Η περιήγηση στον παρόντα ιστότοπο συνεπάγεται ότι συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης και την Πολιτική Χρήσης Cookies.

Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Η μελέτη των γλωσσών του κόσμου.
Άβαταρ μέλους
Νηματολάγνος
Rookie poster
Rookie poster
Δημοσιεύσεις: 168

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Νηματολάγνος » 24 Απρ 2018, 20:25

Μια μικρή λίστα με νεολογισμούς για συναισθήματα που δεν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά.

https://v4.simplesite.com/#/pages/439591904?editmode=true
0 .
30 Αυγούστου 1949 - ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ!

Άβαταρ μέλους
Αρχειδήμων
Rookie poster
Rookie poster
Δημοσιεύσεις: 90
Τοποθεσία: Βασίλειο των Τόνγκα

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Αρχειδήμων » 13 Μάιος 2018, 23:21

Βιβλιογραφία

Dictionary of Greek: http://greek_greek.enacademic.com

Βικιλεξικό: https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%92%C ... E%BA%CF%8C

slang.gr: https://www.slang.gr

Μείζον Ελληνικό Λεξικό Τεγόπουλος-Φυτράκης

Brave New Words: The Oxford Dictionary of Science Fiction: http://www.oxfordreference.com/view/10. ... 0195305678

Ιταλικές Λέξεις στο Ελληνικό Λεξιλόγιο: http://www.ellinopedia.com/ellinika/ita ... -lexilogio

Γαλλικές λέξεις στην ελληνική γλώσσα: https://lexilogia.gr/forum/showthread.p ... F%83%CE%B1


Συντομογραφίες

ε.φ.: επιστημονική φαντασία

μτφ. δ.: μεταφραστικό δάνειο

σημ. δ.: σημασιολογικό δάνειο
0 .

Άβαταρ μέλους
Αρχειδήμων
Rookie poster
Rookie poster
Δημοσιεύσεις: 90
Τοποθεσία: Βασίλειο των Τόνγκα

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Αρχειδήμων » 13 Μάιος 2018, 23:22

