζαντινοί

    μὴ δὲ ἐκεῖνό γε πάνυ ἐκφαύλως ἔχον ἡμ ῖν,ὡς Ἑλληνικῇ φωνῇ ταῦτα διέξιμεν,ἐπεὶ ἥ γε τῶν Ἑλλήνων φωνὴ πολλαχῇ ἀνὰ τὴν οἰκουμένην διέσπαρται καὶ συχναῖς ἐκαταμέμεικται.καὶ κλέος μὲν αὐτῇ μέγα τὸ παραυτίκα μεῖζον δὲ καὶ ἐς αὖθις,ὁπότε δὴ ἀνὰ βασιλείαν οὐ φαύλην Ἕλλην τε αὐτὸς βασιλεὺς καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐσόμενοι βασιλεῖς,οἱ δὴ καὶ οἱ τῶν Ἑλλήνων παῖδες ξυλλεγόμενοι κατὰ τὰ σφῶν ἔθιμα ὡς ἥδιστα μὲν σφίσιν αὐτοῖς,τοῖς δὲ ἄλλοις ὡς κράτιστα πολιτεύοιντο

    ἔστι Κάρουλος γένος Ἰταλός, ὀξὺς καὶ δραστήριος ἀνήρ, τὰ μέγιστα πεπονθὼς πρὸς τῶν βασιλέων εὖ καὶ τιμηθεὶς ἀξίαν οὐ τὴν τυχοῦσαν, ἀλλὰ καὶ ἐς δεσπότου φθάσας ἀξίωμα, τὴν προγονικὴν τῶν νήσων προκατάρχων τὴν ἀρχήν. νησιῶτις γάρ. ἡ δ᾽ ἐστὶν Ἰθάκη, Ζάκυνθος, Λευκὰς καὶ Κεφαλληνία. συγκατέλαβε παρὰ μικρὸν τὴν ἀπ᾽ Αἰτωλῶν μέχρι Θεσπρωτῶν καὶ Μολοττῶν, ἣ τῆς Ἠπείρου μέρος, οὐ ξύμπασα, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἀχαΐας τελεῖ. ὅσον ἀπ᾽ Ἀχελῴου μέχρις Εὐήνου διήκει ποταμοῦ. πάσης δὲ ἐκείνης τὰ μὲν ἐπὶ θάλατταν χωρία Ἕλληνες ᾤκουν, τὰ δ᾽ ἀνωτέρω καὶ πρὸς μεσόγαιαν βάρβαροι καὶ πάλαι καὶ νῦν, οὓς ἐκβαλών, τοῦτο μὲν ἀπάτῃ, τοῦτο δὲ δόλῳ, ἔστι δ᾽ οἷς καὶ βίαν ἐπαγαγών, ἄρχει συμπάσης, ἐν ᾗ τὸ παλαιὸν τοσάδε διανενέμητο τὰ γένη, Αἰτωλῶν, Ἀκαρνάνων, Ἀμφιλόχων, Κασσιοπαίων, Δολόπων, Ἀμπρακιωτῶν, Ἀθαμάνων, Θεσπρωτῶν, Μολοττῶν καὶ Χαόνων τῶν καὶ ἀνηκόντων ἐς Ἀκροκεραύνια ὄρη. ταῦτα γένη παλαιὰ καὶ πολλά, εὐανδροῦντα καὶ πολυαδροῦντα τὸ πάλαι, νῦν ἀπορίᾳ μεγάλῃ κατείληπται καὶ τοὔνομα προσαπολωλὸς ἕκαστόν ἐστι. χρόνος γὰρ ὁ μακρὸς λήθην καταχέει πάντων μακράν. καὶ τανῦν ᾤκισται σποράδην ἐκείνη καὶ κατὰ μικρὸν ὑπ᾽ Ἀλβανῶν, γένους ἰλλυρικοῦ ξύμπασα καὶ κωμηδόν. νομαδικὸν γὰρ τὸ γένος, καὶ λυπρόβιον, οὐ πόλεσιν, οὐ φρουρίοις, οὐ κώμαις οὐκ ἀγροῖς, οὐκ ἀμπελῶσιν, ἀλλ᾽ὄρεσι χαῖρον καὶ πεδιάσιν. αἱ δὲ πόλεις καθαρὸν ἔτι σώζουσι τὸ ἑλληνικὸν γένος

- Οι Ιταλοί είχαν καταλάβει τα εδάφη των Μεσσηνίων , Αλείων και των Αχαιών και έλεγχαν την ελληνική γη ( ἑλληνίδα γῆν ) σαν να ήταν πατρογονική τους.

- Ρωμαίοι = Βυζαντινοί
Απ' τον Πανηγυρικό του Ισιδώρου στους Μανουήλ Β΄ και Ιωάννη Η΄.

    Ο Βαγιαζήτ ο Γιλδιρίμ περισφίγγει τους Ρωμαίους ( Βυζαντινούς ).
    Παγιαζίτης ἐκεῖνος, ὃν ἐκάλουν Ἀστραπὴν (...) ἔτι δ᾽ ἄγων καὶ φέρων τὰ Ῥωμαίων καὶ εἰς στενὸν καθυποβάλλων αὐτὰ κομιδῇ, συσφίγξας καὶ συγκλείσας πανταχόθεν ἐπολιόρκει τὴν πόλιν

    Αναφορά σε βυζαντινές τριήρεις : ἐφώρμων γὰρ ἐκεῖσε τριήρεις ῥωμαϊκαί τε καὶ βασιλικαί.

    ἔγνω δὲ μάλιστα τὸ γένος οἷόν ἐστι Ῥωμαίων ( ... ) καὶ οὐδὲν ἐλπίσιν ἦν τοῖς Ῥωμαίοις ὅ,τι καὶ δράσειαν βουλεύεσθαι

    καὶ πατάσσει τὸν πατάξαι καὶ συντρῖψαι τοὺς αὐχένας Ῥωμαίων κατεπαιρόμενον (...) τοῦτο δ᾽ ἐστὶν εἰπεῖν τῶν Ῥωμαίων καὶ παντὸς ἐλευθερίαν χριστιανικοῦ γένους φέρων (...) καὶ γίνονται τῷ βασιλεῖ καὶ Ῥωμαίοις οἱ τὸ πῦρ ἐκείνου πνέοντες παῖδες ἱκέται καὶ ὑπήκοοι.

    παρὰ τὴν νῆσον γίγνεται Θάσον, καὶ πολιορκήσας ταύτην, τῇ τῶν Ῥωμαίων ἐπανέσωσε ἡγεμονίᾳ, καὶ Θετταλῶν εὐθὺς καταλαμβάνει τὴν μητρόπολιν.

    Πελοπόννησος, ἀπολάμβάνουσα τὴν πάτριον καὶ ῥωμαϊκὴν ἐλευθερίαν, παρέπεμψε εὐφημοῦσα μετὰ κρότων καὶ λαμπρῶν τῶν ἐπαίνων νικητὴν καὶ τροπαιοῦχον καὶ σωτῆρα καὶ ῥύστην ἀποκαλοῦσα, καὶ εἴ τι που καὶ περιλέλειπται καλῶς εὐχομένη, τούτῳ συγκατειργάσθαι τοῖς ἄλλοις καὶ ταῦτα καὶ μηδὲν ἔτι περιλελεῖφθαι ταύτης τῆς βασιλικῆς ἐπικρατείας ἐκτός. οὕτω καὶ φρονοῦσα καὶ δοξάζουσα καὶ γεραίρουσα κοινῇ προπέμπει πᾶσα μέχρι Κεγχρεῶν καὶ θαλάττης τὸν φιλόπονον καὶ φιλορρώμαιον βασιλέα ( = Ιωάννης Η' Παλαιολόγος ).

