Δημοσίευσηαπό Αρχειδήμων » 28 Μαρ 2018, 00:13
Όταν τελειώσω, θα παραθέσω εδω μέσα όλον τον κατάλογο. Όποιος μετά δεν θα θέλει να συγκαταλεχθούν οι λέξεις που εφηύρε σε ένα e-book, εξυπακούεται πως δεν θα γίνει.
Ένα δείγμα του λεξικού των νεολογισμών
1. αγγειοπιεσίνη: πρωτεΐνη που διεγείρει το φλοιό των επινεφριδίων για να εκκρίνουν στη συνέχεια αλδοστερόνη η οποία με τη σειρά της προκαλεί τη σύσπαση των λείων μυών (μτφ. δ. απο την λατινική angiotensin = αγγειοτενσίνη) (© Νηματολάγνος)
2. αλαβοκύλικας: α- (στερητικό) + λαβή + κύλικας, ημισφαιρικό κεραμικό, πορσελάνινο ή γυάλινο αγγείο, σχετικά μικρό, για το σερβίρισμα π.χ. του παγωτού (μτφ. δ. απο την αγγλική bol = μπολ)
3. αλειφόζη: (1) λιπώδης ιστός (2) σπάνιος δισακχαρίτης (μτφ. δ. απο την λατινική adipose = αδιπόζη) (© Νηματολάγνος)
4. αλειφοσυνδετίνη: ορμόνη που εμπλέκεται στη ρύθμιση των επιπέδων της γλυκόζης, όπως επίσης και στον καταβολισμό των λιπαρών οξέων (μτφ. δ. απο την αγγλική adiponectin = αδιπονεκτίνη) (© Νηματολάγνος)
5. αμανδρόπεδο: α + μάνδρα + πεδίο, υπαίθρια έκταση σε κατοικημένη περιοχή, ή κοντά σε αυτή, που δεν έχει διαμορφωθεί (μτφ. δ. απο την τουρκική alan = αλάνα) (© Νηματολάγνος)
6. αμφιδωτής: αμφι + βιδωτής, εργαλείο για βίδωμα ή ξεβίδωμα· η μία άκρη του προσαρμόζεται στην εγκοπή της κεφαλής της βίδας και ο χειριστής περιστρέφει τη λαβή του, ώστε να τοποθετήσει, συσφίγξει ή χαλαρώσει τη βίδα (μτφ. δ. απο την ιταλική caccia-vite = κατσαβίδι)
7. αμφορίδιο: γυάλινη μικρή φιάλη, που περιέχει (αποστειρωμένο) φάρμακο κατάλληλο για ενέσιμη χορήγηση (μτφ. δ. απο τη γαλλική ampoule = αμπούλα)
8. ανάκομβος: τρόπος δεσίματος γραβάτας, κορδέλας, κορδονιού κτλ. σε σχήμα πεταλούδας (μτφ. δ. απο την ιταλική fiocco (= νιφάδα) = φιόγκος)
9. ανορόφιο: ανοιχτό, χωρίς οροφή ή με πτυσσόμενη οροφή αυτοκίνητο (μτφ. δ. απο τη γαλλική cabriolet = καμπριολέ)
10. αξιοσύλλεκτο: (ε.φ.) επετειακό τεύχος περιοδικού (μτφ. δ. απο την αγγλική annish)
11. απερανθάλτης: απέραντο + ἃλμα (ε.φ.) μηχανισμός ακαριαίας (ταχύτερης του φωτός) τηλεπικοινωνίας (μτφ. δ. απο την αγγλική ansible)
12. αργόρρυθμα: (μουσική) αντάτζιο (η ένδειξη ότι ένα μουσικό κομμάτι παίζεται αργά) (μτφ. δ. απο την ιταλική adago = αντάτζιο)
13. αρχαιαλφές: παλαιό αντικείμενο, ενδεχομένως μεγάλης υλικής ή άλλης αξίας και φτιαγμένο με τέχνη (μτφ. δ. απο την ιταλική antica = αντίκα)
14. αυτικόφωνο: (ε.φ.) μηχανισμός ακαριαίας (ταχύτερης του φωτός) τηλεπικοινωνίας (μτφ. δ. απο την αγγλική ansible) (© Νηματολάγνος)
15. βακτροσφαίριση: παιχνίδι κατά το οποίο ο κάθε παίκτης προσπαθεί, με ένα ειδικό μπαστούνι, να βάλει ένα μπαλάκι σε μια σειρά από τρύπες κάνοντας όσο το δυνατό λιγότερα χτυπήματα (μτφ. δ. απο την αγγλική golf) (© Alchemist)
16. βαραθροσχοινισμός: άλμα από μια ψηλή κατασκευή με τον αθλητή δεμένο με ελαστικό σκοινί (μτφ. δ. απο την αγγλική bungee jumping = μπάντζι τζάμπινγκ)
17. βαρυτάρσιο: (ε.φ.) μηχανισμός εξουδετέρωσης της βαρύτητας (μτφ. δ. απο την αγγλική antigrav)
18. βαρυτοκύλικας: τρισδιάστατη απεικόνιση της κύρτωσης του χωροχρόνου υπο την επήρεια μιάς μεγάλης μάζας (μτφ. δ. απο την αγγλική gravity well)
19. βαρυτοστίκτης: λέιζερ βαρυτονίων (μτφ. δ. απο την αγγλική graviton laser)
20. βυζοβέμβικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα, ο οποίος επικολλάται στη ρώγα του στήθους (μτφ. δ. απο την αγγλική fidgetiddies)
21. γαλαξιογραφία: (ε.φ.) η χαρτογράφηση του γαλαξία που εστιάζεται στην πλοϊμότητα των διαστρικών του χώρων και στην κατοικησιμότητα των πλανητών του (αντιδ. απο την αγγλική galactography)
22. γιγαδυφιόγραμμα: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 9η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Gigabyte) (© Spiros252)
23. γιγαντογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 9η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Gigabyte)
24. γλυχύαλος: (γλυκός + ὓαλος) γυαλιστερή και λεία επικάλυψη ορισμένων γλυκισμάτων, που γίνεται κυρίως με ζάχαρη και ασπράδι αβγού (μτφ. δ. απο την ιταλική glassare = γλάσο)
25. δακτυλέλικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
26. δακτυλοβέμβικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
27. δακτυλορόδανο: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
28. δακτυλόσβιγα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
29. δακτυλοστρόφιγγας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
30. δεκακισογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 48η byte
31. διακοσμεξάρτημα: εξάρτημα ενδυμασίας ή αυτοκινήτου που έχει περισσότερο διακοσμητικό παρά πρακτικό σκοπό (μτφ. δ. απο τη γαλλική accessoire = αξεσουάρ)
32. διενεργισμός: πολιτική αντίληψη και πρακτική που δίνει μεγάλη έμφαση σε μαζικές ατομικές δραστηριότητες, όπως οι διαδηλώσεις, οι υπογραφές αιτήσεων, οι καταλήψεις κλπ., για την επίτευξη ενός στόχου (μτφ. δ. απο τη γαλλική activisme = ακτιβισμός) (© Νηματολάγνος)
33. διενεργιστής: ο ενεργός πολίτης που δραστηριοποιείται για τα πολιτικά, πολιτιστικά ή οικονομικά ζητήματα που προβληματίζουν μια κοινωνία (μτφ. δ. απο την γαλλική activiste = ακτιβιστής) (© Νηματολάγνος)
34. δισκουμένη (του Alderson): δίσκος + οικουμένη (ε.φ.) υποθετική κατοικούμενη μεγακατασκευή δισκοειδούς σχήματος που καταλαμβάνει όλο το επίπεδο ενός ηλιακού συστήματος (μτφ. δ. απο την αγγλική Alderson disk)
35. δισογδήκιστο: (οκτω + οκτώ + ἣκιστο: Bit): μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 24η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Yottabyte)
36. δυφιάλυσος: δυφίο (δυαδικό ψηφίο) + άλυσος (bitcoin) αλυσίδα των επιβεβαιωμένων ομάδων συναλλαγών που ξεκινά από την πρώτη, έως την πιο πρόσφατη έγκυρη ομάδα (μτφ. δ. απο την αγγλική block chain) (© Spiros252)
37. δυφιόγραμμα: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που ισοδυναμεί με 8 bit (μτφ. δ. απο την αγγλική byte = μπάιτ) (© Spiros252)
38. δυφιόλεξη: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που ισοδυναμεί με 8 bit (μτφ. δ. απο την αγγλική byte = μπάιτ) (© Spiros252)
39. εγχαρακτική: μέθοδος χαρακτικής πάνω σε ένα σκληρό υλικό ή το έργο τέχνης που παράγεται από την ομώνυμη μέθοδο (μτφ δ. απο τη γαλλική gravure = γκραβούρα)
40. ελικοβέμβικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
41. εννιακισογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 45η byte
42. εξακισογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 36η byte
