ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΛΕΒΕΝΙΩΤΗΣ ,
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ - ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΣΥΝΟΡΟ ΚΑΙ Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟ Β΄ ΗΜΙΣΥ ΤΟΥ 11ΟΥ ΑΙ. https://ikee.lib.auth.gr/record/76923/f ... 07-653.pdfΟι Βυζαντινοί μπορούσαν έως και τον 10ο αι. να βασιστούν σε μία αρκετά εύχρηστη διοικητικά, ιδιαίτερα ανθηρή οικονομικά και εξαιρετικά ισχυρή στρατιωτικά διοικητική και γεωγραφική μονάδα, όπως ήταν
η δυτική και κεντρική Μικρά Ασία, από όπου ήταν σε θέση να αντλήσουν πόρους και το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό, για να καλύψουν τις ανάγκες του κράτους τους και
να αντιμετωπίσουν την αραβική απειλή. Η θρησκευτική και εθνική ομοιογένεια που χαρακτήριζε τις μικρασιατικές επαρχίες της αυτοκρατορίας έως τα μέσα περίπου του 10ου αι. έπαψε ωστόσο να υφίσταται τον 11ο αι., μετά την βυζαντινή επέκταση προς ανατολάς και την ενσωμάτωση αλλοεθνών πληθυσμών, που ακολουθούσαν διαφορετικά δόγματα, μιλούσαν άλλες γλώσσες και δεν ήταν φυσικά απόλυτα αφοσιωμένοι στα «ρωμαϊκά» εθνοθρησκευτικά, πολιτιστικά και κρατικά ιδεώδη. Ακόμη και ο χαρακτήρας του εσωτερικού μικρασιατικού οροπεδίου, δηλαδή της ευρύτερης Καππαδοκίας, που είχε αποτελέσει ζωτική για το κράτος περιοχή κατά την διάρκεια των βυζαντινο-αραβικών συγκρούσεων, μεταβλήθηκε ουσιαστικά κατά τον 11ο αι., μετά την οριστική και αμετάκλητη
παρακμή των άλλοτε πανίσχυρων στρατιωτικών οικογενειών της περιοχής (Φωκάδες, Σκληροί, Μαλεΐνοι κ.ά.) και την
εγκατάσταση της αρμενικής «αριστοκρατίας» και πολυάριθμων Αρμενίων μεταναστών, πολλές φορές ανοικτά εχθρικών έναντι των Βυζαντινών.
Το παλαιό συνεκτικό και συγκεντρωτικό θεματικό σύστημα, που εξασφάλιζε την ενότητα της στρατιωτικής και πολιτικής διοίκησης και την άσκηση της αρχής εθνικά ομοιογενών περιφερειών από ολιγάριθμους ισχυρούς διοικητές, έπαψε να υφίσταται οριστικά μετά τα μέσα του 10ου αι. Από την εποχή ήδη του Βασιλείου Β΄ και εξής οι περιοχές της δυτικής και κεντρικής Μικράς Ασίας παραμελήθηκαν και παρήκμασαν στρατιωτικά. Τα παλαιά θεματικά στρατεύματα της ευρύτερης περιοχής απώλεσαν την άλλοτε σπουδαία μαχητική τους αξία και μειώθηκαν αριθμητικά, ενώ
τα άλλοτε αναρίθμητα φρούριά της αφέθηκαν στην ερήμωση. Οι κεντρικές κυβερνήσεις της Κωνσταντινούπολης είχαν αφιερώσει το σύνολο ουσιαστικά της προσοχής και της μέριμνάς τους στην ενίσχυση και στην περαιτέρω επέκταση των συνοριακών περιοχών του κράτους, αλλά η συγκρεκριμένη πολιτική δημιουργούσε κινδύνους: εφόσον ο εχθρός μπορούσε να διασπάσει την συνοριακή άμυνα, πράγμα όχι εξαιρετικά δύσκολο εξαιτίας της
υπερέκτασης της συνοριακής γραμμής και της
δυσκίνητης φύσης των αυτοκρατορικών δυνάμεων, ήταν σε θέση να προωθηθεί σχετικά ανεμπόδιστος έως την δυτική Μικρά Ασία. Οι εκτεταμένες
περικοπές στον στρατιωτικό προϋπολογισμό του κράτους, που εφαρμόστηκαν ως συνειδητή πολιτική από τις αυτοκρατορικές κυβερνήσεις γύρω στα μέσα του 11ου αι., ειδικά από τον Κωνσταντίνο Ι΄ Δούκα, όταν ακριβώς ο τουρκικός κίνδυνος γινόταν ολοένα και πιο απειλητικός, οπωσδήποτε υπονόμευσε περαιτέρω την αμυντική ικανότητα των βυζαντινών δυνάμεων στην Ανατολή.
Μετά την κατάκτηση των νέων εδαφών στην Ανατολή, επιβλήθηκε μια καινούρια διοικητικο-στρατιωτική οργάνωση στα συνοριακά εδάφη της αυτοκρατορίας, που είχε αρχικά ως στόχο την υπαγωγή των διαφόρων μονάδων στον ευρύτερο έλεγχο τριών νέων διοικητών (δούκες Χαλδίας, Μεσοποταμίας, Αντιοχείας). Η προέλαση ωστόσο στα ανατολικά συνεχίστηκε με την προσάρτηση νέων εκτεταμένων εδαφών (Ταρών, Βαασπρακανία, Ιβηρία, Έδεσσα, Μεγάλη Αρμενία).
Οι νέες διοικητικο-στρατιωτικές περιφέρειες, που ιδρύθηκαν στο σύνορο, έφεραν διαφορετικού τύπου ονομασίες,
Τα πρώτα θέματα λάμβαναν τις ονομασίες τους από παλαιά στρατιωτικά σώματα (π.χ. Ανατολικών από τους Orientales, Οψίκιον από το Obsequium, Αρμενιάκων από τους στρατιώτες της praefectura praetorio per Armeniam κλπ.). Τα μεταγενέστερα θέματα ονομάζονταν από τις γεωγραφικές περιφέρειες στις οποίες εκτείνονταν ή κάλυπταν (π.χ. Παφλαγονία, Καππαδοκία κλπ.). ή τις πρωτεύουσές τους. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με τις διοικητικές περιφέρειες που ιδρύθηκαν στο ανατολικό σύνορο της αυτοκρατορίας από το β´ ήμισυ του 10ου έως τα μέσα του 11ου αι. (π.χ. Ιβηρία, Βαασπρακανία, Μελιτηνή, Έδεσσα, Αντιόχεια κλπ.). Οι περιφέρειες αυτές αποκαλούνται καταχρηστικώς σήμερα ως δουκάτα, κατεπανάτα κλπ. από τα αξιώματα που έφεραν οι διοικητές τους. Οι Βυζαντινοί συγγραφείς της εποχής τα αποκαλούν ωστόσο στα έργα τους ως γαίες, χώρες, τόπους κλπ., χρησιμοποιώντας παλαιότερη ορολογία, η οποία απαντά ήδη στον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο για τις περιφέρειες και τις εξαρτημένες ηγεμονίες που εκτείνονταν πέρα από τα ανατολικά σύνορα στης αυτοκρατορίας έως τα μέσα του 10ου αι. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να τις διαχωρίσουν από τα παλαιά μεγάλα «ρωμαϊκά θέματα» της δυτικής Μικράς Ασίας και να τονίσουν ότι κατοικούνταν από αλλοεθνείς και αλλόθρησκους πληθυσμούς. Οι Αρμένιοι ιστοριογράφοι χρησιμοποιούν από την άλλη παλαιότερη αρμενική ορολογία, για να προσδιορίσουν τις συγκεκριμένες περιφέρειες (π.χ. ašxarh, naxang, gawar).