    καὶ φερομένων εὖ τῶν πραγμάτων Ῥωμαίοις, λαῖλαψ ἐγείρεται καὶ καταιγὶς ἐθνική, ταράσσουσα πᾶσαν γῆν ῥωμαΐδα καὶ συνέχουσα καὶ ἐς στενὸν ἄγουσα κομιδῇ, καταπιεῖν ὠρυομένην καὶ λαφύξαι τὸν περιούσιον τοῦ θεοῦ λαόν.
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )

Άβαταρ μέλους
Τλαξκαλτέκος
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 3378

Re: Βυζαντινή ιστορία

Δημοσίευσηαπό Τλαξκαλτέκος » 25 Απρ 2026, 22:58

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΛΕΒΕΝΙΩΤΗΣ , Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ - ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΣΥΝΟΡΟ ΚΑΙ Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟ Β΄ ΗΜΙΣΥ ΤΟΥ 11ΟΥ ΑΙ.
https://ikee.lib.auth.gr/record/76923/f ... 07-653.pdf

Οι Βυζαντινοί μπορούσαν έως και τον 10ο αι. να βασιστούν σε μία αρκετά εύχρηστη διοικητικά, ιδιαίτερα ανθηρή οικονομικά και εξαιρετικά ισχυρή στρατιωτικά διοικητική και γεωγραφική μονάδα, όπως ήταν η δυτική και κεντρική Μικρά Ασία, από όπου ήταν σε θέση να αντλήσουν πόρους και το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό, για να καλύψουν τις ανάγκες του κράτους τους και να αντιμετωπίσουν την αραβική απειλή. Η θρησκευτική και εθνική ομοιογένεια που χαρακτήριζε τις μικρασιατικές επαρχίες της αυτοκρατορίας έως τα μέσα περίπου του 10ου αι. έπαψε ωστόσο να υφίσταται τον 11ο αι., μετά την βυζαντινή επέκταση προς ανατολάς και την ενσωμάτωση αλλοεθνών πληθυσμών, που ακολουθούσαν διαφορετικά δόγματα, μιλούσαν άλλες γλώσσες και δεν ήταν φυσικά απόλυτα αφοσιωμένοι στα «ρωμαϊκά» εθνοθρησκευτικά, πολιτιστικά και κρατικά ιδεώδη. Ακόμη και ο χαρακτήρας του εσωτερικού μικρασιατικού οροπεδίου, δηλαδή της ευρύτερης Καππαδοκίας, που είχε αποτελέσει ζωτική για το κράτος περιοχή κατά την διάρκεια των βυζαντινο-αραβικών συγκρούσεων, μεταβλήθηκε ουσιαστικά κατά τον 11ο αι., μετά την οριστική και αμετάκλητη παρακμή των άλλοτε πανίσχυρων στρατιωτικών οικογενειών της περιοχής (Φωκάδες, Σκληροί, Μαλεΐνοι κ.ά.) και την εγκατάσταση της αρμενικής «αριστοκρατίας» και πολυάριθμων Αρμενίων μεταναστών, πολλές φορές ανοικτά εχθρικών έναντι των Βυζαντινών.
Το παλαιό συνεκτικό και συγκεντρωτικό θεματικό σύστημα, που εξασφάλιζε την ενότητα της στρατιωτικής και πολιτικής διοίκησης και την άσκηση της αρχής εθνικά ομοιογενών περιφερειών από ολιγάριθμους ισχυρούς διοικητές, έπαψε να υφίσταται οριστικά μετά τα μέσα του 10ου αι. Από την εποχή ήδη του Βασιλείου Β΄ και εξής οι περιοχές της δυτικής και κεντρικής Μικράς Ασίας παραμελήθηκαν και παρήκμασαν στρατιωτικά. Τα παλαιά θεματικά στρατεύματα της ευρύτερης περιοχής απώλεσαν την άλλοτε σπουδαία μαχητική τους αξία και μειώθηκαν αριθμητικά, ενώ τα άλλοτε αναρίθμητα φρούριά της αφέθηκαν στην ερήμωση. Οι κεντρικές κυβερνήσεις της Κωνσταντινούπολης είχαν αφιερώσει το σύνολο ουσιαστικά της προσοχής και της μέριμνάς τους στην ενίσχυση και στην περαιτέρω επέκταση των συνοριακών περιοχών του κράτους, αλλά η συγκρεκριμένη πολιτική δημιουργούσε κινδύνους: εφόσον ο εχθρός μπορούσε να διασπάσει την συνοριακή άμυνα, πράγμα όχι εξαιρετικά δύσκολο εξαιτίας της υπερέκτασης της συνοριακής γραμμής και της δυσκίνητης φύσης των αυτοκρατορικών δυνάμεων, ήταν σε θέση να προωθηθεί σχετικά ανεμπόδιστος έως την δυτική Μικρά Ασία. Οι εκτεταμένες περικοπές στον στρατιωτικό προϋπολογισμό του κράτους, που εφαρμόστηκαν ως συνειδητή πολιτική από τις αυτοκρατορικές κυβερνήσεις γύρω στα μέσα του 11ου αι., ειδικά από τον Κωνσταντίνο Ι΄ Δούκα, όταν ακριβώς ο τουρκικός κίνδυνος γινόταν ολοένα και πιο απειλητικός, οπωσδήποτε υπονόμευσε περαιτέρω την αμυντική ικανότητα των βυζαντινών δυνάμεων στην Ανατολή.
Μετά την κατάκτηση των νέων εδαφών στην Ανατολή, επιβλήθηκε μια καινούρια διοικητικο-στρατιωτική οργάνωση στα συνοριακά εδάφη της αυτοκρατορίας, που είχε αρχικά ως στόχο την υπαγωγή των διαφόρων μονάδων στον ευρύτερο έλεγχο τριών νέων διοικητών (δούκες Χαλδίας, Μεσοποταμίας, Αντιοχείας). Η προέλαση ωστόσο στα ανατολικά συνεχίστηκε με την προσάρτηση νέων εκτεταμένων εδαφών (Ταρών, Βαασπρακανία, Ιβηρία, Έδεσσα, Μεγάλη Αρμενία).
Οι νέες διοικητικο-στρατιωτικές περιφέρειες, που ιδρύθηκαν στο σύνορο, έφεραν διαφορετικού τύπου ονομασίες,
ΚΡΥΦΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: ΕΜΦΑΝΙΣΗ
Τα πρώτα θέματα λάμβαναν τις ονομασίες τους από παλαιά στρατιωτικά σώματα (π.χ. Ανατολικών από τους Orientales, Οψίκιον από το Obsequium, Αρμενιάκων από τους στρατιώτες της praefectura praetorio per Armeniam κλπ.). Τα μεταγενέστερα θέματα ονομάζονταν από τις γεωγραφικές περιφέρειες στις οποίες εκτείνονταν ή κάλυπταν (π.χ. Παφλαγονία, Καππαδοκία κλπ.). ή τις πρωτεύουσές τους. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με τις διοικητικές περιφέρειες που ιδρύθηκαν στο ανατολικό σύνορο της αυτοκρατορίας από το β´ ήμισυ του 10ου έως τα μέσα του 11ου αι. (π.χ. Ιβηρία, Βαασπρακανία, Μελιτηνή, Έδεσσα, Αντιόχεια κλπ.). Οι περιφέρειες αυτές αποκαλούνται καταχρηστικώς σήμερα ως δουκάτα, κατεπανάτα κλπ. από τα αξιώματα που έφεραν οι διοικητές τους. Οι Βυζαντινοί συγγραφείς της εποχής τα αποκαλούν ωστόσο στα έργα τους ως γαίες, χώρες, τόπους κλπ., χρησιμοποιώντας παλαιότερη ορολογία, η οποία απαντά ήδη στον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο για τις περιφέρειες και τις εξαρτημένες ηγεμονίες που εκτείνονταν πέρα από τα ανατολικά σύνορα στης αυτοκρατορίας έως τα μέσα του 10ου αι. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να τις διαχωρίσουν από τα παλαιά μεγάλα «ρωμαϊκά θέματα» της δυτικής Μικράς Ασίας και να τονίσουν ότι κατοικούνταν από αλλοεθνείς και αλλόθρησκους πληθυσμούς. Οι Αρμένιοι ιστοριογράφοι χρησιμοποιούν από την άλλη παλαιότερη αρμενική ορολογία, για να προσδιορίσουν τις συγκεκριμένες περιφέρειες (π.χ. ašxarh, naxang, gawar).