1. αβγολαδάρτυμα: είδος παχύρρευστης σάλτσας που παρασκευάζεται με λάδι, αβγό και λεμόνι (μτφ. δ. απο τη γαλλική mayonnaise = μαγιονέζα)
2. αβυσσομαχικό: (ε.φ.) το τμήμα του στρατού που αποτελείται από αστροναύτες (μτφ. δ. απο την αγγλική space force)
3. αγγελιοχλεύς: άτομο που αποστέλνει διαφημίσεις σε ηλεκτρονικές διευθύνσεις χωρίς εξουσιοδότηση απο τους χρήστες (μτφ. δ. απο την αγγλική spammer = σπάμερ) (© stavmanr)
4. αγγελιόχληση: ηλεκτρονική διαφήμιση που εμφανίζεται χωρίς εξουσιοδότηση από το χρήστη (μτφ. δ. απο την αγγλική spam = σπαμ) (© stavmanr)
5. αγκιστροΰφαντο: το χριτς χρατς, δυο επιφάνειες η μια με μικροσκοπικές θηλιές η άλλη με μικροσκοπικά γαντζάκια που όταν εφάπτονται με ελαφρή πίεση σταθεροποιούνται για να κλείσουν παπούτσια, ρούχα, τσάντες, θήκες κ.α. (μτφ. δ. απο την αγγλική εμπορική ονομασία velcro) (© κάποιος_Νίκος)
6. αγκυρουλκώ: στρέφω βαρούλκο, για να σηκώσω άγκυρα ή βάρκα (μτφ. δ. απο την ιταλική virare = βιράρω)
7. αγκυρόφθαλμος: κυκλικό ή ελλειψοειδές άνοιγμα τής παρειάς τού πλοίου στην περιοχή τής πλώρης, από το οποίο περνά η αλυσίδα τής άγκυρας (μτφ. δ. απο την ιταλική occhio = όκιο)
8. αγόραγχος: φοβος, ταραχή που δοκιμάζει κανείς, όταν εμφανίζεται σε πολύ κόσμο (μτφ. δ. απο τη γαλλική trac = τρακ)
9. αγοράδεστρο: είδος προκαταβολής που δίνεται για αγορά, ώστε ο πωλητής να μην πουλήσει το αντικείμενο της συναλλαγής σε άλλον μέχρι να γίνει η οριστική πώληση (μτφ. δ. απο την ιταλική caparra = καπάρο)
10. αγροδρομία: (αθλητ.) τύπος αγώνα με μοτοσυκλέτες, κατά τον οποίο οι αναβάτες μοτοσυκλετιστές εκτελούν διαδρομή σημειωμένη σε ανοιχτό έδαφος και έξω από τους υπάρχοντες δρόμους (μτφ. δ. απο την αγγλική motocross = μοτοκρός)
11. αγχίδορο: ένδυμα που καλύπτει το επάνω μέρος τού σώματος (μτφ. δ. απο τη γαλλική blouse = μπλούζα)
12. αγχιεκπομπή: τεχνική διευθυνσιοδότησης και δρομολόγησης δικτύων, κατά τον οποίο τα πακέτα δρομολογούνται στον «εγγύτερο» ή «καλύτερο» προορισμό, σύμφωνα με τη τοπολογία δρομολόγησης (μτφ. δ. απο την αγγλική anycast)
13. αγχιθέσιο: μεγάλο κάθισμα που συνήθως διαθέτει πλάτη, στο οποίο μπορούν να καθίσουν περισσότερα του ενός άτομα (μτφ. δ. απο τη γαλλική canapé = καναπές)
14. αγχιληψία: κοντινό πλάνο κινηματογραφικής λήψης (μτφ. δ. απο τη γαλλική gros plan = γκρο πλαν)
15. αγωνιωδία: δραματικό λογοτεχνικό ή κινηματογραφικό έργο με έντονο το στοιχείο της αγωνίας (μτφ. δ. απο την αγγλική thriller = θρίλερ)
16. αδαμαντάορας: (ε.φ.) σπαθί του οποίου η κόψη είναι ένα μονολιθικό διαμάντι (μτφ. δ. απο την αγγλική crystal sword)
17. αδηούχος: (ε.φ.) κάτοικος του πλανήτη Άδη (μτφ. δ. απο την αγγλική plutonian)
18. αδραναπορροφητής: (ε.φ.) διαστημοπλοϊκός μηχανισμός εξουδετέρωσης των δυνάμεων που ασκούνται στο πλήρωμα κατα τη διάρκεια μεγάλων επιταχύνσεων (μτφ. δ. απο την αγγλική inertia damper) (© clot)
19. αδρανοεκμηδενιστής: (ε.φ.) διαστημοπλοϊκός μηχανισμός εξουδετέρωσης των δυνάμεων που ασκούνται στο πλήρωμα κατα τη διάρκεια μεγάλων επιταχύνσεων (μτφ. δ. απο την αγγλική inertia damper) (© clot)
20. αεριθύνωπο: μη επανδρωμένο ιπτάμενο όχημα (μτφ. δ. απο την αγγλική drone)
21. αερολισθηρίδα: εφαρμοστό ένδυμα ιδιαιτέρας ανθεκτικότητας (μτφ. δ. απο την αγγλική skinsuit)
22. αερομβώτιο: μη επανδρωμένο ιπτάμενο όχημα (μτφ. δ. απο την αγγλική drone)
23. αερομπότ: (αερο[ρο]μποτ) μη επανδρωμένο ιπτάμενο όχημα (μτφ. δ. απο την αγγλική drone) (© Hellegennes)
24. αερομποτάνκ: μη επανδρωμένο ερπυστριοφόρο όχημα το οποίο μπορεί και να ίπταται (μτφ. δ. απο την αγγλική tank copter drone) (© Hellegennes)
25. αζωαύτεργο: (α-[στερητικό] + ζωή + αυτό + έργο) αυτόματη συσκευή που λειτουργεί με αυτοματισμό ή τηλεχειρισμό και υποκαθιστά τον άνθρωπο σε διάφορες εργασίες (βιομηχανικές, επιστημονικές, κοπιαστικές, επικίνδυνες κ.λπ.). Συνήθως, έχει τη μορφή ανθρώπου, ζώου ή ανθρωποειδούς, σχήμα βραχίονα ή μηχανικής συσκευής (μτφ. δ. απο την τσέχικη robot = ρομπότ)(© stavmanr)
26. αζωθυπνία: (άζωτο + ὕπνος) τεχνητή χειμερία νάρκη σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες που επιτυγχάνονται με εμβάπτιση σε υγρό άζωτο (μτφ. δ. απο την αγγλική cold sleep)
27. αζωθύπνιος: (ε.φ.) άτομο ευρισκόμενο σε κρυογονική νάρκη (μτφ. δ. απο την αγγλική cold sleeper)
28. αζωτόκλινο: (ε.φ.) διαστημόπλοιο στο οποίο το πλήρωμα βρίσκεται σε τεχνητή χειμερία νάρκη για να επιζήσει μακρόχρονα ταξίδια στο διάστημα (μτφ. δ. απο την αγγλική sleeper ship)
29. αθλοχορεύτρια: χορεύτρια ομάδας που παρουσιάζει ένα μίγμα χορού και γυμναστικών επιδείξεων στα ημίχρονα διαλείμματα των αθλητικών αγώνων προς διασκέδαση των θεατών (μτφ. δ. απο τη γαλλική majorette = μαζορέτα)
30. αιγλαμπτήρας: (αίγλη + λαμπτήρας) γυάλινος σωλήνας ο οποίος περιέχει δύο ηλεκτρόδια και είναι γεμάτος από το χημικό στοιχείο Νέον υπό ελαττωμένη πίεση και καθίσταται φωτεινός με την εφαρμογή ορισμένης τάσης στα ηλεκτρόδιά του (μτφ. δ. απο τη γαλλική néon = νέον)
31. αιθερογραφία: αναγραφή διαφημιστικών μηνυμάτων στον ουρανό μέσω ιχνών συμπύκνωσης που εκκρίνονται απο αεροσκάφη (μτφ. δ. απο την αγγλική skywritting)
32. αϊκόλογο: (ἀϊκή [απότομη κίνηση] + λόγος) έκφραση και συχνά λογοπαίγνιο που χρησιμοποιείται, για να περιγράψει ή να υπενθυμίσει κάτι (μτφ. δ. απο την ιταλική attacca = ατάκα)
33. αιματόκιτρος: κοινή ονομασία μιας παραλλαγής τής πορτοκαλιάς η οποία χαρακτηρίζεται από την εύχυμη και εν μέρει ή εξ ολοκλήρου αιματόχροη σάρκα τού καρπού της (μτφ. δ. απο τη γαλλική sanguigni = σαγκουίνι) (© κάποιος_Νίκος)
34. αιμοπιτυλωδία: είδος ταινιών τρόμου, όπου κυριαρχεί το συνεχές πλατσούρισμα των σκηνικών και της κάμερας από λουτρά αίματος (μτφ. δ. απο την αγγλική splatter = σπλατεριά)
35. αισθησιοποιός: κάθε ηθοποιός που παίρνει μέρος σε ταινία πορνό (μτφ. δ. απο την αγγλική pornstar = πορνοστάρ)
36. αιωροδιοχετευτής: (ε.φ.) σωλήνας εντός του οποίου είναι εξουδετερωμένη η βαρύτητα και χρησιμοποιείται για τις μεταφορές των αιωρουμένων μέσα σε αυτόν αντικειμένων και προσώπων (μτφ. δ. απο την αγγλική dropshaft)
37. αιωρόδιφρος: (ε.φ.) ανοικτό όχημα που αιωρείται (μτφ. δ. απο την αγγλική skimmer)
38. αιωροπλωρίζω: ρ. για ταχύπλοο σκάφος που κινείται με υψωμένη την πλώρη (μτφ. δ. απο την αγγλική planer = πλανάρω)
39. αιωρόσυρμος: εναέριο μεταφορικό μέσο με θαλαμίσκους που μετακινούνται αναρτημένοι σε πολύ ισχυρά καλώδια μεταφέροντας επιβάτες ή εμπορεύματα σε ορεινές δυσπρόσιτες περιοχές ή χιονοδρομικά κέντρα (μτφ. δ. απο τη γαλλική télépherique = τελεφερίκ)
40. ακραιομορία: μικρή ομάδα ακραίας, άκαμπτης ιδεολογίας (μτφ. δ. απο τη γαλλική groupuscule = γκρουπούσκουλο)
41. ακρογεισόπλεκτο: οδοντωτό κέντημα με στρογγυλές ή αιχμηρές απολήξεις στο άκρο, συνήθως, ενός υφάσματος ή ενδύματος (μτφ. δ. απο τη γαλλική feston = φεστόνι)
42. ακτινορρίπτης: (ε.φ.) ακτινοβόλο όπλο (μτφ. δ. απο την αγγλική ray gun)
43. ακτινορρίπτω: πυροβολώ με ακτινοβόλο (μτφ. δ. απο την αγγλική ray)
44. ακτινουλκώ: (ε.φ.) ρυμουλκώ σκάφος ή αντικείμενο εξ αποστάσεως μέσω ακτινοβολίας (μτφ. δ. απο την αγγλική tractor beam pulling)
45. αλαβοκύλικας: α- (στερητικό) + λαβή + κύλικας, ημισφαιρικό κεραμικό, πορσελάνινο ή γυάλινο αγγείο, σχετικά μικρό, για το σερβίρισμα π.χ. του παγωτού (μτφ. δ. απο την αγγλική bol = μπολ)
46. αλατόβακτρο: αλμυρό ραβδοειδές μπισκότο (μτφ. δ. απο τη γαλλική bâton salé = μπατόν σαλέ)
47. αλεξέλξιο: (ε.φ.) διαστημοπλοϊκός μηχανισμός εξουδετέρωσης των δυνάμεων που ασκούνται στο πλήρωμα κατα τη διάρκεια μεγάλων επιταχύνσεων (μτφ. δ. απο την αγγλική inertia damper)
48. αλευράρτυμα: κρέμα απο γάλα, αλεύρι και αυγό που τοποθετείται σε στρώσεις φαγητών (μτφ. δ. απο τη γαλλική béchamel = μπεσαμέλ)
49. αλευροξάλμη: ειδική σάλτσα (από ξίδι, σκόρδο, ντομάτα, αλεύρι κτλ.) για τη διατήρηση ψαριών ή κρέατος (μτφ. δ. απο την ιταλική marinata = μαρινάτα)
50. αληπάθεια: (ἄλη [περιπλάνηση] + πάθος) επιδεικτικά απαθής και αδιάφορος (μτφ. δ. απο τη γαλλική blasé = μπλαζέ)
51. αλλελλογολογία: (ε.φ.) επιστήμη η οποία ασχολείται με τη μελέτη της εξωγήινης νοημοσύνης (μτφ. δ. απο την αγγλική xenology)
52. αλλοδημεγκριτήριο: άδεια εισόδου σε μια χώρα που εκδίδεται από τις αρχές της χώρας αυτής και δίνεται σε ξένους πολίτες με την θεώρηση και την επικύρωση διαβατηρίων ή άλλων εγγράφων τους (μτφ. δ. απο την ιταλική visa = βίζα)
53. αλλονάγνωση: (ε.φ.) τηλεπαθητική ικανότητα ανάγνωσης σκέψεων (μτφ. δ. απο την αγγλική esp)
54. αλλοναγνώστης: (ε.φ.) άτομο με τηλεπαθητικές ικανότητες που μπορεί να διαβάζει τις σκέψεις των άλλων (μτφ. δ. απο την αγγλική esper)
55. αλλοναγνώστης: (ε.φ.) κατασκοπευτική ακτινοβολία η οποία μπορεί να διαβάζει τις σκέψεις (μτφ. δ. απο την αγγλική spy ray)
56. αλλόσχημος: άνθρωπος του οποίου το σώμα ή το μυαλό έχει αλλοτριωθεί προς την κατεύθυνση είτε της μηχανοποιήσης είτε της εξωγηϊνοποίησης (μτφ. δ. απο την αγγλική transhuman)
57. αλλοχθονογενές: (ε.φ.) επιθ. για κάτι που κατάγεται εκτός γης (μτφ. δ. απο την αγγλική off-earth adj)
58. αλλοχθονοπτέρυγας: εξωγήινο ιπτάμενο ον (μτφ. δ. απο την αγγλική avian)
59. αλμώρυα: (άλμη + ὀρύα [λουκάνικο]) αλλαντικό που παρασκευάζεται με ψιλοκομμένο χοιρινό ή (και) μοσχαρίσιο κρέας, καπνιστό ή βραστό, λίπος και διάφορα μπαχαρικά (μτφ. δ. απο την ιταλική salame = σαλάμι)
60. αλυχνόφιλτρο: μονωτικό υλικό το οποίο απορροφά την υπέρυθρη ακτινοβολία (μτφ. δ. απο την αγγλική infrared absorption metamaterial) (© Spiros252),
61. αλυχνόχθονας: γαιόμορφος πλανήτης περιφερόμενος στο σύμπαν, μη ευρισκόμενος σε τροχιά γύρω απο άστρο (μτφ. δ. απο την αγγλική rogue earth-like planet)
62. αλφοθήκη: μπαούλο, σεντούκι (μτφ. δ. απο την ιταλική forziere = φορτσέρι)
63. αμπελοϊδέα: ιδεά η οποία ακούγεται τόσο παράλογη ώστε να μπόρεσε να γεννηθεί μόνο υπο την επήρεια οινοπνεύματος (μτφ. δ. απο τη γερμανική schnapsidee) (© fagano)
64. αμφελικοσανίδα: τροχοσανίδα με δύο άξονες περιστροφής κατα το μήκος της και δύο τροχούς, μέσα στον άξονα περιστροφής των οποίων βρίσκονται τα υποπόδια στηριζόμενα με κυλισιοτριβείς (μτφ. δ. απο την αγγλική skatecycle)
65. αμφίαρτο: γενική ονομασία για κάθε είδους πρόχειρο φαγητό που είναι φτιαγμένο είτε από δύο φέτες ψωμιού είτε από ένα ένα κομμάτι από ψωμί ή ολόκληρο ψωμάκι ανοιγμένο στη μέση και περιέχει διάφορα συστατικά όπως αλλαντικά, κρέατα, λαχανικά κλπ ,το αμφίψωμο (μτφ. δ. απο την αγγλική sandwich = σάντουιτς) (© stavmanr)
66. αμφιδιαμορφωτής: ηλεκτρονική συσκευή που επιτρέπει την επικοινωνία ηλεκτρονικών υπολογιστών μέσω τηλεφωνικών γραμμών, μετατρέποντας το ψηφιακό σήμα του υπολογιστή σε αναλογικό τηλεφωνικό σήμα και αντίστροφα (μτφ. δ. απο την αγγλική modem = μόντεμ)
67. αμφιδωτής: (αμφι + βιδωτής) εργαλείο για βίδωμα ή ξεβίδωμα· η μία άκρη του προσαρμόζεται στην εγκοπή της κεφαλής της βίδας και ο χειριστής περιστρέφει τη λαβή του, ώστε να τοποθετήσει, συσφίγξει ή χαλαρώσει τη βίδα, το κοχλιοστροφείο (μτφ. δ. απο την ιταλική caccia-vite = κατσαβίδι)
68. αμφίκλινο: μικρό κρεβάτι σε καμπίνα πλοίου, ή (στον πληθ.) κρεβάτια, συνήθως παιδικά, τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο (μτφ. δ. απο την ιταλική cucetta = κουκέτα)
69. αμφικωδώνιο: γυναικείο παντελόνι που πιάνει μέχρι τη μέση της γάμπας με μπατζάκια που φαρδαίνουν προς τα κάτω (μτφ. δ. απο τη γαλλική jupe‐culotte = ζιπ κιλότ)
70. αμφιλαροτραγικός: ηθοποιός που μπορεί να παίζει κωμικούς αλλα και τραγικούς ρόλους (μτφ. δ. απο την ιταλική caratterista = καρατερίστας)
71. αμφιμήραπτο: κάλυμμα για τα πόδια, όπως οι κάλτσες, αλλά μονοκόμματο και από λεπτότερο ύφασμα, και που φτάνει έως τη μέση· φοριέται κυρίως από γυναίκες (μτφ. δ. απο τη γαλλική caleçon = καλτσόν)
72. αμφίμοχλος: παιδικό παιχνίδι· αποτελείται από ένα οριζόντιο ξύλινο ή μεταλλικό στέλεχος που εκτελεί κυκλική κίνηση στο κατακόρυφο επίπεδο γύρω από το μέσον του, ενώ οι δύο παίκτες κάθονται στα άκρα του· όταν ο ένας ανεβαίνει τότε ο άλλος κατεβαίνει και αντιστρόφως (μτφ. δ. απο την ιταλική traballare [ταλαντεύομαι] = τραμπάλα)
73. αμφιραγορρίπτης: ηλεκτρομαγνητικός εκτοξευτής βλημάτων (μτφ. δ. απο την αγγλική railgun)
74. αμφίσφυρα: είδος βλήματος το οποίο χρησιμοποιούνταν παλαιότερα και το οποίο αποτελούνταν από δύο σφαίρες συνδεδεμένες μεταξύ τους με σύρμα (μτφ. δ. απο τη γαλλική balle ramée = μπαλαρμάς)
75. αμφιτέμαχο: ένδυμα αποτελούμενο απο δύο κομμάτια (μτφ. δ. απο τη γαλλική deux‐pièces = ντε-πιές)
76. αμφίτροχο: ηλεκτροκινούμενη τροχοσανίδα δύο παραλλήλως περιστρεφομένων τροχών (μτφ. δ. απο την αγγλική e-Board)
77. αμφίψωλο: ερωτική στάση κατα την οποία μια γυναίκα συνουσιάζεται ταυτόχρονα με δύο άντρες, όπου ο ένας διεισδύει στο αιδοίο και ο έτερος στον πρωκτό της (μτφ. δ. απο την αγγλική [sex] sandwich)
78. αμφόρεμα: γυναικείο ένδυμα, αποτελούμενο από σακάκι και φούστα (ή παντελόνι) του ίδιου στιλ (μτφ. δ. απο τη γαλλική tailleur = ταγέρ)
79. αμφόρετο: (αμφι + φορετό) ύφασμα που έχει και τις δύο όψεις του φινιρισμένες έτσι ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν και οι δύο ως εξωτερικές όψεις ενδύματος, ενώ, συχνά, οι όψεις αυτές διαφέρουν ως προς το χρώμα ή το σχέδιο (μτφ. δ. απο τη γαλλική double face)
80. αμφορίδιο: γυάλινη μικρή φιάλη, που περιέχει (αποστειρωμένο) φάρμακο κατάλληλο για ενέσιμη χορήγηση (μτφ. δ. απο τη γαλλική ampoule = αμπούλα)
81. αναγλυφίδα: εφαρμοστό παντελόνι που «κολλάει» στο σώμα (μτφ. δ. απο τη γαλλική collant = κολάν)
82. αναδειξιοθήρας: πρόσωπο χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς, που θέλει να ανέλθει επαγγελματικά και κοινωνικά χρησιμοποιώντας οποιοδήποτε μέσο (μτφ. δ. απο τη γαλλική arriviste = αριβίστας)
83. αναδειξιοθηρία: τάση για γρήγορη ανάδειξη με τη χρησιμοποίηση οποιουδήποτε μέσου (μτφ. δ. απο τη γαλλική arrivisme: αριβισμός)
84. αναδυνατότητα: (ε.φ.) πρώτος νόμος του Άρθουρ Κλαρκ, που λέει πως όταν ένας διακεκριμένος επιστήμονας υποστηρίζει πως κάτι είναι δυνατόν, τότε έχει δίκαιο, ενώ έχει άδικο όταν υποστηρίζει το αντίθετο (μτφ. δ. απο την αγγλική Clarke's First Law)
85. ανακοινωσελίδα: διαφημιστικό φυλλάδιο (μτφ. δ. απο τη γαλλική feuille volante = φεϊγβολάν)
86. ανάκομβος: τρόπος δεσίματος γραβάτας, κορδέλας, κορδονιού κτλ. σε σχήμα πεταλούδας (μτφ. δ. απο την ιταλική fiocco [= νιφάδα] = φιόγκος)
87. ανακτίσκος: φιγούρα της τράπουλας, ο βαλές (μτφ. δ. απο την ιταλική fante = φάντης)
88. αναρρόφουσκα: ελαστικός αναρροφητήρας (μτφ. δ. απο τη γαλλική poire [αχλάδι] = πουάρ)
89. αναρτέμμισθος: αμοιβόμενος διαδικτυακός προπαγανδιστής
90. ανατυποσότητα: ο αριθμός αντιτύπων στα οποία εκδίδεται ένα έντυπο (μτφ. δ. απο τη γαλλική tirage = τιράζ)
91. ανδριμάντειο: ανδρικό μαγιώ που καλύπτει μόνο τα γεννητικά όργανα και τιράντες που πιάνουν στους ώμους (μτφ. δ. απο την αγγλική mankini)
92. ανεφελόχθονας: (ε.φ.) πλανήτης ο οποίος βρίσκεται εκτός γαλαξία (μτφ. δ. απο την αγγλική outplanet)
93. ανθελκωθούμενο: όχημα του οποίου η ώθηση βασίζεται σε μηχανισμό που εξουδετερώνει την βαρύτητα και κινείται έτσι σε μικρή απόσταση πάνω απο το έδαφος χωρίς ωστόσο να το αγγίζει (μτφ. δ. απο την αγγλική floater)
94. ανθικρίωμα: μεταλλική ή ξύλινη κατασκευή που χρησιμεύει ως στήριγμα αναρριχητικών φυτών και δημιουργεί σκιερό υπόστεγο (μτφ. δ. απο την ιταλική pergola = πέργκολα)
95. ανθρακόχθονας: πλανήτης ο οποίος αποτελείται κυρίως απο ενώσεις άνθρακα (μτφ. δ. απο την αγγλική carbon planet)
96. ανθραχύαλος: (άνθρακας + ὕαλος) ελαφρύ και διάφανο πλαστικό υλικό που μοιάζει με γυαλί που έχει μεγάλη αντοχή στις καιρικές μεταβολές και τις πιέσεις (μτφ. δ. απο τη γερμανική plexiglas = πλεξιγκλάς)
97. ανθυλεκρηγνυτήρας: (ε.φ.) βόμβα με εκρηκτική ύλη αντιϋλης (μτφ. δ. απο την αγγλική nova bomb)
98. ανθυλόκτιστο: (ε.φ.) επίθ. για κάτι που αποτελείται απο αντιύλη (μτφ. δ. απο την αγγλική contraterrene)
99. ανθυπολιτεία: Η συμβατική σχέση μεταξύ δύο κρατών, σύμφωνα με την οποία το ένα από αυτά αναλαμβάνει τη διεύθυνση των εξωτερικών σχέσεων του άλλου, καθώς και τη διπλωματική προστασία των υπηκόων του, και καθίσταται υπεύθυνο, από την άποψη του διεθνούς δικαίου, τόσο για τις πράξεις που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα, όσο και για τις πράξεις του προστατευόμενου κράτους (μτφ. δ. απο τη γαλλική protectorat = προτεκτοράτο)
100. ανωρόφιο: ανοιχτό, χωρίς οροφή ή με πτυσσόμενη οροφή αυτοκίνητο (μτφ. δ. απο τη γαλλική cabriolet = καμπριολέ)
101. ανταμοθετώ: το να κανονίζω τόπο και χρόνο συνάντησης (μτφ. δ. απο τη γερμανική verabreden)
102. αντιγράφανδρο: τεχνητός βιολογικός οργανισμός που μοιάζει με άνθρωπο (μτφ. δ. απο την αγγλική replicant)
103. αντιδόριο: (ε.φ.) εφαρμοστή στολή απο συνθετικό υλικό με ανθεκτικότητα σε αντίξοες συνθήκες (μτφ. δ. απο την αγγλική plastiskin)
104. αντιδρωθητήρας: μηχανισμός ώθησης διαστημοπλοίου μέσω εκφενδονισμού ύλης προς κατεύθυνση αντίθετη της κίνησης (μτφ. δ. απο την αγγλική reaction drive)
105. αντιλάμνετε: δευτ. προσ. πληθ. της προστ. του ρ. αντιλάμνω, που σημαίνει κάνω πίσω με τα κουπιά (μτφ. δ. απο την ιταλική scia = σία)
106. αντιπλάνηση: σκόπιμη προκλητική ή / και παράνομη ενέργεια, που αποσκοπεί στο να παρασύρει τα μέλη μιας ομάδας σε υπερβολικές ή παράνομες αντιδράσεις ή να τα εκθέσει (μτφ. δ. απο τη λατινική provocatio = προβοκάτσια)
107. αντιποινοδικία: η αίσθηση της υποχρέωσης (αν)εκδίκησης που διακατέχει κάποιον, εξαιτίας κάποιας αδικίας που έγινε στον ίδιο ή την οικογένεια του, καθώς και οι ενέργειες (π.χ. φόνοι) που γίνονται στα πλαίσια αυτά (μτφ. δ. απο την ιταλική vendetta = βεντέτα)
108. αντιποινοφαντία: σκόπιμη προκλητική ή / και παράνομη ενέργεια, που αποσκοπεί στο να παρασύρει τα μέλη μιας ομάδας σε υπερβολικές ή παράνομες αντιδράσεις ή να τα εκθέσει (μτφ. δ. απο τη λατινική provocatio = προβοκάτσια)
109. αντιστροφοχλοβάτεμα: σεξουαλική πράξη όπου συμμετέχουν πολλές γυναίκες και ένας άνδρας (μτφ. δ. απο την αγγλική reverse gangbang)
110. αντιφαντασιακός: άτομο το οποίο δεν είναι οπαδός της επιστημονικής φαντασίας (μτφ. δ. απο την αγγλική mundane)
111. αντλιοσάλπιγγα: χάλκινο πνευστό όργανο (μτφ. δ. απο την ιταλική trombone = τρομπόνι)
112. αξιοσύλλεκτο: (ε.φ.) επετειακό τεύχος περιοδικού (μτφ. δ. απο την αγγλική annish)
113. αοίδεσμα: (αοιδός + έδεσμα) είδος κρυσταλλικής σκουρόχρωμης ζάχαρης (μτφ. δ. απο την ιταλική candi = κάντιο)
114. αορατοποιός: (ε.φ.) συσκευή ή μηχανισμός ο οποίος μπορεί να κάνει αόρατο τον χρήστη του ή το όχημα στο οποίο είναι εγκατεστημένος (μτφ. δ. απο την αγγλική cloaking device)
115. αορίσκος: αιχμηρό εγχειρίδιο, μικρό μαχαίρι πολύ κοφτερό (μτφ. δ. απο την ιταλική stiletto = στιλέτο)
116. απαλόδορο: είδος κατεργασμένου δέρματος πολυτελείας τού οποίου η εσωτερική πλευρά τοποθετείται ως εξωτερική στα κατασκευαζόμενη είδη (μτφ. δ. απο τη γαλλική suède = σουέτ)
117. απαφετήριος: (ε.φ.) επιθ. (απο + αφετηρία) για κάτι που βρίσκεται εκτός πλανήτη αναφοράς (μτφ. δ. απο την αγγλική off-planet adj)
118. απεικονόσταση: φροντισμένη στάση που παίρνει κανείς προκειμένου να φωτογραφηθεί ή να χρησιμέψει ως μοντέλο ζωγράφου ή γλύπτη (μτφ. δ. απο την ιταλική posa = πόζα)
119. απεικονοστέκομαι: παίρνω ορισμένη στάση προκειμένου να φωτογραφηθώ ή να χρησιμέψω ως μοντέλο καλλιτέχνη (μτφ. δ. απο την ιταλική posare = ποζάρω)
120. απερανθάλτης: απέραντο + ἅλμα (ε.φ.) μηχανισμός ακαριαίας (ταχύτερης του φωτός) τηλεπικοινωνίας (μτφ. δ. απο την αγγλική ansible)
121. αποδειπνοφοβία: φόβος ή ταραχή που δοκιμάζει κανείς όταν διαπιστώνει πως έχει περάσει ο χρόνος που μπορεί να πραγματοποιήσει κάποια του επιθυμία (μτφ. δ. απο τη γερμανική torschlusspanik)
122. αποθάλαμος: απομονωμένος χώρος σε κέντρο διασκέδασης για πελάτες που χρειάζονται να μείνουν μόνοι μεταξύ τους (μτφ. δ. απο τη γαλλική séparé = σεπαρέ)
123. αποκαταστατισμός: χριστιανική κίνηση που υποστηρίζει ότι η Αγία Γραφή δεν διδάσκει την αιώνια οδύνη στην κόλαση. Ακολουθώντας τον Ωριγένη, τον Αλεξανδρινό λόγιο και θεολόγο του 3ου αιώνα, βεβαιώνει την καθολική αποκατάσταση των πάντων ενώπιον του Θεού, τη σωτηρία της ψυχής όλων των ανθρώπων (μτφ. δ. απο τη γαλλική universalisme = ουνιβερσαλισμός)
124. αποκομμάζωμα: καλλιτεχνική σύνθεση με τη συγκόλληση χρωματιστών ή ζωγραφισμένων επιφανειών ή εικόνων, η χαρτεπικόλληση (μτφ. δ. απο τη γαλλική collage = κολάζ)
125. αποκομμάτιο: απόκομμα στο οποίο αναγράφεται το ποσό που προσφέρει κανείς σε έναν έρανο ή το ποσό τής οικονομικής ενισχύσεως που δίνει (μτφ. δ. απο τη γαλλική coupon = κουπόνι)
126. αποκρουσοβούτι: (ποδόσφ.) εκτίναξη και πτώση στο έδαφος του τερματοφύλακα για να αποκρούσει την μπάλα (μτφ. δ. απο τη γαλλική plongeon = πλονζόν)
127. αποκρύφογκο: (ε.φ.) ογκώδες μυστηριώδες αντικείμενο (μτφ. δ. απο την αγγλική big dumb object)
128. απολοκληρωτής: όπλο το οποίο διαλύει τον στόχο του στα υλικά απο τα οποία αποτελείται (μτφ. δ. απο την αγγλική disintegrator)
129. απομελανίνωση: η διαδικασία και το αποτέλεσμα του μερικού ή ολικού αποχρωματισμού των μαλλιών (μτφ. δ. απο τη γαλλική décapage = ντεκαπάζ)
130. αποπύρηνος: (ε.φ.) αυτό που βρίσκεται εκτός πλανήτη αναφοράς (μτφ. δ. απο την αγγλική off-planet n)
131. αποτοπισμός: συναίσθημα αποπροσανατολισμού κάποιου ευρισκομένου σε άγνωστο μέρος (μτφ. δ. απο τη γαλλική depaysement)
132. αργόρρυθμα: (μουσική) η ένδειξη ότι ένα μουσικό κομμάτι παίζεται αργά (μτφ. δ. απο την ιταλική adago = αντάτζιο)
133. αρρεναμφιππασία: σεξουαλική πράξη όπου επι ανάσκελα ξαπλωμένου ανδρός η μία συνουσιάζεται ιππαστί και η ετέρα αιδοιολειχείται απο τον ίδιο (μτφ. δ. απο την αγγλική double cowgirl)
134. αρτοκέρας: γλύκισμα απο σφολιάτα κερατοειδούς σχήματος με γέμιση απο κρέμα και σαντιγύ (μτφ. δ. απο τη γαλλική cornet = κορνέ) (© κάποιος_Νίκος)
135. αρτορράβδος: λευκό σταρένιο ψωμί ραβδοειδούς σχήματος (μτφ. δ. απο τη γαλλική baguette = μπαγκέτα) (© κάποιος_Νίκος)
136. αρχαιαλφές: παλαιό αντικείμενο, ενδεχομένως μεγάλης υλικής ή άλλης αξίας και φτιαγμένο με τέχνη (μτφ. δ. απο την ιταλική antica = αντίκα)
137. αρχειοδέκτης: χαρτοφύλακας από χαρτόνι, μέσα στον οποίον ταξινομούνται και φυλάσσονται έγγραφα (μτφ. δ. απο τη γαλλική classeur = κλασέρ)
138. άσκαλμο: μακρόστενη ελαφριά, αμφίπλωρη βάρκα στην οποία τα κουπιά δεν τοποθετούνται σε σκαλμούς (μτφ. δ. απο τη γαλλική canot = κανό)
139. ασπίδαυρο: (ε.φ.) αμυντικό πεδίο διαστημοπλοίου (μτφ. δ. απο την αγγλική deflector)
140. αστειδημονιός: (αστός + ειδήμων + νέος) τεχνοκράτης, συνήθως νεαρής ηλικίας με καλοπληρωμένη δουλειά και τρόπο ζωής που χαρακτηρίζεται από υπερκατανάλωση (μτφ. δ. απο την αγγλική yuppie = γιάπης)
141. αστεροειδαπός: (ε.φ.) κάτοικος της ζώνης των αστεροειδών, που εργάζεται πάνω στην εξόρυξη των μεταλλευμάτων τους (μτφ, δ. απο την αγγλική belter)
142. αστοφερέοικος: περιφερόμενος άστεγος μεγαλούπολης (μτφ. δ. απο τη γαλλική clochard = κλοσάρ)
143. αστράλωνο: (άστρο + άλως) τεχνητός περιστρεφόμενος δακτύλιος γύρω απο ένα άστρο, του οποίου η περίμετρος αντιστοιχεί στην τροχιά ενός κατοικήσιμου πλανήτη (μτφ. δ. απο την αγγλική ringworld)