υστερούσαν σε έκταση από τα παλαιά μεγάλα «ρωμαϊκά» θέματα και διέθεταν αρκετά διαφορετική οργανωτική δομή από αυτά ·
Οι αλλοεθνείς πληθυσμοί, όπως π.χ. οι μουσουλμάνοι του δουκάτου Αντιοχείας, διέθεταν δικούς τους πολιτικούς διοικητές (π.χ. οι καδήδες). Το ντόπιο στοιχείο (Αρμένιοι, Σύροι, Άραβες κ.ά.) διαδραμάτιζε κατά τα φαινόμενα σημαντικό ρόλο στην τοπική αποκεντρωμένη διοίκηση. Σε ό,τι αφορά στην στρατιωτική οργάνωση των ανατολικών περιοχών, δεν είχε εφαρμοστεί το παλαιό θεματικό σύστημα (ο συνδυασμός δηλαδή της υποχρεωτικής στρατιωτικής υπηρεσίας με την κατοχή ιδιόκτητης γης). Αντιθέτως, οι δυνάμεις που υπηρετούσαν σε αυτές τις περιοχές ήταν μόνιμες και επαγγελματικές και απαρτίζονταν από άνδρες διαφόρων εθνικοτήτων (Βυζαντινοί, Αρμένιοι, Φράγγοι κ.ά.). Η ευρύτερη διοικητική οργάνωση είχε λάβει υπόψη τις τοπικές συνθήκες και παραμέτρους και ενσωματώσει στοιχεία της παλαιότερης διοικητικής κατάστασης, που ίσχυε πριν από την βυζαντινή κατάκτηση. Η διοίκηση των ανατολικών περιφερειών δεν ήταν τόσο συγκεντρωτική και ελεγχόμενη από το κέντρο, όπως εκείνη των παλαιότερων θεμάτων. Επρόκειτο γενικά για ένα σύστημα που δημιουργήθηκε σε μία εντελώς διαφορετική χρονική περίοδο από εκείνη του θεματικού θεσμού, υπό διαφορετικές ευρύτερες συνθήκες, σε άλλες περιοχές, που διέθεταν αλλοεθνείς πληθυσμούς. Ήταν δηλαδή γενικά ένα σύστημα με διαφορετική δομή, που εξυπηρετούσε επίσης διαφορετικές ανάγκες.
κυρίως ήταν κατάλληλες για την αντιμετώπιση τοπικών στρατιωτικών επεισοδίων και διεισδύσεων σχετικά περιορισμένης έκτασης καθώς και για την στρατολόγηση δυνάμεων για την πραγματοποίηση μεγάλων επιθετικών εκστρατειών. Οι μετέπειτα ιστορικές εξελίξεις ωστόσο απέδειξαν τελικά ότι
οι νέες στρατιωτικές περιφέρειες αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν εχθρικές εισβολές ευρείας κλίμακας, καθώς η συγκέντρωση στρατευμάτων σε τέτοιες περιπτώσεις δεν βάρυνε κατ’ ουσίαν τους τοπικούς διοικητές αλλά τον ίδιο τον αυτοκράτορα και τους ανώτατους διοικητές του βυζαντινού στρατεύματος (δομέστικος των σχολών της Ανατολής και στα Βαλκάνια δομέστικος των σχολών της Δύσεως). Η δράση των μεγάλων πολεμιστών-αυτοκρατόρων του 10ου αι. και των στρατηγών τους, που διέθεταν πραγματικά μεγάλες ικανότητες στην οργάνωση, στον τακτικό σχεδιασμό, στην διεξαγωγή και στην στρατηγική και διπλωματική εκμετάλλευση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, είχε δημιουργήσει κατά τα φαινόμενα ένα σύστημα που εξαρτάτο ιδιαίτερα από τις ικανότητες των εκάστοτε διοικητών, ακόμη και όταν τα βυζαντινά στρατεύματα χαρακτηρίζονταν από άρτια οργάνωση και διοικητική μέριμνα και διέθεταν καλό οπλισμό και εκπαίδευση, πειθαρχία και υψηλό ηθικό.
Όταν τελικά ένας μέτριος ή απλά καλός στα στρατιωτικά θέματα αυτοκράτορας, όπως π.χ. ο Ρωμανός Γ΄ Αργυρός ή ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης, χρειάστηκε να εκστρατεύσει στην Ανατολή, η διαφορά με τους προκατόχους του υπήρξε εμφανέστατη, ενώ αρκετοί ηγεμόνες, όπως π.χ. ο Κωνσταντίνος Ι΄ Δούκας και ο γιος του Μιχαήλ Ζ΄ «Παραπινάκιος», ούτε καν διανοήθηκαν να ηγηθούν των στρατευμάτων τους στο πεδίο της μάχης. Το παλαιότερο αμυντικό θεματικό σύστημα, που έδινε μεγάλη έμφαση στην συνεχή παρενόχληση του εχθρού, στις ενέδρες και στην προβολή άμυνας εις βάθος, είχε αντικατασταθεί λοιπόν από μία νέα διοικητικο-στρατιωτική οργανωτική δομή, που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της επεκτατικής πολιτικής της αυτοκρατορίας στη Ανατολή. Το σύστημα αυτό λειτούργησε με ιδιαίτερη επιτυχία κατά την περίοδο της βυζαντινής προέλασης στα ανατολικά (χονδρικά έως και την δεκαετία του 1040), σε συνδυασμό με μία επιτυχημένη διπλωματία και την παράλληλη ύπαρξη υποτελών κρατών στα σύνορα, αλλά
δεν διέθετε αμυντικό προσανατολισμό, όπως η θεματική οργάνωση, και αποδείχθηκε τελικά σχετικά ευάλωτο σε μείζονες εχθρικές επιβουλές. Όταν μάλιστα χρειάστηκε να αντιμετωπιστούν εισβολές σε πολλά μέτωπα και κυρίως να πραγματοποιηθούν εκστρατείες ευρείας κλίμακας για την απόκρουση των Τούρκων στην Αρμενία και την βόρεια Συρία, οι τοπικοί διοικητές αποδείχθηκαν αναποτελεσματικοί, οι υπάρχοντες πόροι ανεπαρκείς και οι διαθέσιμες δυνάμεις (ξενικά μισθοφορικά σώματα, αρμενικές φρουρές, ανεκπαίδευτοι επίστρατοι, αυτοκρατορικά τάγματα)
περιορισμένες αριθμητικά. Η στρατιωτική οργάνωση και η διάρθρωση του νέου συστήματος υπήρξαν επιπρόσθετα