43. εξαλωπή: μικρό στρογγυλό παράθυρο σε καμπίνα πλοίου (μτφ. δ. απο την ιταλική finestrino = φιλιστρίνι, φινεστρίνι)
44. εξογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 18η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Exabyte)
45. εορτότευχος: (ε.φ.) επετειακό τεύχος περιοδικού (μτφ. δ. απο την αγγλική annish) (© Νηματολάγνος)
46. επαναταινιάριο: μορφότυπο ανταλλαγής γραφικών (μτφ. δ. απο την αγγλική Graphics Interchange Format = gif) (© sys3x)
47. επτακισογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 39η byte
48. επτογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 21η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Zettabyte)
49. ευηνεμώνας: ανοιχτό, χωρίς οροφή ή με πτυσσόμενη οροφή αυτοκίνητο (μτφ. δ. απο τη γαλλική cabriolet = καμπριολέ)
50. ζαβολιαρέλικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
51. ζαβολιαροβέμβικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
52. ζαβολιαρόδανο: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
53. ζαβολιαρόσβιγα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
54. ζαβολιαρόσβουρα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
55. ζαβολιαροστρόφιγγας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
56. θαμπολύχνιο: απλή κατασκευή από αδιαφανές γυαλί, πορσελάνη, πλαστικό, μέταλλο, χαρτί ή άλλο υλικό, που προσαρμόζεται σε φορητή συνήθως επιτραπέζια λάμπα, ώστε να συγκεντρώνει το φως σε μια κατεύθυνση, συνήθως προς τα κάτω (μτφ. δ. απο τη γαλλική abat‐jour = αμπαζούρ)
57. ιπτάμαξο: ιπτάμενο αυτοκίνητο (μτφ. δ. απο την αγγλική aerocar) (© Νηματολάγνος)
58. καυσόπλινθος: πλίνθος που δημιουργείται κατά τη διάρκεια του διαχείρισης λεπτομερών υλικών καυσίμων (μτφ. δ. απο τη γαλλική briquette = μπρικέτα)
59. κλινοθάλαμος: μικρό δωμάτιο με κρεβάτια σε πλοίο (μτφ. δ. απο την ιταλική cabina = καμπίνα)
60. κομετώπη: κόμη + μέτωπο > κομομετώπη, κοντό ή μακρύ τσουλούφι μαλλιών, τούφα, που πέφτει στο μέτωπο (μτφ. δ. απο την ιταλική frangia = φράντζα)
61. κραδασμειωτής: κραδασμός + μειωτής (μηχανολογία) εξάρτημα μηχανοκίνητων οχημάτων χάρη στο οποίο αποσβένονται οι ταλαντώσεις των ελατηρίων και ελαττώνονται οι κραδασμοί, εξασφαλίζοντας έτσι τη σταθερότητα του οχήματος (μτφ. δ. απο τη γαλλική amortisseur = αμορτισέρ)
62. κροταβόστρυχος: κρόταφος + βόστρυχος > κροταφοβόστρυχος, κοντό ή μακρύ τσουλούφι μαλλιών, τούφα, που πέφτει στο μέτωπο (μτφ. δ. απο την ιταλική frangia = φράντζα)
63. κρυπτοπινάκιο: (bitcoin) αλυσίδα των επιβεβαιωμένων ομάδων συναλλαγών που ξεκινά από την πρώτη, έως την πιο πρόσφατη έγκυρη ομάδα (μτφ. δ. απο την αγγλική block chain) (© Spiros252)
64. κρυφθάλυσος: κρυπτός + ἃλυσος (bitcoin) αλυσίδα των επιβεβαιωμένων ομάδων συναλλαγών που ξεκινά από την πρώτη, έως την πιο πρόσφατη έγκυρη ομάδα (μτφ. δ. απο την αγγλική block chain) (© Spiros252)
65. λαδολέβητας: ειδικό ηλεκτρικό μαγειρικό σκεύος όπου τηγανίζονται τρόφιμα εμβαπτιζόμενα σε καυτό λάδι (μτφ. δ. απο τη γαλλική friteuse = φριτέζα)
66. λουτριδητήριο: μικρό δωμάτιο σε παραλία, όπου οι λουόμενοι μπορούν να αλλάξουν ρούχα (μτφ. δ. απο την ιταλική cabina = καμπίνα)
67. λυχυαλόσφαιρα: σφαιρικό, γυάλινο περίβλημα λαμπτήρα (μτφ, δ. απο την ιταλική globo = γλόμπος)