υστερούσαν σε έκταση από τα παλαιά μεγάλα «ρωμαϊκά» θέματα και διέθεταν αρκετά διαφορετική οργανωτική δομή από αυτά ·
ΚΡΥΦΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: ΕΜΦΑΝΙΣΗ
Οι αλλοεθνείς πληθυσμοί, όπως π.χ. οι μουσουλμάνοι του δουκάτου Αντιοχείας, διέθεταν δικούς τους πολιτικούς διοικητές (π.χ. οι καδήδες). Το ντόπιο στοιχείο (Αρμένιοι, Σύροι, Άραβες κ.ά.) διαδραμάτιζε κατά τα φαινόμενα σημαντικό ρόλο στην τοπική αποκεντρωμένη διοίκηση. Σε ό,τι αφορά στην στρατιωτική οργάνωση των ανατολικών περιοχών, δεν είχε εφαρμοστεί το παλαιό θεματικό σύστημα (ο συνδυασμός δηλαδή της υποχρεωτικής στρατιωτικής υπηρεσίας με την κατοχή ιδιόκτητης γης). Αντιθέτως, οι δυνάμεις που υπηρετούσαν σε αυτές τις περιοχές ήταν μόνιμες και επαγγελματικές και απαρτίζονταν από άνδρες διαφόρων εθνικοτήτων (Βυζαντινοί, Αρμένιοι, Φράγγοι κ.ά.). Η ευρύτερη διοικητική οργάνωση είχε λάβει υπόψη τις τοπικές συνθήκες και παραμέτρους και ενσωματώσει στοιχεία της παλαιότερης διοικητικής κατάστασης, που ίσχυε πριν από την βυζαντινή κατάκτηση. Η διοίκηση των ανατολικών περιφερειών δεν ήταν τόσο συγκεντρωτική και ελεγχόμενη από το κέντρο, όπως εκείνη των παλαιότερων θεμάτων. Επρόκειτο γενικά για ένα σύστημα που δημιουργήθηκε σε μία εντελώς διαφορετική χρονική περίοδο από εκείνη του θεματικού θεσμού, υπό διαφορετικές ευρύτερες συνθήκες, σε άλλες περιοχές, που διέθεταν αλλοεθνείς πληθυσμούς. Ήταν δηλαδή γενικά ένα σύστημα με διαφορετική δομή, που εξυπηρετούσε επίσης διαφορετικές ανάγκες.