υπερβολικά πολύπλοκες και διεσπασμένες. Ο κατάλογος των στρατιωτικών περιφερειών και των διοικητικών μονάδων της εποχής συμπεριλάμβανε πλέον δουκάτα, κατεπανάτα, θέματα, τούρμες, στρατηγίδες, κλεισούρες, μεμονωμένα φρούρια και άλλες στρατιωτικές και οικονομικές διοικήσεις
(τόποι αρμενικής εγκατάστασης, καθαρά αρμενικές περιοχές [λ.χ. στρατηγίδα του Sasun], κουρατωρίες, επισκέψεις κλπ.). Η εσωτερική (πολιτική) διοίκηση των επαρχιακών περιφερειών είχε αφαιρεθεί από τους στρατηγούς και ανατεθεί σε πολιτικούς-δικαστικούς αξιωματούχους, τους κριτές ή πραίτωρες (ή δικαστές). Η διάσπαση των διοικήσεων,
σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε παλαιότερα με τα μεγάλα θέματα με την πιο περιορισμένη γραφειοκρατική οργάνωση και τους αδιαμφισβήτητους κυβερνήτες τους, τους στρατηγούς, δημιουργούσε κατά τα φαινόμενα συχνά προβλήματα, με την
σύγχυση και την επικάλυψη των ποικίλων αρμοδιοτήτων και τις προστριβές ανάμεσα στους διάφορους κατεπάνω, δούκες, στρατηγούς, αρχηγούς μισθοφόρων, δομέστικους των σχολών της Ανατολής (ή της Εώας), στρατοπεδάρχες και στρατηγούς αυτοκράτορες που αποστέλλονταν στο ανατολικό σύνορο. Η αντίδραση επίσης των υπαρχουσών δυνάμεων φρουράς και ανάσχεσης ή κρούσης στις εχθρικές εισβολές ήταν συνήθως βραδεία. Το συνήθως περιορισμένο μέγεθός τους, η εξάρτηση των κινήσεών τους από το υπάρχον σύστημα στρατιωτικής οργάνωσης και επιμελητείας και η
έλλειψη ταχυκινησίας, σε συνδυασμό με την
έλλειψη άμυνας εις βάθος, εξαιτίας της
παραμέλησης των σωμάτων και των οχυρώσεων της κεντρικής Μικράς Ασίας και την έλλειψη συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης, όπως των εκείνης των παλαιών φρυκτωριών, δεν επέτρεπαν σε πολλές περιπτώσεις την προβολή επιτυχούς άμυνας, ειδικά όταν σημειώνονταν ταυτόχρονες εχθρικές εισβολές. Τα
δυσκίνητα αυτοκρατορικά στρατεύματα δεν ήταν σε θέση να βρίσκονται σε όλα τα σημεία, όπως συνέβαινε με τις
πολυάριθμες τουρκικές ομάδες, που δεν ελέγχονταν από μία κεντρική διοίκηση. Η
υπερέκταση των ανατολικών συνόρων της αυτοκρατορίας του 11ου αι., εν αντιθέσει με τα πολύ πιο περιορισμένα σύνορα των 8ου-10ου αι., αποτελούσε επίσης, όπως προείπαμε, σημαντικό πρόβλημα για τους Βυζαντινούς. Οι οροσειρές του Ταύρου και του Αντίταυρου συνιστούσαν έως και τον 10ο αι. σπουδαίο αμυντικό πλεονέκτημα για αυτοκρατορικά στρατεύματα, τα οποία μπορούσαν να οργανώσουν εκεί την άμυνά τους. Τα σύνορα ωστόσο του 11ου αι.
δεν διέθεταν ανάλογα φυσικά κωλύματα, που θα δυσκόλευαν τους επίδοξους εισβολείς και θα επέτρεπαν στις τοπικές βυζαντινές φρουρές να παγιδεύουν τους επιδρομείς στα ορεινά περάσματα, όπως συνέβαινε με τις παλαιές κλεισούρες.
Μετά την ενσωμάτωση του Širak/Ανίου στην αυτοκρατορία (1045), o Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος αποστράτευσε, για πολιτικούς αλλά και για στρατιωτικούς λόγους, τις λεγόμενες «αρμενο-ιβηρικές» δυνάμεις, τα παραδοσιακά δηλαδή, «φεουδαρχικού τύπου», στρατιωτικά σώματα των Αρμενίων azat, που αποτελούσαν ημιανεξάρτητους υποτελείς των Αρμενίων βασιλέων. Παρόλ’ αυτά οι πρώτες τουρκικές επιδρομές στα αρμενικά εδάφη αντιμετωπίστηκαν αρχικά με σχετική επιτυχία και χωρίς μεγάλες απώλειες για την αυτοκρατορία, εξαιρουμένης της άλωσης του Άρτζε, που οφειλόταν καθαρά στην υποτίμηση του κινδύνου από τον τοπικό πληθυσμό. Η αποστράτευση λοιπόν δεν υπονόμευσε ιδιαίτερα την άμυνα της ευρύτερης περιοχής, όπως υποστηρίζεται συνήθως.
Η χρονική ωστόσο περίοδος 1055-1068 υπήρξε πραγματικά καταστροφική για τις ανατολικές περιφέρειες της αυτοκρατορίας, καθώς τότε εντάθηκαν οι τουρκικές επιδρομές και επεκτάθηκαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Βασικοί υπαίτοι αυτής της εξέλιξης ήταν, κατά την γνώμη μας, οι εξής κρίσιμοι παράγοντες:
(α) Η πολιτική αστάθεια και τα αλλεπάλληλα πολιτικά και στρατιωτικά κινήματα που σημειώθηκαν κατά την περίοδο 1055-1081.
(β) Η φιλειρηνική

εξωτερική πολιτική της Θεοδώρας, του Μιχαήλ ΣΤ´ «Στρατιωτικού» και του Κωνσταντίνου Ι´ Δούκα, που επιχείρησαν να αντιμετωπίσουν με διαπραγματεύσεις και παραχωρήσεις την ολοένα αυξανόμενη τουρκική απειλή, εγκαταλείποντας έτσι την πολιτική της συνεχούς και συνδυασμένης στρατιωτικής και διπλωματικής πίεσης που εφάρμοζαν έναντι των γειτόνων του κράτους οι προκάτοχοί τους στον αυτοκρατορικό θρόνο.