144. αστρειδύλλιο: (ε.φ.) ειδύλλιο με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας (μτφ. δ. απο την αγγλική planetary romance)
145. αστρένδυμα: υποθετική μεγακατασκευή η οποία περικλείει έναν αστέρα και συσσωρεύει την ενέργεια που ο αστέρας εκπέμπει (μτφ. δ. απο την αγγλική dyson sphere = σφαίρα του Ντάισον) (© Spiros252)
146. αστροκαπνισμένος: (ε.φ.) επίθ. για κάποιον που έχει μεγάλη εμπειρία διαστρικών ταξιδιών (μτφ. δ. απο την αγγλική space-burned)
147. αστροκέλυφος: υποθετική μεγακατασκευή η οποία περικλείει έναν αστέρα και συσσωρεύει την ενέργεια που ο αστέρας εκπέμπει (μτφ. δ. απο την αγγλική dyson sphere = σφαίρα του Ντάισον) (© Spiros252)
148. ασυναπτόφθογγα: μουσικός όρος που υποδεικνύει την εκτέλεση των νοτών σε συντομότερο χρόνο απ’ ό,τι αναγράφεται στο πεντάγραμμο και με παύσεις ανάμεσά τους (μτφ. δ. απο την ιταλική staccato = στακάτο)
149. ατεγκτάτηκτο: (άτεγκτο + άτηκτο) (ε.φ.) υλικό ή στοιχείο ανυπέρβλητης ανθεκτικότητας και πυκνότητας (μτφ. δ. απο την αγγλική collapsium)
150. ατμοκύμα: είδος μουσικής με φουτουριστικό και άτονο ηχόχρωμα (μτφ. δ. απο την αγγλική vaporwave) (© Ηephestus)
151. ατσοφλόβραστο: τρόπος μαγειρέματος των αυγών όπου σπάζονται και ρίχνονται μέσα σε βραστό νερό (μτφ. δ. απο τη γαλλική poché = ποσέ)
152. αυθάλτης: ρομπότ με ένα πόδι το οποίο κινείται αλλόμενο επ' αυτού (μτφ. δ. απο την αγγλική one-legged robot)
153. αυθιστάτης: (ε.φ.) ακατάστρεπτο και αδιάτρητο υλικό (μτφ. δ. απο την αγγλική impervium)
154. αυθοδήγητο: όχημα που διαθέτει μηχανισμό αυτόνομης οδήγησης (μτφ. δ. απο την αγγλική self-driving car)
155. αυταπεικονηρίδα: (αυταπεικονίζω + έρεισμα) ράβδος στήριξης φωτογραφικής μηχανής ή κινητού για αυτοαπεικόνιση (μτφ. δ. απο την αγγλική selfie stick)
156. αυτειδωλαβή: (αυτό + είδωλο + λαβή) ράβδος στήριξης φωτογραφικής μηχανής ή κινητού για αυτοαπεικόνιση (μτφ. δ. απο την αγγλική selfie stick)
157. αυτοκράχτης: αυτός που επιζητεί να είναι διαρκώς στο επίκεντρο της προσοχής με κάθε τίμημα, λόγω υπέρμετρου ναρκισσισμού (μτφ. δ. απο την αγγλική attention whore)
158. αυτοπηγούμενο: διαστημόπλοιο το οποίο μπορεί να αναπαράγεται απο μόνο του (μτφ. δ. απο την αγγλικη΄self-replicating spacekraf)
159. αυτοπλάνο: μη επανδρωμένο ιπτάμενο όχημα (μτφ. δ. απο την αγγλική drone) (© TheoPhrm)
160. αφηλιοσφαίριος: (ε.φ.) αυτό που βρίσκεται εκτός των ορίων του ηλιακού συστήματος (μτφ. δ. απο την αγγλική offworlder)
161. αφροδιτάποικος: (ε.φ.) κάτοικος του πλανήτη Αφροδίτη (μτφ. δ. απο την αγγλική venerian)
162. αφυποβαθρίζω: (φωτογρ. τυπογρ.) διαχωρίζω μια εικόνα ή τμήμα της από το φόντο της (μτφ. δ. απο τη γαλλική découper= ντεκουπάρω)
163. αχανάντην: (ε.φ.) (αχανές + ἄντην) επιρρ. για κάτι που βρίσκεται απο την μεριά του διαστήματος (μτφ. δ. απο την αγγλική spaceward)
164. αχανέμπειρος: (ε.φ.) το εμπειρότερο μέλος πληρώματος ενός διαστημοπλοίου (μτφ. δ. απο την αγγλική spacehand)
165. αχανερίζοντες: αχανές + ερίζω (ε.φ.) το τμήμα του στρατού που αποτελείται από αστροναύτες (μτφ. δ. απο την αγγλική space force)
166. αχανηοδόκη: αχανές + νηοδόκη (ε.φ.) το σημείο ενός διαστημικού σταθμού όπου προσδένεται ένα διαστημόπλοιο (μτφ. δ. απο την αγγλική space dock)
167. αχανόκροτο: (ε.φ.) ναυαρχίδα πολεμικού διαστημικού στόλου ή μεγάλο πολεμικό διαστημόπλοιο (μτφ. δ. απο την αγγλική capital spaceship)
168. αχανοπλεούμενο: (ε.φ.) πολεμικό διαστημόπλοιο (μτφ. δ. απο την αγγλική spaceship)
169. αχθόβαθρο: ξύλινη βάση για μεταφορές εμπορευμάτων (μτφ. δ. απο την ιταλική paletta = παλέτα)
170. αχνόκυμα: είδος μουσικής με φουτουριστικό και άτονο ηχόχρωμα (μτφ. δ. απο την αγγλική vaporwave) (© Ηephestus)
171. αχνόχροο: μαλακό κραγιόν από κιμωλία, χρώμα και νερό που χρησιμοποιείται στη ζωγραφική και παράγει απαλά χρώματα (μτφ. δ. απο τη γαλλική pastel = παστέλ)
172. αχνόψιο: λεπτό διάφανο δικτυωτό κάλυμμα του καπέλου ή/και του προσώπου μιας γυναίκας (μτφ. δ. απο την ιταλική velo = βέλο)
173. άχνυφο: διάφανο ύφασμα μπουμπουνιέρας που το δένουμε σαν ασκό και μέσα του βάζουμε κουφέτα (μτφ. δ. απο τη γαλλική tulle = τούλι)
174. αψιδόσφαιρο: είδος παιχνιδιού κατά το οποίο κάθε παίκτης προσπαθεί με ένα ξύλινο σφυρί να περάσει μια ξύλινη μπάλα μέσα από μικρά τόξα χωμένα στο έδαφος (μτφ. δ. απο τη γαλλική croquet = κροκέ)
175. βακτροσφαίριση: παιχνίδι κατά το οποίο ο κάθε παίκτης προσπαθεί, με ένα ειδικό μπαστούνι, να βάλει ένα μπαλάκι σε μια σειρά από τρύπες κάνοντας όσο το δυνατό λιγότερα χτυπήματα (μτφ. δ. απο την αγγλική golf) (© Alchemist)
176. βαμβακόστιλπνο: βαμβακερό ύφασμα ή νήμα που υποβλήθηκε σε κατεργασία μερσερισμού (μτφ. δ. απο τη γαλλική mercerisé = μερσεριζέ)
177. βαραθροσχοινισμός: άλμα από μια ψηλή κατασκευή με τον αθλητή δεμένο με ελαστικό σκοινί (μτφ. δ. απο την αγγλική bungee jumping = μπάντζι τζάμπινγκ)
178. βαρυταρνητής: μηχανισμός εξουδετέρωσης της βαρύτητας (μτφ. δ. απο την αγγλική levitator)
179. βαρυτάρσιο: (ε.φ.) μηχανισμός εξουδετέρωσης της βαρύτητας (μτφ. δ. απο την αγγλική antigrav)
180. βαρυτοκύλικας: τρισδιάστατη απεικόνιση της κύρτωσης του χωροχρόνου υπο την επήρεια μιάς μεγάλης μάζας (μτφ. δ. απο την αγγλική gravity well)
181. βαρυτοστίκτης: λέιζερ βαρυτονίων (μτφ. δ. απο την αγγλική graviton laser)
182. βδαλλέβης: (βδάλλω [ρουφώ] + λέβης [δοχείο]) μικρό γυάλινο δοχείο με πλατύ στόμιο, που χρησιμοποιείται για θεραπευτικούς σκοπούς (μτφ. δ. απο την ιταλική ventosa = βεντούζα)
183. βελτιστάθροιση: οι καλύτεροι, οι εκλεκτότεροι ενός συνόλου (μτφ. δ. απο τη γαλλική élite = ελίτ)
184. βελτισταθροιτισμός: η άποψη ότι η κοινωνία (ή μια ομάδα) θα πρέπει να κυριαρχείται από τις ελίτ (μτφ. δ. απο τη γαλλική élitisme = ελιτισμός)
185. βιοαστρόπλοιο: γιγαντιαίος ζωντανός οργανισμός πλασμένος, μεταλλαγμένος ή κατασκευασμένος έτσι ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διαστημόπλοιο (μτφ. δ. απο την αγγλική bioship) (© killerbee)
186. βιόπλοιο: γιγαντιαίος ζωντανός οργανισμός πλασμένος, μεταλλαγμένος ή κατασκευασμένος έτσι ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διαστημόπλοιο (μτφ. δ. απο την αγγλική bioship) (© Alchemist)
187. βλεφαριδοψιμύθιο: καλλυντικό για τη βαφή των βλεφαρίδων (μτφ. δ. απο την ιταλική mascara = μάσκαρα)
188. βλημάνθυλο: (βλήμα + αντί + ὕλη) (ε.φ.) βόμβα με εκρηκτική ύλη αντιϋλης (μτφ. δ. απο την αγγλική nova bomb)
189. βληματοκοπώ: εκτοξεύω βόμβες από αεροπλάνο ή ρίχνω οβίδες με πυροβόλο (μτφ. δ. απο την ιταλική bombardare = βομβαρδίζω)
190. βομβίσκος: μη επανδρωμένο ιπτάμενο όχημα (σημ. δ. απο την αγγλική drone) (© Sophistes)
191. βουβωνίδα: γυναικείο εσώρουχο, βρακί (μτφ. δ. απο τη γαλλική culotte = κιλότα)
192. βουτυρέμφυλλο: είδος ζύμης με αλλεπάλληλες στρώσεις βουτύρου και ζυμαριού, η οποία κατα το ψήσιμο χωρίζεται σε πολλά φύλλα (μτφ. δ. απο την ιταλική sfogliata = σφολιάτα)
193. βουφορβωδία: κινηματογραφικό έργο με καουμπόιδες (μτφ. δ. απο την αγγλική western = γουέστερν)
194. βρασσομήριο: το παστό χοιρομέρι (μτφ. δ. απο τη γαλλική jambon = ζαμπόν)
195. βραχεοπαραλύω: (ε.φ.) προκαλώ με τη χρήση ενός καταλλήλου όπλου μια σύντομη παράλυση στον αντίπαλο (μτφ. δ. απο την αγγλική becroggle)
196. βραχιονοπλία: (ε.φ.) εξάρτημα τμηματικού εξωσκελετού που μπορεί και να φορειέται ακόμη και σαν γάντι (μτφ. δ. απο την αγγλική body-waldo)
197. βραχυδρομία: χαλαρό τρέξιμο για άσκηση (μτφ. δ. απο την αγγλική jogging = τζόκιν) (© LOUROS)
198. βραχύπλοο: (ε.φ.) διαστημόπλοιο για μικρές σχετικά αποστάσεις (μτφ. δ. απο την αγγλικη flitter)
199. βρύχαυλος: υποβρύχιο βλήμα που εκτοξεύεται από υποβρύχια ή πλοία επιφανείας με σκοπό την ανατίναξη εχθρικών πλοίων (μτφ. δ. απο τη γαλλική torpille = τορπίλη) (© Doc McCoy)
200. βυζοβέμβικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα, ο οποίος επικολλάται στη ρώγα του στήθους (μτφ. δ. απο την αγγλική fidgetiddies)
201. γαιοπλάθω: το να μετατρέπω έναν ξένο πλανήτη σε κατοικίσημο για ανθρώπους κόσμο (μτφ. δ. απο την αγγλική terraform) (© Alchemist)
202. γαιοπλασμένος: επίθ. για πλανήτη ο οποίος έχει υποστεί γαιοπλασία (μτφ. δ. απο την αγγλική terraformed) (© Alchemist)
203. γαλακτόχρισμα: κρέμα παρασκευασμένη από γάλα, βούτυρο, αβγά, ζάχαρη και άλλα υλικά, με την οποία περιχύνονται τα γλυκίσματα (μτφ. δ. απο τη γαλλική chantilly = σαντιγί)
204. γαλακτωματεγχυτής: ειδικό σκεύος με το οποίο γίνεται το γαρνίρισμα τών γλυκισμάτων με σαντιγύ (μτφ. δ. απο τη γαλλική cornet = κορνέ) (© κάποιος_Νίκος)
205. γαλαξιογραφία: (ε.φ.) η χαρτογράφηση του γαλαξία που εστιάζεται στην πλοϊμότητα των διαστρικών του χώρων και στην κατοικησιμότητα των πλανητών του (αντιδ. απο την αγγλική galactography)
206. γαλαξιοπάτριος: ο γαλαξίας στον οποίο βρίσκεται η γη (μτφ. δ. απο την αγγλική home galaxy)
207. γαμψοΰφαντο: το χριτς χρατς δυο επιφάνειες η μια με μικροσκοπικές θηλιές η άλλη με μικροσκοπικά γαντζάκια που όταν εφάπτονται με ελαφρή πίεση σταθεροποιούνται για να κλείσουν παπούτσια, ρούχα, τσάντες, θήκες κ.α. (μτφ. δ. απο την αγγλική εμπορική ονομασία velcro) (© κάποιος_Νίκος)
208. γεισόπιλος: είδος καπέλου με γείσο (μτφ. δ. απο την ιταλική caschetto = κασκέτο)
209. γελοιωδεστατογράφημα: γελοιογραφική υπερβολή, για να τονιστεί το κακό και το άσχημο (μτφ. δ. απο την ιταλική grottesca = γκροτέσκο)
210. γενεόσκαφος: (ε.φ.) διαστημόπλοιο του οποίου το πλήρωμα αναπαράγεται βιολογικά και μπορεί έτσι να αναπληρώνεται απο τις επερχόμενες γενιές καθώς βρίσκεται σε ένα πάρα πολύ μακρινό διαστρικό ταξίδι (μτφ. δ. απο την αγγλική multigeneration ship)
211. γευματότυπο: (γαστρονομία): η υποχρεωτική αποδοχή προκαθορισμένου γεύματος κοινού για όλους χωρίς δυνατότητα άλλων επιλογών (μτφ. δ. απο τη γαλλική table d’hôte = ταμπλ ντοτ)
212. γεώλαος: (ε.φ.) οι κάτοικοι της Γης, οι γήινοι (μτφ. δ. απο την αγγλική earthfolk)
213. γεωμηλόπολτος: πολτός που παρασκευάζεται από λιωμένες βραστές πατάτες, βούτυρο και γάλα (μτφ. δ. απο τη γαλλική purée = πουρές)
214. γηγνητικός: (ε.φ.) επίθ. για κάποιον που έχει γεννηθεί στη Γη (μτφ. δ. απο την αγγλική earthborn adj)
215. γήγνητος (ε.φ.) αυτός που έχει γεννηθεί στη Γη (μτφ. δ. απο την αγγλική earthborn)
216. γηϊνοειδές: (ε.φ.) επίθ. για κάτι που μοιάζει με το αντίστοιχο του στη Γη (μτφ. δ. απο την αγγλική earthlike)
217. γιαποικία: (γιάπης + αποικία) οικιστικό σύνολο διαμονής πλουσίων με περιορισμένη πρόσβαση (μτφ. δ. απο την αγγλική gated community) (© Yochanan)
218. γιγαδυφιόγραμμα: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 9η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Gigabyte) (© Spiros252)
219. γιγαντογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 9η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Gigabyte)
220. γλάγαρτος: (γλάγος [γάλα] + άρτος) είδος γλυκίσματος που περιέχει αλεύρι, αβγό και ζάχαρη και αποτελούσε πολυτέλεια (μτφ. δ. απο τη γαλλική pain d’ Espagne = παντεσπάνι)
221. γλάγοπτο: (γλάγος [γάλα] + ὀπτός [ψημένος]) γλύκισμα απο μαγειρεμένη κρέμα γάλακτος, η οποία έχει στερεοποιηθεί κατά την παρασκευή με ζελατίνη (μτφ. δ. απο την ιταλική panna cotta = πανακότα)
222. γλαστροδέκτης: δοχείο χωρίς τρύπες, πήλινο ή πλαστικό αλλά και σπάνια από άλλο υλικό, μέσα στο οποίο βάζουμε γλάστρα με φυτό (μτφ. δ. απο τη γαλλική cache‐pot = κασπώ)
223. γλαχόη: (γλάγος [γάλα] + χόη) είδος μπουκαλιού στο οποίο τοποθετείται τεχνητή θηλή και χρησιμοποιείται κυρίως για παροχή τροφής σε μικρά ανθρώπων ή άλλων θηλαστικών (μτφ. δ. απο τη γαλλική biberon = μπιμπερό)
224. γλουθίμαντας: (γλουτός + ἱμάς) γυναικείο εσώρουχο που έχει ιμάντες οι οποίοι συγκρατούν το καλσόν (μτφ. δ. απο τη γαλλική jarretière = ζαρτιέρα)
225. γλουτηρίδα: ελαφρύ και πρόχειρο γυναικείο ρούχο από απαλό ύφασμα (μτφ. δ. απο τη γαλλική négligé = νεγκλιζέ)
226. γλυχυάλιθος: (γλυκός + ὕαλος + λίθος) μικρό και σκληρό ζαχαρωτό απο υαλοποιημένη ζάχαρη (μτφ. δ. απο την ιταλική caramella = καραμέλα)
227. γλυχύαλος: (γλυκός + ὓαλος) γυαλιστερή και λεία επικάλυψη ορισμένων γλυκισμάτων, που γίνεται κυρίως με ζάχαρη και ασπράδι αβγού (μτφ. δ. απο την ιταλική glassare = γλάσο)
228. γραμματοκόλλητα: η τυποποιημένη σειρά αυτοκόλλητων γραμμάτων αλφαβήτου, που επικολλώνται σε χαρτί (μτφ. δ. απο τη γαλλική lettre + set = λετρασέτ)
229. δακτυλέλικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
230. δακτυλιόσταθμος: δακτυλιοειδής διαστημικός σταθμός του οποίου η περιστροφή δημιουργεί τεχνητή βαρύτητα και καθιστά έτσι δυνατή την μόνιμη κατοίκησή του (μτφ. δ. απο τις αγγλικές Bernal sphere / Stanford torus)
231. δακτυλοβέμβικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
232. δακτυλορόδανο: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
233. δακτυλόσβιγα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
234. δακτυλοστρόφιγγας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
235. δαμαλόδερμα: κατεργασμένο δέρμα μικρού μοσχαριού (μτφ. δ. απο την ιταλική vacchetta = βακέτα)
236. δασοκατάνυξη: συναίσθημα μοναχικής γαλήνης μέσα στο δάσος (μτφ. δ. απο τη γερμανική waldeinsamkeit)
237. δεδομένεση: (πληροφορική) μεταφερόμενη κάρτα μνήμης χωρίς μηχανικά μέρη για την αποθήκευση υπολογιστικών πληροφοριών (μτφ. δ. απο την αγγλική stick = στικ)
238. δεκακισογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 48η byte
239. δευτεράδω: κάνω τη δεύτερη φωνή κατά την εκτέλεση ενός τραγουδιού, συνεκδ. βοηθώ, υποστηρίζω κάποιον σε μια άποψη ή ενέργειά του (μτφ. δ. απο την ιταλική secondare = σεγκοντάρω)
240. δημοφιλοπώλιο: τεχνική κερδοφόρας εμπορευματοποίησης της δημοφιλίας προσώπου ή αντικειμένου (μτφ. δ. απο την αγγλική brand merchandising)
241. διαγαλαξίτης: (ε.φ.) πλανήτης ο οποίος βρίσκεται εκτός γαλαξία (μτφ. δ. απο την αγγλική outplanet)
242. διαγονιδίεσμα: (διαγονίδιο [εισαγόμενο γονίδιο] + έδεσμα) τροφή προερχόμενη απο γονιδιακά μεταλλαγμένους οργανισμούς (μτφ. δ. απο την αγγλική frankenfood)
243. διαδικτυοπλήτης: στρατιώτης του τάγματος των κυβερνομαχητών, στρατιωτικός εξειδικευμένος στην πληγή του λογισμικού των εγκαταστάσεων του αντιπάλου (μτφ. δ. απο την αγγλική cyber warrior)
244. διακενίτες: ξύλινες οριζόντιες σανίδες στο παντζούρι που είναι έτσι τοποθετημένες, ώστε να μπαίνει το φως και ο αέρας (μτφ. δ. απο τη γαλλική grille = γρίλια)
245. διακενιτόπτυχο: (διακενίτης [γρίλια] + πτυχή) μπαλκονόπορτας ή παραθύρου, παραπέτασμα σε παράθυρο ή πόρτα (μτφ. δ. απο την ιταλική stora = στορι)
246. διακοσμάρτημα: εξάρτημα ενδυμασίας ή αυτοκινήτου που έχει περισσότερο διακοσμητικό παρά πρακτικό σκοπό (μτφ. δ. απο τη γαλλική accessoire = αξεσουάρ)
247. διακοσμεδώδιμο: το κάθετι πρόσθετο για λόγους διακόσμησης ενός φαγητού (μτφ. δ. απο τη γαλλική garniture = γαρνιτούρα)
248. διακοσμητίδιο: μικρό διακοσμητικό αντικείμενο (μτφ. δ. απο τη γαλλική bibelot = μπιμπελό)
249. διακριτήκιστο: κβαντικό μπιτ (μτφ. δ. απο την αγγλική qubit = κιούμπιτ)
250. διακριτογδήκιστο: κβαντικό μπάιτ (μτφ. δ. απο την αγγλική qubyte)
251. διακριτόνιο: ελάχιστη διάκριτη ποσότητα ακτινοβολούμενης ενέργειας από τα άτομα ενός υλικού (μτφ. δ. απο τη λατινική quantum = κβάντο)
252. διακριτονολογία: θεωρία της μαθηματικής φυσικής που αναπτύχθηκε από την κβαντική θεωρία του Πλανκ και εξετάζει τη μηχανική των συστημάτων σωματίων σε ατομικό και υποατομικό επίπεδο, με τη βοήθεια μεγεθών που μπορούν να μετρηθούν (μτφ. δ. απο την αγγλική quantum mechanics = κβαντομηχανική)
253. διακριτόφθογγα: μουσ. όρος που δηλώνει ότι κατά την εκτέλεση μιας μουσικής σύνθεσης πρέπει να διακρίνονται οι μουσικοί φθόγγοι (μτφ. δ. απο την ιταλική spiccato = σπικάτο)
254. διαλιμενίζω: πλέω απο λιμάνι σε λιμάνι (μτφ. δ. απο την ιταλική traversare = τραβερσάρω)
255. διαλιμενισμός: πλεύση απο λιμάνι σε λιμάνι (μτφ. δ. απο την ιταλική traversata = τραβερσάδα)
256. διαλογαφαιρώ: ξεδιαλέγω και κρατώ μόνο τα ωφέλιμα (μτφ. δ. απο την ιταλική scartare = σκαρτάρω:)
257. διαμεθαλτήριος: (ε.φ.) χώρος στον οποίο βρίσκεται ένα διαστημόπλοιο ή ένας αστροναύτης ενώ μεθάλλεται, δηλαδή καθώς μεταπηδά απο ένα σημείο του σύμπαντος σε ένα άλλο χωρίς να διανύει την μεταξύ τους αστρονομική απόσταση (μτφ. δ. απο την αγγλική jump space)
258. διάμουσο: δραματικό μουσικό ή κινηματογραφικό ιντερμέδιο (μτφ. δ. απο την ιταλική interludio = ιντερλούδιο):
259. διανδροδόχος: γυναίκα η οποία συνευρίσκεται ερωτικά με δύο άνδρες ταυτόχρονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fmm lady)
260. διανεμόφυλλος: υπάλληλος χαρτοπαικτικής λέσχης που επιβλέπει το ποντάρισμα τών παικτών, μοιράζει τα κέρδη στους παίκτες και συγκεντρώνει τα χρήματα τού πάγκου (μτφ. δ. απο τη γαλλική croupier = κρουπιέρης)
261. διανθιμάτιο: ύφασμα με διακοσμητικά σχέδια αποτυπωμένα με την τυποβαφική μέθοδο, το σταμπάτο (μτφ. δ. απο τη γαλλική imprimé = εμπριμέ)
262. διαρρηκτώρυξη: μέθοδος διάρρηξης κατά την οποία οι κλέφτες μπαίνουν πρώτα σε παρακείμενο χώρο, ανοίγουν μια τρύπα στη μεσοτοιχία και από εκεί μπαίνουν στο χώρο που αποτελεί το στόχο τους (μτφ. δ. απο τη γαλλική rififi = ριφιφί)
263. διασημαπόμακρη: διάσημη τραγουδίστρια ή ηθοποιός (μτφ. δ. απο την ιταλική diva = ντίβα)
264. διαστερίτης: πλανήτης ο οποίος βρίσκεται σε τροχιά γύρω απο ένα διπλό αστρικό σύστημα (μτφ. δ. απο την αγγλική circumbinary planet)
265. διαστημάσθενο: (ε.φ.) επίθ. για κάτι που κουβαλάει μια αρρώστεια του διαστήματος (μτφ. δ. απο την αγγλική space-sick)
266. διαστηματίας: (ε.φ.) άτομο που ζει στο διάστημα (μτφ. δ. απο την αγγλική spaceman)
267. διαστημαχητής: (ε.φ.) στρατιώτης πεζοναυτικού του διαστήματος (μτφ. δ. απο την αγγλική space marine)
268. διαστημελόδραμα: (ε.φ.) είδος λογοτεχνίας, η διαστημική όπερα (μτφ. δ. απο την αγγλική space operatic)
269. διαστημεύσιμος: (ε.φ.) επίθ. για κάποιον που είναι ικανός ή κατάλληλος για διαστρικά ταξίδια (μτφ. δ. απο την αγγλική space-borne)
270. διαστημευσιμότητα: (ε.φ.) ικανότητα ή καταλληλότητα για διαστημικά ταξίδια (μτφ. δ. απο την αγγλική spaceworthy)
271. διαστημογδύομαι: (ε.φ.) το να βγάζω την διαστημική στολή ευρισκόμενος στο διάστημα (μτφ. δ. απο την αγγλική unsuit)
272. διαστημόγδυτος: (ε.φ.) επίθ. για κάποιον που βρίσκεται στο διάστημα χωρίς κατάλληλη στολή (μτφ. δ. απο την αγγλική unsuited)
273. διαστημοθωρηκτό: (ε.φ.) ναυαρχίδα πολεμικού διαστημικού στόλου ή μεγάλο πολεμικό διαστημόπλοιο (μτφ. δ. απο την αγγλική capital spaceship) (© killerbee)
274. διαστημονομία: (ε.φ.) αστυνομία του διαστήματος (μτφ. δ. απο την αγγλική space patrol)
275. διαστήμωθεν (ε.φ.) επιρρ. για κάτι που βρίσκεται απο την μεριά του διαστήματος (μτφ. δ. απο την αγγλική spaceward)
276. διαστημωθητήρας: (ε.φ.) ο κινητήρας ενός διαστημοπλοίου (μτφ. δ. απο την αγγλική space drive)
277. διαστροδοί: (ε.φ) οδοί που χρησιμοποιούνται στα διαστρικά ταξίδια (μτφ. δ. απο την αγγλική spaceways)
278. διαστροσφαιρικό: (ε.φ.) επίθ. για κάτι που συνδέει ή ταξιδεύει μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ηλιακών συστημάτων (μτφ. δ. απο την αγγλική intersystem)
279. διασυμφόρημα: ηλεκτρονική διαφήμιση που εμφανίζεται χωρίς εξουσιοδότηση από το χρήστη (μτφ. δ. απο την αγγλική spam = σπαμ) (© κάποιος_Νίκος)
280. διασυμφορηματίας: άτομο που αποστέλνει διαφημίσεις σε ηλεκτρονικές διευθύνσεις χωρίς εξουσιοδότηση απο τους χρήστες (μτφ. δ. απο την αγγλική spammer = σπάμερ) (© κάποιος_Νίκος)
281. διγυνανδροχεία: ταυτόχρονη ερωτική συνεύρεση δύο γυναικών με έναν άνδρα (μτφ. δ. απο το αγγλικό ακρωνύμιο ffm)
282. διγύνοιφος: άνδρας ο οποίος συνευρίσκεται ερωτικά με δύο γυναίκες ταυτόχρονα (μτφ. δ. απο την αγγλική ffm lucky guy)
283. διδοριαλεδρότρηση: ερωτική πράξη ταινιών πορνό κατα την οποία δύο άνδρες διεισδύουν ταυτοχρόνως στο αιδοίο και ένας τρίτος στον πρωκτό μιάς γυναίκας (μτφ. δ. απο την αγγλική double vaginal + anal penetration)
284. διεγχρωμικός: άτομο που αυτοπροσδιορίζεται ως ανήκον σε διαφορετική φυλή (λευκή, μαύρη, κίτρινη) από την βιολογική του (μτφ. δ. απο την αγγλική transracial)
285. διεκπομπή: είδος εκπομπής που αναφέρεται στη αποστολή ενός μηνύματος - πακέτου σε όλους τους δέκτες που ανήκουν στο υποδίκτυο ενός δικτύου υπολογιστών (μτφ. δ. απο την αγγλική broadcast) (© Sophistes)
286. διεκφοβισμός: επαναλαμβανόμενες επιθετικές, βίαιες ή εκφοβιστικές πράξεις και συμπεριφορές ενός ατόμου ή συνόλου ατόμων προς κάποιο πρόσωπο που (ενδεχομένως) για κάποιο λόγο ξεχωρίζει ή διαφέρει από τον θύτη ή τους θύτες (μτφ. δ. απο την αγγλική bullying = μπούλινγκ) (© fagano)
287. διευθυνσιολόγος: συσκευή που συνδέεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και διευκολύνει την επιλογή και την πλοήγηση επί της οθόνης, το ποντίκι (μτφ. δ. απο την αγγλική mouse) (© Ανδριανός)
288. διηλιόχθονας: γαιόμορφος πλανήτης ο οποίος βρίσκεται σε τροχιά γύρω απο ένα διπλό αστρικό σύστημα (μτφ. δ. απο την αγγλική circumbinary earth-like planet)
289. δικτυοκόπημα: το να χρησιμοποιεί κάποιος πονηρά προκλητικές, σκόπιμα ανόητες ή επιτηδευμένα εκτός θέματος θέσεις και απόψεις σε μία διαδικτυακή συζήτηση με πρόθεση να προκαλέσει και να ερεθίσει άλλους συμμετέχοντες ή να επιφέρει διαταραχή σε μια διαδικτυακή συζήτηση για οποιοδήποτε θέμα και να πετύχει μια αλυσίδα αντιδράσεων από άλλους χρήστες (μτφ. δ. απο την αγγλική trolling = τρολάρισμα)
290. δικτυοκόπος: αυτός που τρολάρει (μτφ. δ. απο την αγγλική troll = τρολ)
291. δικτυοπώρα: είδος γλυκίσματος από ζύμη που επικαλύπτεται με μαρμελάδα (μτφ. δ. απο την ιταλική pasta frolla = πάστα φλόρα)
292. δικτυότρηση: το να αποκτώ πρόσβαση και να εισβάλλω σε υπολογιστικά συστήματα αναδεικνύοντας έτσι τα κενά των λογισμικών (μτφ. δ. απο την αγγλική hacking)
293. δικτυοτρήτης: κάποιος που αποκτά πρόσβαση και εισβάλλει σε υπολογιστικά συστήματα αναδεικνύοντας έτσι τα κενά των λογισμικών (μτφ. δ. απο την αγγλική hacker = χάκερ)
294. δικτυωμήγυρη: διαδικτυακός χώρος δημόσιας συζήτησης για ένα ή περισσότερα θέματα (μτφ. δ. απο την αγγλική internet forum)
295. δικτυώνυμο: ψευδώνυμο που χρησιμοποιεί κάποιος σε διαδικτυακούς χώρους συζήτησης (μτφ. δ. απο την αγγλική nick = νικ)
296. δικυκλαγροδρομία: (αθλητ.) τύπος αγώνα με μοτοσυκλέτες, κατά τον οποίο οι αναβάτες μοτοσυκλετιστές εκτελούν διαδρομή σημειωμένη σε ανοιχτό έδαφος και έξω από τους υπάρχοντες δρόμους (μτφ. δ. απο την αγγλική motocross = μοτοκρός)
297. δινωθητήρας: κινητήρας διαστημοπλοίου ο οποίος λειτουργεί δημιουργώντας χωροχρονικές δίνες (μτφ. δ. απο την αγγλική warp drive)
298. δινωθούμαι: το να μετακινούμαι χρησιμοποιώντας δινωθητήρα (μτφ. δ. απο την αγγλική warp)
299. διπάθυλο: (δύο + πάτος + ὕλη) μεγάλο δοχείο σε σχήμα κυλίνδρου, κανονικού ή με κυρτά τοιχώματα, για την αποθήκευση κυρίως υγρών (μτφ. δ. απο την ιταλική barile = βαρέλι)
300. διπλεδροκυσθότρηση: ερωτική πράξη ταινιών πορνό κατα την οποία δύο άντρες διεισδύουν ταυτόχρονα στον πρωκτό μιάς γυναίκας και ένας στο αιδοίο (μτφ. δ. απο την αγγλική double anal + vaginal penetration)
0 .