68. μασθέλικας: (μαστός + ἓλικας) ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα, ο οποίος επικολλάται στη ρώγα του στήθους (μτφ. δ. απο την αγγλική fidgetiddies)
69. μαστακόδειλος: μάσταξ (σαγόνι) + δρίλος (ερπετολογία) τετράποδο ερπετό, συγγενές με τους κροκόδειλους, με μεγάλη ουρά και μακρύ ρύγχος (μτφ. δ. απο την ισπανική el lagarto (μεγάλη σαύρα) > alligator = αλιγάτορας) (© Νηματολάγνος)
70. μεγαδυφιόγραμμα: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 6η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Megabyte) (© Spiros252)
71. μεγαλογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 6η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Megabyte)
72. μελοδραμωδία: μουσική σύνθεση, συνήθως για μία φωνή (σόλο) και ορχήστρα, που συναντάται κυρίως σε οπερετικά έργα (μτφ. δ. απο την ιταλική aria = άρια)
73. μεταθρίχιο: οινοπνευματώδες αρωματικό υγρό που επαλείφεται στο δέρμα μετά το ξύρισμα(μτφ. δ. απο την αγγλική after shave = άφτερ-σείβ)
74. μεταλλύελος: (ε.φ.) ανθεκτικό διάφανο υλικό με ανθεκτικότητα μετάλλου (μτφ. δ. απο την αγγλική glassite)
75. μετάξυρο: οινοπνευματώδες αρωματικό υγρό που επαλείφεται στο δέρμα μετά το ξύρισμα (μτφ. δ. απο την αγγλική after shave = άφτερ-σείβ) (© LOUROS)
76. μετριόρρυθμα: (μουσική) όχι πολύ γρήγορα, ούτε πολύ αργά, μέτρια, ανάμεσα στο αντάτζιο και το αλέγκρο (μτφ. δ. απο την ιταλική andante = αντάντε)
77. μηχανολίσθηρο: λίπος για τη λίπανση των μηχανών (μτφ. δ. απο την ιταλική grasso = γράσο)
78. μνηστηροστάσιο: φιλική σχέση δύο ατόμων, όπου ο μεν επιθυμεί να μετατραπεί σε ερωτική ο δε όχι (μτφ. δ. απο την αγγλική friendzone)
79. μουσομορφόκλασμα: είδος πολυφωνικής μουσικής συνθέσεως κατά την οποία οι διάφορες φωνές ή όργανα επαναλαμβάνουν και αντιφωνούν με παραλλαγές την αρχική μελωδία (μτφ. δ. απο την ιταλική fuga = φούγκα)
80. ναυσοβέω: ναυς + σοβέω (διώχνω): απομακρύνω πλεούμενο από αγκυροβόλιο (μτφ. δ. απο την ιταλική a varare = αβαράρω)
81. νεολαμφοδεύω: (ε.φ.) το να πορεύεται ένα άστρο στο να εκραγεί ως νεολαμπές (μτφ. δ. απο την αγγλική go nova)
82. νευρέλικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
83. νευροβέμβικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
84. νευρόδανο: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
85. νευρόσβιγα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
86. νευρόσβουρα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
87. νευροστρόφιγγας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
88. νικημέρθιππος: (νίκη + ιμερτός + ἳππος) άλογο που θεωρείται φαβορί για μια κούρσα στις ιπποδρομίες (μτφ. δ. απο τη γαλλική gagnant = γκανιάν)
89. νυχαρπάζω: πιάνω με τα νύχια, αρπάζω βίαια (μτφ. δ. απο την ιταλική grappare = γραπώνω)
90. νυχέλικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
91. νυχοβέμβικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
92. νυχόσβιγα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
93. νυχόσβουρα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
94. νυχοστρόφιγγας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
95. ογδήκιστο: οκτώ + ἣκιστο, μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που ισοδυναμεί με 8 bit (μτφ. δ. απο την αγγλική byte = μπάιτ)