(γ) Οι μεγάλες απώλειες που υπέστησαν τα ανατολικά στρατεύματα στην
εμφύλια σύγκρουση του 1057. (δ) Η
απόσυρση πολυάριθμων στρατιωτικών δυνάμεων του ανατολικού συνόρου στα Βαλκάνια για την αντιμετώπιση των Πετσενέγων και των Ούζων (και αργότερα για να συμμετάσχουν σε εμφύλιες συγκρούσεις). (ε) Η άκαιρη εθνοθρησκευτική και κυρίως αντιστρατιωτική πολιτική του Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα καθώς και η υποτίμηση ή η μη κατανόηση της τουρκικής απειλής από τον ίδιο και την κυβέρνησή του. Η προοδευτική όξυνση των θρησκευτικών διαμαχών ανάμεσα σε Έλληνες, Αρμενίους και Σύρους από την βασιλεία ήδη του Ρωμανού Γ΄ Αργυρού (1028-1034) κορυφώθηκε πραγματικά επί Κωνσταντίνου Ι΄ αλλά και κατά τα επόμενα χρόνια. Οι σχέσεις των εθνοτήτων κυριολεκτικά δηληριάστηκαν από την αμοιβαία καχυποψία (χαρακτηριστικές οι κατηγορίες εναντίον των Αρμενίων για προσπάθεια συνδιαλλαγής με τους Τούρκους) και οδηγήθηκαν σε ανοικτή εχθρότητα, που πολλές φορές εκδηλώθηκε με ακραία φαινόμενα βίας, όπως για παράδειγμα η δολοφονία του ορθόδοξου μητροπολίτη Καισαρείας Μάρκου και η εξόντωση του Κακίκιου Ανιώτη.
(στ) Η ατυχής έμπνευση του Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα να διαιρέσει (πιθανότατα γύρω στο 1059/60) το ενωμένο δουκάτο Ιβηρίας-Μεγάλης Αρμενίας, που είχε αντισταθεί δυναμικά έως τα μέσα της δεκαετίας του 1050 στις συνεχόμενες τουρκικές εισβολές, σε δύο ξεχωριστές διοικητικές περιφέρειες. Ο ίδιος αυτοκράτορας διέκοψε ταυτόχρονα την παροχή οικονομικής βοήθειας στον δούκα του Ανίου, που έπρεπε εις το εξής να βασιστεί αποκλειστικά στα τοπικά διαθέσιμα μέσα. Άμεσο αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών υπήρξε η άλωση του Ανίου από τον Alp Αrslan το 1064 και η κατάρρευση της Μεγάλης Αρμενίας. Η περιφέρεια της Αντιόχειας άρχισε επίσης από τα μέσα της δεκαετίας του 1060 να υφίσταται τις συνέπειες της αριθμητικής αύξησης των Τουρκομάνων στο νοτιοανατολικό σύνορο, ενώ οι τοπικοί δούκες δεν ήταν σε θέση να πράξουν πολλά, εξαιτίας της έλλειψης οικονομικών πόρων και ικανού αριθμού ανδρών.
Όταν ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης ανήλθε στον θρόνο, προσπάθησε να στρατολογήσει και πάλι τους εναπομείναντες θεματικούς στρατιώτες των παλαιών «μεγάλων ρωμαϊκών θεμάτων», που
διέθεταν ωστόσο πλέον εξαιρετικά περιορισμένη μαχητική αξία, και να ενισχύσει τον νότιο και κεντρικό τομέα του ανατολικού συνόρου, προφανώς με αρκετά θετικά αποτελέσματα, καθώς οι συγκεκριμένες περιοχές αντιστάθηκαν επιτυχώς κατά τα αμέσως επόμενα χρόνια. O Ρωμανός επιχείρησε ταυτόχρονα, παρά τις αντίθετες εισηγήσεις μερικών, αλλά όχι και του Μιχαήλ Ατταλειάτη, να αποκαταστήσει την αυτοκρατορική κυριαρχία στα αρμενικά εδάφη, επειδή είχε αντιληφθεί ορθά την στρατηγική σημασία αυτών των περιοχών. Η τελική έκβαση της πολυσυζητημένης μάχης του Μαντζικέρτ σηματοδότησε ουσιαστικά την οριστική κατάρρευση του βυζαντινού ελέγχου στην Αρμενία. Το αποτέλεσμα καθαυτής της σύγκρουσης υπήρξε καταστροφικό όχι τόσο σε τακτικό, καθώς οι απώλειες των Βυζαντινών υπήρξαν μάλλον σχετικά περιορισμένες, όσο σε στρατηγικό και ψυχολογικό επίπεδο, καθώς τότε αιχμαλωτίστηκε για πρώτη φορά ένας Ρωμαίος αυτοκράτορας από τους μουσουλμάνους. Αμέσως μετά ακολούθησε ένας ακόμη
πιο καταστροφικός εμφύλιος πόλεμος, που δίχασε τον στρατό της Ανατολής και
έπληξε ιδιαίτερα τις καππαδοκικές μονάδες, τις μόνες αξιόμαχες δυνάμεις της κεντρικής (αλλά και της δυτικής) Μικράς Ασίας. Η συνθήκη που υπογράφηκε μετά την μάχη του Μαντζικέρτ ανάμεσα στον Ρωμανό Δ΄ και τον Alp Arslan δεν εφαρμόστηκε ποτέ και από καμία πλευρά. Αντιθέτως ο σουλτάνος άδραξε την κατάλληλη ευκαιρία και έδωσε το ελεύθερο στους πολυάριθμους Τουρκομάνους και Σελτζούκους εμίρηδες να εισβάλουν και πάλι με τα σώματά τους στην Μικρά Ασία.
Οι τελευταίοι αυτοκρατορικοί διοικητές της Ιβηρίας, όπως ο Γρηγόριος Πακουριανός, αναγκάστηκαν να παραδώσουν ήδη στα μέσα της δεκαετίας του 1070 τα οχυρά που ήλεγχαν ακόμη στους Γεωργιανούς και να αποχωρήσουν, με την ελπίδα ότι οι τελευταίοι θα κατόρθωναν να τα διατηρήσουν, πράγμα φυσικά που δεν έγινε. Η κατάρρευση της βυζαντινής κυριαρχίας στην Αρμενία και η μετέπειτα κατάληψη της Θεοδοσιούπολης από τους Τούρκους υπήρξαν πολύ σημαντικές εξελίξεις, γιατί έδωσαν στους τελευταίους την δυνατότητα να διεισδύουν ευκολότερα έως τις δυτικότερες μικρασιατικές περιοχές από τις κοιλάδες του Ευφράτη, του Λύκου και του Άλυ και να εκμεταλλευθούν τις εσωτερικές διαμάχες των Βυζαντινών προς ίδιον όφελος. Οι περιοχές του βορειοανατολικού συνόρου αποτελούσαν επίσης σαφώς συντομότερη οδό πρόσβασης για τους Τουρκομάνους που κατευθύνονταν από τις περσικές περιοχές και το Αζερμπαϊτζάν προς την Δύση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούσαν να αποφύγουν τις συριακές περιοχές, όπου οι τοπικοί Άραβες εμίρηδες ήταν συχνά εχθρικοί, αλλά και το οργανωμένο και σαφώς ισχυρότερο αμυντικό σύστημα της αυτοκρατορίας στην βόρεια Συρία, την Έδεσσα, την Μελιτηνή,
τον Ταύρο και τον Αντίταυρο, που αποτελούσαν συν τοις άλλοις μεγάλα φυσικά κωλύματα, η διέλευση των οποίων ήταν πολύ επικίνδυνη. Εξαίρεση αποτελούσε
η περιοχή της Χαλδίας που προστατευόταν από τις ποντικές Άλπεις. Ο Θεόδωρος Γαβράς αυτονομήθηκε ουσιαστικά στην συγκεκριμένη περιφέρεια κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1070, αν και αναγνώριζε λίγο ή πολύ την αυτοκρατορική επικυριαρχία επί Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (γεγονός που εξηγεί τις θετικές κρίσεις της Άννας Κομνηνής για τον ίδιο). Ο ίδιος έφερε μετά το 1081 τον τίτλο του σεβαστού και κατόρθωσε να διατηρήσει την Χαλδία έως τον μαρτυρικό του θάνατο το 1098. Νοτιότερα, ισχυρές αυτοκρατορικές φρουρές, απαρτιζόμενες πολλές φορές από Αρμένιους, Φραγγονορμανδούς και άλλους μισθοφόρους, υπήρχαν στις συνοριακά προωθημένες Μεσοποταμία, Ρωμανούπολη, Σαμόσατα, Έδεσσα, Τελούχ και Ιεράπολη. Οι δυνάμεις αυτές υποστηρίζονταν από μία δεύτερη γραμμή άμυνας, από τα στρατεύματα δηλαδή που είχαν τοποθετηθεί στην Αντιόχεια, την Γερμανίκεια, την Μελιτηνή και την Τζαμανδό. Αρκετά ισχυρά αυτοκρατορικά σώματα υπήρχαν ακόμη στον Ταύρο και την Κιλικία.