Άβαταρ μέλους
Αρχειδήμων
Rookie poster
Rookie poster
Δημοσιεύσεις: 90
Τοποθεσία: Βασίλειο των Τόνγκα

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Αρχειδήμων » 13 Μάιος 2018, 23:23

301. διπλοβάτεμα: ερώτικη πράξη όπου συμμετέχουν δύο άνδρες και μία γυναίκα (μτφ. δ. απο το αγγλικό ακρωνύμιο fmm)
302. διπλοεγχύτρωση: ζεστό νερό σε δοχείο μέσα στο οποίο τοποθετείται άλλο δοχείο για θέρμανση τού περιεχομένου του (μτφ. δ. απο τη γαλλική bain‐marie = μπεν μαρί)
303. διπλοεισχώρηση: σεξουαλική πράξη κατα την οποία δύο πέη εισέρχονται ταυτόχρονα σε μία ή σε δύο οπές ενός τρίτου ατόμου (μτφ. δ. απο την αγγλική double penetration) (© Dwarven Blacksmith)
304. διπλοκαλύω: (δίπλοκο + κάλως [ναυτ. σχοινί] + λύω) χαλαρώνω το σχοινί (γαρλίνο = δίπλοκο ναυτικό σχοινί) ή την αλυσίδα, στο άκρο τών οποίων είναι δεμένη άγκυρα, λέμβος κ.ά., αφήνω την αλυσίδα τής άγκυρας να γλιστρήσει στη θάλασσα (μτφ. δ. απο την ιταλική calumare = καλουμάρω)
305. διπλοκατοπτρισμός: είδος αντικατοπτρισμού, που εμφανίζεται συχνά στον πορθμό της Μεσσήνης, κατά τον οποίο επιμηκύνονται τα αντικείμενα που βρίσκονται στην απέναντι ακτή (μτφ. δ. απο την ιταλική fata morgana = φάτα μοργκάνα)
306. δισκιεδώδιμα: (ε.φ.) χαπάκια που αντικαθιστούν πλήρως την τροφή και χρησιμοποιούνται απο αστροναύτες (μτφ. δ. απο την αγγλική food pill)
307. δισκουμένη (του Alderson): δίσκος + οικουμένη (ε.φ.) υποθετική κατοικούμενη μεγακατασκευή δισκοειδούς σχήματος που καταλαμβάνει όλο το επίπεδο ενός ηλιακού συστήματος (μτφ. δ. απο την αγγλική Alderson disk)
308. δισογδήκιστο: (οκτω + οκτώ + ἣκιστο: Bit): μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 24η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Yottabyte)
309. διυφηλίοδος: (ε.φ.) διώρυγα του χωροχρονικού συνεχούς η οποία συνδέει δύο κατοικημένους κόσμους (μτφ. δ. απο την αγγλική space lane ή/και spaceline)
310. δίφροχος: (δίφρος + όχος) είδος αυτοκινήτου με δύο πόρτες (μτφ. δ. απο τη γαλλική coupe = κουπέ)
311. διωκτικοπλάνηση: τηλεφωνική φάρσα όπου οι διωκτικές αρχές στέλνονται παραπλανητικά στο σπίτι κάποιου δήθεν ευρισκομένου σε κίνδυνο επωνύμου προσώπου (μτφ. δ. απο την αγγλική swatting)
312. δονητόφθογγο: (μουσική) η ελαφρά διακύμανση ενός ήχου ή ενός μουσικού φθόγγου, που προκαλεί την αίσθηση ενός παλλόμενου ήχου ή μουσικού φθόγγου, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητά του. Χρησιμοποιείται ιδιαίτερα στη φωνητική μουσική ή στη μουσική τζαζ (μτφ. δ. απο την ιταλική vibrato = βιμπράτο)
313. δοριαλίστιο: (δορίαλος [αιδοίο] + ίστιο) βιομηχανικό προϊόν που χρησιμοποιείται από τις γυναίκες κατά την έμμηνη ρύση (μτφ. δ. απο τη γαλλική serviette = σερβιέτα)
314. δορυφορηματίας: (δορυφόρημα = βοηθητικοί ηθοποιοί) βοηθητικός ηθοποιός, που λέει ελάχιστα ή καθόλου λόγια (μτφ. δ. απο την ιταλική comparsa = κομπάρσος)
315. δουλοειδές: αυτόματη συσκευή που λειτουργεί με αυτοματισμό ή τηλεχειρισμό και υποκαθιστά τον άνθρωπο σε διάφορες εργασίες (βιομηχανικές, επιστημονικές, κοπιαστικές, επικίνδυνες κ.λπ.). Συνήθως, έχει τη μορφή ανθρώπου, ζώου ή ανθρωποειδούς, σχήμα βραχίονα ή μηχανικής συσκευής (μτφ. δ. απο την τσέχικη robot = ρομπότ) (© κάποιος_Νίκος)
316. δοχειοπλωτήρας: ειδική κατασκευή που διακόπτει την παροχή και ροή νερού σε καζανάκι, ντεπόζιτο ή δεξαμενή, προκειμένου να μην έχουμε υπερχείλιση (μτφ. δ. απο τη γαλλική flotteur = φλοτέρ)
317. δοχυαλιστής: (δοκός + ὑαλιστής) ηλεκτρική μηχανή με την οποία γίνεται το γυάλισμα τού παρκέτου (μτφ. δ. απο τη γαλλική parqueteuse = παρκετέζα)
318. δρακακρίδα: (ε.φ.) εξωγήινο ιπτάμενο έντομο τερατώδους μεγέθους (μτφ. δ. απο την αγγλική bem)
319. δραστηριοτισμός: πολιτική αντίληψη και πρακτική που δίνει μεγάλη έμφαση σε μαζικές ατομικές δραστηριότητες, όπως οι διαδηλώσεις, οι υπογραφές αιτήσεων, οι καταλήψεις κλπ., για την επίτευξη ενός στόχου (μτφ. δ. απο τη γαλλική activisme = ακτιβισμός)
320. δραστηριοτιστής: ο ενεργός πολίτης που δραστηριοποιείται για τα πολιτικά, πολιτιστικά ή οικονομικά ζητήματα που προβληματίζουν μια κοινωνία (μτφ. δ. απο την γαλλική activiste = ακτιβιστής)
321. δυνατοδιάταση: (ε.φ.) δεύτερος νόμος του Άρθουρ Κλάρκ που λέει πως για να εξερευνηθούν τα όρια του δυνατού, πρέπει έστω και ελάχιστα να ξεπεραστούν (μτφ. δ. απο την αγγλική Clarke's Second Law)
322. δυστατικό: ξαφνικό και δυσάρεστο περιστατικό (μτφ. δ. απο την ιταλική caso = κάζο)
323. δυσφημαποκλεισμός: (οικονομία) οικονομικός αποκλεισμός ενός ατόμου, μιας εταιρείας ή μιας χώρας ως μορφή διαμαρτυρίας, αποδοκιμασίας κι εναντίωσης στη συμπεριφορά ή τις θέσεις τους (κατ’ επέκταση) άρνηση συμμετοχής σε μία διαδικασία, προκειμένου να ματαιωθεί ή να ασκηθεί πίεση (μτφ. δ. απο τη γαλλική boycottage = μποϊκοτάζ)
324. δυφιάλυσος: δυφίο (δυαδικό ψηφίο) + άλυσος (bitcoin) αλυσίδα των επιβεβαιωμένων ομάδων συναλλαγών που ξεκινά από την πρώτη, έως την πιο πρόσφατη έγκυρη ομάδα (μτφ. δ. απο την αγγλική block chain) (© Spiros252)
325. δυφιόγραμμα: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που ισοδυναμεί με 8 bit (μτφ. δ. απο την αγγλική byte = μπάιτ) (© Spiros252)
326. δυφιόλεξη: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που ισοδυναμεί με 8 bit (μτφ. δ. απο την αγγλική byte = μπάιτ) (© Spiros252)
327. δωδεκατρόνιο: η προταθείσα απο τον Πλανκ φυσική μονάδα μέτρησης του ηλεκτρικού φορτίου, το Πλανκ φορτίο (© Spiros252)
328. δωματιοκόμος: πρόσωπο που φροντίζει για την ευταξία και την τακτοποίηση των χώρων σε ένα ξενοδοχείο, ένα σπίτι κ.α. (μτφ. δ. απο την βενετική camariere = καμαριέρης)
329. εγγλώττιο: σκουλαρίκι το οποίο τοποθετείται στη γλώσσα (μτφ. δ. απο την αγγλική tongue piercing)
330. εγγραφοθήκη: μεγάλος σκληρός φάκελος που χρησιμεύει για την ταξινόμηση και φύλαξη εγγράφων (μτφ. δ. απο τη γαλλική dossier = ντοσιέ)
331. έγκαπνο: καπνός τυλιγμένος με χαρτί σε μορφή λεπτού κυλίνδρου (μτφ. δ. απο την ιταλική cigarro = τσιγάρο)
332. εγκηροθωπεία: (εν + κηρ [ψυχή] + θωπεία) βαθυτάτη συγκίνηση από ένα μοναδικό έργο τέχνης (μτφ. δ. απο την ισπανική duende)
333. εγκλειτορίδιο: σκουλαρίκι το οποίο τοποθετείται στην κλειτορίδα (μτφ. δ. απο την αγγλική clitoris piercing)
334. εγχαλίνιο: σκουλαρίκι το οποίο τοποθετείται στον χαλινό του πέους (μτφ. δ. απο την αγγλική frenulum piercing)
335. εγχαρακτική: μέθοδος χαρακτικής πάνω σε ένα σκληρό υλικό ή το έργο τέχνης που παράγεται από την ομώνυμη μέθοδο (μτφ δ. απο τη γαλλική gravure = γκραβούρα)
336. εγχείλιο: σκουλαρίκι το οποίο τοποθετείται στα χείλη (μτφ. δ. απο την αγγλική lips piercing)
337. εγχούφτιο: μικρό πυροβόλο όπλο που κρατιέται με το ένα χέρι (μτφ. δ. απο την ιταλική pistola = πιστόλι)
338. εγχρώμυλο: (έγχρωμο + ύλη) έπιπλο με ανάγλυφα έγχρωμα σχέδια (μτφ. δ. απο τη γαλλική marqueterie = μαρκετερί)
339. εδεστέον: εκλεκτό φαγητό ή γλυκό που παρασκευάζεται με ιδιαίτερο τρόπο, καθετί που απαιτεί ιδιαίτερη ικανότητα και γνώση για να γίνει (σημ. δ. απο τη γαλλική spécialité: = σπεσιαλιτέ) (© κάποιος_Νίκος)
340. εδράλυσος: ηλεκτροκίνητος εναέριος αναβατήρας με ατομικά καθίσματα για τη μεταφορά σε βουνοκορφή (μτφ. δ. απο τη γαλλική télésiège = τελεσιέζ)
341. εδωδίκευμα: (εδωδι + ειδίκευμα) εκλεκτό φαγητό ή γλυκό που παρασκευάζεται με ιδιαίτερο τρόπο, καθετί που απαιτεί ιδιαίτερη ικανότητα και γνώση για να γίνει (μτφ. δ. απο τη γαλλική spécialité: = σπεσιαλιτέ)
342. ειδοκτονία: (ε.φ.) η συστηματική, σκόπιμη και μαζική εξόντωση και αφανισμός ενός ολόκληρου νοήμονος είδους (μτφ. δ. απο την αγγλική xenocide)
343. ειδυλλιωδία: πολυφωνικό συνήθως τραγούδι, με ερωτικό θέμα, που τραγουδιέται με συνοδεία κιθάρας τις νυχτερινές ώρες στους δρόμους (μτφ. δ. απο την ιταλική cantata = καντάδα)
344. ειδωλόμοχλος: ράβδος στήριξης φωτογραφικής μηχανής ή κινητού για αυτοαπεικόνιση (μτφ. δ. απο την αγγλική (selfie stick)
345. εικονειδύλλιο: ερωτική ιστορία σε έντυπο, ιδίως εφημερίδα ή περιοδικό, τής οποίας το θέμα αναπτύσσεται με φωτογραφίες και υποτίτλους (μτφ. δ. απο τη γαλλική photoroman = φωτορομάντζο)
346. εικονηχοληπτήριο: χώρος με κατάλληλη διαρρύθμιση, διαμόρφωση και εξοπλισμό, όπου γίνεται κινηματογράφηση, φωτογράφηση ή ηχογράφηση (μτφ. δ. απο την αγγλική studio = στούντιο)
347. εικονοδεσία: η τέχνη της επιλογής και σύνδεσης των εικόνων και των πλάνων και η διαδικασία αυτή, στο στάδιο της επεξεργασίας της ταινίας (μτφ. δ. απο τη γαλλική montage = μοντάζ)
348. εικονοδέτης: καλλιτέχνης που ασχολείται με το μοντάζ (μτφ. δ. απο τη γαλλική monteur = μοντέρ)
349. εισαγωδία: εισαγωγικό μουσικό κομμάτι σε θεατρικό ή μουσικό έργο (μτφ. δ. απο την ιταλική entrata = εντράτα)
350. εκδίκαθλος: η επανάληψη ενός αγώνα ή ενός παιχνιδιού, όπου ο ηττημένος ελπίζει να κερδίσει ή να ισοφαρίσει (μτφ. δ. απο τη γαλλική revanche = ρεβάνς)
351. εκδικοδαυλισμός: σκόπιμη προκλητική ή / και παράνομη ενέργεια, που αποσκοπεί στο να παρασύρει τα μέλη μιας ομάδας σε υπερβολικές ή παράνομες αντιδράσεις ή να τα εκθέσει (μτφ. δ. απο τη λατινική provocatio = προβοκάτσια)
352. εκδικοτιμία: η αίσθηση της υποχρέωσης (αν)εκδίκησης που διακατέχει κάποιον, εξαιτίας κάποιας αδικίας που έγινε στον ίδιο ή την οικογένεια του, καθώς και οι ενέργειες (π.χ. φόνοι) που γίνονται στα πλαίσια αυτά (μτφ. δ. απο την ιταλική vendetta = βεντέτα)
353. εκπυρηνόχθονας: γαιόμορφος πλανήτης χωρίς πυρήνα (μτφ. δ. απο την αγγλική coreless planet)
354. εκτωδία: μουσική σύνθεση για έξι όργανα ή φωνές (μτφ δ. απο την ιταλική sestetto = σεστέτο)
355. εκφρασισμός: τεχνοτροπία στις εικαστικές τέχνες, στο θέατρο, στη λογοτεχνία, στη μουσική και στον κινηματογράφο, η οποία έχει ώς κύρια χαρακτηριστικά τον άκρο υποκειμενισμό, τη βίαιη συγκίνηση και την τάση κάθε δεδομένο μέσο να φτάσει στα ακρότατα εκφραστικά του όρια δίνοντας έτσι προτεραιότητα στην έκφραση τής υποκειμενικής και εσωτερικής (ψυχικής) πραγματικότητας (μτφ. δ. απο τη γαλλική expressionnisme = εξπρεσιονισμός)
356. ελασμάθυφο: (έλασμα[το] + ὑφή) ύφασμα κατασκευασμένο με παρεμβολή, κατά την ύφανση, μεταλλικών νημάτων ή λωρίδων, οι οποίες τού προσδίδουν ιδιαίτερη λάμψη (μτφ. δ. απο τη γαλλική lamé = λαμέ)
357. ελαφράπορπο: (ελαφρύς + α- + πόρπη) το ελαφρύ γυναικείο πανωφόρι (μτφ. δ. απο τη γαλλική manteau = μαντό)
358. ελικοβέμβικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
359. ελικοπτεράμαξo: (ε.φ.) αυτοκίνητο που μπορεί και να ίπταται σαν ελικόπτερο (μτφ. δ. απο την αγγλική helicar)
360. ελικοσανίδα: τροχοσανίδα με δύο τροχούς και περιστρεφόμενο κατα το μήκος της άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική caster [wave] board)
361. εμβιόφρακτο: γιγαντιαίος ζωντανός οργανισμός πλασμένος, μεταλλαγμένος ή κατασκευασμένος έτσι ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διαστημόπλοιο (μτφ. δ. απο την αγγλική bioship)
362. εμβρίθοινος: αυτός που δοκιμάζει από ποτό για να ελέγξει την ποιότητά του, ο οινογνώστης (μτφ. δ. απο την ιταλική gustatore = γουσταδόρος)
363. εμμηνόπανο: βιομηχανικό προϊόν που χρησιμοποιείται από τις γυναίκες κατά την έμμηνη ρύση (μτφ. δ. απο τη γαλλική serviette = σερβιέτα) (© κάποιος_Νίκος)
364. εμμύτιο: σκουλαρίκι το οποίο τοποθετείται στη μύτη (μτφ. δ. απο την αγγλική nose piercing)
365. εμπορευματοσυσσωρεύω: συγκεντρώνω διαθέσιμα προϊόντα, εμπορεύματα κτλ., δημιουργώ στοκ (μτφ. δ. απο την ιταλική stoccare = στοκάρω)
366. εμπορευματώθηση: η τεχνική του να καθιστάς τα προϊόντα επιθυμητά και εύκολα προσβάσιμα στον καταναλωτή (μτφ. δ. απο την αγγλική merchandising)
367. εμφιλόνεικος: αυτός που τρολάρει (μτφ. δ. απο την αγγλική troll = τρολ) (© κάποιος_Νίκος)
368. εμφιλονικεία: το να χρησιμοποιεί κάποιος πονηρά προκλητικές, σκόπιμα ανόητες ή επιτηδευμένα εκτός θέματος θέσεις και απόψεις σε μία διαδικτυακή συζήτηση με πρόθεση να προκαλέσει και να ερεθίσει άλλους συμμετέχοντες ή να επιφέρει διαταραχή σε μια διαδικτυακή συζήτηση για οποιοδήποτε θέμα και να πετύχει μια αλυσίδα αντιδράσεων από άλλους χρήστες (μτφ. δ. απο την αγγλική trolling = τρολάρισμα) (© κάποιος_Νίκος)
369. εμφρονοειδές: αυτόματη συσκευή που λειτουργεί με αυτοματισμό ή τηλεχειρισμό και υποκαθιστά τον άνθρωπο σε διάφορες εργασίες (βιομηχανικές, επιστημονικές, κοπιαστικές, επικίνδυνες κ.λπ.). Συνήθως, έχει τη μορφή ανθρώπου, ζώου ή ανθρωποειδούς, σχήμα βραχίονα ή μηχανικής συσκευής (μτφ. δ. απο την τσέχικη robot = ρομπότ)
370. εμφρύδιο: σκουλαρίκι το οποίο τοποθετείται στο φρύδι (μτφ. δ. απο την αγγλική eyebrow piercing)
371. εναλλαγεμπηγμός: ερωτική στάση κατα την οποία ένας άνδρας συνευρισκόμενος ταυτοχρόνως με δύο γυναίκες διεισδύει εναλλάξ και στις δύο, καθώς η μία ξαπλώνει ανάσκελα μπροστά του και η δεύτερη μπρούμυτα επι της πρώτης (μτφ. δ. απο την αγγλική double dip)
372. εναρκταργύρια: το αρχικό ποσό που καταθέτει κάθε παίκτης τυχερού παιχνιδιού (μτφ. δ. απο τη γαλλική mise = μίζα)
373. εναρκτοδρομώ: αρχίζω, ξεκινώ μια νέα καριέρα· χρησιμοποιείται συνήθως για την καριέρα ενός ηθοποιού (μτφ. δ. απο την ιταλική debuttare = ντεμπουτάρω)
374. ένδεικτρο: ταμπλό, πίνακας με διάφορα όργανα μέτρησης π.χ. δίπλα στο τιμόνι κάποιου οχήματος (μτφ. δ. απο τη γαλλική cadran = καντράν)
375. ενδέρμιο: γενική ονομασία για σκουλαρίκια τα οποία βρίσκονται σε διάφορα σημεία του σώματος (μτφ. δ. απο την αγγλική piercing = πίρσινγκ)
376. ένδετο: η σύνδεση τών διαδοχικών φθόγγων μιας μουσικής φράσης χωρίς μεσολάβηση κενού, χωρίς διακοπή (μτφ. δ. απο την ιταλική legato = λεγκάτο)
377. ενδοαστροσφαιρικό: (ε.φ.) επίθ. για κάτι που εκτυλίσσεται ή μετακινείται εντός ενός ηλιακού συστήματος (μτφ. δ. απο την αγγλική in-system)
378. ενδοσυναισθάνομαι: (ε.φ.) το να ταυτίζομαι συναισθηματικά μέσω τηλεπάθειας με την ψυχική κατάσταση ενός άλλου ατόμου, και να κατανοώ τη συμπεριφορά και τα κίνητρά του (μτφ. δ. απο την αγγλική grok)
379. ενδυμάντας: (ενδυ[ματι]μάντας) λουρίδα από ύφασμα ή λάστιχο για να συγκρατεί ρούχα (μτφ. δ. απο την ιταλική tirante = τιράντα)
380. ενδυματότυπο: πρότυπο ενδυμασίας (μτφ. απο τη γαλλική facon = φασόν)
381. ενδωμοσία: άτομα αλληλοϋποστηριζόμενα για επιδίωξη ιδιοτελών σκοπών (μτφ. δ. απο τη γαλλική clique = κλίκα)
382. ενεργοβόλο: όπλο που εκπέμπει ακτινοβολία ρυθμιζομένης εντάσεως (μτφ. δ. απο την αγγλική phaser = φέιζερ) (© killerbee)
383. ενεργόνιο: η προταθείσα απο τον Πλανκ φυσική μονάδα μέτρησης της ενέργειας, η Πλανκ ενέργεια (© Spiros252)
384. ενθήλιο: σκουλαρίκι το οποίο τοποθετείται στις ρώγες (μτφ. δ. απο την αγγλική nipple piercing)
385. εννιακισογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 45η byte
386. ενομφάλιο: σκουλαρίκι το οποίο τοποθετείται στον ομφαλό (μτφ. δ. απο την αγγλική belly button piercing)
387. ενόρχιο: σκουλαρίκι το οποίο τοποθετείται στους όρχεις (μτφ. δ. απο την αγγλική testicle piercing)
388. εξαβεμβικό: μη επανδρωμένο ιπτάμενο όχημα που διαθέτει έξι στροφεία (μτφ. δ. απο την αγγλική hexacopter)
389. εξαγύνοιφος: άνδρας ο οποίος συνευρίσκεται ερωτικά με έξι γυναίκες ταυτόχρονα (μτφ. δ. απο την αγγλική ffffffm lucky guy)
390. εξακισογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 36η byte
391. εξαλειχάλυσος: (έξι + λείχω + άλυσος) σεξουαλική πράξη έξι ατόμων όπου έκαστος συμμετέχων κάνει στοματικό έρωτα σε έναν άλλον, σχηματίζοντες έτσι μια κλειστή αλυσίδα (μτφ. δ. απο την αγγλική sixsome daisy chain)
392. εξαλωπή: μικρό στρογγυλό παράθυρο σε καμπίνα πλοίου (μτφ. δ. απο την ιταλική finestrino = φιλιστρίνι, φινεστρίνι)
393. εξανδροδόχος: γυναίκα η οποία συνευρίσκεται ερωτικά με έξι άνδρες ταυτόχρονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fmmmmmm lady)
394. εξανελκυστήρας: (ε.φ.) ανελκυστήρας που ανεβαίνει μέχρι εκτός βαρυτικού πεδίου ενός πλανήτη (μτφ. δ. απο την αγγλική space fountain)
395. εξαστερίτης: πλανήτης ο οποίος βρίσκεται σε τροχιά γύρω απο ένα εξαπλό αστρικό σύστημα (μτφ. δ. απο την αγγλική circumsenary planet)
396. εξοβελιστής: ηλεκτρομαγνητικός εκτοξευτής βλημάτων (μτφ. δ. απο την αγγλική railgun) (© κάποιος_Νίκος)
397. εξογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 18η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Exabyte)
398. εξωγηινισμένος: (ε.φ.) άτομο κατευθυνόμενο ή ελεγχόμενο απο εξωγήινη νοημοσύνη (μτφ. δ. απο την αγγλική pod person)
399. εξωγηϊνοποίηση: (ε.φ.) η μετατροπή κάποιου ατόμου ή κάποιου πλανήτη προς μία ευχρηστότερη για κάποιον εξωγήινο πολιτισμό μορφή
400. εξωθερμοκρασία: η προταθείσα απο τον Πλανκ φυσική μονάδα μέτρησης της θερμοκρασίας, η Πλανκ θερμοκρασία (© Spiros252)
401. εξωκρασία: η προταθείσα απο τον Πλανκ φυσική μονάδα μέτρησης της θερμοκρασίας, η Πλανκ θερμοκρασία (© Spiros252)
402. εορτόγλυκο: (γαστρονομία) γλυκό με βασικά συστατικά αλεύρι, ζάχαρη, αβγά και λάδι ή βούτυρο, συχνά με άλλα πρόσθετα όπως φρούτα, που φτιάχνεται στο φούρνο· σερβίρεται ειδικά σε γενέθλια, ονομαστικές γιορτές (μτφ. δ. απο την λατινική torta = τούρτα) (© κάποιος_Νίκος)
403. επαλληλόκρουση: η σύγκρουση πολλών οχημάτων με το ένα να προσκρούει πάνω στο άλλο (μτφ. δ. απο την ιταλική carambola = καραμπόλα) (© κάποιος_Νίκος)
404. επαναταινιάριο: μορφότυπο ανταλλαγής γραφικών (μτφ. δ. απο την αγγλική Graphics Interchange Format = gif) (© sys3x)
405. επεικονίδιο: η σύντομη επεξήγηση κάτω από εικόνα, σχέδιο ή φωτογραφία σε έντυπο (μτφ. δ. απο τη γαλλική légende = λεζάντα)
406. επένταση: μουσικός όρος και σημείο με το οποίο δηλώνεται βαθμιαία αύξηση της έντασης των ήχων κατά την εκτέλεση μουσικού κομματιού (μτφ. δ. απο την ιταλική crescendo = κρεσέντο)
407. επεντατικά: επίρρ. για την βαθμιαία αύξηση τής δύναμης τών ήχων κατα την εκτέλεση μουσικών κομματιών (μτφ. δ. απο την ιταλική crescendo = κρεσέντο)
408. επευφημιστής: άτομο που με κάποιο τρόπο πληρώνεται, για να παρίσταται σε δημόσιες εκδηλώσεις και να επευφημεί, να αποδοκιμάζει και να δημιουργεί εντυπώσεις (μτφ. δ. απο τη γαλλική claquer = κλακαδόρος)
409. επιβατοκόμιστρο: καθορισμός τιμής, διατίμηση, το κόστος διαδρομής με ταξί (μτφ. δ. απο την ιταλική tariffa = ταρίφα)
410. επιβαυβώνας: προσδεόμενο ομοίωμα πέους (μτφ. δ. απο την αγγλική strapon = στράπον)
411. επιδημιαίο: κάτι το οποίο γίνεται δημοφιλές μέσω διαδικτυακής διαμοίρασης (μτφ. δ. απο την αγγλική viral = βάιραλ)
412. επιδισκίδιο: (πληροφορική) μεταφερόμενη κάρτα μνήμης χωρίς μηχανικά μέρη για την αποθήκευση υπολογιστικών πληροφοριών (μτφ. δ. απο την αγγλική stick = στικ)
413. επίδισκο: (πληροφορική) μεταφερόμενη κάρτα μνήμης χωρίς μηχανικά μέρη για την αποθήκευση υπολογιστικών πληροφοριών (μτφ. δ. απο την αγγλική stick = στικ)
414. επιδρασκελίζω: επιταχύνω τρέχοντας στη μέγιστη δυνατή ταχύτητα (μτφ. δ. απο την αγγλική sprint = σπριντάρω)
415. επιδρασκελισμός: επιτάχυνση στη μέγιστη δυνατή ταχύτητα τρεξίματος (μτφ. δ. απο την αγγλική sprint = σπριντάρισμα)
416. επιθετήριο: πρόχειρη κατασκευή, σαν τραπέζι, που χρησιμοποιούν υπαίθριοι πωλητές για να τοποθετούν τα εμπορεύματά τους: πάγκος της λαϊκής αγοράς (μτφ. δ. απο την τουρκική tezgâh = τεζάκι)
417. επιπλανήτιος: (ε.φ.) επιθ. για κάτι που βρίσκεται εντός του πλανήτη αναφοράς (μτφ. δ. απο την αγγλική on-planet adj)
418. επιπλοκνημίδα: η κάτω οριζόντια ξύλινη λωρίδα εντοιχισμένων επίπλων (μτφ. δ. απο την ιταλική fascia = φάσια)
419. επιπλόλυχνο: φωτιστικό που τοποθετείται συνήθως πάνω σε έπιπλο (μτφ. δ. απο τη γαλλική portatif = πορτατίφ)
420. επιπτύχωτο: πλατιά πτυχωτή ταινία στο κάτω μέρος γυναικείου φορέματος ή στα άκρα μανικιού, μαξιλαριού, σεντονιού κτλ. (μτφ. δ. απο τη γαλλική falbalas = φραμπαλάς)
421. επιραβδοτοξευτής: ηλεκτρομαγνητικός εκτοξευτής βλημάτων (μτφ. δ. απο την αγγλική railgun) (© κάποιος_Νίκος)
422. επισημάτιο: επίσημο ένδυμα (επισημ[ιμ]άτιο) (μτφ. δ. απο τη γαλλική habillé = αμπιγιέ)
423. επισύγκρουση: η σύγκρουση πολλών οχημάτων με το ένα να προσκρούει πάνω στο άλλο (μτφ. δ. απο την ιταλική carambola = καραμπόλα) (© stavmanr)
424. επιτροχιοβόλο: ηλεκτρομαγνητικός εκτοξευτής βλημάτων (μτφ. δ. απο την αγγλική railgun) (© Spiros252)
425. επιτυρισμένο: φαγητό μαγειρεμένο με επικάλυψη από τριμμένο τυρί και κύβους ψωμιού ή/και από βούτυρο (μτφ. δ. απο τη γαλλική au gratin = ογκρατέν)
426. εποχίσκη: μικρή χρονική περίοδος κατά την οποία συμβαίνει κάτι (μτφ. δ. απο τη γαλλική saison = σεζόν)
427. επτακισογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 39η byte
428. επτογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 21η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Zettabyte)
429. εργασιαμοιβή: τρόπος ανάθεσης υπεργολαβίας, όπου ο υπεργολάβος πληρώνεται μόνο για την εργασία, ενώ τα υλικά παραγγέλνονται και πληρώνονται απευθείας από τον εργοδότη (μτφ. δ. απο την ιταλική fattura = φατούρα)
430. εργατοειδές: αυτόματη συσκευή που λειτουργεί με αυτοματισμό ή τηλεχειρισμό και υποκαθιστά τον άνθρωπο σε διάφορες εργασίες (βιομηχανικές, επιστημονικές, κοπιαστικές, επικίνδυνες κ.λπ.). Συνήθως, έχει τη μορφή ανθρώπου, ζώου ή ανθρωποειδούς, σχήμα βραχίονα ή μηχανικής συσκευής (μτφ. δ. απο την τσέχικη robot = ρομπότ) (© Εσχατόγερος)
431. ερεβοσφαίριο: το ημισφαίριο ενός πλανήτη με σύγχρονη περιστροφή που είναι πάντα αντεστραμμένο απο το άστρο (μτφ. δ. απο την αγγλική nightside) (© Spiros252)
432. ερευνιστία: η διαδικτυακή αναζήτηση πληροφοριών μέσω του Google ή άλλης μηχανής αναζήτησης (μτφ. δ. απο την αγγλική googling = γκουγκλίζω)
433. ερευνιστώ: αναζητώ πληροφορίες για κάτι στο διαδίκτυο χρησιμοποιώντας το Google ή άλλη μηχανή αναζήτησης (μτφ. δ. απο την αγγλική googling = γκουγκλίζω)
434. εριοπαδός: (ε.φ.) (έρι- + οπαδός) φανατικός οπαδός της επιστημονικής φαντασίας (μτφ. δ. απο την αγγλική trufan)
435. ερισυνειδητότητα: (ε.φ.) μια ανώτερη άύλη συνειδητότητα συγκροτούμενη απο πολλές άλλες: (μτφ. δ. απο την αγγλική overmind)
436. ερμηνευτηγός: αυτός που αναλαμβάνει την παρουσίαση και προβολή κάποιου καλλιτέχνη και τού έργου του (μτφ. δ. απο την ιταλική impresario = ιμπρεσάριος)
437. ερπαεριθύνωπο: μη επανδρωμένο ερπυστριοφόρο όχημα το οποίο μπορεί και να ίπταται (μτφ. δ. απο την αγγλική tank copter drone)
438. ερπιθύνωπο: μη επανδρωμένο ερπυστριοφόρο όχημα (μτφ. δ. απο την αγγλική unmanned ground vehicle)
439. ερυθρόμηλο: κοινή ονομασία μιας παραλλαγής τής πορτοκαλιάς η οποία χαρακτηρίζεται από την εύχυμη και εν μέρει ή εξ ολοκλήρου αιματόχροη σάρκα τού καρπού της (μτφ. δ. απο τη γαλλική sanguigni = σαγκουίνι)
440. εσθιοκομιστής: υπάλληλος εστιατορίου, καφενείου, ζαχαροπλαστείου (μτφ. δ. απο την ιταλική servitore = σερβιτόρα/ισσα/ος) (© killerbee)
441. εσχάρυφο: είδος ανθεκτικού υφάσματος, η επιφάνεια τού οποίου σχηματίζει ανάγλυφες ραβδώσεις, μικρού ή μεγαλύτερου πλάτους, που διαμορφώνονται με κούρεμα τού πέλους (μτφ. δ. απο τη γαλλική côtelé = κοτλέ)
442. ετερηλιακό: (ε.φ.) κάτι που ανήκει σε διαφορετικό ηλιακό σύστημα (μτφ. δ. απο την αγγλική outsystem)
443. ευδριμύς: αυτός που έχει ευχάριστα δριμεία γεύση (μτφ. δ. απο την ιταλική piccante = πικάντικος)