κυρίως ήταν κατάλληλες για την αντιμετώπιση τοπικών στρατιωτικών επεισοδίων και διεισδύσεων σχετικά περιορισμένης έκτασης καθώς και για την στρατολόγηση δυνάμεων για την πραγματοποίηση μεγάλων επιθετικών εκστρατειών. Οι μετέπειτα ιστορικές εξελίξεις ωστόσο απέδειξαν τελικά ότι οι νέες στρατιωτικές περιφέρειες αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν εχθρικές εισβολές ευρείας κλίμακας, καθώς η συγκέντρωση στρατευμάτων σε τέτοιες περιπτώσεις δεν βάρυνε κατ’ ουσίαν τους τοπικούς διοικητές αλλά τον ίδιο τον αυτοκράτορα και τους ανώτατους διοικητές του βυζαντινού στρατεύματος (δομέστικος των σχολών της Ανατολής και στα Βαλκάνια δομέστικος των σχολών της Δύσεως). Η δράση των μεγάλων πολεμιστών-αυτοκρατόρων του 10ου αι. και των στρατηγών τους, που διέθεταν πραγματικά μεγάλες ικανότητες στην οργάνωση, στον τακτικό σχεδιασμό, στην διεξαγωγή και στην στρατηγική και διπλωματική εκμετάλλευση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, είχε δημιουργήσει κατά τα φαινόμενα ένα σύστημα που εξαρτάτο ιδιαίτερα από τις ικανότητες των εκάστοτε διοικητών, ακόμη και όταν τα βυζαντινά στρατεύματα χαρακτηρίζονταν από άρτια οργάνωση και διοικητική μέριμνα και διέθεταν καλό οπλισμό και εκπαίδευση, πειθαρχία και υψηλό ηθικό. Όταν τελικά ένας μέτριος ή απλά καλός στα στρατιωτικά θέματα αυτοκράτορας, όπως π.χ. ο Ρωμανός Γ΄ Αργυρός ή ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης, χρειάστηκε να εκστρατεύσει στην Ανατολή, η διαφορά με τους προκατόχους του υπήρξε εμφανέστατη, ενώ αρκετοί ηγεμόνες, όπως π.χ. ο Κωνσταντίνος Ι΄ Δούκας και ο γιος του Μιχαήλ Ζ΄ «Παραπινάκιος», ούτε καν διανοήθηκαν να ηγηθούν των στρατευμάτων τους στο πεδίο της μάχης.
Το παλαιότερο αμυντικό θεματικό σύστημα, που έδινε μεγάλη έμφαση στην συνεχή παρενόχληση του εχθρού, στις ενέδρες και στην προβολή άμυνας εις βάθος, είχε αντικατασταθεί λοιπόν από μία νέα διοικητικο-στρατιωτική οργανωτική δομή, που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της επεκτατικής πολιτικής της αυτοκρατορίας στη Ανατολή. Το σύστημα αυτό λειτούργησε με ιδιαίτερη επιτυχία κατά την περίοδο της βυζαντινής προέλασης στα ανατολικά (χονδρικά έως και την δεκαετία του 1040), σε συνδυασμό με μία επιτυχημένη διπλωματία και την παράλληλη ύπαρξη υποτελών κρατών στα σύνορα, αλλά δεν διέθετε αμυντικό προσανατολισμό, όπως η θεματική οργάνωση, και αποδείχθηκε τελικά σχετικά ευάλωτο σε μείζονες εχθρικές επιβουλές. Όταν μάλιστα χρειάστηκε να αντιμετωπιστούν εισβολές σε πολλά μέτωπα και κυρίως να πραγματοποιηθούν εκστρατείες ευρείας κλίμακας για την απόκρουση των Τούρκων στην Αρμενία και την βόρεια Συρία, οι τοπικοί διοικητές αποδείχθηκαν αναποτελεσματικοί, οι υπάρχοντες πόροι ανεπαρκείς και οι διαθέσιμες δυνάμεις (ξενικά μισθοφορικά σώματα, αρμενικές φρουρές, ανεκπαίδευτοι επίστρατοι, αυτοκρατορικά τάγματα) περιορισμένες αριθμητικά.
Η στρατιωτική οργάνωση και η διάρθρωση του νέου συστήματος υπήρξαν επιπρόσθετα υπερβολικά πολύπλοκες και διεσπασμένες. Ο κατάλογος των στρατιωτικών περιφερειών και των διοικητικών μονάδων της εποχής συμπεριλάμβανε πλέον δουκάτα, κατεπανάτα, θέματα, τούρμες, στρατηγίδες, κλεισούρες, μεμονωμένα φρούρια και άλλες στρατιωτικές και οικονομικές διοικήσεις (τόποι αρμενικής εγκατάστασης, καθαρά αρμενικές περιοχές [λ.χ. στρατηγίδα του Sasun], κουρατωρίες, επισκέψεις κλπ.). Η εσωτερική (πολιτική) διοίκηση των επαρχιακών περιφερειών είχε αφαιρεθεί από τους στρατηγούς και ανατεθεί σε πολιτικούς-δικαστικούς αξιωματούχους, τους κριτές ή πραίτωρες (ή δικαστές). Η διάσπαση των διοικήσεων, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε παλαιότερα με τα μεγάλα θέματα με την πιο περιορισμένη γραφειοκρατική οργάνωση και τους αδιαμφισβήτητους κυβερνήτες τους, τους στρατηγούς, δημιουργούσε κατά τα φαινόμενα συχνά προβλήματα, με την σύγχυση και την επικάλυψη των ποικίλων αρμοδιοτήτων και τις προστριβές ανάμεσα στους διάφορους κατεπάνω, δούκες, στρατηγούς, αρχηγούς μισθοφόρων, δομέστικους των σχολών της Ανατολής (ή της Εώας), στρατοπεδάρχες και στρατηγούς αυτοκράτορες που αποστέλλονταν στο ανατολικό σύνορο. Η αντίδραση επίσης των υπαρχουσών δυνάμεων φρουράς και ανάσχεσης ή κρούσης στις εχθρικές εισβολές ήταν συνήθως βραδεία. Το συνήθως περιορισμένο μέγεθός τους, η εξάρτηση των κινήσεών τους από το υπάρχον σύστημα στρατιωτικής οργάνωσης και επιμελητείας και η έλλειψη ταχυκινησίας, σε συνδυασμό με την έλλειψη άμυνας εις βάθος, εξαιτίας της παραμέλησης των σωμάτων και των οχυρώσεων της κεντρικής Μικράς Ασίας και την έλλειψη συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης, όπως των εκείνης των παλαιών φρυκτωριών, δεν επέτρεπαν σε πολλές περιπτώσεις την προβολή επιτυχούς άμυνας, ειδικά όταν σημειώνονταν ταυτόχρονες εχθρικές εισβολές. Τα δυσκίνητα αυτοκρατορικά στρατεύματα δεν ήταν σε θέση να βρίσκονται σε όλα τα σημεία, όπως συνέβαινε με τις πολυάριθμες τουρκικές ομάδες, που δεν ελέγχονταν από μία κεντρική διοίκηση. Η υπερέκταση των ανατολικών συνόρων της αυτοκρατορίας του 11ου αι., εν αντιθέσει με τα πολύ πιο περιορισμένα σύνορα των 8ου-10ου αι., αποτελούσε επίσης, όπως προείπαμε, σημαντικό πρόβλημα για τους Βυζαντινούς. Οι οροσειρές του Ταύρου και του Αντίταυρου συνιστούσαν έως και τον 10ο αι. σπουδαίο αμυντικό πλεονέκτημα για αυτοκρατορικά στρατεύματα, τα οποία μπορούσαν να οργανώσουν εκεί την άμυνά τους. Τα σύνορα ωστόσο του 11ου αι. δεν διέθεταν ανάλογα φυσικά κωλύματα, που θα δυσκόλευαν τους επίδοξους εισβολείς και θα επέτρεπαν στις τοπικές βυζαντινές φρουρές να παγιδεύουν τους επιδρομείς στα ορεινά περάσματα, όπως συνέβαινε με τις παλαιές κλεισούρες.
Μετά την ενσωμάτωση του Širak/Ανίου στην αυτοκρατορία (1045), o Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος αποστράτευσε, για πολιτικούς αλλά και για στρατιωτικούς λόγους, τις λεγόμενες «αρμενο-ιβηρικές» δυνάμεις, τα παραδοσιακά δηλαδή, «φεουδαρχικού τύπου», στρατιωτικά σώματα των Αρμενίων azat, που αποτελούσαν ημιανεξάρτητους υποτελείς των Αρμενίων βασιλέων. Παρόλ’ αυτά οι πρώτες τουρκικές επιδρομές στα αρμενικά εδάφη αντιμετωπίστηκαν αρχικά με σχετική επιτυχία και χωρίς μεγάλες απώλειες για την αυτοκρατορία, εξαιρουμένης της άλωσης του Άρτζε, που οφειλόταν καθαρά στην υποτίμηση του κινδύνου από τον τοπικό πληθυσμό. Η αποστράτευση λοιπόν δεν υπονόμευσε ιδιαίτερα την άμυνα της ευρύτερης περιοχής, όπως υποστηρίζεται συνήθως.