Δεν συνέβαινε ωστόσο το ίδιο με τις περιοχές της Καισάρειας και της Σεβάστειας, όπου είχαν εγκατασταθεί οι Αρμένιοι, ενώ το Αρμενιακόν βρισκόταν υπό τον στρατιωτικό έλεγχο των αξιόμαχων αλλά σχετικά ολιγάριθμων και εντελώς αναξιόπιστων Φραγγονορμανδών. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η βυζαντινή κυριαρχία στις νοτιοανατολικές περιφέρειες διήρκεσε πολύ περισσότερο από ό,τι στην Αρμενία και την ευρύτερη Καππαδοκία. Στον κεντρικό τομέα του βυζαντινού συνόρου στην Ανατολή, δηλαδή στις περιοχές του δουκάτου Εδέσσης, η τουρκική πίεση χαλάρωσε για ένα διάστημα μετά το 1071, επειδή ακριβώς η κατάκτηση της Αρμενίας είχε δώσει στους Τούρκους μία πολύτιμη εναλλακτική οδό, για να διεισδύουν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Η ενδεχόμενη αναγνώριση της επικυριαρχίας του Alp Αrslan το 1071 από την Έδεσσα, που ακόμη και αν έλαβε χώρα, υπήρξε πάντως ονομαστική και εντελώς πρόσκαιρη, προστάτευσε ίσως την πόλη στα χρόνια που ακολούθησαν μετά την μάχη του Μαντζικέρτ. Οι Τουρκομάνοι εμίρηδες που δρούσαν νοτιότερα, στο μέτωπο της Συρίας, όπως ο Ιbn Hān, o Afšīn Bey και ο Ahmetşah υπήρξαν αρκετά ικανοί, αλλά δεν συγκαταλέγονταν στους πιο διακεκριμένους και πιστούς αξιωματικούς των σουλτάνων. Η δράση τους υπήρξε ενίοτε καταστροφική για τις βυζαντινές περιοχές, αλλά πάντοτε δευτερεύουσας σημασίας, γεγονός που κατανόησε ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης, μετά τις πρώτες του μικρασιατικές εκστρατείες, και γι’ αυτό στόχευσε στην επανάκτηση της Αρμενίας με την μοιραία εκστρατεία του 1071. Οι προαναφερθέντες Τουρκομάνοι αρχηγοί υπήρξαν αδίστακτοι στην βόρεια Συρία, αλλά ήταν επιπρόσθετα και αρκετά προσεκτικοί, για να μην προκαλέσουν τους ισχυρούς Άραβες εμίρηδες της Άμιδας και του Χαλεπίου. O Αtsiz bin Uvaq al-Khwārizmī βοήθησε μεν τους Άραβες του Χαλεπίου στις επιθέσεις τους εναντίον του δουκάτου Αντιοχείας, αλλά έδρασε κυρίως νοτιότερα, στην Ramla, την Ιερουσαλήμ και στην Δαμασκό. Μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1070 ο Φιλάρετος Βραχάμιος ήλεγχε, δια του Βασιλείου Αποκάπη, την ευρύτερη περιοχή της Έδεσσας ακολουθώντας αναγκαστικά πολιτική συνδιαλλαγής με τους Τούρκους.
Η εξέλιξη των πραγμάτων στον νοτιοανατολικό τομέα του συνόρου υπήρξε πάντως αρκετά διαφορετική. Ο αυτοκρατορικός δουξ Αντιοχείας Ισαάκιος Κομνηνός επιβλήθηκε μεν στο ταραγμένο εσωτερικό της πόλης, αλλά δεν κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τους Τούρκους και τον Φιλάρετο Βραχάμιο. Η ασταθής ισορροπία του ικανού μεν αλλά και αδίστακτου Βραχάμιου ανάμεσα στις αντιμαχόμενες τουρκικές παρατάξεις και η προσέλκυση πολλών τοπικών στρατιωτικών αρχηγών, Αρμενίων και μη, του επέτρεψαν να διατηρήσει χωρίς μεγάλες απώλειες τον έλεγχο των περιφερειών του νοτιοανατολικού συνόρου, εξαιρουμένης της υπερβολικά εκτεθειμένης Ιεραπόλεως που υπέκυψε το 1075. Ο ίδιος δεν δίστασε να στραφεί, από κοινού με τους μουσουλμάνους, εναντίον του ομοεθνή του και διοικητή του Sasun Τ‘οrnik Mamikonean, που αναγνώριζε μάλλον την αυτοκρατορική αρχή. Ο Φιλάρετος κατέβαλλε παράλληλα φόρο υποτελείας στον εμίρη του Χαλεπίου για τα συριακά του εδάφη (ακριβώς το αντίθετο δηλαδή με ό,τι συνέβαινε στα τέλη του 10ου αι.). Λίγο αργότερα, επί Νικηφόρου Γ΄ Βοτανειάτη (ca. 1078), αναγνώρισε εκ νέου την αυτοκρατορική επικυριαρχία. Ο Βραχάμιος δεν κατόρθωσε ωστόσο να διατηρήσει τελικά τον έλεγχο των εκτεταμένων εδαφών του. Ο ίδιος δεν μπορούσε να αναμένει καμία βοήθεια από την Κωνσταντινούπολη, ενώ η πολιτική της φυσικής εξόντωσης των αντιφρονούντων και κυρίως των αναγκαστικών συμβιβασμών του με τον εχθρό και της ανάμιξής του στις ενδομουσουλμανικές διαμάχες τον κατέστησε αντιπαθή, τόσο στην Αντιόχεια όσο και στην Έδεσσα, και τελικά οδήγησε στην υποταγή του στον σουλτάνο Melikşah και στην πλήρη αποδυνάμωσή του. Καθοριστική για την κατάρρευση της βυζαντινής κυριαρχίας στην ευρύτερη περιοχή υπήρξε βέβαια η άλωση της συριακής μητρόπολης από τον Kutalmişoğlu Süleyman (4 Δεκεμβρίου 1084), γεγονός που έπληξε καίρια την δύναμη και το κύρος του Φιλάρετου. Aκόμη πάντως και μετά την συγκεκριμένη εξέλιξη, οι Αρμένιοι διοικητές εξακολουθούσαν να ελέγχουν την Έδεσσα και την Μελιτηνή, όταν κατέφθασαν στην περιοχή οι πρώτοι Σταυροφόροι, αναγνωρίζοντας μάλιστα την αυτοκρατορική επικυριαρχία και φέροντας υψηλούς τίτλους.