444. ευημερινός: η οριογραμμή νύχτας και ημέρας σε έναν πλανήτη (μτφ. δ. απο την αγγλική solar terminator) (© Spiros252)
445. ευηνεμώνας: ανοιχτό, χωρίς οροφή ή με πτυσσόμενη οροφή αυτοκίνητο (μτφ. δ. απο τη γαλλική cabriolet = καμπριολέ)
446. ευθυμοδόλωμα: ενέργεια με σκοπό την παραπλάνηση των άλλων για πλάκα ή για άλλους λόγους, η παραπλάνηση για τη γελοιοποίηση κάποιου, το κάπως χοντρό αστείο που έχει συνέπειες ή αναστατώνει (μτφ. δ. απο την ιταλική farsa = φάρσα)
447. ευρυαμφίσκη: μπλούζα φαρδιά που καταλήγει στους γοφούς ή στη μέση καταλήγοντας σε ζωνάρι ή κορδόνι (μτφ. δ. απο τη γαλλική blouson = μπλουζόν)
448. ευστροφολώπιο: έξυπνο ρούχο (μτφ. δ. απο την αγγλική smart clothe)
449. ευστρόφωνο: έξυπνο κινητό τηλέφωνο (μτφ. δ. απο την αγγλική smartphone = σμαρτφόουν)
450. ευτοπίοπτρο: (ευ + τόπος + ὁρῶ) γυαλιά εικονικής πραγματικότητας (μτφ. δ. απο τις αγγλικές Oculus Rift & HoloLens)
451. ευτόπτρα: (ευ + τόπος + ὁρῶ) γυαλιά εικονικής πραγματικότητας (μτφ. δ. απο τις αγγλικές Oculus Rift & HoloLens)
452. ευφθογγισμός: τρόπος ομαλής και ευδιάκριτης μεταβάσεως από φθόγγο σε φθόγγο στη μουσική (μτφ. δ. απο την ιταλική portamento = πορταμέντο)
453. εφευροκεντρικό: είδος μυθιστορημάτων επιστημονικής φαντασίας των οποίων η πλοκή περιστρέφεται γύρω απο μία συγκεκριμένη τεχνολογική εφεύρεση (μτφ. δ. απο την αγγλική gadget)
454. εφιέρμαιος: (ε.φ.) κάτοικος του πλανήτη Ερμή (μτφ. δ. απο την αγγλική mercurian)
455. εφοπαδισμός: (ε.φ.) ο φανατισμός για την επιστημονική φαντασία (μτφ. δ. απο την αγγλική fannishness)
456. εφοπαδός: (ε.φ.) οπαδός της επιστημονικής φαντασίας (μτφ. δ. απο την αγγλική fanning)
457. ζαβολιαρέλικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
458. ζαβολιαροβέμβικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
459. ζαβολιαρόδανο: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
460. ζαβολιαρόσβιγα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
461. ζαβολιαρόσβουρα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
462. ζαβολιαροστρόφιγγας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
463. ζαχαρώπωρα: καρποί βρασμένοι μέσα σε αραιό διάλυμα ζάχαρης (μτφ. δ. απο την ιταλική composta = κομπόστα)
464. ζίγγος: μη επανδρωμένο ιπτάμενο όχημα (σημ. δ. απο την αγγλική drone) (© Sophistes)
465. ζωηροκόριτσο: μικρό και ζωηρό κορίτσι (μτφ. δ. απο την ιταλική piccirillo = πιτσιρίκα)
466. ζωμόδειπνο: μεταμεσονύκτιο δείπνο στο οποίο σερβίρονται κρύα φαγητά (μτφ. δ. απο τη γαλλική souper = σουπέ)
467. ζωμοκύλικας: πιατέλα για το σερβίρισμα της σούπας (μτφ. δ. απο την ιταλική zuppiera = σουπιέρα)
468. ηδύθρυπτο: τραγανό γλύκισμα με αλεύρι, αβγά και ζάχαρη, κομμένο σε κομματάκια και καλοψημένο σε φούρνο (μτφ. δ. απο την ιταλική biscotto = μπισκότο)
469. ηλεκτροσανίδα: ηλεκτροκινούμενη τροχοσανίδα δύο παραλλήλως περιστρεφομένων τροχών (μτφ. δ. απο την αγγλική e-Board)
470. ηλιάρμενο: διαστημόπλοιο με ηλιακά πανιά (μτφ. δ. απο την αγγλική solar sail)
471. ηλιομοιότυπο: (ε.φ.) άστρο το οποίο έχει ακριβώς τα χαρακτηριστικά του ηλίου (μτφ. δ. απο την αγγλική sol-type)
472. ηλιοσφαιραπός: (ε.φ.) κάτοικος του ηλιακού συστήματος της Γης (μτφ. δ. απο την αγγλική solarian)
473. ηλίστιο: διαστημόπλοιο με ηλιακά πανιά (μτφ. δ. απο την αγγλική solar sail) (© Spiros252)
474. ημισελήναρτος: σφολιατοειδές αρτοσκέυασμα σε σχήμα μισοφέγγαρου (μτφ. δ. απο τη γαλλική croissant = κρουασάν)
475. ησυχόφθογγα: μουσικός όρος για τρόπο εκτέλεσης με πολύ αδύνατη ένταση (μτφ. δ. απο την ιταλική pianissimo = πιανίσιμο)
476. ηχελάττωση: προοδευτική μείωση της έντασης του ήχου σε μουσική σύνθεση (μτφ. δ. απο την ιταλική decrescendo = ντεκρεσέντο)
477. θαλαμεριστής: συρόμενη ή αναδιπλούμενη κατασκευή ή κουρτίνα, η οποία κλείνοντας απομονώνει έναν χώρο, πχ σε δοκιμαστήρια καταστημάτων ρούχων, εκλογικά τμήματα κλπ. (μτφ. δ. απο τη γαλλική paravent = παραβάν)
478. θαλαμολογράφος: (ε.φ) αίθουσα, δωμάτιο ή καμπίνα διαστημοπλοίου στην οποία σχηματίζονται ολογράμματα και μεταφέρουν τον επισκέπτη της σε μια εικονική πραγματικότητα (μτφ. δ. απο την αγγλική holotank)
479. θαμπολύχνιο: απλή κατασκευή από αδιαφανές γυαλί, πορσελάνη, πλαστικό, μέταλλο, χαρτί ή άλλο υλικό, που προσαρμόζεται σε φορητή συνήθως επιτραπέζια λάμπα, ώστε να συγκεντρώνει το φως σε μια κατεύθυνση, συνήθως προς τα κάτω (μτφ. δ. απο τη γαλλική abat‐jour = αμπαζούρ)
480. θεαθέλκτης: (θεατής + ἓλκτης) αυτό που προσελκύει την προσοχή των θεατών ή επισκεπτών (μτφ. δ. απο τη γαλλική attraction = ατραξιόν)
481. θεατροσυρροή: συρροή κόσμου σε θέατρο, συναυλία κτλ. (μτφ. δ. απο την ιταλική piena = πιένα)
482. θεματοδιοχλεύς: αυτός που τρολάρει (μτφ. δ. απο την αγγλική troll = τρολ) (© stavmanr)
483. θεματοδιόχληση: το να χρησιμοποιεί κάποιος πονηρά προκλητικές, σκόπιμα ανόητες ή επιτηδευμένα εκτός θέματος θέσεις και απόψεις σε μία διαδικτυακή συζήτηση με πρόθεση να προκαλέσει και να ερεθίσει άλλους συμμετέχοντες ή να επιφέρει διαταραχή σε μια διαδικτυακή συζήτηση για οποιοδήποτε θέμα και να πετύχει μια αλυσίδα αντιδράσεων από άλλους χρήστες (μτφ. δ. απο την αγγλική trolling = τρολάρισμα) (© stavmanr)
484. θερμαγχονισμός: διαδικασία κατα την οποία ο επεξεργαστής ενός υπολογιστή αρχίζει αυτόματα να μειώνει τη συχνότητά του, προκειμένου να προστατευθεί από την υπερθέρμανση (μτφ. δ. απο την αγγλική thermal throttling)
485. θερμαυτορρύθμιση: διαδικασία κατα την οποία ο επεξεργαστής ενός υπολογιστή αρχίζει αυτόματα να μειώνει τη συχνότητά του, προκειμένου να προστατευθεί από την υπερθέρμανση (μτφ. δ. απο την αγγλική thermal throttling) (© Spiros252)
486. θερμαυτοταλάντωση: διαδικασία κατα την οποία ο επεξεργαστής ενός υπολογιστή αρχίζει αυτόματα να μειώνει τη συχνότητά του, προκειμένου να προστατευθεί από την υπερθέρμανση (μτφ. δ. απο την αγγλική thermal throttling) (© Spiros252)
487. θερμαυτοχρονισμός: διαδικασία κατα την οποία ο επεξεργαστής ενός υπολογιστή αρχίζει αυτόματα να μειώνει τη συχνότητά του, προκειμένου να προστατευθεί από την υπερθέρμανση (μτφ. δ. απο την αγγλική thermal throttling) (© Spiros252)
488. θερμοκύνιον: σάντουιτς με βραστό ή ψητό λουκάνικο (μτφ. δ. απο την αγγλική hot dog = χοτ ντογκ) (© stavmanr)
489. θερμοπνοϊκό: ηλεκτρική μικροσυσκευή για το στέγνωμα τών μαλλιών (μτφ. δ. απο τη γαλλική sechoir = σεσουάρ) (© κάποιος_Νίκος)
490. θηλάρβυλο: χαμηλή μπότα, που καλύπτει το πόδι ώς ή λίγο πάνω από τους αστραγάλους (μτφ. δ. απο την ιταλική bottine = μποτίνι)
491. θηράρτυμα: είδος φαγητού απο κρέας κυνηγιού χωρίς κρεμμύδι (μτφ. δ .απο τη γαλλική salmis = σαλμί)
492. θιασαρωγός: επιχειρηματίας θεατρικών παραστάσεων και άλλων καλλιτεχνικών εκδηλώσεων (μτφ. δ. απο την ιταλική impresario = ιμπρεσάριος)
493. θλιψομασαμπούκες: πάχος που αποκτάται μετά απο καταθλιπτική βουλιμία (μτφ. δ. απο τη γερμανική kummerspeck) (© fagano)
494. θρηνοβροχθίζω: το να τρώω λαίμαργα για να αντιμετωπίσω κάποια στεναχώρια (μτφ. δ. απο τη γερμανική kummerfressen)
495. θριχεύωδο: είδος ρευστής μπριγιαντίνης από παραφινέλαιο με άρωμα (μτφ. δ. απο τη γαλλική brillole = μπριγιόλ)
496. θροΐσκος: μη επανδρωμένο ιπτάμενο όχημα (σημ. δ. απο την αγγλική drone) (© Sophistes)
497. θρόμβοδος: ακινητοποίηση αυτοκινήτων λόγω κυκλοφοριακής συμφόρησης (μτφ. δ. απο τη γαλλική embouteillage = μποτιλιάρισμα)
498. θρον: μη επανδρωμένο ιπτάμενο όχημα (μτφ. δ. απο την αγγλική drone) (© Spiros252)
499. θωρακίδα: κοντό γυναικείο ρούχο με μανίκια που καλύπτει τους ώμους, την πλάτη και μικρό μέρος του θώρακα μπροστά (μτφ. δ. απο τη γαλλική boléro = μπολερό)
500. θωρακοπτυχή: το μπροστινό τμήμα του γιακά ενός σακακιού, παλτού, πουκαμίσου, φορέματος, το οποίο αναδιπλώνεται πάνω στο θώρακα (μτφ. δ. απο την ιταλική petto = πέτο)
501. ιαματοδισκίο: φαρμακευτικό δισκίο (μτφ. δ. απο την ιταλική pastiglia = παστίλια)
502. ιαματονανίδες: μικροσκοπικά ρομπότ που χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς σκοπούς (μτφ. δ. απο την αγγλική medical nanites)
503. ιδεόταση: μέλη ενός κόμματος που συγκροτούν δική τους, χωριστή ομάδα, με γραμμή διάφορη ή και αντίθετη προς τη γραμμή που ακολουθεί η οργάνωσή τους ή, γενικότερα, η ηγεσία τού κόμματος (μτφ. δ. απο τη γαλλική faction = φράξια)
504. ιδεοτασισμός: η δράση μιας ομάδας που έχει συγκροτήσει φράξια, η συμπεριφορά που μοιάζει ή όντως προέρχεται από σχηματισμο φράξιας (μτφ. δ. απο τη γαλλική fractionnisme = φραξιονισμός)
505. ιδιαλσολασιλαρότητα: (ιδίος + άλσος + ελαύνω + ιλαρότητα) συναίσθημα μοναχικής γαλήνης μέσα στο δάσος (μτφ. δ. απο τη γερμανική waldeinsamkeit)
506. ιδιαναζήτηση: διαδικτυακή αναζήτηση κάποιου με λέξη κλειδί το ίδιο του το όνομα (μτφ. δ. απο την αγγλική egoscan)
507. ιδιεκπομπή: αποστολή πλαισίων μετάδοσης δεδομένων από ένα αποστολέα σε ένα και μόνο παραλήπτη δικτύου (μτφ. δ. απο την αγγλική unicast)
508. ιδιεκτελεστής: μουσικός που εκτελεί μουσικό κομμάτι μόνος του (μτφ. δ. απο την ιταλική solista = σολίστ[ας])
509. ιδιερμήνευτο: μουσικό κομμάτι για εκτέλεση από ένα μόνο άτομο (μτφ. δ. απο την ιταλική solo = σόλο)
510. ιδιοθερμοχρονισμός: διαδικασία κατα την οποία ο επεξεργαστής ενός υπολογιστή αρχίζει αυτόματα να μειώνει τη συχνότητά του, προκειμένου να προστατευθεί από την υπερθέρμανση (μτφ. δ. απο την αγγλική thermal throttling) (© Spiros252)
511. ιδωρροή: δημιούργημα κινούμενων εικόνων με ήχο, βιντεοσκοπημένο σε μαγνητική ή ψηφιακή ταινία ή άλλο μέσο (μτφ. δ. απο την αγγλική video = βίντεο)
512. ιδωρροολήπτης: συσκευή λήψης και εγγραφής κινούμενων εικόνων (μτφ. δ. απο την ιταλική camera = κάμερα)
513. ιθύνωπο: (ιθύνον + ὤψ): αυτόματη συσκευή που λειτουργεί με αυτοματισμό ή τηλεχειρισμό και υποκαθιστά τον άνθρωπο σε διάφορες εργασίες (βιομηχανικές, επιστημονικές, κοπιαστικές, επικίνδυνες κ.λπ.). Συνήθως, έχει τη μορφή ανθρώπου, ζώου ή ανθρωποειδούς, σχήμα βραχίονα ή μηχανικής συσκευής (μτφ. δ. απο την τσέχικη robot = ρομπότ)
514. ικρίσκος: έπιπλο με οριζόντια ή και μερικά κάθετα χωρίσματα για τοποθέτηση διαφόρων αντικειμένων, που χρησιμοποιείται μερικές φορές και ως βιβλιοθήκη (μτφ. δ. απο τη γαλλική étagère = εταζέρα)
515. ικριωματίδιο: σανίδα στερεωμένη οριζόντια σε τοίχο, ντουλάπι, βιβλιοθήκη ή άλλο σκεύος για την τοποθέτηση τροφίμων, εμπορευμάτων, βιβλίων κ.λπ. επάνω της (μτφ. δ. απο την τουρκική raf = ράφι)
516. ιλαρειδύλλιο: ρομαντική κωμωδία (μτφ. δ. απο την αγγλική romantic comedy)
517. ιματιορθώνω: διορθώνω με κλωστή τριμμένα ρούχα, μαντάρω (μτφ. δ. απο την ιταλική carico = καρικώνω)
518. ινιδιοποιός: (ε.φ.) μηχανή η οποία μπορεί να κατασκευάσει οποιοδήποτε υλικό (μτφ. δ. απο την αγγλική Santa Claus machine)
519. ιππαγχόνη: μακρύ σχοινί ή δερμάτινο λουρί με θηλειά στο ένα άκρο του, το οποίο χρησιμεύει για τη σύλληψη καταδιωκόμενων ζώων ή ανθρώπων (μτφ. δ. απο την ισπανική lazo = λάσο)
520. ιπποτόπαλτο: σακάκι ιππασίας ή επίσημο ανδρικό ένδυμα του οποίου το κόψιμο θυμίζει σακάκι ιππασίας (μτφ. δ. απο την αγγλική riding coat = ρεντινγκότα)
521. ισαλόζωνη: η ζώνη της ισάλου των πλοίων που χρωματίζεται συνηθέστερα κόκκινη, μπλε, άσπρη ή μαύρη (μτφ. δ. απο την ιταλική fascia = φάσια)
522. ισθομιλία: ηλεκτρονική συνομιλία (μτφ. δ. απο την αγγλική chat = τσατ)
523. ισθομιλουμένη: το γλωσσικό ιδίωμα των διαδικτυακών συνομιλιών (μτφ. δ. απο την αγγλική chat slang)
524. ισθομιλώ: συνομιλώ ηλεκτρονικά (μτφ. δ. απο την αγγλική chatting = τσάτινγκ)
525. ιστιδίωμα: το γλωσσικό ιδίωμα των διαδικτυακών συνομιλιών (μτφ. δ. απο την αγγλική chat slang)
526. ιστιορρίπτω: λύνω τα σχοινιά τών ιστίων και τά αφήνω να πέσουν για να σταματήσω το ιστιοφόρο (μτφ. δ. απο την ιταλική calare = καλάρω)
527. ιστόκωνος: κωνικό δίχτυ αλιευτικό που σέρνεται από βάρκα (μτφ. δ. απο την ιταλική tratta = τράτα)
528. ιστορρίπτω: ρίχνω τα δίχτυα στη θάλασσα για ψάρεμα (μτφ. δ. απο την ιταλική calare = καλάρω)
529. ιστοτανυστής: σκοινί που τεντώνει τα πανιά του πλοίου (μτφ. δ. απο την ιταλική scotta = σκότα)
530. ιστωλετήρας: αυτός που παραβιάζει κακοβούλως την ακεραιότητα συστήματος υπολογιστών και καταστρέφει σημαντικά δεδομένα (μτφ. δ. απο την αγγλική cracker = κράκερ)
531. ιστωλλύω: παραβιάζω κακοβούλως την ακεραιότητα συστήματος υπολογιστών και καταστρέφω σημαντικά δεδομένα (μτφ. δ. απο την αγγλική cracking)
532. ιστώρυξη: το να αποκτώ πρόσβαση και να εισβάλλω σε υπολογιστικά συστήματα αναδεικνύοντας έτσι τα κενά των λογισμικών (μτφ. δ. απο την αγγλική hacking)
533. ιστωρύχος: κάποιος που αποκτά πρόσβαση και εισβάλλει σε υπολογιστικά συστήματα αναδεικνύοντας έτσι τα κενά των λογισμικών (μτφ. δ. απο την αγγλική hacker = χάκερ)
534. ιχνόσφαιρα: συσκευή που συνδέεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και διευκολύνει την επιλογή και την πλοήγηση επί της οθόνης, το ποντίκι (μτφ. δ. απο την αγγλική mouse) (© Nostalgia)
535. ιχνωθονηγός: συσκευή που συνδέεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και διευκολύνει την επιλογή και την πλοήγηση επί της οθόνης, το ποντίκι (μτφ. δ. απο την αγγλική mouse)
536. καθετεκγλύφανο: κάθετη φρέζα, (μτφ. δ. απο την αγγλική router = ρούτερ)
537. καινοφανηγώ: το να χρησιμοποιώ τεχνητά μέσα ώστε να προκαλέσω έκρηξη καινοφανούς αστέρα (μτφ. δ. απο την αγγλική nova)
538. καινωθώ: παρουσιάζω κάτι για πρώτη φορά, θέτω σε κυκλοφορία, διαδίδω, προβάλλω (μτφ. δ. απο τη γαλλική lancer = λανσάρω)
539. κακουργιοκρατίδιο: κράτος παρίας (μτφ. δ. απο την αγγλική rogue state)
540. καλικαντζάρισμα: το να χρησιμοποιεί κάποιος πονηρά προκλητικές, σκόπιμα ανόητες ή επιτηδευμένα εκτός θέματος θέσεις και απόψεις σε μία διαδικτυακή συζήτηση με πρόθεση να προκαλέσει και να ερεθίσει άλλους συμμετέχοντες ή να επιφέρει διαταραχή σε μια διαδικτυακή συζήτηση για οποιοδήποτε θέμα και να πετύχει μια αλυσίδα αντιδράσεων από άλλους χρήστες (μτφ. δ. απο την αγγλική trolling = τρολάρισμα) (© Τζακ Πάλανς)
541. καλικαντζαριστής: αυτός που τρολάρει (μτφ. δ. απο την αγγλική troll = τρολ) (© Τζακ Πάλανς)
542. καλλιεύσωμη: πληθωρική γυναίκα (μτφ. δ. απο την ιταλική tartana = νταρντάνα)
543. καλλιτεχνοπανήγυρις: σειρά από καλλιτεχνικές εκδηλώσεις πανηγυρικού ή ενίοτε διαγωνιστικού χαρακτήρα που οργανώνονται κάθε χρόνο στους ίδιους χώρους και κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (μτφ. δ. απο τη γαλλική festival = φεστιβάλ)
544. καλλωμοίωμα: οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως δείγμα για να δημιουργηθεί κάτι καινούργιο (μτφ. δ. απο την ιταλική modello = μοντέλο)
545. καλυκόφυλλο: κάθε μικρό φύλλο απ' αυτά που περιβάλλουν τον κάλυκα του άνθους (μτφ. δ. απο τη γαλλική sépale = σέπαλο)
546. καλύφθυλα: καλύπτω + ὓλη (ξύλο) σανίδες ξύλου ή πλαστικού που χρησιμοποιούνται για επένδυση τοίχου ή οροφής (μτφ. δ. απο τη γαλλική raboté, μτχ. του ρ. raboter [= πλανίζω] = ραμποτέ)
547. καλωδιόμιτος: καλώδιο μεγάλου μήκους που χρησιμεύει για τη σύνδεση κινητών ηλεκτρικών μηχανών και συσκευών με την ηλεκτρική πηγή (μτφ. δ. απο τη γαλλική baladeuse = μπαλαντέζα)
548. κανάβυφο: χοντρό ύφασμα, φτιαγμένο από ίνες κάνναβης (καθώς και λιναριού, βαμβακιού κ.ά.), με το οποίο παρασκευάζονται σακιά, πανιά κ.ά. (μτφ. δ. απο την ιταλική canavaccio = κανναβάτσο)
549. καροβόμβυκας: υφασμάτινο κάλυμμα του κεφαλιού (μτφ. δ. απο την ιταλική scuffia = σκούφια)
550. καρφιτσοδέτης: είδος καρφίτσας ασφαλείας (μτφ. δ. απο την ιταλική paramano = παραμάνα)
551. καρφιτσωτής: μικρό καρφί με πλατύ κεφάλι που χρησιμοποιείται για να καρφιτσωθούν ανακοινώσεις, σημειώσεις, φωτογραφίες κλπ. σε πίνακα (μτφ. δ. απο τη γαλλική punaise = πινέζα)
552. κασιγνηταδελφοικία: (κασίγνητος [ομοπάτριος] + αδελφός + οίκος) οικογένεια της οποίας τα παιδιά μπορεί να προέρχονται και απο πρώην συντρόφους (μτφ. δ. απο την αγγλική patchwork family)
553. καταδεικτήρας: συσκευή που συνδέεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και διευκολύνει την επιλογή και την πλοήγηση επί της οθόνης, το ποντίκι (μτφ. δ. απο την αγγλική mouse) (© Ανδριανός)
554. καταπυγμίζω: βάζω την πυγμή στη σωματική οπή κάποιου (μτφ. δ. απο την αγγλική fisting)
555. καταπυγμισμός: ερωτική πρακτική κατα την οποία η γροθιά διεισδύει εντός του πρωκτού ή του αιδοίου [κατα το καταδακτυλισμός = βάζω δάκτυλο] (μτφ. δ. απο την αγγλική fisting)
556. κατεμμαστισμός: ερωτική πράξη κατα την οποία το πέος τρίβεται ανάμεσα απο τους μαστούς (μτφ. δ. απο την αγγλική titjob)
557. κατόπτρωθεν: από μπροστά, η μπροστινή όψη του προσώπου (μτφ. δ. απο τη γαλική en face = ανφάς)
558. κατωφλίασμα: ερωτικό άσμα που τραγουδιέται, συνήθως, το βράδυ κάτω από το παράθυρο αγαπημένης γυναίκας (μτφ. δ. απο την ιταλική serenata = σερενάτα)
559. καυσιμοδόχος: δοχείο που χρησιμοποιείται για την αποθήκευση καυσίμου (μτφ. δ. απο την ιταλική deposito = ντεπόζιτο)
560. καυσόπλινθος: πλίνθος που δημιουργείται κατά τη διάρκεια του διαχείρισης λεπτομερών υλικών καυσίμων (μτφ. δ. απο τη γαλλική briquette = μπρικέτα)
561. κένθυφο: ύφασμα περίτεχνα κεντημ΄ςενο με βαμβακερή κλωστή (μτφ. δ. απο τη γαλλική broderie = μπροντερί)
562. κενοφάντης: κάποιος που αποκτά πρόσβαση και εισβάλλει σε υπολογιστικά συστήματα αναδεικνύοντας έτσι τα κενά των λογισμικών (μτφ. δ. απο την αγγλική hacker = χάκερ)
563. κενοφαντία: το να αποκτώ πρόσβαση και να εισβάλλω σε υπολογιστικά συστήματα αναδεικνύοντας έτσι τα κενά των λογισμικών (μτφ. δ. απο την αγγλική hacking)
564. κερατιοπαίκτης: μουσικός που παίζει κορνέτα (μτφ. δ. απο την ιταλική cornettista = κορνετίστας)
565. κερδοκατακράτημα: (σε τυχερά παιχνίδια) ποσοστό που καταβάλλει αυτός που κερδίζει στη λέσχη (μτφ. δ. απο τη γαλλική cagnotte = γκανιότα)
566. κερκιδίσκη: μακρύ ξύλινο ή μεταλλικό κάθισμα σε δημόσιους χώρους (μτφ. δ. απο την ιταλική banco = πάγκος)
567. κερματοκύλινδρος: στήλη από μεταλλικά κέρματα περιτυλιγμένα σε χαρτί (μτφ. δ. απο την ιταλική scaramuccia = σκαρμούτσο)
568. κεφαλοιφή: (κεφαλή + αλοιφή) είδος λιπαρού καλλυντικού σε παχύρρευστη κατάσταση, που χρησιμοποιείται ως καλλωπιστικό για να προσδώσει στα μαλλιά στιλπνότητα και να συγκρατεί το χτένισμα (μτφ. δ. απο τη γαλλική brillantine = μπριγιαντίνη)
569. κεφαλονίτρασμα: αρωματισμένο υγρό παρασκεύασμα για τον καθαρισμό τού τριχωτού τής κεφαλής (μτφ .δ. απο την αγγλική shampooing = σαμπουάν) (© κάποιος_Νίκος)
570. κηρηθρόψητο: είδος γλυκίσματος το οποίο ψήνεται ανάμεσα απο δύο μεταλλικές πλάκες (μτφ. δ. απο τη γαλλική gaufrette = γκοφρέτα)
571. κηφηνόπλανο: μη επανδρωμένο ιπτάμενο όχημα (μτφ. δ. απο την αγγλική drone) (© κάποιος_Νίκος)
572. κηφηνόπτερο: μη επανδρωμένο ιπτάμενο όχημα (μτφ. δ. απο την αγγλική drone) (© κάποιος_Νίκος)
573. κιβώθυλο: (κιβώτιο + ὕλη) κιβώτιο, συνήθως ξύλινο και επίμηκες, στο οποίο φυλάγονται διάφορα πράγματα (μτφ. δ. απο την ιταλική cassela = κασέλα)
574. κινδυνοσωσίας: ακροβάτης που αντικαθιστά (ντουμπλάρει) έναν ηθοποιό σε επικίνδυνες σκηνές μιας ταινίας (μτφ. δ. απο τη γαλλική cascadeur = κασκαντέρ)
575. κλαγγητήρας: ηχητικό όργανο το οποίο υπάρχει στ' αυτοκίνητα και ο οδηγός του το χρησιμοποιεί για να προειδοποιεί τους οδηγούς των άλλων αυτοκινήτων (μτφ. δ. απο την ιταλική corna = κόρνα)
576. κλαγγητηρίζω: χρησιμοποιώ την κόρνα του αυτοκινήτου (μτφ. δ. απο την ιταλική cornare = κορνάρω)
577. κλειθροδοκός: επιμηκές κυλινδρικό αντικείμενο που ασφαλίζει εισόδους π.χ. χώρων σταύθμεσης ή σιδηροδρομικών διαβάσεων (μτφ. δ. απο την ιταλική barra = μπάρα)
578. κλειθροκυτίο: κινητή κλειδαριά (μτφ. δ. απο την ιταλική lucchetto = λουκέτο)
579. κλεψυδρωτής: πλατύς ελαστικός ζωστήρας που περιβάλλει στενά τη μέση, την κοιλιά ή και μέρος τού θώρακα και φοριέται για λόγους κομψότητας ή υγείας (μτφ. δ. απο τη γαλλική corset = κορσές)
580. κλινοθάλαμος: μικρό δωμάτιο με κρεβάτια σε πλοίο (μτφ. δ. απο την ιταλική cabina = καμπίνα)
581. κοβαλόκρατος: κράτος παρίας (μτφ. δ. απο την αγγλική rogue state) (© κάποιος_Νίκος)
582. κοινοτυπολογία: μια βεβαίωση, κατάφαση, μια ταυτολογία ή βλακώδη σκέψη με την οποία εκφράζεται κάτι προφανές, μια κοινοτοπία, που όμως συνήθως εντυπωσιάζει και χωρίς απαραίτητα να την καταλαβαίνει κάποιος (μτφ. δ. απο τη γαλλική lapalissade = λαπαλισμός κύρ. όν. La Palice, ήρωας ενός τραγουδιού του οποίου οι στίχοι ήταν γεμάτοι με αφελείς κοινοτοπίες· π.χ. ένα τέταρτο πριν πεθάνει, ήταν ακόμη στη ζωή)
583. κομβολαίμιο: ελαφρό μακρόστενο μαντίλι τού λαιμού, συνήθως μεταξωτό (μτφ. δ. απο τη γαλλική foulard = φουλάρι)
584. κομετώπη: κόμη + μέτωπο > κομομετώπη, κοντό ή μακρύ τσουλούφι μαλλιών, τούφα, που πέφτει στο μέτωπο (μτφ. δ. απο την ιταλική frangia = φράντζα)
585. κομηνεμιστής: ηλεκτρική μικροσυσκευή για το στέγνωμα τών μαλλιών (μτφ. δ. απο τη γαλλική séchoir = σεσουάρ)
586. κομιστροδείκτης: τύπος χιλιομετρικού μετρητή ο οποίος καταγράφει τα διανυθέντα χιλιόμετρα και το αντίτιμο τής διαδρομής ενός ταξί (μτφ. δ. απο τη γαλλική taxim = ταξίμετρο)
587. κομοσάπωνας: αρωματισμένο υγρό παρασκεύασμα για τον καθαρισμό τού τριχωτού τής κεφαλής (μτφ .δ. απο την αγγλική shampooing = σαμπουάν)
588. κομοστάτης: καλλυντικό για τα μαλλιά το οποίο ψεκάζεται πάνω στην κόμμωση και εξατμιζόμενο τήν περιβάλλει με ένα λεπτό επικάλυμμα από πολυμερή, το οποίο τή συγκρατεί (μτφ. δ. απο τη γαλλική laque = λακ)
589. κονιδομερίδα: ποσότητα κονιοποιημένης ουσίας που παίρνεται με τον αντίχειρα και τον δείκτη (μτφ. δ. απο την ιταλική presa = πρέζα)
590. κορμίδα: πλεκτό εσώρουχο, μάλλινο ή βαμβακερό, που φοριέται κατάσαρκα στο επάνω μέρος τού σώματος (μτφ. δ. απο την ιταλική flanella = φανέλα)
591. κορυνοκέλευθος: άθλημα στο οποίο οι παίκτες προσπαθούν να κερδίσουν πόντους ρίχνοντας μια μπάλα μπόουλινγκ σε μία επίπεδη επιφάνεια, προκειμένου να ρίξουν κάτω αντικείμενα που ονομάζονται κορίνες (μτφ. δ. απο την αγγλική bowling = μπόουλινγκ)
592. κορφενάκη: (κορφή [κεφαλής] + φενάκη [περούκα] > κορφοφενάκη) περούκα που καλύπτει την φαλάκρα (μτφ. δ. απο τη γαλλική toupet = τουπέ)
593. κοσμοδρομώ: (ε.φ.) το να μετακινούμαι στο διάστημα (μτφ. δ. απο την αγγλική space)
594. κοσμοθαλαμηγός: (ε.φ.) πολυτελές διαστημόπλοιο (μτφ. δ. απο την αγγλική space yacht)
595. κοσμόλεμβος: διασωστική λέμβος διαστημοπλοίου (μτφ. δ. απο την αγγλική escape pod)
596. κοσμοναυπηγείο: (ε.φ.) ναυπηγείο διαστημοπλοίων (μτφ. δ. απο την αγγλική spaceyard)
597. κουκκιδώδες: διακοσμητικό σχέδιο με βούλες υφασμάτων ή επιφανειών (μτφ. δ. απο τη γαλλική pois [αρακάς] = πουά)
598. κραδασμειωτής: κραδασμός + μειωτής (μηχανολογία) εξάρτημα μηχανοκίνητων οχημάτων χάρη στο οποίο αποσβένονται οι ταλαντώσεις των ελατηρίων και ελαττώνονται οι κραδασμοί, εξασφαλίζοντας έτσι τη σταθερότητα του οχήματος (μτφ. δ. απο τη γαλλική amortisseur = αμορτισέρ)
599. κραιφνάλλομαι: (κραιπνός [σβέλτος] + ἅλλομαι): επιταχύνω τρέχοντας στη μέγιστη δυνατή ταχύτητα (μτφ. δ. απο την αγγλική sprint = σπριντάρω)
600. κραίφναλμα: (κραιπνός [σβέλτος] + ἅλμα) επιτάχυνση στη μέγιστη δυνατή ταχύτητα τρεξίματος (μτφ. δ. απο την αγγλική sprint = σπριντάρισμα)
0 .