96. οκταδυφίο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που ισοδυναμεί με 8 bit (μτφ. δ. απο την αγγλική byte = μπάιτ) (© Spiros252)
97. οκτακισογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 42η byte
98. ομαδοδιαχωριστής: (αθλητισμός) το δίχτυ που χρησιμοποιείται σαν διαχωριστικό σε διάφορα αθλήματα (μτφ. δ. απο τη γαλλική filet = φιλέ) (© Νηματολάγνος)
99. οπωρογλυχύαλος: οπώρα + γλυκό + ὓαλος, γλύκισμα όπου τα φρούτα περιβάλλονται απο ένα στρώμα λιωμένης διαφανούς ζάχαρης (μτφ. δ. απο τη γαλλική fruit glacé = φρουί γκλασέ)
100. ορέχθυδρο: (γαστρονομία) (αλκοολούχο) ποτό που το πίνουμε πριν από κάποιο γεύμα, προκειμένου να μας ανοίξει η όρεξη (μτφ. δ. απο τη γαλλική apéritif = απεριτίφ)
101. παλινδρομόπτωση: άλμα από μια ψηλή κατασκευή με τον αθλητή δεμένο με ελαστικό σκοινί (μτφ. δ. απο την αγγλική bungee jumping = μπάντζι τζάμπινγκ) (© Νηματολάγνος)
102. παράμελλον: (ε.φ.) εναλλακτική ροή του χρόνου στο μέλλον (μτφ. δ. απο την αγγλική alternate future)
103. παρατάκτης: (προγραμματισμός) οριοθετημένη ομάδα στοιχείων π.χ. δεδομένων, εντολών προγράμματος ή και διατάξεων ή οργάνων που αντιμετωπίζονται —για κάποιο σκοπό— ως μία οντότητα (μτφ. δ. απο την αγγλική bloc = μπλοκ)
104. πελαγίστιο: αλιευτικό δίχτυ σχήματος κώνου, που ρίχνεται στα βαθιά της θάλασσας (μτφ. δ. απο την ιταλική a tratta = τράτα)
105. πεντακισογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 33η byte
106. περισωματίδα: μαγιώ που καλύπτει οπτικά και κρύβει αναγλυφικά όλο το σώμα μιάς γυναίκας και είναι έτσι σύμφωνο με τους κανόνες του Ισλάμ (μτφ. δ. απο την αγγλική burkini)
107. πεταδυφιόγραμμα: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 15η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Petabyte) (© Spiros252)
108. πετανογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 15η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Petabyte)
109. πετοσφαίριστος: πετόσφαιρα + ιστός (αθλητισμός) το δίχτυ που χρησιμοποιείται σαν διαχωριστικό σε διάφορα αθλήματα (μτφ. δ. απο τη γαλλική filet = φιλέ)
110. πλακωθέλικας: πλακωτός + ἓλικας, ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
111. ποιμενοφόρι: (ενδυμασία) χοντρό μάλλινο ύφασμα (μτφ. δ. απο την τουρκική aba = αμπάς) (© Νηματολάγνος)
112. ποντόμακρα: (ναυτικός όρος) σε μακρινή απόσταση από την ακτή (μτφ. δ. απο την ιταλικη alla larga = αλάργα)
113. προβυθανάσπαστα: (ναυτικός όρος) κατάσταση κατά την οποία η άγκυρα πλοίου φέρεται έξω από τη θέση της, κρεμασμένη, έτοιμη για πόντιση (μτφ. δ. απο την ιταλική a picco = απίκο)
114. πυγμοδιείσδυση: ερωτική πρακτική κατα την οποία η γροθιά διεισδύει εντός του πρωκτού ή του αιδοίου (μτφ. δ. απο την αγγλική fisting)
115. ροδανόνυχο: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
116. ρυθμαποκατάσταση: (μουσική) στον (αρχικό) ρυθμό καθώς και η σχετική μουσική σημειογραφία που δηλώνει την επαναφορά στον αρχικό ρυθμό (μτφ. δ. απο την ιταλική a tempo = α τέμπο)
117. ρυθμεπιτάχυνση: (μουσική) με αυξανόμενη ρυθμική ταχύτητα (μτφ. δ. απο την ιταλική accelarando = ατσελεράντο)
118. σαρκαυθέντημα: τρυφερό και άλιπο κρέας από το εσωτερικό της σπονδυλικής στήλης του μοσχαριού και χοιρινού (μτφ. δ. απο την ιταλική filetto = φιλέτο)
119. σβουρέλικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner) (© sys3x)
120. σβουροδάκτυλος: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
121. σπαρταρέλικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
122. σπαρταροβέμβικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
123. σπαρταρόδανο: < σπαρταρο(ρόδανο), ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
124. σπαρταρόσβιγα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
125. σπαρταρόσβουρα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
126. σπαρταροστρόφιγγας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
127. στερεοπόζη: πολυσακχαρίτης που, σε κατάλληλες συνθήκες, δημιουργεί ένα πορώδες πήκτωμα (μτφ. δ. απο την λατινική agarose = αγαρόζη) (© Νηματολάγνος)
128. στερεοχυμόζη: πολυσακχαρίτης που, σε κατάλληλες συνθήκες, δημιουργεί ένα πορώδες πήκτωμα (μτφ. δ. απο την λατινική agarose = αγαρόζη) (© Νηματολάγνος)
129. στιχθηλιοβόλο: στικτός + ἣλιος + βολή (ε.φ.) λέιζερ ακτινοβολίας γάμμα (μτφ. δ. απο την αγγλική graser)
130. στροφανός: (στροφή + φανός > στροφοφανός) φώτα δείκτη κατεύθυνσης, αλλά και το καθένα από τα φώτα οχήματος που αναβοσβήνει με συγκεκριμένη συχνότητα για να προειδοποιήσει τους άλλους ότι το όχημα θα στρίψει αριστερά ή δεξιά (μτφ. δ. απο την αγγλική flash = φλας)
131. συγχορδεύω: συνοδεύω μια μελωδία παίζοντας ακομπανιαμέντα (συγχορδίες) (μτφ. δ. απο την ιταλική accompagnare = ακομπανιάρω)
132. συγχυσιοποσία: ερωτική πρακτική κατα την οποία μια γυναίκα πίνει το σπέρμα πολλών ανδρών μέσα απο ένα ποτήρι (μτφ. δ. απο την ιαπωνική gokkun)
133. συμμυρτώρυξη: συν + μύρτος (αιδοίο) + όρυξη, ερωτική πρακτική κατα την οποία δύο άντρες εισχωρούν ταυτόχρονα στον κόλπο μίας γυναίκας (μτφ. δ. απο την αγγλική double vaginal penetration)
134. συνεδρότρηση: συν + έδρα + τρήσης, ερωτική πρακτική κατα την οποία δύο άντρες εισχωρούν ταυτόχρονα στον πρωκτό μίας γυναίκας (μτφ. δ. απο την αγγλική double anal penetration)
135. συριγγίδα: μουσικό όργανο με φυσητήρα και σειρά μεταλλικών γλωσσίδων, καθεμιά από τις οποίες παράγει διαφορετικό τόνο (μτφ. δ. απο την ιταλική fisarmonica = φυσαρμόνικα)
136. ταινιομορφότυπο: μορφότυπο ανταλλαγής γραφικών (μτφ. δ. απο την αγγλική Graphics Interchange Format = gif)
137. τελικιαίος: αυτός που καταφέρνει να φτάσει στο τέλος ενός διαγωνισμού (μτφ. δ. απο τη γαλλική finaliste = φιναλίστ)
138. τελωραΐζω: επεξεργάζομαι επιμελώς την τελική εμφάνιση ενός προϊόντος (μτφ. δ. απο την ιταλική finire = φινίρω)
139. τεραδυφιόγραμμα: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 12η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Terrabyte) (© Spiros252)
140. τεραλλόχθονο: τέρας + αλλόχθονο (ε.φ.) εξωγήινο τέρας (μτφ. δ. απο την αγγλική alien = άλιεν)
141. τερατογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 12η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Terrabyte)
142. τετρακισογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 30η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Geopbyte)
143. τοιχολύχνιο: φωτιστικό φτιαγμένο ειδικά για να τοποθετηθεί στον (μτφ. δ. απο τη γαλλική applique = απλίκα)