Η χρονική ωστόσο περίοδος 1055-1068 υπήρξε πραγματικά καταστροφική για τις ανατολικές περιφέρειες της αυτοκρατορίας, καθώς τότε εντάθηκαν οι τουρκικές επιδρομές και επεκτάθηκαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Βασικοί υπαίτοι αυτής της εξέλιξης ήταν, κατά την γνώμη μας, οι εξής κρίσιμοι παράγοντες:
(α) Η πολιτική αστάθεια και τα αλλεπάλληλα πολιτικά και στρατιωτικά κινήματα που σημειώθηκαν κατά την περίοδο 1055-1081.
(β) Η φιλειρηνική :ohno: εξωτερική πολιτική της Θεοδώρας, του Μιχαήλ ΣΤ´ «Στρατιωτικού» και του Κωνσταντίνου Ι´ Δούκα, που επιχείρησαν να αντιμετωπίσουν με διαπραγματεύσεις και παραχωρήσεις την ολοένα αυξανόμενη τουρκική απειλή, εγκαταλείποντας έτσι την πολιτική της συνεχούς και συνδυασμένης στρατιωτικής και διπλωματικής πίεσης που εφάρμοζαν έναντι των γειτόνων του κράτους οι προκάτοχοί τους στον αυτοκρατορικό θρόνο.
(γ) Οι μεγάλες απώλειες που υπέστησαν τα ανατολικά στρατεύματα στην εμφύλια σύγκρουση του 1057.
(δ) Η απόσυρση πολυάριθμων στρατιωτικών δυνάμεων του ανατολικού συνόρου στα Βαλκάνια για την αντιμετώπιση των Πετσενέγων και των Ούζων (και αργότερα για να συμμετάσχουν σε εμφύλιες συγκρούσεις).
(ε) Η άκαιρη εθνοθρησκευτική και κυρίως αντιστρατιωτική πολιτική του Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα καθώς και η υποτίμηση ή η μη κατανόηση της τουρκικής απειλής από τον ίδιο και την κυβέρνησή του. Η προοδευτική όξυνση των θρησκευτικών διαμαχών ανάμεσα σε Έλληνες, Αρμενίους και Σύρους από την βασιλεία ήδη του Ρωμανού Γ΄ Αργυρού (1028-1034) κορυφώθηκε πραγματικά επί Κωνσταντίνου Ι΄ αλλά και κατά τα επόμενα χρόνια. Οι σχέσεις των εθνοτήτων κυριολεκτικά δηληριάστηκαν από την αμοιβαία καχυποψία (χαρακτηριστικές οι κατηγορίες εναντίον των Αρμενίων για προσπάθεια συνδιαλλαγής με τους Τούρκους) και οδηγήθηκαν σε ανοικτή εχθρότητα, που πολλές φορές εκδηλώθηκε με ακραία φαινόμενα βίας, όπως για παράδειγμα η δολοφονία του ορθόδοξου μητροπολίτη Καισαρείας Μάρκου και η εξόντωση του Κακίκιου Ανιώτη.
(στ) Η ατυχής έμπνευση του Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα να διαιρέσει (πιθανότατα γύρω στο 1059/60) το ενωμένο δουκάτο Ιβηρίας-Μεγάλης Αρμενίας, που είχε αντισταθεί δυναμικά έως τα μέσα της δεκαετίας του 1050 στις συνεχόμενες τουρκικές εισβολές, σε δύο ξεχωριστές διοικητικές περιφέρειες. Ο ίδιος αυτοκράτορας διέκοψε ταυτόχρονα την παροχή οικονομικής βοήθειας στον δούκα του Ανίου, που έπρεπε εις το εξής να βασιστεί αποκλειστικά στα τοπικά διαθέσιμα μέσα. Άμεσο αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών υπήρξε η άλωση του Ανίου από τον Alp Αrslan το 1064 και η κατάρρευση της Μεγάλης Αρμενίας. Η περιφέρεια της Αντιόχειας άρχισε επίσης από τα μέσα της δεκαετίας του 1060 να υφίσταται τις συνέπειες της αριθμητικής αύξησης των Τουρκομάνων στο νοτιοανατολικό σύνορο, ενώ οι τοπικοί δούκες δεν ήταν σε θέση να πράξουν πολλά, εξαιτίας της έλλειψης οικονομικών πόρων και ικανού αριθμού ανδρών.
Όταν ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης ανήλθε στον θρόνο, προσπάθησε να στρατολογήσει και πάλι τους εναπομείναντες θεματικούς στρατιώτες των παλαιών «μεγάλων ρωμαϊκών θεμάτων», που διέθεταν ωστόσο πλέον εξαιρετικά περιορισμένη μαχητική αξία, και να ενισχύσει τον νότιο και κεντρικό τομέα του ανατολικού συνόρου, προφανώς με αρκετά θετικά αποτελέσματα, καθώς οι συγκεκριμένες περιοχές αντιστάθηκαν επιτυχώς κατά τα αμέσως επόμενα χρόνια. O Ρωμανός επιχείρησε ταυτόχρονα, παρά τις αντίθετες εισηγήσεις μερικών, αλλά όχι και του Μιχαήλ Ατταλειάτη, να αποκαταστήσει την αυτοκρατορική κυριαρχία στα αρμενικά εδάφη, επειδή είχε αντιληφθεί ορθά την στρατηγική σημασία αυτών των περιοχών. Η τελική έκβαση της πολυσυζητημένης μάχης του Μαντζικέρτ σηματοδότησε ουσιαστικά την οριστική κατάρρευση του βυζαντινού ελέγχου στην Αρμενία. Το αποτέλεσμα καθαυτής της σύγκρουσης υπήρξε καταστροφικό όχι τόσο σε τακτικό, καθώς οι απώλειες των Βυζαντινών υπήρξαν μάλλον σχετικά περιορισμένες, όσο σε στρατηγικό και ψυχολογικό επίπεδο, καθώς τότε αιχμαλωτίστηκε για πρώτη φορά ένας Ρωμαίος αυτοκράτορας από τους μουσουλμάνους. Αμέσως μετά ακολούθησε ένας ακόμη πιο καταστροφικός εμφύλιος πόλεμος, που δίχασε τον στρατό της Ανατολής και έπληξε ιδιαίτερα τις καππαδοκικές μονάδες, τις μόνες αξιόμαχες δυνάμεις της κεντρικής (αλλά και της δυτικής) Μικράς Ασίας. Η συνθήκη που υπογράφηκε μετά την μάχη του Μαντζικέρτ ανάμεσα στον Ρωμανό Δ΄ και τον Alp Arslan δεν εφαρμόστηκε ποτέ και από καμία πλευρά. Αντιθέτως ο σουλτάνος άδραξε την κατάλληλη ευκαιρία και έδωσε το ελεύθερο στους πολυάριθμους Τουρκομάνους και Σελτζούκους εμίρηδες να εισβάλουν και πάλι με τα σώματά τους στην Μικρά Ασία.
Οι τελευταίοι αυτοκρατορικοί διοικητές της Ιβηρίας, όπως ο Γρηγόριος Πακουριανός, αναγκάστηκαν να παραδώσουν ήδη στα μέσα της δεκαετίας του 1070 τα οχυρά που ήλεγχαν ακόμη στους Γεωργιανούς και να αποχωρήσουν, με την ελπίδα ότι οι τελευταίοι θα κατόρθωναν να τα διατηρήσουν, πράγμα φυσικά που δεν έγινε. Η κατάρρευση της βυζαντινής κυριαρχίας στην Αρμενία και η μετέπειτα κατάληψη της Θεοδοσιούπολης από τους Τούρκους υπήρξαν πολύ σημαντικές εξελίξεις, γιατί έδωσαν στους τελευταίους την δυνατότητα να διεισδύουν ευκολότερα έως τις δυτικότερες μικρασιατικές περιοχές από τις κοιλάδες του Ευφράτη, του Λύκου και του Άλυ και να εκμεταλλευθούν τις εσωτερικές διαμάχες των Βυζαντινών προς ίδιον όφελος. Οι περιοχές του βορειοανατολικού συνόρου αποτελούσαν επίσης σαφώς συντομότερη οδό πρόσβασης για τους Τουρκομάνους που κατευθύνονταν από τις περσικές περιοχές και το Αζερμπαϊτζάν προς την Δύση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούσαν να αποφύγουν τις συριακές περιοχές, όπου οι τοπικοί Άραβες εμίρηδες ήταν συχνά εχθρικοί, αλλά και το οργανωμένο και σαφώς ισχυρότερο αμυντικό σύστημα της αυτοκρατορίας στην βόρεια Συρία, την Έδεσσα, την Μελιτηνή, τον Ταύρο και τον Αντίταυρο, που αποτελούσαν συν τοις άλλοις μεγάλα φυσικά κωλύματα, η διέλευση των οποίων ήταν πολύ επικίνδυνη. Εξαίρεση αποτελούσε η περιοχή της Χαλδίας που προστατευόταν από τις ποντικές Άλπεις. Ο Θεόδωρος Γαβράς