Σπουδαίο ρόλο για την απώλεια του ελέγχου των ανατολικών επαρχιών από την Κωνσταντινούπολη διαδραμάτισε και το
στασιαστικό κίνημα του Νορμανδού Ουρσελίου (ca. 1073-1076) στην κεντρική και βορειοδυτική Μικρά Ασία με επίκεντρο το Αρμενιακόν. Η καταστροφική δράση του φιλόδοξου μισθοφόρου απέκοψε, μεταξύ άλλων, την επικοινωνία της πρωτεύουσας με τις περιοχές της Θεοδοσιούπολης, της Μελιτηνής, της Έδεσσας και της Αντιόχειας.
Οι ενδοβυζαντινές έριδες, όπως η ουσιαστικά εμφύλια σύγκρουση Ρωμανού Διογένη-Δουκών, και τα αλλεπάλληλα στασιαστικά κινήματα, έδωσαν την ευκαιρία στους Τούρκους αρχηγούς να αναμιχθούν σε αυτές, να διεισδύσουν έως τις δυτικότερες περιοχές της Μικράς Ασίας και να ιδρύσουν προσωπικές ηγεμονίες στην Βιθυνία, στα εδάφη του θέματος των Θρακησίων και στις περιοχές της Σεβάστειας-Καισάρειας. Παρόλ’ αυτά ο κεντρικός και ο νότιος τομέας του ανατολικού συνόρου της αυτοκρατορίας παρέμενε, όπως προείπαμε, έως τα μέσα της δεκαετίας του 1080 ή και αργότερα υπό τον
έλεγχο στρατιωτικών αξιωματούχων, κυρίως αρμενικής καταγωγής, που αναγνώριζαν την βυζαντινή επικυριαρχία και έφεραν ιδιαίτερα υψηλούς τίτλους και αξιώματα
(Απνελγαρίπης, Φιλάρετος Βραχάμιος, Γαβριήλ της Μελιτηνής, Θεόδωρος Χετάμης, Βασίλειος Αποκάπης, Ταυτούκας, Goł Vasil κ.ά.). Ακόμη και οι Ρουπενίδες στην ορεινή Κιλικία, που γενικά υπήρξαν μάλλον αρνητικά διακείμενοι έναντι των Βυζαντινών, αναγνώριζαν τον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό στις αρχές του 12ου αι., διοικούσαν τις περιοχές τους στο όνομά του και έφεραν υψηλά τιμητικά αξιώματα.
Οι περιφέρειες της κεντρικής Μικράς Ασίας, δηλαδή η ευρύτερη Καππαδοκία, αποτελούσαν χώρο εγκατάστασης των Αρμενίων εποίκων και των πριγκηπικών οικογενειών του Waspurakan, του Širak/Ανίου και του Vanand/Κάρσε. Η κεντρική, όπως και η δυτική, Ανατολία είχε, όπως προαναφέραμε, παρακμάσει στρατιωτικά μετά τα τέλη του 10ου αι., ενώ
οι Αρμένιοι δεν ήταν σε θέση να την υπερασπιστούν έναντι ισχυρών δυνάμεων, όπως κατέστη προφανές με την άλωση της Σεβάστειας, που ήλεγχαν οι Arcruni, το 1059. Πολλές φορές κατηγορήθηκαν ανοικτά για απόπειρες συνδιαλλαγής με τους Τούρκους και ενίοτε στρέφονταν ανοικτά εναντίον των Βυζαντινών στις περιοχές που ήλεγχαν. Όταν οι Αρμένιοι αρχηγοί Κακίκιος του Κάρσε, Κακίκιος Ανιώτης και Atom και Abusahl Αrcruni απεβίωσαν ή εξαφανίστηκαν από το προσκήνιο στα τέλη της δεκαετίας του 1060 και κατά τα επόμενα χρόνια, οι αρμενικοί πληθυσμοί δεν ήταν πλέον σε θέση να αντιμετωπίσουν τις τουρκικές ομάδες, που διείσδυαν στην Καππαδοκία· οι
τρομοκρατημένοι Αρμένιοι και Έλληνες πρόσφυγες άρχισαν να συρρέουν στον Ταύρο, την Κιλικία, την Έδεσσα και την βόρεια Συρία αναζητώντας καταφύγιο στις συγκεκριμένες περιοχές. Οι ανθρώπινες απώλειες εκείνης της χαοτικής περιόδου θα πρέπει να υπήρξαν ιδιαίτερα μεγάλες, αν λάβουμε υπόψη τα λεγόμενα των Αρμενίων συγγραφέων αλλά και των Βυζαντινών ιστοριογράφων, που αναφέρονται κυρίως στα γεγονότα που έλαβαν χώρα στα δυτικότερα και πιο κοντινά στην πρωτεύουσα θέματα. Χαρακτηριστικό είναι επίσης το γεγονός ότι στις περιφέρειες της Σεβάστειας και του Αρμενιακού ως βασικοί πολέμιοι του γαζή εμίρη Melik Dānişmend μνημονεύονται στις πηγές ο δουξ Χαλδίας Θεόδωρος Γαβράς, που αυτονομήθηκε λίγο ή πολύ από την Κωνσταντινούπολη στα βορειοανατολικά, όπως ο Φιλάρετος Βραχάμιος στα νοτιοανατολικά, ο μητροπολίτης της Νεοκαισάρειας και ο Şāh-i Şattāt του «Dānişmendnāme», φανταστικό μάλλον πρόσωπο που ωστόσο απηχεί την δράση του Νορμανδού στασιαστή Ουρσελίου de Βailleul και άλλων Βυζαντινών αρχηγών της ευρύτερης περιοχής.
Η δράση του Ουρσελίου στις περιοχές του Αρμενιακού και της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας υπήρξε πραγματικά ολέθρια για τα βυζαντινά συμφέροντα. Η αποστασία του το 1073 οδήγησε αρχικά στην ήττα της στρατιάς του Ισαάκιου Κομνηνού από τους Τούρκους κοντά στην Καισάρεια.