144. τοιχοφημία: φύλλο χαρτιού (ή από άλλο υλικό) που κολλιέται σε τοίχους ή ειδικούς χώρους και με το οποίο γνωστοποιείται ή ανακοινώνεται κάτι δημόσια (μτφ. δ. απο την γαλλική affiche = αφίσα)
145. τριβαρόσβουρο: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
146. τρισογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 27η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Brontobyte)
147. τριφυλλέλικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
148. τριφυλλοβέμβικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
149. τριφυλλορόδανο: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
150. τριφυλλόσβιγα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
151. τριφυλλόσβουρα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
152. τριφυλλοστρόφιγγας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
153. τροχοπτέρυγο: ιπτάμενο αυτοκίνητο (μτφ. δ. απο την αγγλική aerocar)
154. τσουχτρεύωδο: οινοπνευματώδες αρωματικό υγρό που επαλείφεται στο δέρμα μετά το ξύρισμα (μτφ. δ. απο την αγγλική after shave = άφτερ-σείβ)
155. υβρίδεσμος: υβρίδιο + δεσμός, φιλική σχέση δύο ατόμων, όπου ο μεν επιθυμεί να μετατραπεί σε ερωτική ο δε όχι (μτφ. δ. απο την αγγλική friendzone)
156. υδροχαύνω: βάζω κάτι σε υγρό συνήθως για να μαλακώσει (μτφ. δ. απο την ισπανική molliare = μουλιάζω)
157. υλαδράχτης (του Bussard): υποθετικό διαστημόπλοιο, που χρησιμοποιεί ως καύσιμο του κινητήρα-αντιδραστήρα σύντηξης την διαστρική ύλη, η οποία συγκεντρώνεται κατα την κίνηση του σκάφους με ένα χωνοειδές μαγνητικό πεδίο που βρίσκεται στην πλώρη του διαστημοπλοίου (μτφ. δ. απο την αγγλική Bussard ramjet)
158. υλοπίθαρος: ξύλινο δοχείο για κρασί (μτφ. δ. απο την ιταλική flaska = πλόσκα)
159. υπερνεολαμφοδεύω: (ε.φ.) το να πορεύεται ένα άστρο στο να εκραγεί ως υπερνεολαμπές (μτφ. δ. απο την αγγλική go nova)
160. υπολυχνόφαντο: ημιδιάφανο σχέδιο που με ειδική τεχνική αποτυπώνεται στη μάζα χαρτιού και είναι εμφανές, όταν κρατήσει κανείς το χαρτί κόντρα στο φως (μτφ. δ. απο τη γαλλική filigrane = φιλιγκράν)
161. υπόσυμπαν: (ε.φ.) σύμπαν στο οποίο εκτυλίσσεται μία ιστορία ε.φ. (μτφ. δ. απο την αγγλική alternate universe)
162. φαιδρόρρυθμος: (μουσική) εύθυμος ρυθμός (μτφ. δ. απο την ιταλική allegro = αλέγκρο)
163. φαντασιακόλουθος: φαντασιακό + ακόλουθος (ε.φ.) οπαδός του φαντασιακού μυθιστορήματος ή της επιστημονικής φαντασίας, ο οποίος συμμετέχει ενεργά σε σχετικές εκδηλώσεις ή είναι μέλος σχετικής ομάδας (μτφ. δ. απο την αγγλική actifan)
164. χαρακτηροτεχνία: ιαπωνικά κινούμενα σχέδια (μτφ. δ. απο τη συντόμευση της αγγλικής animation > anime = άνιμε) (© Νηματολάγνος)
165. χιλιογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 3η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Kilobyte)
166. χιλιοδυφιόγραμμα: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 3η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Kilobyte) (© Spiros252)
167. χλιδοσκήνωση: πολυτελής κατασκήνωση (μτφ. δ. απο την αγγλική glamping)
168. χτυπόσφαιρο: παιχνίδι κατά το οποίο ο κάθε παίκτης προσπαθεί, με ένα ειδικό μπαστούνι, να βάλει ένα μπαλάκι σε μια σειρά από τρύπες κάνοντας όσο το δυνατό λιγότερα χτυπήματα (μτφ. δ. απο την αγγλική golf) (© Νηματολάγνος)
0 .
☭