αυτονομήθηκε ουσιαστικά στην συγκεκριμένη περιφέρεια κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1070, αν και αναγνώριζε λίγο ή πολύ την αυτοκρατορική επικυριαρχία επί Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (γεγονός που εξηγεί τις θετικές κρίσεις της Άννας Κομνηνής για τον ίδιο). Ο ίδιος έφερε μετά το 1081 τον τίτλο του σεβαστού και κατόρθωσε να διατηρήσει την Χαλδία έως τον μαρτυρικό του θάνατο το 1098. Νοτιότερα, ισχυρές αυτοκρατορικές φρουρές, απαρτιζόμενες πολλές φορές από Αρμένιους, Φραγγονορμανδούς και άλλους μισθοφόρους, υπήρχαν στις συνοριακά προωθημένες Μεσοποταμία, Ρωμανούπολη, Σαμόσατα, Έδεσσα, Τελούχ και Ιεράπολη. Οι δυνάμεις αυτές υποστηρίζονταν από μία δεύτερη γραμμή άμυνας, από τα στρατεύματα δηλαδή που είχαν τοποθετηθεί στην Αντιόχεια, την Γερμανίκεια, την Μελιτηνή και την Τζαμανδό. Αρκετά ισχυρά αυτοκρατορικά σώματα υπήρχαν ακόμη στον Ταύρο και την Κιλικία. Δεν συνέβαινε ωστόσο το ίδιο με τις περιοχές της Καισάρειας και της Σεβάστειας, όπου είχαν εγκατασταθεί οι Αρμένιοι, ενώ το Αρμενιακόν βρισκόταν υπό τον στρατιωτικό έλεγχο των αξιόμαχων αλλά σχετικά ολιγάριθμων και εντελώς αναξιόπιστων Φραγγονορμανδών. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η βυζαντινή κυριαρχία στις νοτιοανατολικές περιφέρειες διήρκεσε πολύ περισσότερο από ό,τι στην Αρμενία και την ευρύτερη Καππαδοκία.
Στον κεντρικό τομέα του βυζαντινού συνόρου στην Ανατολή, δηλαδή στις περιοχές του δουκάτου Εδέσσης, η τουρκική πίεση χαλάρωσε για ένα διάστημα μετά το 1071, επειδή ακριβώς η κατάκτηση της Αρμενίας είχε δώσει στους Τούρκους μία πολύτιμη εναλλακτική οδό, για να διεισδύουν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Η ενδεχόμενη αναγνώριση της επικυριαρχίας του Alp Αrslan το 1071 από την Έδεσσα, που ακόμη και αν έλαβε χώρα, υπήρξε πάντως ονομαστική και εντελώς πρόσκαιρη, προστάτευσε ίσως την πόλη στα χρόνια που ακολούθησαν μετά την μάχη του Μαντζικέρτ. Οι Τουρκομάνοι εμίρηδες που δρούσαν νοτιότερα, στο μέτωπο της Συρίας, όπως ο Ιbn Hān, o Afšīn Bey και ο Ahmetşah υπήρξαν αρκετά ικανοί, αλλά δεν συγκαταλέγονταν στους πιο διακεκριμένους και πιστούς αξιωματικούς των σουλτάνων. Η δράση τους υπήρξε ενίοτε καταστροφική για τις βυζαντινές περιοχές, αλλά πάντοτε δευτερεύουσας σημασίας, γεγονός που κατανόησε ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης, μετά τις πρώτες του μικρασιατικές εκστρατείες, και γι’ αυτό στόχευσε στην επανάκτηση της Αρμενίας με την μοιραία εκστρατεία του 1071. Οι προαναφερθέντες Τουρκομάνοι αρχηγοί υπήρξαν αδίστακτοι στην βόρεια Συρία, αλλά ήταν επιπρόσθετα και αρκετά προσεκτικοί, για να μην προκαλέσουν τους ισχυρούς Άραβες εμίρηδες της Άμιδας και του Χαλεπίου. O Αtsiz bin Uvaq al-Khwārizmī βοήθησε μεν τους Άραβες του Χαλεπίου στις επιθέσεις τους εναντίον του δουκάτου Αντιοχείας, αλλά έδρασε κυρίως νοτιότερα, στην Ramla, την Ιερουσαλήμ και στην Δαμασκό. Μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1070 ο Φιλάρετος Βραχάμιος ήλεγχε, δια του Βασιλείου Αποκάπη, την ευρύτερη περιοχή της Έδεσσας ακολουθώντας αναγκαστικά πολιτική συνδιαλλαγής με τους Τούρκους.
Η εξέλιξη των πραγμάτων στον νοτιοανατολικό τομέα του συνόρου υπήρξε πάντως αρκετά διαφορετική. Ο αυτοκρατορικός δουξ Αντιοχείας Ισαάκιος Κομνηνός επιβλήθηκε μεν στο ταραγμένο εσωτερικό της πόλης, αλλά δεν κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τους Τούρκους και τον Φιλάρετο Βραχάμιο. Η ασταθής ισορροπία του ικανού μεν αλλά και αδίστακτου Βραχάμιου ανάμεσα στις αντιμαχόμενες τουρκικές παρατάξεις και η προσέλκυση πολλών τοπικών στρατιωτικών αρχηγών, Αρμενίων και μη, του επέτρεψαν να διατηρήσει χωρίς μεγάλες απώλειες τον έλεγχο των περιφερειών του νοτιοανατολικού συνόρου, εξαιρουμένης της υπερβολικά εκτεθειμένης Ιεραπόλεως που υπέκυψε το 1075. Ο ίδιος δεν δίστασε να στραφεί, από κοινού με τους μουσουλμάνους, εναντίον του ομοεθνή του και διοικητή του Sasun Τ‘οrnik Mamikonean, που αναγνώριζε μάλλον την αυτοκρατορική αρχή. Ο Φιλάρετος κατέβαλλε παράλληλα φόρο υποτελείας στον εμίρη του Χαλεπίου για τα συριακά του εδάφη (ακριβώς το αντίθετο δηλαδή με ό,τι συνέβαινε στα τέλη του 10ου αι.). Λίγο αργότερα, επί Νικηφόρου Γ΄ Βοτανειάτη (ca. 1078), αναγνώρισε εκ νέου την αυτοκρατορική επικυριαρχία. Ο Βραχάμιος δεν κατόρθωσε ωστόσο να διατηρήσει τελικά τον έλεγχο των εκτεταμένων εδαφών του. Ο ίδιος δεν μπορούσε να αναμένει καμία βοήθεια από την Κωνσταντινούπολη, ενώ η πολιτική της φυσικής εξόντωσης των αντιφρονούντων και κυρίως των αναγκαστικών συμβιβασμών του με τον εχθρό και της ανάμιξής του στις ενδομουσουλμανικές διαμάχες τον κατέστησε αντιπαθή, τόσο στην Αντιόχεια όσο και στην Έδεσσα, και τελικά οδήγησε στην υποταγή του στον σουλτάνο Melikşah και στην πλήρη αποδυνάμωσή του. Καθοριστική για την κατάρρευση της βυζαντινής κυριαρχίας στην ευρύτερη περιοχή υπήρξε βέβαια η άλωση της συριακής μητρόπολης από τον Kutalmişoğlu Süleyman (4 Δεκεμβρίου 1084), γεγονός που έπληξε καίρια την δύναμη και το κύρος του Φιλάρετου. Aκόμη πάντως και μετά την συγκεκριμένη εξέλιξη, οι Αρμένιοι διοικητές εξακολουθούσαν να ελέγχουν την Έδεσσα και την Μελιτηνή, όταν κατέφθασαν στην περιοχή οι πρώτοι Σταυροφόροι, αναγνωρίζοντας μάλιστα την αυτοκρατορική επικυριαρχία και φέροντας υψηλούς τίτλους.
Σπουδαίο ρόλο για την απώλεια του ελέγχου των ανατολικών επαρχιών από την Κωνσταντινούπολη διαδραμάτισε και το στασιαστικό κίνημα του Νορμανδού Ουρσελίου (ca. 1073-1076) στην κεντρική και βορειοδυτική Μικρά Ασία με επίκεντρο το Αρμενιακόν. Η καταστροφική δράση του φιλόδοξου μισθοφόρου απέκοψε, μεταξύ άλλων, την επικοινωνία της πρωτεύουσας με τις περιοχές της Θεοδοσιούπολης, της Μελιτηνής, της Έδεσσας και της Αντιόχειας. Οι ενδοβυζαντινές έριδες, όπως η ουσιαστικά εμφύλια σύγκρουση Ρωμανού Διογένη-Δουκών, και τα αλλεπάλληλα στασιαστικά κινήματα, έδωσαν την ευκαιρία στους Τούρκους αρχηγούς να αναμιχθούν σε αυτές, να διεισδύσουν έως τις δυτικότερες περιοχές της Μικράς Ασίας και να ιδρύσουν προσωπικές ηγεμονίες στην Βιθυνία, στα εδάφη του θέματος των Θρακησίων και στις περιοχές της Σεβάστειας-Καισάρειας. Παρόλ’ αυτά ο κεντρικός και ο νότιος τομέας του ανατολικού συνόρου της αυτοκρατορίας παρέμενε, όπως προείπαμε, έως τα μέσα της δεκαετίας του 1080 ή και αργότερα υπό τον έλεγχο στρατιωτικών αξιωματούχων, κυρίως αρμενικής καταγωγής, που αναγνώριζαν την βυζαντινή επικυριαρχία και έφεραν ιδιαίτερα υψηλούς τίτλους και αξιώματα (Απνελγαρίπης, Φιλάρετος Βραχάμιος, Γαβριήλ της Μελιτηνής, Θεόδωρος Χετάμης, Βασίλειος Αποκάπης, Ταυτούκας, Goł Vasil κ.ά.). Ακόμη και οι Ρουπενίδες στην ορεινή Κιλικία, που γενικά υπήρξαν μάλλον αρνητικά διακείμενοι έναντι των Βυζαντινών, αναγνώριζαν τον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό στις αρχές του 12ου αι., διοικούσαν τις περιοχές τους στο όνομά του και έφεραν υψηλά τιμητικά αξιώματα.