Η συγκεκριμένη δύναμη αποτέλεσε ουσιαστικά το τελευταίο στα χρονικά αυτοκρατορικό εκστρατευτικό σώμα που κατόρθωσε να προωθηθεί από την Κωνσταντινούπολη έως την ευρύτερη Καππαδοκία. Ο Ουρσέλιος νίκησε και μία δεύτερη βυζαντινή δύναμη που στάλθηκε εναντίον του στην Βιθυνία, διαλύοντας έτσι οριστικά τα δυτικά μικρασιατικά στρατεύματα της αυτοκρατορίας, απέκοψε την πρωτεύουσα από τις περιοχές του ανατολικού συνόρου, προξένησε εκτεταμένες καταστροφές, έπληξε οικονομικά το κράτος και έδωσε την δυνατότητα σε τουρκικές ομάδες να προωθηθούν στα δυτικά, να αναμιχθούν στις εσωτερικές βυζαντινές διαμάχες και να λυμαίνονται ανεμπόδιστα τεράστιες περιοχές.
Όταν ο Αλέξιος Κομνηνός εξουδετέρωσε τον στασιαστή στο Αρμενιακόν ήταν πλέον αργά, γιατί οι Τούρκοι κυριαρχούσαν πλέον στην ύπαιθρο της κεντρικής και δυτικής Μικράς Ασίας, αν και δεν είχαν ακόμη καταλάβει τα σημαντικά αστικά κέντρα, ενώ το αυτοκρατορικό διοικητικό σύστημα είχε πλέον αποσυντεθεί. Οι τελευταίοι μάλιστα αυτοκρατορικοί διοικητές στην ευρύτερη περιοχή προσδιορίζονταν συχνά ως κατεπάνω πόλεων και όχι θεμάτων (π.χ. Αμασείας, Αβύδου, πισιδικής Αντιόχειας [;]) ή τοπάρχες (π.χ. Χώματος-Καππαδοκίας).
Οι μετέπειτα στάσεις των Νικηφόρου Βοτανειάτη και Νικηφόρου Μελισσηνού είχαν ως αποτέλεσμα την εγκατάσταση τουρκικών φρουρών
και στα μεγάλα οχυρωμένα αστικά κέντρα των δυτικότερων θεμάτων Οψικίου, Οπτιμάτων και Θρακησίων. Ο τελευταίος στρατηγός της Καππαδοκίας Κωνσταντίνος Διογένης αναγκάστηκε να σπεύσει στην περιοχή του δουκάτου Αντιοχείας, για να βοηθήσει τον εκεί δούκα Ισαάκιο Κομνηνό να αντιμετωπίσει τους Τουρκομάνους των συνόρων. Μετά τον θάνατό του στα μέσα της δεκαετίας του 1070 και την ανάκληση των δυνάμεων του τοπάρχη της ευρύτερης περιοχής (Μιχαήλ;) Βούρτζη στα Βαλκάνια το 1081, έπαψε να υφίσταται οργανωμένη βυζαντινή διοίκηση στην Καππαδοκία.
Η κατάρρευση ενός ισχυρού κράτους αποδίδεται συνήθως σε εσωτερικούς και όχι σε εξωτερικούς λόγους. Η προοδευτική διάλυση των διοικητικών περιφερειών και των στρατιωτικών οργανωτικών δομών της αυτοκρατορίας στην Ανατολή και η κατάκτηση των εδαφών της από τους Τούρκους θα πρέπει πάντως να αποδοθούν τόσο στις αδυναμίες του διοικητικού συστήματος και της ευρύτερης βυζαντινής πολιτικής όσο και σε
απρόβλεπτους παράγοντες, που είχαν να κάνουν με τις αρνητικές χρονικές συγκυρίες. Αναλυτικότερα:
(α) Η απουσία εξωτερικών εχθρών μετά την υποταγή του βουλγαρικού κράτους έως και την δεκαετία του 1040 και οι φαινομενικά απρόσβλητες κεντρικές γεωγραφικές περιοχές της αυτοκρατορίας ώθησαν ίσως την βυζαντινή κοινωνία σε ορισμένη επανάπαυση
Η γενικότερη αίσθηση απατηλής ασφάλειας που κυριαρχούσε στην βυζαντινή κοινωνία και ηγεσία έως τις αρχές της βασιλείας του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου αποτυπώνεται, ως γνωστόν, στην νεαρά που ο ίδιος ο αυτοκράτορας εκφώνησε το 1047 «ἐπὶ τῇ ἀναδείξει καὶ προβολῇ τοῦ διδασκάλου τῶν νόμων». Η αίσθηση ισχύος που επικρατούσε στην βασιλική αυλή μετά την προσάρτηση του Ανίου έκανε τον Μονομάχο να διακηρύξει ότι ο βασιλεύς των ουρανών «τοὺς ἔξωθεν τε πολέμους καὶ τὰς ἐμφυλίους στάσεις κατέπαυε καὶ ἡρεμεῖ μὲν νῦν τὸ ἀντίπαλον, εἰρηνεύει δὲ τὸ ὑπήκοον, πολλὴ δὲ γαλήνη τὰ Ῥωμαίων κατέχει».
και εμμέσως υποβοήθησαν την εκδήλωση αλλεπάλληλων στασιαστικών και λοιπών κινημάτων, που υποδαυλίζονταν, σύμφωνα με τους παλαιότερους αλλά και σύγχρονους ερευνητές, από την συνεχή αντιπαράθεση της λεγόμενης «πολιτικής/γραφειοκρατικής» με την «στρατιωτική» μερίδα. Η συγκεκριμένη σύγκρουση παρουσιάζεται συνήθως υπερβολικά σχηματοποιημένη, αλλά η πολιτική αστάθεια που σημειώθηκε μετά τα μέσα του 11ου και οι αλλεπάλληλες ενδοβυζαντινές συγκρούσεις ήταν αδιαμφισβήτητες και έβλαψαν ιδιαίτερα την αυτοκρατορία. Οι σχετικές μελέτες των ερευνητών έχουν καταδείξει με αδιάσειστα στοιχεία την
εντυπωσιακή αύξηση του μέσου όρου των στασιαστικών κινημάτων κατά την περίοδο 1025-1081. Η έλλειψη συνειδητοποίησης έως τις αρχές της δεκαετίας του 1070 της κρισιμότητας του εξωτερικού κινδύνου, που θα μπορούσε να λειτουργήσει συσπειρωτικά, οδήγησαν στην εκδήλωση ολέθριων εμφύλιων συγκρούσεων, στρατιωτικών κινημάτων και πολιτικών αντιπαλοτήτων (ειδικά εκείνα των ετών 1047, 1057, 1065-1066, 1071-1072, 1073-1076, 1077-1078, 1080-1081). Όταν πλέον κατέστη σαφές το μέγεθος της απειλής,
οι εμφύλιες διαμάχες είχαν πλέον κλιμακωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε είχαν λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις και ήταν σχεδόν αδύνατο να παραμεριστούν γρήγορα· οι συνέπειές τους μάλιστα ήταν ήδη καταστροφικές, καθώς είχαν επιτρέψει στις πολυάριθμες τουρκικές ομάδες να συμμετάσχουν ενεργά σε αυτές και να διεισδύσουν έως τις δυτικότερες, ουσιαστικά ανυπεράσπιστες, μικρασιατικές περιοχές. Η άνοδος των Κομνηνών επανέφερε την πολιτική σταθερότητα, αλλά η νορμανδική επιβουλή και οι συνεχείς βαρβαρικές επιδρομές στο βόρειο βαλκανικό σύνορο δεν επέτρεψαν έως τα τέλη του 11ου αι. την στρατιωτική επάνοδο της αυτοκρατορίας στην Ανατολή.