Άβαταρ μέλους
Αρχειδήμων
Rookie poster
Rookie poster
Δημοσιεύσεις: 90
Τοποθεσία: Βασίλειο των Τόνγκα

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Αρχειδήμων » 13 Μάιος 2018, 23:24

601. κρατοκόβαλος: κράτος παρίας (μτφ. δ. απο την αγγλική rogue state) (© κάποιος_Νίκος)
602. κρεατεράνισμα: φαγητό από πολλών ειδών κρέας (μτφ. δ. απο τη γαλλική pot‐pourri = ποτ πουρί)
603. κρικελίτης: πλανήτης του οποίου το σχήμα είναι δακτυλιοειδές (μτφ. δ. απο την αγγλική donut planet)
604. κρικοδετήρας: κάθε ξύλινος ή μεταλλικός δακτύλιος που χρησιμεύει για στήριξη ή συγκράτηση, συνήθως βαρελιών (μτφ. δ. απο την ιταλική cerchio = τσέρκι)
605. κρίκοσμος: (κρι[κό]κοσμος) τεχνητός περιστρεφόμενος δακτύλιος γύρω απο ένα άστρο, του οποίου η περίμετρος αντιστοιχεί στην τροχιά ενός κατοικήσιμου πλανήτη (μτφ. δ. απο την αγγλική ringworld)
606. κριτοφοβία: φοβος, ταραχή που δοκιμάζει κανείς, όταν πρόκειται να κριθεί (μτφ. δ. απο τη γαλλική trac = τρακ)
607. κρονάστης: (ε.φ.) κάτοικος του πλανήτη Κρόνου (μτφ. δ. απο την αγγλική saturnian)
608. κροταβόστρυχος: κρόταφος + βόστρυχος > κροταφοβόστρυχος, κοντό ή μακρύ τσουλούφι μαλλιών, τούφα, που πέφτει στο μέτωπο (μτφ. δ. απο την ιταλική frangia = φράντζα)
609. κρυπτοπινάκιο: (bitcoin) αλυσίδα των επιβεβαιωμένων ομάδων συναλλαγών που ξεκινά από την πρώτη, έως την πιο πρόσφατη έγκυρη ομάδα (μτφ. δ. απο την αγγλική block chain) (© Spiros252)
610. κρυφθάλυσος: κρυπτός + ἅλυσος (bitcoin) αλυσίδα των επιβεβαιωμένων ομάδων συναλλαγών που ξεκινά από την πρώτη, έως την πιο πρόσφατη έγκυρη ομάδα (μτφ. δ. απο την αγγλική block chain) (© Spiros252)
611. κρωβυλωτής: μικρό αντικείμενο (ραβδάκι, τσιμπιδάκι, ρολό, κ.α.) που χρησιμοποιείται στην κόμμωση για να τυλίγουν κάθε τούφα μαλλιών κατά τη διάρκεια του στεγνώματος (μτφ. δ. απο τη γαλλική bigoudi = μπικουτί)
612. κτηνορθώνω: με κατάλληλη άσκηση δαμάζω ζώο και το κάνω ικανό για ορισμένα γυμνάσματα, εκγυμνάζω (μτφ. δ. απο τη γαλλική dresser = ντρεσάρω)
613. κυβερνοπάθεια: τηλεπαθητική ικανότητα με την οποία μπορεί κάποιος να επηρεάζει την διακίνηση δεδομένων στο διαδίκτυο (μτφ. αντιδ. απο την αγγλική cyberpathy) (© Spiros252)
614. κυβερνοπιρώνω: το να συνδέω άμεσα τον εγκέφαλο με μια ηλεκτρονική συσκευή ή με το διαδίκτυο (μτφ. δ. απο την αγγλική jack in) (© Spiros252)
615. κυβόδεμα: δέμα διαφόρων αντικειμένων τακτοποιημένων και περιτυλιγμένων με χαρτόνι (μτφ. δ. απο την ιταλική pacchetto = πακέτο)
616. κυβοδόκαρο: το ξύλινο τετράπλευρο δοκάρι (μτφ. δ. απο την ιταλική quadrone = καδρόνι)
617. κύκλαρτος: ψωμί σε σχήμα κυκλικό (μτφ. δ. απο την ιταλική caravella = καρβέλι)
618. κυκλοφοριεμφραγή: το μποτιλιάρισμα- φάντασμα που δημιουργείται όχι λόγω ελάττωσης των λωρίδων κυκλοφορίας αλλά λόγω αναμεταδιδόμενης ελάττωσης της ταχύτητας των οχημάτων (μτφ. δ. απο την αγγλική jamiton) (© stavmanr)
619. κυλινδρέλιχτο: (κύλινδρος + ελίσσω) μια επίπεδη επιφάνεια (π.χ. ένα κομμάτι χαρτί) τυλιγμένο έτσι ώστε να πάρει κυλινδρικό σχήμα (μτφ. δ. απο τη γαλλική rouleau = ρολό)
620. κυτιοδοντότροχο: το κιβώτιο ταχυτήτων τού αυτοκινήτου (μτφ. δ. απο τη γαλλική changement = σασμάν)
621. κυψελόμυαλο: (ε.φ.) ομαδική νοημοσύνη εντομοειδών εξωγήινων όντων (μτφ. δ. απο την αγγλική hive mind)
622. κωλοπλύστρα: υγειονομικός εξοπλισμός τουαλέτας που αποτελείται από χαμηλή πορσελάνινη λεκάνη και βρύση, και χρησιμοποιείται για προσωπική υγιεινή (μτφ. δ. απο τη γαλλική bidet = μπιντές)
623. κωπόπτυο: το πλατύ τμήμα του κουπιού (μτφ. δ. απο την ιταλική pala = πάλα)
624. λαβόπτρα: ματογυάλια με χειρολαβή, που, παλαιότερα, χρησιμοποιούσαν ιδίως οι κυρίες τού καλού κόσμου (μτφ. δ. απο τη γαλλική face‐à‐main = φασαμέν)
625. λαγηνοπλήθοντα: φαγητό από ζυμαρικά γεμισμένα με κρέας και καρυκεύματα (μτφ. δ. απο την ιταλική ravioli = ραβιόλια)
626. λαγηνόστρωτο: φαγητό που φτιάχνεται με μακαρόνια, κιμά και μπεσαμέλ (μτφ. δ. απο την ιταλική pasticcio = παστίτσιο)
627. λαγναπεμφιεσμός: επίδειξη σε νυχτερινό κέντρο κατά την οποία η ερμηνεύτρια γδύνεται τελείως αργά αργά και με χορευτικές κινήσεις (μτφ. δ. απο την αγγλική striptease = στριπτήζ) (© κάποιος_Νίκος)
628. λαγνέκδυση: επίδειξη σε νυχτερινό κέντρο κατά την οποία η ερμηνεύτρια γδύνεται τελείως αργά αργά και με χορευτικές κινήσεις (μτφ. δ. απο την αγγλική striptease = στριπτήζ) (© κάποιος_Νίκος)
629. λαγνογδύσιμο: επίδειξη σε νυχτερινό κέντρο κατά την οποία η ερμηνεύτρια γδύνεται τελείως αργά αργά και με χορευτικές κινήσεις (μτφ. δ. απο την αγγλική striptease = στριπτήζ) (© κάποιος_Νίκος)
630. λαγυνίδα: γυναικείο φόρεμα που φαρδαίνει απο τη μέση και κάτω (μτφ. δ. απο τη γαλλική évasé = εβαζέ)
631. λαδολέβητας: ειδικό ηλεκτρικό μαγειρικό σκεύος όπου τηγανίζονται τρόφιμα εμβαπτιζόμενα σε καυτό λάδι (μτφ. δ. απο τη γαλλική friteuse = φριτέζα)
632. λαθροπρομήθεια: παράνομη προμήθεια που δίνεται σε κάποιον που μεσολάβησε σε μια εμπορική συμφωνία (μτφ. δ. απο τη γαλλική mise = μίζα)
633. λαιμοταινία: ο σκληρός γιακάς τών υποκαμίσων (μτφ. δ. απο την ιταλική collaro = κολάρο)
634. λαμπτηρίσκος: μικρός λαμπτήρας (μτφ. δ. απο την ιταλική lampione = λαμπιόνι)
635. λαχνέδρανο: τυχερό επιτραπέζιο παιχνίδι των καζίνο (μτφ. δ. απο τη γαλλική roulette = ρουλέτα)
636. λαχνεδράνοικος: μεγάλος και, συνήθως, πολυτελής χώρος όπου διατίθενται νόμιμα τυχερά παιχνίδια, όπως ζάρια, ρουλέτα, χαρτιά κ.λπ. (μτφ. δ. απο την ιταλική casino = καζίνο)
637. λειχάλυσος: (λείχω + άλυσος) σεξουαλική πράξη πολλών ατόμων όπου έκαστος συμμετέχων κάνει στοματικό έρωτα σε έναν άλλον, σχηματίζοντες έτσι μια κλειστή αλυσίδα (μτφ. δ. απο την αγγλική sex-daisy chain)
638. λεξανωκύκλωση: επαναχρησιμοποίηση απαρχαιωμένων λέξεων για νεοεμφανισθείσες έννοιες ή εξαρτήματα, ο σημασιολογικός δανεισμός
639. λεξαποσκευή: σύνθετη λέξη η οποία προέρχεται απο συμφυρμό των πρώτων συλλαβών του πρώτου και των τελευταίων συλλαβών του δευτέρου συνθετικού της (μτφ. δ. απο την αγγλική portmanteau word)
640. λεξονεκρανάσταση: επαναχρησιμοποίηση απαρχαιωμένων λέξεων για νεοεμφανισθείσες έννοιες ή εξαρτήματα, ο σημασιολογικός δανεισμός (© Alchemist)
641. λευκοχρυσοειδές: που έχει το χρώμα του λευκόχρυσου, της πλατίνας - λαμπρό ξανθό προς ασημί (μτφ. δ. απο τη γαλλική platiné = πλατινέ)
642. λευκοχτύπι: ασπράδια αυγών χτυπημένα δυνατά (μτφ. δ. απο την ιταλική meringue = μαρέγκα)
643. ληπτογράφος: μικρή διάταξη αποτελούμενη από μια ξύλινη πλακέτα με κινητό βραχίονα, η οποία χρησιμοποιείται κατά το γύρισμα κινηματογραφικών ταινιών (μτφ. δ. απο τη γαλλική claquette = κλακέτα)
644. ληπτοθάλαμος: ο χώρος που διεξάγεται το γύρισμα, το στούντιο κινηματογράφησης (μτφ. δ. απο τη γαλλική plateau = πλατό)
645. λίνυφο: χοντρό ύφασμα, φτιαγμένο από ίνες κάνναβης (καθώς και λιναριού, βαμβακιού κ.ά.), με το οποίο παρασκευάζονται σακιά, πανιά κ.ά. (μτφ. δ. απο την ιταλική canavaccio = κανναβάτσο)
646. λιπαντοδόριο: λιπαντικό τών δερμάτων το οποίο παρεμποδίζει την αποξήρανσή τους (μτφ. δ. απο τη γαλλική dégras = δεγράς)
647. λογισμικόπος: κακόβουλο λογισμικό (μτφ. δ. απο την αγγλική crack software)
648. λούθρεδρο: (λουτρό + ἕδρα) υγειονομικός εξοπλισμός τουαλέτας που αποτελείται από χαμηλή πορσελάνινη λεκάνη και βρύση, και χρησιμοποιείται για προσωπική υγιεινή (μτφ. δ. απο τη γαλλική bidet = μπιντές)
649. λούθρυγρο: υγρό, αλκαλούχο ή όχι, σκεύασμα για την περιποίηση τού δέρματος και τών μαλλιών (μτφ. δ. απο τη γαλλική lotion = λοσιόν)
650. λουτριδητήριο: μικρό δωμάτιο σε παραλία, όπου οι λουόμενοι μπορούν να αλλάξουν ρούχα (μτφ. δ. απο την ιταλική cabina = καμπίνα)
651. λυκωκύτητα: η ταχύτητα του φωτός (μτφ. δ. απο την αγγλική light)
652. λυπόλιπος: πάχος που αποκτάται μετά απο καταθλιπτική βουλιμία (μτφ. δ. απο τη γερμανική kummerspeck)
653. λυχοδόγραμμα: (λύκη + ὁδός + γράμμα) μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (μτφ. δ. απο την αγγλική e-mail)
654. λυχυαλόσφαιρα: σφαιρικό, γυάλινο περίβλημα λαμπτήρα (μτφ, δ. απο την ιταλική globo = γλόμπος)
655. λωριδογραφία: σχολή ζωγραφικής κατά την οποία οι τεχνίτες πετυχαίνουν τους διάφορους τόνους παραθέτοντας τα χρώματα σε παράλληλες λωρίδες σύμφωνα με τις αποχρώσεις (μτφ. δ. απο τη γαλλική divisionisme = ντιβιζιονισμός)
656. λωφαρμοστής: (λώπη + ἁρμόζω) άνδρας ή γυναίκα που ασχολείται επαγγελματικά με την επίδειξη ή διαφήμιση ενδυμάτων (μτφ. δ. απο τη γαλλική mannequin = μανεκέν)
657. μαγματίτης: πλανήτης χωρίς φλοιό του οποίου η επιφάνεια καταλαμβάνεται απο έναν ωκεανό λάβας (μτφ. δ. απο την αγγλική lava planet)
658. μαγνητοβαλλίστρα: ηλεκτρομαγνητικός εκτοξευτής βλημάτων (μτφ. δ. απο την αγγλική railgun)
659. μαγνητοβόλο: ηλεκτρομαγνητικός εκτοξευτής βλημάτων (μτφ. δ. απο την αγγλική railgun) (© Spiros252)
660. μαγνητοπυροβόλο: ηλεκτρομαγνητικός εκτοξευτής βλημάτων (μτφ. δ. απο την αγγλική railgun) (© killerbee)
661. μαγνητορόδανο: θήκη με μαγνητοταινία για εγγραφή ήχων ή τηλεοπτικών εικόνων (μτφ. δ. απο την ιταλική cassetta = κασέτα)
662. μαγόφακος: γυαλιά εικονικής πραγματικότητας (μτφ. δ. απο τις αγγλικές Oculus Rift & HoloLens) (© LOUROS)
663. μασθέλικας: (μαστός + ἕλικας) ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα, ο οποίος επικολλάται στη ρώγα του στήθους (μτφ. δ. απο την αγγλική fidgetiddies)
664. ματοκλαδείκτης: καλλυντικό για τη βαφή των βλεφαρίδων (μτφ. δ. απο την ιταλική mascara = μάσκαρα)
665. μεγαδυφιόγραμμα: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 6η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Megabyte) (© Spiros252)
666. μεγαλογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 6η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Megabyte)
667. μεγανθρακίονας: (μέγας + άνθραξ + κίων) πολύ υψηλός ουρανοξύστης κατασκευασμένος απο ανθρακονήματα (μτφ. δ. απο την αγγλική carbon nanotube skyscraper)
668. μεγισθόριο: ανώτατο όριο, μάξιμουμ, που δεν μπορεί να ξεπεράσει κανείς (μτφ. δ. απο τη γαλλική plafond = πλαφόν)
669. μεθαδρότητα: (μετά + ἁδρότητα) ασθένεια εικονικής πραγματικότητας (μτφ. δ. απο την αγγλική virtual reality sickness)
670. μεθάλλομαι: μεταπηδώ ακαριαία απο ένα σημείο του σύμπαντος σε ένα άλλο, χωρίς να διανύω την μεταξύ τους αστρονομική απόσταση, μέσω ενός άλματος εκτός χωροχρονικού συνεχούς (μτφ. δ. απο την αγγλική jump)
671. μέθαλμα: μετά + ἅλμα (ε.φ.) τρόπος μετακίνησης διαστημοπλοίου απο ένα σημείο του σύμπαντος σε ένα άλλο, χωρίς να διανύεται η μεταξύ τους απόσταση, μέσω ενός άλματος εκτός χωροχρόνου (μτφ. δ. απο την αγγλική jump)
672. μεθαλματόθυρο: (ε.φ.) συσκευή μέσω της οποίας είναι δυνατά τα μεθάλματα (μτφ. δ. απο την αγγλική jump gate)
673. μεθαλμάτοπος: (ε.φ.) σημεία του σύμπαντος απο τα οποία είναι δυνατόν να επιτευχθούν μεθάλματα σε μακρινά σημεία του σύμπαντος (μτφ. δ. απο την αγγλική jump point)
674. μεθαλματωθητήρας: (ε.φ.) διαστημοπλοϊκός μηχανισμός που καθιστά δυνατή την διαστρική μετακίνηση μέσω αλμάτων εκτός χωροχρονικού συνεχούς (μτφ. δ. απο την αγγλική jump drive)
675. μεθαλματωθούμενο: (ε.φ.) διαστημόπλοιο το οποίο μπορεί να μεθάλλεται, να μεταπηδά δηλαδή ακαριαία απο ένα σημείο του σύμπαντος σε ένα άλλο, χωρίς να διανύει την μεταξύ τους αστρονομική απόσταση (μτφ. δ. απο την αγγλική jump ship)
676. μεθελκυστήρας: ασανσέρ το οποίο μετακινείται οριζόντια (μτφ. δ. απο την αγγλική slideway)
677. μεθολοκαυτωματικό: (ε.φ.) επίθ. για κάτι που αναφέρεται σε μια εποχή μετά απο έναν παγκόσμιο πυρηνικό όλεθρο (μτφ. δ. απο την αγγλική post-holocaust)
678. μεθυσοβουλή: ιδεά η οποία ακούγεται τόσο παράλογη ώστε να μπόρεσε να γεννηθεί μόνο υπο την επήρεια οινοπνεύματος (μτφ. δ. απο τη γερμανική schnapsidee) (© κάποιος_Νίκος),
679. μελανογραφίδα: όργανο γραφής, στυλογράφος (μτφ. δ. απο τη γαλλική stylo = στυλός) (© κάποιος_Νίκος)
680. μελοδραμωδία: μουσική σύνθεση, συνήθως για μία φωνή (σόλο) και ορχήστρα, που συναντάται κυρίως σε οπερετικά έργα (μτφ. δ. απο την ιταλική aria = άρια)
681. μεταδοχεύω: μεταγγίζω κρασί ή λάδι από ένα δοχείο σε άλλο (μτφ. δ. απο την ιταλική travasare = τραβατζάρω)
682. μεταθερμοκρασία: η προταθείσα απο τον Πλανκ φυσική μονάδα μέτρησης της θερμοκρασίας, η Πλανκ θερμοκρασία (© Spiros252)
683. μεταθρίχιο: οινοπνευματώδες αρωματικό υγρό που επαλείφεται στο δέρμα μετά το ξύρισμα(μτφ. δ. απο την αγγλική after shave = άφτερ-σείβ)
684. μεταλλαγμενούργημα: (ε.φ.) ον που προκύπτει απο έντονη γενετική μετάλλαξη και διαθέτει απο αλλοτριωμένη-τερατόμορφη εμφάνιση ως και τεράστιες σωματικές δυνάμεις (μτφ. δ. απο την αγγλική mutant)
685. μεταλλαγμενουργία: (ε.φ.) η έντονη γενετική μετάλλαξη ενός βιολογικού οργανισμού που του προσδίδει τεράστιες αντοχές και δυνάμεις εις βάρος της εξωτερικής του εμφάνισης (μτφ. δ. απο την αγγλική mutation)
686. μεταλλύελος: (ε.φ.) ανθεκτικό διάφανο υλικό με ανθεκτικότητα μετάλλου (μτφ. δ. απο την αγγλική glassite)
687. μεταλουτρίδα: πρόχειρο γυναικείο μακρύ ρούχο που κουμπώνει μπροστά (μτφ. δ. απο την ιταλική roba = ρόμπα)
688. μετάξυρο: οινοπνευματώδες αρωματικό υγρό που επαλείφεται στο δέρμα μετά το ξύρισμα (μτφ. δ. απο την αγγλική after shave = άφτερ-σείβ) (© LOUROS)
689. μέτεργο: (μετά + έργο) αυτόματη συσκευή που λειτουργεί με αυτοματισμό ή τηλεχειρισμό και υποκαθιστά τον άνθρωπο σε διάφορες εργασίες (βιομηχανικές, επιστημονικές, κοπιαστικές, επικίνδυνες κ.λπ.). Συνήθως, έχει τη μορφή ανθρώπου, ζώου ή ανθρωποειδούς, σχήμα βραχίονα ή μηχανικής συσκευής (μτφ. δ. απο την τσέχικη robot = ρομπότ)
690. μετευστάθιο: υποθετικό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 126, το οποίο έχει μια σχετικά τεράστια περίοδο ημιζωής (μτφ. δ. απο τη λατινική Unbihexium = Ουνμπιέξιο)
691. μετευστοχία: καθυστερημένα ειπωμένη κατάλληλη απάντηση (μτφ. δ. απο τη γαλλική l’esprit de l’escalier)
692. μετεωρύχος: (ε.φ.) κάτοικος της ζώνης των αστεροειδών, που εργάζεται πάνω στην εξόρυξη των μεταλλευμάτων τους (μτφ, δ. απο την αγγλική belter)
693. μετριόρρυθμα: (μουσική) όχι πολύ γρήγορα, ούτε πολύ αργά, μέτρια, ανάμεσα στο αντάτζιο και το αλέγκρο (μτφ. δ. απο την ιταλική andante = αντάντε)
694. μετριόρρυθμα: μουσ. όρος τής ρυθμικής αγωγής που αναφέρεται στα έργα που απαιτούν μέτρια ταχύτητα στην εκτέλεσή τους, δηλ. ούτε αργή ούτε γρήγορη (μτφ. δ. απο την ιταλική moderato = μοντεράτο)
695. μηκισθήλια: (ε.φ.) επιρρ. (μήκιστον + ἥλιος) κάτι που συμβαίνει πολύ μακριά απο το ηλιακό σύστημα της γής (μτφ. δ. απο την αγγλική off-earth adv)
696. μηλαυράρτυμα: (μήλον + αύρον [χρυσό] + άρτυμα) έτοιμη σάλτσα από ντομάτα, ζάχαρη και ξίδι (μτφ. δ. απο την αγγλική ketchup = κέτσαπ)
697. μήλαυρο: (μήλο + αύρον [χρυσός]) η τομάτα (μτφ. δ. απο την αζτεκική tomatl)
698. μηληθόκλειθρο: (μη + λήθη + κλείθρο) (πληροφορική) μεταφερόμενη κάρτα μνήμης χωρίς μηχανικά μέρη για την αποθήκευση υπολογιστικών πληροφοριών (μτφ. δ. απο την αγγλική stick = στικ)
699. μήναρτος: σφολιατοειδές αρτοσκέυασμα σε σχήμα μισοφέγγαρου (μτφ. δ. απο τη γαλλική croissant = κρουασάν)
700. μητρονύμφη: γυναίκα ώριμης ηλικίας που ελκύει ερωτικά τους εφήβους συνομήλικους φίλους του γιού της (μτφ. δ. απο το αγγλικό ακρωνύμιο milf = μιλφάρα)
701. μηχανδρείκελο: υβριδικό ον, μίγμα βιολογικού οργανισμού και μηχανής (μτφ. δ απο την αγγλική cyborg) (© Alchemist)
702. μηχανδροποιημένος: (ε.φ.) επίθ. για βιολογικό οργανισμό που έχει μεταβληθεί σε ημιμηχανικό (μτφ. δ. απο την αγγλική cyborged)
703. μηχανδροποίηση: διαδικασία μετατροπής ενός βιολογικού οργανισμού σε ημιμηχανικό (μτφ. δ. απο την αγγλική cyborging)
704. μηχάνδρωπο: (μηχ[αν]άνδρωπο): υβριδικό ον, μίγμα βιολογικού οργανισμού και μηχανής (μτφ. δ απο την αγγλική cyborg)
705. μηχανεκκινητής: μηχανισμός αυτοκινήτου που θέτει τον κινητήρα σε λειτουργία (μτφ. δ. απο τη γαλλική mise = μίζα)
706. μηχανένανδρο: γιγαντοειδής ανθρωπόμορφος μηχανισμός για εκτέλεση βαριών εργασιών, ο οποίος περικλείει τον χρήστη του ως εξωσκελετός (μτφ. δ. απο την αγγλική mech)
707. μηχανολίσθηρο: λίπος για τη λίπανση των μηχανών (μτφ. δ. απο την ιταλική grasso = γράσο)
708. μηχανοχλός: (μηχανο[μο]χλός) ο μοχλός τού κιβωτίου ταχυτήτων τού αυτοκινήτου (μτφ. δ. απο τη γαλλική levier = λεβιές)
709. μηχανωροφή: το κάλυμμα τού κινητήρα αυτοκινήτου (μτφ. δ. απο τη γαλλική capot = καπό)
710. μικρομοίωμα: προσχέδιο οικοδομήματος, μηχανήματος ή έργου τέχνης σε μικρογραφία (μτφ. δ. απο την ιταλική macchietta = μακέτα)
711. μικροψηφιοφυλάκιο: (πληροφορική) μεταφερόμενη κάρτα μνήμης χωρίς μηχανικά μέρη για την αποθήκευση υπολογιστικών πληροφοριών (μτφ. δ. απο την αγγλική stick = στικ) (© stavmanr)
712. μισθεπιβράβευμα: έκτακτη επιπρόσθετη αμοιβή (μτφ. δ. απο τη γαλλική prime = πριμ)
713. μνήμαυλος: (πληροφορική) μεταφερόμενη κάρτα μνήμης χωρίς μηχανικά μέρη για την αποθήκευση υπολογιστικών πληροφοριών (μτφ. δ. απο την αγγλική stick = στικ) (© Spiros252)
714. μνημοθηκάκι: (πληροφορική) μεταφερόμενη κάρτα μνήμης χωρίς μηχανικά μέρη για την αποθήκευση υπολογιστικών πληροφοριών (μτφ. δ. απο την αγγλική stick = στικ)
715. μνημολμίσκος: (πληροφορική) μεταφερόμενη κάρτα μνήμης χωρίς μηχανικά μέρη για την αποθήκευση υπολογιστικών πληροφοριών (μτφ. δ. απο την αγγλική stick = στικ)
716. μνημολπή: (πληροφορική) μεταφερόμενη κάρτα μνήμης χωρίς μηχανικά μέρη για την αποθήκευση υπολογιστικών πληροφοριών (μτφ. δ. απο την αγγλική stick = στικ)
717. μνηστηροστάσιο: φιλική σχέση δύο ατόμων, όπου ο μεν επιθυμεί να μετατραπεί σε ερωτική ο δε όχι (μτφ. δ. απο την αγγλική friendzone)
718. μολυβαλάντιο: (μολύβι + βαλάντιο) μικρή θήκη στην οποία τοποθετούνται σχολικά γραφικά είδη (μτφ. δ. απο την ιταλική cassettina = κασετίνα)
719. μοναχοδρυμεντρέχεια: συναίσθημα μοναχικής γαλήνης μέσα στο δάσος (μτφ. δ. απο τη γερμανική waldeinsamkeit)
720. μονοποδόστροφο: χορευτική κίνηση κατά την οποία ο χορευτής στηρίζεται στο ένα πόδι και εκτελεί μιαν πλήρη, επιτόπου περιστροφή (μτφ. δ. απο τη γαλλική pirouette = πιρουέτα)
721. μονοστρόφυλλο: (μονοστρο[φό]φυλλο) περιστρεφόμενος μηχανισμός από μέταλλο ο οποίος τοποθετείται στην είσοδο δημοσίων χώρων κι επιτρέπει να εισέρχεται σε αυτόν ένα άτομο κάθε φορά (μτφ. δ. απο τη γαλλική tourniquet = τουρνικέ)
722. μουσεπίταξη: ένδειξη που καθιστά υποχρεωτική την εκτέλεση συνοδευτικών μερών μιας σύνθεσης, που αλλιώς θα ήταν προαιρετική (μτφ. δ. απο την ιταλική obbligato = ομπλιγκάτο)
723. μουσεπίτευγμα: μεγάλη μουσική επιτυχία (μτφ. δ. απο τη γαλλική succès = σουξέ)
724. μουσομορφόκλασμα: είδος πολυφωνικής μουσικής συνθέσεως κατά την οποία οι διάφορες φωνές ή όργανα επαναλαμβάνουν και αντιφωνούν με παραλλαγές την αρχική μελωδία (μτφ. δ. απο την ιταλική fuga = φούγκα)
725. μυαλογισμικό: (ε.φ.) επίθ. για συσκευή ή εξάρτημα το οποίο είναι άμεσα συνδεδεμένο με το νευρικό σύστημα (μτφ. δ. απο την αγγλική neural)
726. μυαλογισμικομβιώνω: το να συνδέω άμεσα τον εγκέφαλο με μια ηλεκτρονική συσκευή ή με το διαδίκτυο (μτφ. δ. απο την αγγλική jack in)
727. μύθιστος: διαδικτυακός αστικός μύθος (μτφ. δ. απο την αγγλική hoax = χόαξ)
728. μυστακεύωδο: αρωματική αλοιφή για το μουστάκι (μτφ. δ. απο την ιταλική manteca = μαντέκα)
729. μυστήρας: συσκευή που συνδέεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και διευκολύνει την επιλογή και την πλοήγηση επί της οθόνης, το ποντίκι (μτφ. δ. απο την αγγλική mouse) (© Σπύρος1)
730. ναυλήπηνη: (ναύλο + ἀπήνη[άμαξα]) αυτοκίνητο εφοδιασμένο με ταξίμετρο που μεταφέρει επιβάτες (συνήθως μέσα στην πόλη) έναντι κομίστρου (μτφ. δ. απο τη γαλλική taxi[mètre] = ταξί)(μτφ. δ. απο τη γαλλική taxi = ταξί)
731. ναυληπήνοχος: οδηγός ταξί (μτφ. δ. απο τη γαλλική taxi [chauffeur de] = ταξιτζής)
732. ναυλώχημα: (ναύλο + όχημα) αυτοκίνητο εφοδιασμένο με ταξίμετρο που μεταφέρει επιβάτες (συνήθως μέσα στην πόλη) έναντι κομίστρου (μτφ. δ. απο τη γαλλική taxi[mètre] = ταξί)
733. ναυλωχηματίας: οδηγός ταξί (μτφ. δ. απο τη γαλλική taxi [chauffeur de] = ταξιτζής)
734. ναυσοβέω: ναυς + σοβέω (διώχνω): απομακρύνω πλεούμενο από αγκυροβόλιο (μτφ. δ. απο την ιταλική a varare = αβαράρω)
735. ναυσυπτιάζω: το να ανατρέπεται ένα πλοίο (μτφ. δ. απο την ιταλική sovertire = σοβερτάρω)
736. ναυτοδιόπτρα: φορητή ναυτική διόπτρα (μτφ. δ. απο την ιταλική cannocchiale = κανοκιάλι)
737. νεαρογράφημα: πεζό αφηγηματικό λογοτεχνικό έργο με έκταση μεγαλύτερη από το διήγημα και μικρότερη από το μυθιστόρημα (μτφ. δ. απο την ιταλική novella = νουβέλα)
738. νεολαμφοδεύω: (ε.φ.) το να πορεύεται ένα άστρο στο να εκραγεί ως νεολαμπές (μτφ. δ. απο την αγγλική go nova)
739. νευραλλοιωτικό: (ε.φ.) επίθ. για όπλο που πλήττει ή επηρεάζει το νευρικό σύστημα ή τον εγκέφαλο (μτφ. δ. απο την αγγλική neuronic)
740. νευρέλικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
741. νευροβέμβικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
742. νευρόδανο: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
743. νευρόσβιγα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
744. νευρόσβουρα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
745. νευροστρόφιγγας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
746. νηματομπαίχτης: αυτός που τρολάρει (μτφ. δ. απο την αγγλική troll = τρολ)
747. νηοσύρφετος: (ναῦς [νηός] + σύρφετος) πλήρωμα πλοίου, ή μετρίου μεγέθους πλήθος ανθρώπων (μτφ. δ. απο την βενετική ciurma = τσούρμο)
748. νήχειρο: κινητό τηλέφωνο το οποίο κρεμειέται στο αυτί αφήνοντας ελεύθερα τα χέρια (μτφ. δ. απο την αγγλική hands-free)
749. νικημέρθιππος: (νίκη + ιμερτός + ἵππος) άλογο που θεωρείται φαβορί για μια κούρσα στις ιπποδρομίες (μτφ. δ. απο τη γαλλική gagnant = γκανιάν)