Οι περιφέρειες της κεντρικής Μικράς Ασίας, δηλαδή η ευρύτερη Καππαδοκία, αποτελούσαν χώρο εγκατάστασης των Αρμενίων εποίκων και των πριγκηπικών οικογενειών του Waspurakan, του Širak/Ανίου και του Vanand/Κάρσε. Η κεντρική, όπως και η δυτική, Ανατολία είχε, όπως προαναφέραμε, παρακμάσει στρατιωτικά μετά τα τέλη του 10ου αι., ενώ οι Αρμένιοι δεν ήταν σε θέση να την υπερασπιστούν έναντι ισχυρών δυνάμεων, όπως κατέστη προφανές με την άλωση της Σεβάστειας, που ήλεγχαν οι Arcruni, το 1059. Πολλές φορές κατηγορήθηκαν ανοικτά για απόπειρες συνδιαλλαγής με τους Τούρκους και ενίοτε στρέφονταν ανοικτά εναντίον των Βυζαντινών στις περιοχές που ήλεγχαν. Όταν οι Αρμένιοι αρχηγοί Κακίκιος του Κάρσε, Κακίκιος Ανιώτης και Atom και Abusahl Αrcruni απεβίωσαν ή εξαφανίστηκαν από το προσκήνιο στα τέλη της δεκαετίας του 1060 και κατά τα επόμενα χρόνια, οι αρμενικοί πληθυσμοί δεν ήταν πλέον σε θέση να αντιμετωπίσουν τις τουρκικές ομάδες, που διείσδυαν στην Καππαδοκία· οι τρομοκρατημένοι Αρμένιοι και Έλληνες πρόσφυγες άρχισαν να συρρέουν στον Ταύρο, την Κιλικία, την Έδεσσα και την βόρεια Συρία αναζητώντας καταφύγιο στις συγκεκριμένες περιοχές. Οι ανθρώπινες απώλειες εκείνης της χαοτικής περιόδου θα πρέπει να υπήρξαν ιδιαίτερα μεγάλες, αν λάβουμε υπόψη τα λεγόμενα των Αρμενίων συγγραφέων αλλά και των Βυζαντινών ιστοριογράφων, που αναφέρονται κυρίως στα γεγονότα που έλαβαν χώρα στα δυτικότερα και πιο κοντινά στην πρωτεύουσα θέματα. Χαρακτηριστικό είναι επίσης το γεγονός ότι στις περιφέρειες της Σεβάστειας και του Αρμενιακού ως βασικοί πολέμιοι του γαζή εμίρη Melik Dānişmend μνημονεύονται στις πηγές ο δουξ Χαλδίας Θεόδωρος Γαβράς, που αυτονομήθηκε λίγο ή πολύ από την Κωνσταντινούπολη στα βορειοανατολικά, όπως ο Φιλάρετος Βραχάμιος στα νοτιοανατολικά, ο μητροπολίτης της Νεοκαισάρειας και ο Şāh-i Şattāt του «Dānişmendnāme», φανταστικό μάλλον πρόσωπο που ωστόσο απηχεί την δράση του Νορμανδού στασιαστή Ουρσελίου de Βailleul και άλλων Βυζαντινών αρχηγών της ευρύτερης περιοχής.
Η δράση του Ουρσελίου στις περιοχές του Αρμενιακού και της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας υπήρξε πραγματικά ολέθρια για τα βυζαντινά συμφέροντα. Η αποστασία του το 1073 οδήγησε αρχικά στην ήττα της στρατιάς του Ισαάκιου Κομνηνού από τους Τούρκους κοντά στην Καισάρεια. Η συγκεκριμένη δύναμη αποτέλεσε ουσιαστικά το τελευταίο στα χρονικά αυτοκρατορικό εκστρατευτικό σώμα που κατόρθωσε να προωθηθεί από την Κωνσταντινούπολη έως την ευρύτερη Καππαδοκία. Ο Ουρσέλιος νίκησε και μία δεύτερη βυζαντινή δύναμη που στάλθηκε εναντίον του στην Βιθυνία, διαλύοντας έτσι οριστικά τα δυτικά μικρασιατικά στρατεύματα της αυτοκρατορίας, απέκοψε την πρωτεύουσα από τις περιοχές του ανατολικού συνόρου, προξένησε εκτεταμένες καταστροφές, έπληξε οικονομικά το κράτος και έδωσε την δυνατότητα σε τουρκικές ομάδες να προωθηθούν στα δυτικά, να αναμιχθούν στις εσωτερικές βυζαντινές διαμάχες και να λυμαίνονται ανεμπόδιστα τεράστιες περιοχές. Όταν ο Αλέξιος Κομνηνός εξουδετέρωσε τον στασιαστή στο Αρμενιακόν ήταν πλέον αργά, γιατί οι Τούρκοι κυριαρχούσαν πλέον στην ύπαιθρο της κεντρικής και δυτικής Μικράς Ασίας, αν και δεν είχαν ακόμη καταλάβει τα σημαντικά αστικά κέντρα, ενώ το αυτοκρατορικό διοικητικό σύστημα είχε πλέον αποσυντεθεί. Οι τελευταίοι μάλιστα αυτοκρατορικοί διοικητές στην ευρύτερη περιοχή προσδιορίζονταν συχνά ως κατεπάνω πόλεων και όχι θεμάτων (π.χ. Αμασείας, Αβύδου, πισιδικής Αντιόχειας [;]) ή τοπάρχες (π.χ. Χώματος-Καππαδοκίας). Οι μετέπειτα στάσεις των Νικηφόρου Βοτανειάτη και Νικηφόρου Μελισσηνού είχαν ως αποτέλεσμα την εγκατάσταση τουρκικών φρουρών :oomg: και στα μεγάλα οχυρωμένα αστικά κέντρα των δυτικότερων θεμάτων Οψικίου, Οπτιμάτων και Θρακησίων. Ο τελευταίος στρατηγός της Καππαδοκίας Κωνσταντίνος Διογένης αναγκάστηκε να σπεύσει στην περιοχή του δουκάτου Αντιοχείας, για να βοηθήσει τον εκεί δούκα Ισαάκιο Κομνηνό να αντιμετωπίσει τους Τουρκομάνους των συνόρων. Μετά τον θάνατό του στα μέσα της δεκαετίας του 1070 και την ανάκληση των δυνάμεων του τοπάρχη της ευρύτερης περιοχής (Μιχαήλ;) Βούρτζη στα Βαλκάνια το 1081, έπαψε να υφίσταται οργανωμένη βυζαντινή διοίκηση στην Καππαδοκία.
Η κατάρρευση ενός ισχυρού κράτους αποδίδεται συνήθως σε εσωτερικούς και όχι σε εξωτερικούς λόγους. Η προοδευτική διάλυση των διοικητικών περιφερειών και των στρατιωτικών οργανωτικών δομών της αυτοκρατορίας στην Ανατολή και η κατάκτηση των εδαφών της από τους Τούρκους θα πρέπει πάντως να αποδοθούν τόσο στις αδυναμίες του διοικητικού συστήματος και της ευρύτερης βυζαντινής πολιτικής όσο και σε απρόβλεπτους παράγοντες, που είχαν να κάνουν με τις αρνητικές χρονικές συγκυρίες. Αναλυτικότερα:
(α) Η απουσία εξωτερικών εχθρών μετά την υποταγή του βουλγαρικού κράτους έως και την δεκαετία του 1040 και οι φαινομενικά απρόσβλητες κεντρικές γεωγραφικές περιοχές της αυτοκρατορίας ώθησαν ίσως την βυζαντινή κοινωνία σε ορισμένη επανάπαυση
ΚΡΥΦΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: ΕΜΦΑΝΙΣΗ
Η γενικότερη αίσθηση απατηλής ασφάλειας που κυριαρχούσε στην βυζαντινή κοινωνία και ηγεσία έως τις αρχές της βασιλείας του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου αποτυπώνεται, ως γνωστόν, στην νεαρά που ο ίδιος ο αυτοκράτορας εκφώνησε το 1047 «ἐπὶ τῇ ἀναδείξει καὶ προβολῇ τοῦ διδασκάλου τῶν νόμων». Η αίσθηση ισχύος που επικρατούσε στην βασιλική αυλή μετά την προσάρτηση του Ανίου έκανε τον Μονομάχο να διακηρύξει ότι ο βασιλεύς των ουρανών «τοὺς ἔξωθεν τε πολέμους καὶ τὰς ἐμφυλίους στάσεις κατέπαυε καὶ ἡρεμεῖ μὲν νῦν τὸ ἀντίπαλον, εἰρηνεύει δὲ τὸ ὑπήκοον, πολλὴ δὲ γαλήνη τὰ Ῥωμαίων κατέχει».

