τοῦ Ἰάνη Λὸ Σκόκκο.
* ὁ Στρίντμπεργκ, τὸ Ἐγὼ καὶ ἡ Ἐπίδραση.Στὸν Θάνο Κωτσόπουλο
καὶ
τὴν Ἄννα Ραυτοπούλου.
1η δημοσίευση, Περιοδικὸ "Νεώτερα Γρἀμματα", τεῦχος 23,
τῆς Ἑνώσεως τῶν Νέων Ἑλλήνων Λογοτεχνῶν.
3η συνέχεια.
Χά! Πᾶντα ἀσυμβίβαστος αὐτὸς ὁ Στρίντμπεργκ. Δέκα χρόνια μελετοῦσε μιὰ σκηνὴ (τῆς πορ
νείας) γιὰ τὸ ἔργο του «Ἔγκλημα καὶ ἔγκλημα». Παρατηροῦσε καὶ τὴν ἐλάχιστη ματιὰ τῶν ἠ-
θοποιῶν του, τὸν παραμικρότερο ἦχο τῆς φωνῆς τους, κατάργησε τὰ διαλείμματα καὶ τὰ μπάρ,
ἔφτασε νὰ δημιουργήσει τὸν τύπο τῆς σύγχρονης τραγωδίας καὶ μ' αὐτὸ ἔφτασε στὸ ὗψος τοῦ
Αἰσχύλου. Ἔλυσε - γιὰ μένα - κάθε σκηνικὸ πρόβλημα μ' ἕνα τραπέζι καὶ δύο καρέκλες: τὸ
τραπέζι χωρίζει καὶ συνδέει τοὺς ἠθοποιοὺς ποὺ βλέπουμε τὰ πρόσωπά τους προφίλ, ἀνφὰς καὶ
τρουὰ κάρ, ἄνετα. Ἔδωσε ἀξία στὸ κείμενο καὶ στοὺς ἠθοποιούς καταργῶντας τὰ σκηνικὰ («Πι-
στωτές»), μά, κυρίως, ἔδωσε ἀλήθεια στοὺς διαλόγους του (καταργῶντας τὴν γαλλικὴ συμμετρία
καὶ τὶς κουτὲς ἐρωτήσεις ποὺ παίρνουν ἔξυπνη ἀπάντηση!). Ἡ πυκνότητα τοῦ λόγου (ἰδιαίτερα
στοὺς «Πιστωτὲς») εἶναι ἀνατριχιαστική. Οἱ «Πιστωτὲς» μποροῦν νὰ θριαμβεύσουν ἄνετα μέσα
σὲ ἀπόλυτο σκοτάδι, χωρὶς τὸν παραμικρὸ προβολέα. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ «Πατέρας».
Αὐτὸς ποὺ εἶπε: «καμιὰ φορὰ ἡ θρησκεία μοῦ φαίνεται σὰν τιμωρία, γιατί κανένας δὲν εἶναι πι-
στός, ὅταν δὲν ἔχει βρώμικη συνείδηση» καὶ πού, συγχρόνως, διαπίστωσε πώς: «ὁ φόβος τοῦ Θε-
οῦ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς φρόνησης», γιὰ νὰ πεῖ καὶ ὅτι: «ὅταν φλερτάρεις μὲ τὸν διάβολο, ὁ Θεὸς σὲ
τιμωρεῖ», γιὰ νὰ συμπεράνει πὼς ὁ Θεός, λοιπόν, «εἶναι πιὸ ἀνελέητος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους».
...Αὺτὸς ποὺ εἶπε: «κανένας κριτὴς δὲν εἶναι τόσο αὐστηρὸς ὅσο ὁ ἑαυτός μας» καὶ πώς: «εἴμαστε
ἀθῶοι μπροστὰ στὸν Θεό, ποὺ δὲν ὑπάρχει πιά· ὑπεύθυνοι μπροστὰ στοὺς ἑαυτούς μας καὶ στοὺς
ὅμοιούς μας»...
...Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὶς ὑπεράνθρωπες δυνάμεις του, νὰ μὴ θέλει νὰ ἐπέμβει στὴν ἑρμηνεία τοῦ
ἔργου του; Ὦ, τοῦ ἔχω τόση λατρεία! Εἶναι διαρκῶς στὸ πλευρό μου. Δώδεκα μῆνες μελετῶ τοὺς
«Πιστωτές» - μὲ πόνο ἀληθινό, προπαντὸς ὅταν ἔτυχε νὰ ἔχω καὶ κακοπροαίρετους ἠθοποιοὺς κοντά
μου...
Ναί, εἶμαι ἐπηρεασμένος. Ὄχι, εἶμαι ἐρωτευμένος. Ὁ πρῶτος ἔρωτας τῆς ζωῆς μου. Ἄν ἀνεβάσω τὸ
ἔργο του, θὰ ἔρθει ἡ συντέλειά μου. Χαμογελᾶτε; Ὅλα εἶναι ὑποκειμενικά, Δικαίωμά σας. Δικαίω-
μα τοῦ ἐγὼ νὰ εἶναι ἐγώ, γιὰ κάθε ἐγώ.
Καὶ θὰ τελειώσω ἔτσι: μοῦ εἶναι δύσκολο νὰ ἐπαινῶ συγγραφεῖς ἐπειδὴ ἔχουν ἐπιβληθεῖ. Ἕνας ἀπὸ
τοὺς ἄπειρους λόγους ποὺ χαίρομαι τὸν «μισογύνη» Στρ. εἶναι ὅτι, μὲ τὸν μισογυνισμό του, κάνει τὸ
πιὸ φεμινιστικὸ κίνημα στὴν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας. Ἡ Θέκλα στοὺς «Πιστωτὲς» εἶναι ἡ γυναίκα
ποὺ συναγωνίστηκε τὴ θέση τοῦ Θεοῦ, στὶς καρδιὲς δύο ἀντίζηλων ἀντρῶν. Δὲν ἔμεινε στὴ θέση αὐ-
τή - δὲν ἄντεξε ἡ ἴδια, δὲν φτούρησε, ἀλλὰ καὶ δὲν τὴν ἄφησαν ἐκεῖ καὶ οἱ ἆντρες της (Γουσταῦος,
Ἀδόλφος). Ὅμως, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, ἦταν «ὅ,τι ἦταν ὁ Θεὸς πρὶν γίνω ἄθεος» (λέει ὁ Ἀδόλφος), δη-
λαδὴ «τὸ ἀντικείμενο ποὺ εἶχα ἀνάγκη νὰ λατρεύω». Πάντως, δὲν εἶχαν ἄδικο ποὺ τὴν καθαίρεσαν.
Γήινο πλᾶσμα ἡ γυναίκα. Ὅπως γήινο πλᾶσμα κι' ὁ ἄντρας. Ἄς ἀλλάξουν οἱ ἀξιώσεις μας. Ἄς γίνου-
με ὑπεύθυνοι... Σὰν τὸν Στρίντμπεργκ.

Ἦταν ὄνειρό μου, φιλοδοξία μου μεγίστη, ἀπ' ὅταν μετέφρασα τοὺς "Πιστωτὲς" τοῦ Στρίντμπεργκ (1978), 