750. νικημερτός: (νίκη + ιμερτός) όποιο πρόσωπο,ζώο ή ομάδα συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες να επικρατήσει σε κάποιο αγώνισμα, αντιπαράθεση, διαγωνισμό (μτφ. δ. απο τη γαλλική favori = φαβορί)
751. νοθοκαλλίπυγος: γυναίκα της οποίας η πίσω όψη είναι όμορφη και απογοητεύει όταν δείχνει το πρόσωπό της (μτφ. δ. απο την ιαπωνική bakkushan)
752. νουμοιότυπο: (ε.φ.) κασέτα στην οποία έχουν αποθηκευτεί όλες οι αναμνήσεις, η νοημοσύνη και η συνείδηση ενός ατόμου (μτφ. δ. απο την αγγλική braintape)
753. νουπέλτη: (ε.φ.) ασπίδα που προστατεύει απο το να διαβαστεί ή να ποδηγετηθεί η σκέψη (μτ. δ. απο την αγγλική mind shield)
754. νυχαρπάζω: πιάνω με τα νύχια, αρπάζω βίαια (μτφ. δ. απο την ιταλική grappare = γραπώνω)
755. νυχέλικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
756. νυχθημερογραμμή: η οριογραμμή νύχτας και ημέρας σε έναν πλανήτη (μτφ. δ. απο την αγγλική solar terminator)
757. νυχοβέμβικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
758. νυχόσβιγα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
759. νυχόσβουρα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
760. νυχοστρόφιγγας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
761. ξεναλγία: η λαχτάρα για ταξίδια σε ξένα μέρη (μτφ. δ. απο τη γερμανική fernweh) (© Sophistes)
762. ξενοϋποδεκτήριο: υπηρεσία, αίθουσα ή γραφείο υποδοχής κοινού ή πελατών (μτφ. δ. απο τη γαλλική réception = ρεσεψιόν)
763. ξενοϋποδέκτης: υπάλληλος που υποδέχεται τους πελάτες στην ρεσεψιόν (μτφ. δ. απο τη γαλλική réceptionniste = ρεσεψιονίστ)
764. ξιδέα: ιδεά η οποία ακούγεται τόσο παράλογη ώστε να μπόρεσε να γεννηθεί μόνο υπο την επήρεια οινοπνεύματος (μτφ. δ. απο τη γερμανική schnapsidee) (© LOUROS)
765. ξυδάρτυμα: ξινή σάλτσα ως καρύκευμα ψαριών (μτφ. δ. απο την ιταλική savore = σαβόρε)
766. ογδήκιστο: οκτώ + ἥκιστο, μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που ισοδυναμεί με 8 bit (μτφ. δ. απο την αγγλική byte = μπάιτ)
767. οδοθρόμβωση: ακινητοποίηση αυτοκινήτων λόγω κυκλοφοριακής συμφόρησης (μτφ. δ. απο τη γαλλική embouteillage = μποτιλιάρισμα) (© κάποιος_Νίκος)
768. οδόνιο: η προταθείσα απο τον Πλανκ φυσική μονάδα μέτρησης του μήκους, το Πλανκ μήκος (© Spiros252)
769. οδορροπηξία: το μποτιλιάρισμα- φάντασμα που δημιουργείται όχι λόγω ελάττωσης των λωρίδων κυκλοφορίας αλλά λόγω αναμεταδιδόμενης ελάττωσης της ταχύτητας των οχημάτων (μτφ. δ. απο την αγγλική jamiton)
770. οδυσσεϊσμός: η λαχτάρα για ταξίδια σε ξένα μέρη (μτφ. δ. απο τη γερμανική fernweh) (© fagano)
771. οδωστισμός: το μποτιλιάρισμα- φάντασμα που δημιουργείται όχι λόγω ελάττωσης των λωρίδων κυκλοφορίας αλλά λόγω αναμεταδιδόμενης ελάττωσης της ταχύτητας των οχημάτων (μτφ. δ. απο την αγγλική jamiton)
772. οθόνηβος: έφηβος που στον ελεύθερό του χρόνο ασχολείται με το διαδίκτυο ή με ηλεκτρονικά παιχνίδια και είναι έτσι προσκολλημένος στην οθόνη του υπολογιστή του (μτφ. δ. απο την αγγλική screenager)
773. οθονοσκόπιο: διαδραστική οθόνη διαστημοπλοίου που χρησιμεύει για τις τηλεπικοινωνίες, η οποία σε λειτουργία αναμονής απεικονίζει όσα θα έδειχνε ένα παράθυρο στη θέση της (μτφ. δ. απο την αγγλική viewscreen)
774. οικοδιάκονος: πολύ κοντινός, οικείος φίλος (μτφ. δ. απο την αγγλική home boy) (© κάποιος_Νίκος)
775. οικοκασσάνδρα: (ε.φ.) άτομο που προλέγει οικολογικές καταστροφές (μτφ. δ. απο την αγγλική doomwatcher)
776. οικόπαιδο: πολύ κοντινός, οικείος φίλος (μτφ. δ. απο την αγγλική home boy) (© Σπυρος)
777. οινοφάνεια: ιδεά η οποία ακούγεται τόσο παράλογη ώστε να μπόρεσε να γεννηθεί μόνο υπο την επήρεια οινοπνεύματος (μτφ. δ. απο τη γερμανική schnapsidee) (© άραξον)
778. οκταδυφίο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που ισοδυναμεί με 8 bit (μτφ. δ. απο την αγγλική byte = μπάιτ) (© Spiros252)
779. οκτακισογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 42η byte
780. οκτωδία: μουσική σύνθεση για οχτώ όργανα ή φωνές (μτφ. δ. απο την ιταλική ottetto = οκτέτο)
781. ολεσίαστρο: (ε.φ.) όπλο ικανό να καταστρέψει ένα ολόκληρο άστρο (μτφ. δ. απο την αγγλική star destroyer)
782. ολεσίκοσμος: (ε.φ.) όπλο ικανό να καταστρέψει έναν ολόκληρο πλανήτη (μτφ. δ. απο την αγγλική planet-buster)
783. ολογράφωνο: συσκευή τηλεπικοινωνίας όπου οι συνομιλούντες απεικονίζονται σε ολόγραμμα (μτφ. δ. απο την αγγλική comlink)
784. ομόδεμα: ενιαίο σύνολο απόψεων, προτάσεων, όρων κ.λ.π. (μτφ. δ. απο την ιταλική pacchetto = πακέτο)
785. ομόδεσμος: δέσμη από ομοειδή πράγματα (μτφ. δ. απο την ιταλική mazzo = μάτσο)
786. ομοιαπέραντο: σύμπαν στο οποίο ισχύουν οι γνωστοί φυσικοί νόμοι, σε αντίθεση με άλλα σύμπαντα μέσω των οποίων είναι δυνατά τα ταξίδια στο χρόνο ή οι μετακινήσεις με ταχύτητες μεγαλύτερες του φωτός (μτφ. δ. απο την αγγλική normal space)
787. ομοιόπλεγμα: δικτυωτό κατασκεύασμα σε ομοιόμορφο, επαναλαμβανόμενο μοτίβο (μτφ. δ. απο την αγγλική lattice)
788. ομόσυμπαν: (ε.φ.) φανταστικός κόσμος στον οποίο εκτυλίσσονται τα έργα πολλών συγγραφεών (μτφ. δ. απο την αγγλική shared world)
789. ομόυφο: σύνολο ρούχων από το ίδιο ύφασμα, που περιλαμβάνει παντελόνι,σακάκι και μερικές φορές γιλέκο (μτφ. δ. απο την ιταλική costume = κοστούμι)
790. ομοχθόνιος: άτομο που κατοικεί σε έναν πλανήτη (μτφ. δ. απο την αγγλική dirtsider)
791. ομφαλεφιστόντας: αυτός που επιζητεί να είναι διαρκώς στο επίκεντρο της προσοχής με κάθε τίμημα, λόγω υπέρμετρου ναρκισσισμού (μτφ. δ. απο την αγγλική attention whore)
792. οπισθηρίδα: (όπισθεν + έρεισμα) στάση που παίρνει ένα τετράποδο ζώο όταν στηρίζεται μόνο στα δύο πίσω πόδια του, ή οδήγηση ενός δίτροχου οχήματος με τον μπροστινό τρόχο να σηκώνεται στον αέρα (μτφ. δ. απο την ιταλική suso = σούζα)
793. οπτόπηλος: σκληρός, ψημένος πηλός με μεγάλη περιεκτικότητα σιδήρου που χρησιμεύει ως υλικό κεραμεικής (μτφ. δ. απο την ιταλική terra-cotta = τερακότα)
794. οπωράμμιλος: (οπώρα + άμμιλος [τούρτα]) είδος γλυκού με ζύμη και κρέμα, γαρνιρισμένο με μαρμελάδα, φρούτα ή άλλα υλικά (μτφ. δ. απο τη γαλλική tarte = τάρτα)
795. οπωρογλυχύαλος: οπώρα + γλυκό + ὓαλος, γλύκισμα όπου τα φρούτα περιβάλλονται απο ένα στρώμα λιωμένης διαφανούς ζάχαρης (μτφ. δ. απο τη γαλλική fruit glacé = φρουί γκλασέ)
796. ορέχθυδρο: (γαστρονομία) (αλκοολούχο) ποτό που το πίνουμε πριν από κάποιο γεύμα, προκειμένου να μας ανοίξει η όρεξη (μτφ. δ. απο τη γαλλική apéritif = απεριτίφ)
797. ορθηλάγρα: (όρθια + θήλυ + άγρα > ορ[θο]θηλάγρα) ερωτική στάση κατα την οποία μία γυναίκα βασταζομένη διασκελώς στον αέρα απο δύο όρθιους άνδρες, συνουσιάζεται κατα φύσιν και παρα φύσιν απ' αυτούς ταυτοχρόνως [κατα το ηλάγρα = τανάλια] (μτφ. δ. απο την αγγλική standing double penetration)
798. ορμηφορίζω: κινούμαι με αυτοκίνητο με την ορμή που έχει αποκτήσει χωρίς να χρησιμοποιείται η ισχύς του κινητήρα του (μτφ. δ. απο την ιταλική rollare = ρολάρω)
799. οροφόλυχνο: είδος πολύφωτου της οροφής (μτφ. δ. απο τη γαλλική plafonnier = πλαφονιέρα)
800. οροφότμητο: διώροφη μονοκατοικία (ή διαμέρισμα) με εσωτερική σκάλα (μτφ. δ. απο τη γαλλική maisonnette = μεζονέτα)
801. ορυοτοξίνεση: (ορύα [λουκάνικο] + τοξίνη + ένεση) αισθητική επέμβαση για την αντιμετώπιση των ρυτίδων του προσώπου με την έγχυση ειδικής πρωτεΐνης σε κατάλληλα σημεία (μτφ. δ. απο την αγγλική botox = μπότοξ)
802. ορφανίτης: πλανήτης μη ευρισκόμενος σε τροχιά γύρω απο άστρο, περιφερόμενος στο σύμπαν (μτφ. δ. απο την αγγλική rogue planet) (© clot)
803. ουδετερονιακό: υλικό αποτελούμενο μόνο απο νετρόνια (μτφ. δ. απο την αγγλική neutronium)
804. ουδετερονίδα: (ε.φ.) σπαθί του οποίου η λεπίδα αποτελείται απο καθαρά νετρόνια (μτφ. δ. απο την αγγλική neutronium sword)
805. ουραναπός: (ε.φ.) κάτοικος του πλανήτη Ουρανού (μτφ. δ. απο την αγγλική uranian)
806. οφθαλμεταιρικό: αυτό που ταιριάζει οπτικά με κάτι άλλο (μτφ. δ. απο τη γαλλική assorti = ασορτί)
807. οχηματοσυσσώρευση: το μποτιλιάρισμα- φάντασμα που δημιουργείται όχι λόγω ελάττωσης των λωρίδων κυκλοφορίας αλλά λόγω αναμεταδιδόμενης ελάττωσης της ταχύτητας των οχημάτων (μτφ. δ. απο την αγγλική jamiton) (© stavmanr)
808. οχηματοφαγείο: αυτοκίνητο, ειδικά διαρρυθμισμένο, που σταθμεύει σε εθνικές οδούς και πουλάει τρόφιμα και αναψυκτικά (μτφ. δ. απο την ιταλική cantina = καντίνα)
809. οχλοβάτεμα: ταυτόχρονη ερωτική-συναινετική συνεύρεση πολλών ανδρών με μία γυναίκα (μτφ. δ. απο την αγγλική gangbang)
810. οψοκομίζω: προσφέρω φαγητό ή ποτό σε κάποιον (μτφ. δ. απο την ιταλική servire = σερβίρω)
811. οψοκόμιστρο: το πάγιο ποσό με το οποίο χρεώνεται σε εστιατόριο το σερβίρισμα κάθε πελάτη (μτφ. δ. απο τη γαλλική couvert = κουβέρ)
812. παγκαλάκος: αυτός που επιζητεί να είναι διαρκώς στο επίκεντρο της προσοχής με κάθε τίμημα, λόγω υπέρμετρου ναρκισσισμού (μτφ. δ. απο την αγγλική attention whore) (© clot)
813. παγώπωρα: είδος παγωτού από χυμό φρούτων (μτφ. δ. απο την ιταλική granita = γρανίτα)
814. παλιλλόγχιο: (ε.φ.) αγχέμαχο όπλο με παλλόμενη λόγχη (μτφ. δ. απο την αγγλική vibroblade)
815. παλλυχοδόγραμμα: (παν + λύκη + ὁδός + γράμμα) ηλεκτρονική διαφήμιση που εμφανίζεται χωρίς εξουσιοδότηση από το χρήστη (μτφ. δ. απο την αγγλική spam = σπαμ)
816. παλλυχοδογράφος: άτομο που αποστέλνει διαφημίσεις σε ηλεκτρονικές διευθύνσεις χωρίς εξουσιοδότηση απο τους χρήστες (μτφ. δ. απο την αγγλική spammer = σπάμερ)
817. πάλμοιστρο: (ε.φ.) όπλο χειρός που εκσφενδονίζει ριπές πλασματοποιημένου αερίου μέσω παλμών συμφασικής, μονοχρωματικής ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας (μτφ. δ. απο την αγγλική blaster)
818. παλμοιστροβολώ: πυροβολώ με πάλμοιστρο (μτφ. δ. απο την αγγλική blast off)
819. παμβελτιωτής: (ε.φ.) παρασκεύασμα που βελτιώνει την αντοχή, τη δύναμη, την ταχύτητα και γενικά τις σωματικές και διανοητικές ικανότητες ενός ατόμου (μτφ. δ. απο την αγγλική stim)
820. παναφανιστής; πόλεμος που καταστρέφει έναν ολόκληρο πολιτισμό (μτφ. δ. απο την αγγλική blowup)
821. πανδιίοντας: κλειδί με το οποίο μπορούν να ανοιχτούν όλες οι κλειδαριές (μτφ. δ. απο τη γαλλική passe‐partout [περνά απο παντού] = πασπαρτού)
822. πανδραστηριοδοχείο: ξενοδοχειακή εγκατάσταση η οποία προσφέρει ποικίλους τρόπους υπαίθριας αναψυχής στους επισκέπτες της (μτφ. δ. απο την αγγλική resort)
823. πανεκπομπή: είδος εκπομπής που αναφέρεται στη αποστολή ενός μηνύματος - πακέτου σε όλους τους δέκτες που ανήκουν στο υποδίκτυο ενός δικτύου υπολογιστών (μτφ. δ. απο την αγγλική broadcast) (© Spiros252)
824. πανηλιοσφαιρικός: (ε.φ.) επίθ. για κάτι που καταλαμβάνει ή αναφέρεται σε όλη την ηλιόσφαιρα-ένα ηλιακό σύστημα (μτφ. δ. απο την αγγλική system-wide)
825. πανήχαυλος: πύραυλος του οποίου η ταχύτητα ξςεπερνάει την πενταπλάσια του ήχου (μτφ. δ. απο την αγγλική hypersonic missile)
826. πανιστωλεθρία: ολοκληρωτική πτώση του διαδικτύου (μτφ. δ. απο την αγγλική network collapse)
827. πανσπερματωπότητα: ερωτική πρακτική κατα την οποία πολλοί άνδρες εκσπερματίζουν στο πρόσωπο μιάς γυναίκας (μτφ. δ. απο την ιαπωνική bukkake = μπουκάκε)
828. παντρυπόγιομα: ερωτική πράξη κατα την οποία μία γυναίκα συνουσιάζεται, σοδομίζεται και πεοθηλάζεται ταυτόχρονα (μτφ. δ. απο την αγγλική airtight sex)
829. πανυπερηχόβλημα: πύραυλος του οποίου η ταχύτητα ξςεπερνάει την πενταπλάσια του ήχου (μτφ. δ. απο την αγγλική hypersonic missile) (© κάποιος_Νίκος)
830. πανυπερκάκιστος: (ε.φ.) χαρακτήρας μυθιστορήματος ή ταινίας που προσωποποιεί το απόλυτο κακό (μτφ. δ. απο την αγγλική doubleplusungood)
831. πανυποκαταστάτης: τραπουλόχαρτο που χρησιμοποιείται στη θέση οποιοδήποτε άλλου, έχοντας την ικανότητα να τα υποκαθιστά (μτφ. δ. απο τη γαλλική baladeur = μπαλαντέρ)
832. πανωφοριοθήκη: έπιπλο, κατάλληλα διαμορφωμένο για την προσωρινή τοποθέτηση εξωτερικών ενδυμάτων (μτφ. δ. απο τη γαλλική porte‐manteau = πορτμαντό)
833. παραβολοφόρο: (ε.φ.) διαστημόπλοιο το οποίο ωθείται μέσω ενός ιστίου που βάλλεται απο μικροκύματα (μτφ. δ. απο την αγγλική starwisp)
834. παράδισκο: (πληροφορική) μεταφερόμενη κάρτα μνήμης χωρίς μηχανικά μέρη για την αποθήκευση υπολογιστικών πληροφοριών (μτφ. δ. απο την αγγλική stick = στικ)
835. παραιδούμαι: το να ντρέπεσαι για την επαίσχυντη κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος άλλος (μτφ. δ. απο τη γερμανική fremdschämen) (© άραξον)
836. παρακλινοθήκη: μικρό, συνήθως ξύλινο, έπιπλο, που τοποθετείται δίπλα στο κρεβάτι (μτφ. δ. απο την ιταλική comodino = κομοδίνο)
837. παράμελλον: (ε.φ.) εναλλακτική ροή του χρόνου στο μέλλον (μτφ. δ. απο την αγγλική alternate future)
838. παραμυθόδοση: ποσότητα ναρκωτικής σκόνης που ρουφιέται από τη μύτη (μτφ. δ. απο την ιταλική presa = πρέζα)
839. παραπαύδηση: καθυστερημένα ειπωμένη κατάλληλη απάντηση (μτφ. δ. απο τη γαλλική l’esprit de l’escalier)
840. παρασκηνοπέτασμα: το καθένα από τα πλάγια παραπετάσματα στη σκηνή θεάτρου, που αποκρύβουν τη θέα προς τα παρασκήνια (μτφ. δ. απο την ιταλική quinta = κουΐντα)
841. παράσκληρο: (πληροφορική) μεταφερόμενη κάρτα μνήμης χωρίς μηχανικά μέρη για την αποθήκευση υπολογιστικών πληροφοριών (μτφ. δ. απο την αγγλική stick = στικ)
842. παρασυρμικός: ο εκτός μόδας, o παλιομοδίτικος (μτφ. δ. απο τη γαλλική démodé = ντεμοντέ)
843. παρατάκτης: (προγραμματισμός) οριοθετημένη ομάδα στοιχείων π.χ. δεδομένων, εντολών προγράμματος ή και διατάξεων ή οργάνων που αντιμετωπίζονται —για κάποιο σκοπό— ως μία οντότητα (μτφ. δ. απο την αγγλική bloc = μπλοκ)
844. παρειέρυθρο: (παρειά + ερυθρό) πούδρα του μακιγιάζ που τοποθετείται στα μάγουλα (μτφ. δ. απο τη γαλλική rouge = ρουζ)
845. παρεπιβίβαση: η προσπάθεια να σταματήσει κάποιος διερχόμενο ιδιωτικό όχημα και να επιβιβαστεί σε αυτό δωρεάν, απλώνοντας το χέρι του και δείχνοντας με τον αντίχειρά του προς την επιθυμητή κατεύθυνση (μτφ. δ. απο την αγγλική auto‐stop = οτοστόπ)
846. παρυφισμός: πολιτικό δόγμα ή σύστημα τών άκρων, που επιδιώκει την απόλυτη εφαρμογή τών αρχών του και αποκρούει κάθε συμβιβασμό (μτφ. δ. απο τη γαλλική extrémisme = εξτρεμισμός)
847. παρυφοκένθυφο: κεντημένη διακοσμητική λωρίδα που μπορεί να ραφτεί ως παρυφή υφάσματος, φορέματος ή κουρτίνας (μτφ. απο τη γαλλική bordure = μπορντούρα)
848. παρυφόκοσμος: πλανήτης που βρίσκεται στις άκρες ή εκτός του γαλαξία (μτφ. δ. απο την αγγλική rim world)
849. παταγοτάραχο: θορυβώδες επεισόδιο που δημιουργεί πάταγο (μτφ. δ. απο την ιταλική patatrac = πατατράκ)
850. παυσήμερο: ανάπαυση τών μισθωτών κατά τη διάρκεια τής εβδομάδας (μτφ. δ. απο τη γαλλική repos = ρεπό)
851. πελαγίστιο: αλιευτικό δίχτυ σχήματος κώνου, που ρίχνεται στα βαθιά της θάλασσας
852. (μτφ. δ. απο την ιταλική a tratta = τράτα)
853. πελθήλιο: (πέλτη + ἥλιος) η ομβρέλα που προφυλάσει από τις ακτίνες του ηλίου, το αλεξήλιο (μτφ. δ. απο την ιταλική parasole = παρασόλι)
854. πελθυέτη: (πέλτη + ὑετός) το αλεξίβροχο (μτφ. δ. απο την αγγλική umbrella = ομπρέλα)
855. πενταγύνοιφος: άνδρας ο οποίος συνευρίσκεται ερωτικά με πέντε γυναίκες ταυτόχρονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fffffm lucky guy)
856. πεντακισογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 33η byte
857. πεντανδροδόχος: γυναίκα η οποία συνευρίσκεται ερωτικά με πέντε άνδρες ταυτόχρονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fmmmmm lady)
858. πέντασμα: μουσική σύνθεση σε πέντε μέρη, σύνολο από πέντε μουσικά όργανα ή πέντε φωνές (μτφ. δ. απο την ιταλική quintetto = κουϊντέτο)
859. πενταστερίτης: πλανήτης ο οποίος βρίσκεται σε τροχιά γύρω απο ένα πενταπλό αστρικό σύστημα (μτφ. δ. απο την αγγλική circumquinary planet)
860. πεοβελισμός: ερωτική στάση κατα την οποία μια γυναίκα σοδομίζεται απο έναν άντρα και πεοθηλάζει τον άλλον (μτφ. δ. απο την αγγλική sex spit roast)
861. περαντόποθος: η λαχτάρα για ταξίδια σε ξένα μέρη (μτφ. δ. απο τη γερμανική fernweh)
862. περεισίνωτο: (πέρι + ερεισινωτό) αναπαυτικό κάθισμα με πλάτη και μπράτσα, για ένα άτομο (μτφ. δ. απο την ιταλική poltrona = πολυθρόνα)
863. περιάρτιο: γενική ονομασία για κάθε είδους πρόχειρο φαγητό που είναι φτιαγμένο είτε από δύο φέτες ψωμιού είτε από ένα ένα κομμάτι από ψωμί ή ολόκληρο ψωμάκι ανοιγμένο στη μέση και περιέχει διάφορα συστατικά όπως αλλαντικά, κρέατα, λαχανικά κλπ ,το αμφίψωμο (μτφ. δ. απο την αγγλική sandwich = σάντουιτς) (© stavmanr)
864. περιαρτοχοίριο: σάντουιτς με βραστό ή ψητό λουκάνικο (μτφ. δ. απο την αγγλική hot dog = χοτ ντογκ) (© stavmanr)
865. περιγοφίδα: κοντό παντελονάκι που μοιάζει με φούστα (μτφ. δ. απο την αγγλική skort)
866. περιδερίδιο: κόσμημα που κρεμιέται από τον λαιμό με λεπτή αλυσίδα (μτφ. δ. απο τη γαλλική pendentif = παντατίφ)
867. περιζύμιο: είδος κρεατόπιτας με γέμιση από λαχανικά και κρέας, κυνήγι ή ψάρι τα οποία περικλείονται στη ζύμη και ψήνονται στον φούρνο (μτφ. δ. απο τη γαλλική pâté = πατέ)
868. περικορμίδα: εξωτερικό ανδρικό, γυναικείο και παιδικό ένδυμα που περιβάλλει τον κορμό και κλείνει στο στήθος με κουμπιά (μτφ. δ. απο τη γαλλική jaquette = ζακέτα)
869. περιμαζίδα: (μαζός = μαστός [ιων.]) το πάνω, συνήθως στενό, μέρος φορέματος που καλύπτει τον θώρακα (μτφ. δ. απο τη γαλλική corsage = κορσάζ)
870. περιμύγδαλο: είδος νηστήσιμου αμυγδαλωτού γλυκίσματος από ζύμη παραγεμισμένη με καρύδι, μέλι κανέλα και άλλα υλικά (μτφ. δ. απο την ιταλική calzone = σκαλτσούνι)
871. περιπελάγηση: τουριστικό ταξίδι με ειδικό πλοίο που περιπλέει διάφορα μέρη και αγκυροβολεί σε ορισμένα λιμάνια (μτφ. δ. απο τη γαλλική croisière = κρουαζιέρα)
872. περιπλαναοιδός: πλανόδιος λυρικός ποιητής και τραγουδιστής τού μεσαίωνα στη Γαλλία, Ισπανία και βόρεια Ιταλία (μτφ. δ. απο τη γαλλική troubadour = τροβαδούρος) (© κάποιος_Νίκος)
873. περιπλόχμιο: πλαίσιο γύρω από έναν καθρέφτη, πίνακα ζωγραφικής, κ.α. (μτφ. δ. απο την ιταλική quadro = κάδρο)
874. περίπτυχο: φούστα καμπανοειδούς σχήματος με πολλές πτυχώσεις (μτφ. δ. απο τη γαλλική cloche = κλος)
875. περισκιαγραφή: μορφή, άνθρωπος (ή σπανιότερα κάτι άλλο) του οποίου διακρίνεται μόνο το γενικό σχήμα (μτφ. δ. απο τη γαλλική silhouette = σιλουέτα)
876. περισωματίδα: μαγιώ που καλύπτει οπτικά και κρύβει αναγλυφικά όλο το σώμα μιάς γυναίκας και είναι έτσι σύμφωνο με τους κανόνες του Ισλάμ (μτφ. δ. απο την αγγλική burkini)
877. περιχειροδέτης: (περιχειρίδα + δέτης) κουμπί ραμμένο ή κινητό που χρησιμοποιείται στα μανίκια υποκαμίσων (μτφ. δ. απο τη γαλλική manchette = μανσέτα + κουμπί = μανικετόκουμπο)
878. πεσσάλυσος: (πεσσός + άλυσος) παιχνίδι κατά το οποίο στήνονται πλακίδια όρθια το ένα δίπλα στο άλλο, ρίχνεται το πρώτο και στη συνέχεια αρχίζουν να πέφτουν όλα στη σειρά, συμπαρασύροντας το ένα το άλλο (μτφ. δ. απο την ιταλική domino = ντόμινο)
879. πεταδυφιόγραμμα: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 15η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Petabyte) (© Spiros252)
880. πετανογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 15η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Petabyte)
881. πετοσφαίριστος: (πετόσφαιρα + ιστός) (αθλητισμός) το δίχτυ που χρησιμοποιείται σαν διαχωριστικό σε διάφορα αθλήματα (μτφ. δ. απο τη γαλλική filet = φιλέ)
882. πετρορρηκτοδομώ: (πετρορρήκτης = φουρνέλο) ετοιμάζω υπόνομο με γόμωση για έκρηξη (μτφ. δ. απο την ιταλική minare = μινάρω)
883. πηχθηδές: είδος γλυκίσματος που γίνεται με αλεύρι, αβγά και ζάχαρη (μτφ. δ. απο τη γαλλική poudingue = πουτίγκα)
884. πηχθήδυγρο: πυκνόρρευστο διάλυμα ζάχαρης (μτφ. δ. απο την τουρκική sirop = σιρόπι)
885. πήχθυδρο: (πηκτό + ὕδωρ) ημιδιαφανές γλύκισμα που γίνεται κυρίως με τη χρήση ζελατίνης (μτφ. δ. απο τη γαλλική gelee = ζελέ)
886. πιλόδεσμος: κάλυμμα τού κεφαλιού σε πολλούς μουσουλμανικούς λαούς, πλατιά λωρίδα υφάσματος που τυλίγεται στο κεφάλι, το σαρίκι (μτφ. δ. απο τη γαλλική turban = τουρμπάνι)
887. πιλόνυμφο: γυναικείο νυφικό μαντίλι για την κεφαλή (μτφ. δ. απο τη γαλλική coiffe = κουάφ)
888. πιλοπέπονας: επίσημο κοντό, στρογγυλοειδές καπέλο με περιφερειακό γείσο (μτφ. δ απο τη γαλλική melon = μελόν)
889. πινακοθόνη: είδος φορητού υπολογιστή, μικρών διαστάσεων, χωρίς πληκτρολόγιο και με οθόνη αφής (μτφ. δ. απο την αγγλική tablet = τάμπλετ)
890. πινακοστοά: εργαστήριο ζωγράφου, γλύπτη ή άλλου καλλιτέχνη (μτφ. δ. απο τη γαλλική atelier = ατελιέ)
891. πινακότυπο: τυπογραφική αναπαραγωγή ζωγραφικού πίνακα (μτφ. δ. απο τη γαλλική reproduction = ρεπροντιξιόν)
892. πλαγιαυλίσκος: μικρός πλαγίαυλος στη μουσική (μτφ. δ. απο την ιταλική piccolo = πίκολο)
893. πλακωθέλικας: πλακωτός + ἓλικας, ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
894. πλανέμιος: πλανήτης μη ευρισκόμενος σε τροχιά γύρω απο άστρο, περιφερόμενος στο σύμπαν (μτφ. δ. απο την αγγλική rogue planet) (© Spiros252)
895. πλανητοπάγιος: (ε.φ.) άτομο το οποίο δεν έχει ή δεν επιθυμεί να ταξιδέψει εκτός του πλανήτη όπου κατοικεί (μτφ. δ. απο την αγγλική planet-bound)
896. πλανητωλετήρας: (ε.φ.) όπλο ικανό να καταστρέψει έναν ολόκληρο πλανήτη (μτφ. δ. απο την αγγλική planet-buster)
897. πλασμοπίστολο: (ε.φ.) όπλο χειρός που εκσφενδονίζει ριπές πλασματοποιημένου αερίου μέσω παλμών συμφασικής, μονοχρωματικής ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας (μτφ. δ. απο την αγγλική blaster) (© killerbee)
898. πλαστόπιθος: δοχείο για μεταφορά υγρών (μτφ. δ. απο τη γαλλική bidon = μπιτόνι)
899. πλεκτραπέζιο: είδος εργόχειρου, κεντητού ή πλεκτού (με βελονάκι), που στρώνεται κυρίως σε τραπέζι, τηλεόραση, δίσκο σερβιρίσματος κ.α. (μτφ. δ. απο τη γαλλική chemin = σεμέν)
900. πλεχθόριο: (πλεκτο + ὅριο) λεπτό διάτρητο πλέγμα από λινή, μεταξωτή ή βαμβκερή κλωστή και με επαναλαμβανόμενα διακοσμητικά μοτίβα (μτφ. δ. απο τη γαλλική dentelle = δαντέλα)
0 .