και εμμέσως υποβοήθησαν την εκδήλωση αλλεπάλληλων στασιαστικών και λοιπών κινημάτων, που υποδαυλίζονταν, σύμφωνα με τους παλαιότερους αλλά και σύγχρονους ερευνητές, από την συνεχή αντιπαράθεση της λεγόμενης «πολιτικής/γραφειοκρατικής» με την «στρατιωτική» μερίδα. Η συγκεκριμένη σύγκρουση παρουσιάζεται συνήθως υπερβολικά σχηματοποιημένη, αλλά η πολιτική αστάθεια που σημειώθηκε μετά τα μέσα του 11ου και οι αλλεπάλληλες ενδοβυζαντινές συγκρούσεις ήταν αδιαμφισβήτητες και έβλαψαν ιδιαίτερα την αυτοκρατορία. Οι σχετικές μελέτες των ερευνητών έχουν καταδείξει με αδιάσειστα στοιχεία την εντυπωσιακή αύξηση του μέσου όρου των στασιαστικών κινημάτων κατά την περίοδο 1025-1081. Η έλλειψη συνειδητοποίησης έως τις αρχές της δεκαετίας του 1070 της κρισιμότητας του εξωτερικού κινδύνου, που θα μπορούσε να λειτουργήσει συσπειρωτικά, οδήγησαν στην εκδήλωση ολέθριων εμφύλιων συγκρούσεων, στρατιωτικών κινημάτων και πολιτικών αντιπαλοτήτων (ειδικά εκείνα των ετών 1047, 1057, 1065-1066, 1071-1072, 1073-1076, 1077-1078, 1080-1081). Όταν πλέον κατέστη σαφές το μέγεθος της απειλής, οι εμφύλιες διαμάχες είχαν πλέον κλιμακωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε είχαν λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις και ήταν σχεδόν αδύνατο να παραμεριστούν γρήγορα· οι συνέπειές τους μάλιστα ήταν ήδη καταστροφικές, καθώς είχαν επιτρέψει στις πολυάριθμες τουρκικές ομάδες να συμμετάσχουν ενεργά σε αυτές και να διεισδύσουν έως τις δυτικότερες, ουσιαστικά ανυπεράσπιστες, μικρασιατικές περιοχές. Η άνοδος των Κομνηνών επανέφερε την πολιτική σταθερότητα, αλλά η νορμανδική επιβουλή και οι συνεχείς βαρβαρικές επιδρομές στο βόρειο βαλκανικό σύνορο δεν επέτρεψαν έως τα τέλη του 11ου αι. την στρατιωτική επάνοδο της αυτοκρατορίας στην Ανατολή.
(β) Οι κυβερνήσεις της Κωνσταντινούπολης είχαν ακολουθήσει αρχικά μετριοπαθή πολιτική εθνικής και θρησκευτικής ανοχής και συνεργασίας στις συνοριακές περιοχές, αλλά αργότερα άσκησαν πιέσεις που αποξένωσαν τους Αρμενίους και τους Σύρους ιακωβίτες. Το αποκεντρωτικό διοικητικό σύστημα, που είχε εφαρμοστεί στις ανατολικές περιφέρειες, εξασφάλιζε την συμμετοχή των γηγενών στην τοπική διοίκηση και υπήρξε αρχικά αποδοτικό. Ο χαλαρός ωστόσο έλεγχος της πρωτεύουσας αποδείχθηκε μάλλον ανεπαρκής και αναποτελεσματικός, όταν εμφανίστηκαν οι Τούρκοι. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Φιλάρετου Βραχάμιου, που ήλεγχε το σύνολο του νότιου συνοριακού τομέα και της ενδοχώρας του μετά το 1072, χωρίς να αναγνωρίζει για μεγάλο διάστημα την κεντρική κυβέρνηση.
(γ) Η Κωνσταντινούπολη δεν κατόρθωσε να συνάψει μία στρατηγική συμμαχία με τους Φατιμίδες, κυρίως κατά την δεκαετία του 1050, καθώς οι τελευταίοι ταλανίζονταν από εσωτερικές διαμάχες από τις αρχές περίπου της δεκαετίας του 1060 και μάλλον δεν ήταν σε θέση να δράσουν στρατιωτικά εναντίον των Τούρκων. Οι αυτοκρατορικές κυβερνήσεις δεν κατόρθωσαν να κατανοήσουν εγκαίρως το μέγεθος της τουρκικής απειλής και τις πολύπλοκες εσωτερικές σχέσεις ανάμεσα στην σελτζουκική δυναστεία και τους Τουρκομάνους. Οι Σελτζούκοι σουλτάνοι αποσκοπούσαν κυρίως να ελέγξουν πολιτικά τον μουσουλμανικό κόσμο της Μέσης και της Εγγύς Ανατολής, αλλά εξαναγκάζονταν εκ των πραγμάτων να επιτρέπουν ή και να καθοδηγούν τις τουρκομανικές επιθέσεις στα αυτοκρατορικά εδάφη, για να διατηρήσουν το κύρος και τον όποιο, αβέβαιο πολλές φορές, έλεγχό τους στις πολυάριθμες, διαφόρων προελεύσεων, τουρκικές ομάδες. Γενικότερα, οι νέοι εχθροί στα διάφορα σύνορα της αυτοκρατορίας κατά τα μέσα του 11ου αι. (Σελτζούκοι, Τουρκομάνοι, Ούζοι, Πετσενέγοι, Νορμανδοί) δεν ήταν εύκολο να αντιμετωπιστούν με διπλωματικά μέσα, όπως συνέβαινε με άλλους λαούς κατά τους προηγούμενους αιώνες.
(δ) Πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξε οπωσδήποτε και η χρονική στιγμή της εμφάνισης του νέου επικίνδυνου εχθρού στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας (και φυσικά η ταυτόχρονη εμφάνιση άλλων αντιπάλων στα Βαλκάνια και στην Ιταλία). Ο συγκεκριμένος παράγοντας ενδεχομένως μάλιστα να υπήρξε και ο πλέον σημαντικός. Αναφερθήκαμε λίγο παραπάνω αναλυτικά στις όποιες αδυναμίες του βυζαντινού διοικητικο-στρατιωτικού συστήματος κατά τον 11ο αι. Θα πρέπει ωστόσο να συνυπολογίζουμε ταυτόχρονα και την εξής σημαντική παράμετρο: Όταν οι Σελτζούκοι και οι Τουρκομάνοι ξεκίνησαν τις πρώτες καταστροφικές διεισδύσεις και επιδρομές στα εδάφη της αυτοκρατορίας (ca. 1016-1049), η παλαιά, «φεουδαρχικού» χαρακτήρα, οργανωτική δομή των αρμενικών περιοχών (με τους οικογενειακούς-κληρονομικούς ηγεμόνες, τα ολιγάριθμα προσωπικά στρατεύματα των οίκων τους και τους υποτελείς σε αυτούς άρχοντες) είχε μεν πλέον διαλυθεί, αλλά η καινούρια διοικητικο-στρατιωτική οργάνωση που σκόπευε να επιβάλει η αυτοκρατορία δεν είχε προλάβει ακόμη σχεδόν να εφαρμοστεί, πόσο μάλλον να σταθεροποιηθεί. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ενώ η αυτοκρατορική κυριαρχία στην Αρμενία είχε ήδη αρχίσει να καταρρέει στις αρχές της δεκαετίας του 1060 και οι Τούρκοι πραγματοποιούσαν πλέον επιδρομές ακόμη και στην κεντρική και δυτική Ανατολία, οι Βυζαντινοί συνέχιζαν να προσαρτούν εδάφη στο βορειοανατολικό μικρασιατικό τους σύνορο (περίπτωση του Κάρσε το 1064), ενώ οι περιοχές που ανατέθηκαν σε Αρμένιους διοικητές, όπως η Αντιόχεια, η Έδεσσα, η Μελιτηνή, η Κιλικία κ.ά., υπέκυψαν στους εισβολείς αρκετά χρόνια μετά την μάχη του Μαντζικέρτ και παρά το ότι η Κωνσταντινούπολη δεν τους είχε προσφέρει την παραμικρή βοήθεια. Τα ανατολικά τάγματα και οι λοιπές φρουρές του συνόρου πρόβαλλαν βέβαια, υπό την ηγεσία των τοπικών αρχηγών, παρατεταμένη και σκληρή άμυνα στην Χαλδία, την Μελιτηνή, την Έδεσσα, τον Ταύρο και την Αντιόχεια. Τα θεματικά όμως στρατεύματα της κεντρικής και της δυτικής Μικράς Ασίας, που ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης προσπάθησε ματαίως να αναδιοργανώσει και να επαναστρατολογήσει, είτε διασκορπίστηκαν, είτε κατέφυγαν στην Κιλικία και την Αντιόχεια, είτε ανακλήθηκαν το 1081, για να πολεμήσουν τους Νορμανδούς στα Βαλκάνια. Το συγκεκριμένο γεγονός έκρινε οριστικά και αμετάκλητα την τύχη της κεντρικής Μικράς Ασίας.
0 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )


Επιστροφή σε “Ιστορία”