(β) Οι κυβερνήσεις της Κωνσταντινούπολης είχαν ακολουθήσει αρχικά μετριοπαθή πολιτική εθνικής και θρησκευτικής ανοχής και συνεργασίας στις συνοριακές περιοχές, αλλά αργότερα άσκησαν πιέσεις που αποξένωσαν τους Αρμενίους και τους Σύρους ιακωβίτες. Το αποκεντρωτικό διοικητικό σύστημα, που είχε εφαρμοστεί στις ανατολικές περιφέρειες, εξασφάλιζε την συμμετοχή των γηγενών στην τοπική διοίκηση και υπήρξε αρχικά αποδοτικό. Ο χαλαρός ωστόσο έλεγχος της πρωτεύουσας αποδείχθηκε μάλλον ανεπαρκής και αναποτελεσματικός, όταν εμφανίστηκαν οι Τούρκοι. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Φιλάρετου Βραχάμιου, που ήλεγχε το σύνολο του νότιου συνοριακού τομέα και της ενδοχώρας του μετά το 1072, χωρίς να αναγνωρίζει για μεγάλο διάστημα την κεντρική κυβέρνηση.
(γ) Η Κωνσταντινούπολη δεν κατόρθωσε να συνάψει μία στρατηγική συμμαχία με τους Φατιμίδες, κυρίως κατά την δεκαετία του 1050, καθώς οι τελευταίοι ταλανίζονταν από εσωτερικές διαμάχες από τις αρχές περίπου της δεκαετίας του 1060 και μάλλον δεν ήταν σε θέση να δράσουν στρατιωτικά εναντίον των Τούρκων. Οι αυτοκρατορικές κυβερνήσεις δεν κατόρθωσαν να κατανοήσουν εγκαίρως το μέγεθος της τουρκικής απειλής και τις πολύπλοκες εσωτερικές σχέσεις ανάμεσα στην σελτζουκική δυναστεία και τους Τουρκομάνους. Οι Σελτζούκοι σουλτάνοι αποσκοπούσαν κυρίως να ελέγξουν πολιτικά τον μουσουλμανικό κόσμο της Μέσης και της Εγγύς Ανατολής, αλλά εξαναγκάζονταν εκ των πραγμάτων να επιτρέπουν ή και να καθοδηγούν τις τουρκομανικές επιθέσεις στα αυτοκρατορικά εδάφη, για να διατηρήσουν το κύρος και τον όποιο, αβέβαιο πολλές φορές, έλεγχό τους στις πολυάριθμες, διαφόρων προελεύσεων, τουρκικές ομάδες. Γενικότερα,
οι νέοι εχθροί στα διάφορα σύνορα της αυτοκρατορίας κατά τα μέσα του 11ου αι. (Σελτζούκοι, Τουρκομάνοι, Ούζοι, Πετσενέγοι, Νορμανδοί) δεν ήταν εύκολο να αντιμετωπιστούν με διπλωματικά μέσα, όπως συνέβαινε με άλλους λαούς κατά τους προηγούμενους αιώνες. (δ) Πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξε οπωσδήποτε και η χρονική στιγμή της εμφάνισης του νέου επικίνδυνου εχθρού στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας (και φυσικά η
ταυτόχρονη εμφάνιση άλλων αντιπάλων στα Βαλκάνια και στην Ιταλία). Ο συγκεκριμένος παράγοντας ενδεχομένως μάλιστα να υπήρξε και ο πλέον σημαντικός. Αναφερθήκαμε λίγο παραπάνω αναλυτικά στις όποιες αδυναμίες του βυζαντινού διοικητικο-στρατιωτικού συστήματος κατά τον 11ο αι. Θα πρέπει ωστόσο να συνυπολογίζουμε ταυτόχρονα και την εξής σημαντική παράμετρο: Όταν οι Σελτζούκοι και οι Τουρκομάνοι ξεκίνησαν τις πρώτες καταστροφικές διεισδύσεις και επιδρομές στα εδάφη της αυτοκρατορίας (ca. 1016-1049), η παλαιά, «φεουδαρχικού» χαρακτήρα, οργανωτική δομή των αρμενικών περιοχών (με τους οικογενειακούς-κληρονομικούς ηγεμόνες, τα ολιγάριθμα προσωπικά στρατεύματα των οίκων τους και τους υποτελείς σε αυτούς άρχοντες) είχε μεν πλέον διαλυθεί, αλλά η καινούρια διοικητικο-στρατιωτική οργάνωση που σκόπευε να επιβάλει η αυτοκρατορία δεν είχε προλάβει ακόμη σχεδόν να εφαρμοστεί, πόσο μάλλον να σταθεροποιηθεί.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ενώ η αυτοκρατορική κυριαρχία στην Αρμενία είχε ήδη αρχίσει να καταρρέει στις αρχές της δεκαετίας του 1060 και οι Τούρκοι πραγματοποιούσαν πλέον επιδρομές ακόμη και στην κεντρική και δυτική Ανατολία, οι Βυζαντινοί συνέχιζαν να προσαρτούν εδάφη στο βορειοανατολικό μικρασιατικό τους σύνορο (περίπτωση του Κάρσε το 1064), ενώ οι περιοχές που ανατέθηκαν σε Αρμένιους διοικητές, όπως η Αντιόχεια, η Έδεσσα, η Μελιτηνή, η Κιλικία κ.ά., υπέκυψαν στους εισβολείς αρκετά χρόνια μετά την μάχη του Μαντζικέρτ και παρά το ότι η Κωνσταντινούπολη δεν τους είχε προσφέρει την παραμικρή βοήθεια. Τα ανατολικά τάγματα και οι λοιπές φρουρές του συνόρου πρόβαλλαν βέβαια, υπό την ηγεσία των τοπικών αρχηγών, παρατεταμένη και σκληρή άμυνα στην Χαλδία, την Μελιτηνή, την Έδεσσα, τον Ταύρο και την Αντιόχεια.
Τα θεματικά όμως στρατεύματα της κεντρικής και της δυτικής Μικράς Ασίας, που ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης προσπάθησε ματαίως να αναδιοργανώσει και να επαναστρατολογήσει, είτε διασκορπίστηκαν, είτε κατέφυγαν στην Κιλικία και την Αντιόχεια, είτε ανακλήθηκαν το 1081, για να πολεμήσουν τους Νορμανδούς στα Βαλκάνια. Το συγκεκριμένο γεγονός έκρινε οριστικά και αμετάκλητα την τύχη της κεντρικής Μικράς Ασίας.