Άβαταρ μέλους
Αρχειδήμων
Rookie poster
Rookie poster
Δημοσιεύσεις: 90
Τοποθεσία: Βασίλειο των Τόνγκα

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Αρχειδήμων » 13 Μάιος 2018, 23:25

901. πλεχθοριοειδές: δικτυωτό ύφασμα, απομίμηση δαντέλας που χρησιμοποιείται για κουρτίνες και στορ (μτφ. δ. απο τη γαλλική guipure = γκιπούρ)
902. πλεχθυπόστρωμα: είδος μετάλλινου πλέγματος με ελατήρια, πάνω στο οποίο τοποθετείται το στρώμα τού κρεβατιού (μτφ. δ. απο τη γαλλική sommier = σομιές)
903. πληκτρολόγραμμα: πληκτρολόγιο του οποίου τα πλήκτρα είναι ολογράμματα (μτφ. δ. απο την αγγλική projection keyboard)
904. πληρόλυση: εγχειρίδιο όπου καταγράφεται η ολοκληρωτική λύση ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού (μτφ. δ. απο την αγγλική walkthrough)
905. πληροφοριοκοίλι: (ε.φ.) μακροσκελές επεξηγηματικό κείμενο εντός ενός μυθιστορήματος (μτφ. δ. απο την αγγλική infodump)
906. πληρωσειρά: σύνολο διατεταγμένων χρηματικών ποσών που καταβάλλονται ανά ίσα χρονικά διαστήματα (μτφ. δ. απο τη γαλλική rente = ράντα)
907. πλοκαδοφενάκη: θύσανος φτιαγμένος από τρίχες (τεχνητές ή φυσικές) που φοριέται πρόσθετα στην (γυναικεία) κόμη (μτφ. δ. απο τη γαλλική postiche = ποστίς)
908. πλοκογραφία: το κείμενο που περιγράφει αναλυτικά την πλοκή, τις σκηνές και τους διαλόγους μιας κινηματογραφικής ή τηλεοπτικής ταινίας (μτφ. δ. απο την ιταλική scenario = σενάριο)
909. πνευματοσύγκραση: (ε.φ.) διαδικασία κατα την οποία ενώνονται δύο νοημοσύνες (μτφ. δ. απο την αγγλική mind-meld)
910. ποδομηχανήλατο: ποδήλατο με προωθητικό κινητήρα (μτφ. δ. απο την ιταλική motosacco = μοτοσακό)
911. πόθητρο: αντικείμενο ή και μέλος σώματος που για τον φετιχιστή είναι φορέας γενετήσιας διέγερσης (μτφ. δ. απο την αγγλική fetish = φετίχ)
912. ποθητροπάθεια: μορφή παραφιλίας που συνίσταται στην ερωτική προσκόλληση σε ένα άψυχο αντικείμενο ή σε ένα μη ερωτικό μέρος τού ανθρώπινου σώματος (μτφ. δ. απο την αγγλική fetishism = φετιχισμός)
913. ποικίλθυφο: βαρύ ύφασμα, πλούσια διακοσμημένο, συχνά με μετάξι και με χρυσά ή ασημένια κεντήματα (μτφ. δ. απο τη γαλλικη brocart = μπροκάρ)
914. πολτώπωρα: πολτός + ὀπώρα (μτφ. δ. απο την αγγλική marmelade = μαρμελάδα)
915. πολυγίγγλιμο: ρομπότ που έχει το σχήμα βραχίονα (μτφ. δ. απο την αγγλική arms & grippers robots)
916. πολυδιπτυχίδα: είδος ρούχων, κυρίως γυναικείων, με περίσσεια υφάσματος η οποία αφήνεται να πέφτει δημιουργώντας δίπλες για λόγους μόδας (μτφ. δ. απο τη γαλλική drapé = ντραπέ)
917. πολυεγκέφαλος: (ε.φ.) νοημοσύνη που λειτουργεί σε υπέρμετρο βαθμό καθώς είναι συνδεδεμένοι μεταξύ τους ή συγχωνευμένοι πολλοί ανθρώπινοι εγκέφαλοι (μτφ. δ. απο την αγγλική group mind)
918. πολύκρουση: η σύγκρουση πολλών οχημάτων με το ένα να προσκρούει πάνω στο άλλο (μτφ. δ. απο την ιταλική carambola = καραμπόλα) (© stavmanr)
919. πολυτιμοειδές: κόσμημα που δεν είναι κατασκευασμένο από πολύτιμους ή ημιπολύτιμους λίθους ή από ευγενή μέταλλα, αλλά μοιάζει σαν να είναι (μτφ. δ. απο τη γαλλική faux bijou = φο μπιζού)
920. πολυφυλλέδεσμα: είδος εδέσματος τού ταψιού με ανατολίτικη προέλευση, που παρασκευάζεται από φύλλα ζύμης και γέμιση από κρέμα γάλακτος ή τυρί (μτφ. δ. απο την ιταλική focaccia = μπουγάτσα)
921. πολυφυλλόθηκο: θήκη για μικρές μερίδες φαγητού, φτιαγμένη απο ψημένη σφολιάτα (μτφ. δ. απο τη γαλλική vol‐au‐vent = βολοβάν)
922. ποντόμακρα: (ναυτικός όρος) σε μακρινή απόσταση από την ακτή (μτφ. δ. απο την ιταλικη alla larga = αλάργα)
923. πορνοδότης: συσκευή που συνδέεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και διευκολύνει την επιλογή και την πλοήγηση επί της οθόνης, το ποντίκι (μτφ. δ. απο την αγγλική mouse) (© Οργισμένος)
924. πορπίσκη: λεπτεπίλεπτο μεταλλικό λαμπερό έλασμα, συνήθως στρογγυλό, με μια μικρή τρύπα στο κέντρο του, που χρησιμοποιείται μαζί με άλλα για να στολίσει ένα ένδυμα (μτφ. δ. απο τη γαλλική paillette = παγιέτα)
925. ποσειδωνάποικος: κάτοικος του πλανήτη Ποσειδώνα (μτφ. δ. απο την αγγλική neptunian)
926. πραγματιστοσύνη: (ε.φ.) η σχέση με την πραγματικότητα ενός έργου ε.φ. - βαθμός “σκληρότητας” ενός έργου ε.φ. (μτφ. δ. απο την αγγλική subjunctivity)
927. προβολίκριο: η σειρά τών φώτων σε όλο το πλάτος τού προσκηνίου ενός θεάτρου, από τις δύο μεριές τού υποβολείου (μτφ. δ. απο τη γαλλική rampe = ράμπα)
928. προβυθανάσπαστα: (ναυτικός όρος) κατάσταση κατά την οποία η άγκυρα πλοίου φέρεται έξω από τη θέση της, κρεμασμένη, έτοιμη για πόντιση (μτφ. δ. απο την ιταλική a picco = απίκο)
929. πρόδισκο: (πληροφορική) μεταφερόμενη κάρτα μνήμης χωρίς μηχανικά μέρη για την αποθήκευση υπολογιστικών πληροφοριών (μτφ. δ. απο την αγγλική stick = στικ)
930. προεκτάτης: καλώδιο μεγάλου μήκους που χρησιμεύει για τη σύνδεση κινητών ηλεκτρικών μηχανών και συσκευών με την ηλεκτρική πηγή (μτφ. δ. απο τη γαλλική baladeuse = μπαλαντέζα)
931. προθετήριο: μακρόστενη ορθογώνια επιφάνεια σε ύψος κατάλληλο για διάφορες εργασίες όπως πχ. το μαγείρεμα, που γίνονται από όρθια συνήθως θέση (μτφ. δ. απο την ιταλική banco = πάγκος)
932. προμελόδραμα: αυτόνομη μουσική σύνθεση που ακούγεται συνήθως πριν σηκωθεί η αυλαία, σε μία όπερα ή σε ένα ορατόριο (μτφ. δ. απο τη γλλική ouverture = ουβερτούρα)
933. προμηθαποδόχος: πρόσωπο που διαθέτει, με προμήθεια, εμπορεύματα στην αγορά (μτφ. δ. απο τη γαλλική placier = πλασιέ)
934. προσβλήτρωση: πρόσδεση διαστημοπλοίου σε διαστημικό σταθμό (μτφ. δ. απο την αγγλική space docking) (© Spiros252)
935. προσδεόλισβος: προσδεόμενο ομοίωμα πέους (μτφ. δ. απο την αγγλική strapon = στράπον)
936. προσδοτικό: οπτικό, ηχητικό ή άλλο στοιχείο (σε κινηματογραφικό έργο, θεατρική παράσταση κ.λπ.) που (με εντυπωσιακό συνήθως τρόπο) τραβά την προσοχή κάποιου ή προσδίδει αληθοφάνεια (μτφ. δ. απο τη γαλλική effet = εφέ)
937. προσεισφράγιση: πρόσδεση διαστημοπλοίου σε διαστημικό σταθμό (μτφ. δ. απο την αγγλική space docking)
938. προσευμένεια: συναίσθημα χαράς για κάτι αναμενόμενα ευχάριστο (μτφ. δ. απο τη γερμανική vorfreude) (© άραξον)
939. προσκομβίωση: πρόσδεση διαστημοπλοίου σε διαστημικό σταθμό (μτφ. δ. απο την αγγλική space docking) (© Dwarven Blacksmith),
940. προσκομβιωτήρας: (ε.φ.) μηχανισμός πρόσδεσης διαστημοπλοίων (μτφ. δ. απο την αγγλική landing cradle)
941. προσοχοεπαίτης: αυτός που επιζητεί να είναι διαρκώς στο επίκεντρο της προσοχής με κάθε τίμημα, λόγω υπέρμετρου ναρκισσισμού (μτφ. δ. απο την αγγλική attention whore) (© Άχθος Αρούρης)
942. προσοχοζήτης: αυτός που επιζητεί να είναι διαρκώς στο επίκεντρο της προσοχής με κάθε τίμημα, λόγω υπέρμετρου ναρκισσισμού (μτφ. δ. απο την αγγλική attention whore)
943. προσοχοζήτηση: το να επιζητεί κάποιος να είναι διαρκώς στο επίκεντρο της προσοχής με κάθε τίμημα, λόγω υπέρμετρου ναρκισσισμού (μτφ. δ. απο την αγγλική attention whoring = ατενσιονχοριλίκι)
944. προσοχοκράχτης: αυτός που επιζητεί να είναι διαρκώς στο επίκεντρο της προσοχής με κάθε τίμημα, λόγω υπέρμετρου ναρκισσισμού (μτφ. δ. απο την αγγλική attention whore)
945. προσοχολιμάρα: αυτός που επιζητεί να είναι διαρκώς στο επίκεντρο της προσοχής με κάθε τίμημα, λόγω υπέρμετρου ναρκισσισμού (μτφ. δ. απο την αγγλική attention whore) (© fagano)
946. προσοχολινάτσα: αυτός που επιζητεί να είναι διαρκώς στο επίκεντρο της προσοχής με κάθε τίμημα, λόγω υπέρμετρου ναρκισσισμού (μτφ. δ. απο την αγγλική attention whore)
947. προσοχοπορνίδιο: αυτός που επιζητεί να είναι διαρκώς στο επίκεντρο της προσοχής με κάθε τίμημα, λόγω υπέρμετρου ναρκισσισμού (μτφ. δ. απο την αγγλική attention whore) (© Εσχατόγερος)
948. πρόσπυγο: χαμηλό κάθισμα που μοιάζει με κυλινδρικό μαξιλάρι και τοποθετείται πάνω στο πάτωμα (μτφ. δ. απο τη γαλλική pouf = πουφ)
949. προσυρμικός: άτομο το οποίο εμμονικά επιλέγει συνεχώς τρόπο εμφάνισης, ένδυσης, κόμμωσης, διατροφής, διασκέδασης και γενικά ζωής, ώστε να μην ανήκει ή να είναι υπεράνω του κυριάρχου ρεύματος, παραλλήλως δε επεντρυφεί σε ό,τι τεχνολογικά και καλλιτεχνικά νεωτεριστικό ώστε να προκαταλαμβάνει το κυρίαρχο ρεύμα (μτφ. δ. απο την αγγλική hipster = χίπστερ)
950. προσωπιδησπερίδα: χορός - και, γενικότερα, συγκέντρωση - όπου όλοι οι συμμετέχοντες φορούν μάσκες (μτφ. δ. απο τη γαλλική bal masqué = μπαλ μασκέ)
951. προτομίδα: (ενδυμασία) κοντό πανωφόρι το οποίο συνήθως κλείνει με φερμουάρ και είναι πιο εφαρμοστό στη μέση· μπορεί να είναι αδιάβροχο, υφασμάτινο ή δερμάτινο, να έχει επένδυση ή κουκούλα ή/και τίποτε από τα δύο και περιλαμβάνεται στην καθημερινή αλλά και στην αθλητική ενδυμασία (μτφ. δ. απο τη γαλλική bouffant = μπουφάν)
952. προχαίρομαι: το να συναισθάνεσαι χαρά για κάτι αναμενόμενα ευχάριστο (μτφ. δ. απο τη γερμανική vorfreuen) (© Sοphistes)
953. πρωτεθέορτο: νυχτερινή γιορτή ή διασκέδαση την παραμονή τών Χριστουγέννων και τής Πρωτοχρονιάς (μτφ. δ. απο τη γαλλική réveillon = ρεβεγιόν)
954. πρωτεκτέλεστα: επίρρ. για την εκτέλεση μουσικού κομματιού χωρίς προηγούμενη μελέτη (μτφ. δ. απο την ιταλική prima vista = πρίμα βίστα)
955. πρωτοπαράσταση: η πρώτη παράσταση θεατρικού ή κινηματογραφικού έργου ή η πρώτη εκτέλεση μουσικής σύνθεσης (μτφ. δ. απο τη γαλλική première = πρεμιέρα)
956. πρωτοφοβία: φοβος, ταραχή που δοκιμάζει κανείς, όταν πρόκειται να έρθει σε επαφή με κάτι πρωτόγνωρο (μτφ. δ. απο τη γαλλική trac = τρακ)
957. πτερήλατο: μη επανδρωμένο ιπτάμενο όχημα (μτφ. δ. απο την αγγλική drone)
958. πτεροβέμβικας: μη επανδρωμένο ιπτάμενο όχημα (μτφ. δ. απο την αγγλική drone)
959. πτεροναυλώχημα: (ε.φ.) ιπτάμενο ταξί (μτφ. δ. απο την αγγλική helicab)
960. πτυσσοριπίδα: πτυσσόμενο αντικείμενο που χρησιμοποιείται για να κάνεις αέρα. Ανάλογα με τη χώρα προέλευσης, διαφέρει το σχήμα και τα υλικά κατασκευής. Συνηθέστερα η βάση είναι ξύλινη και το κυρίως σώμα υφασμάτινο (μτφ. δ. απο την ιταλική ventagliο = βεντάλια)
961. πτυχοσκελίδα: (ενδυμασία) είδος παντελονιού που φτάνει μέχρι τα γόνατα και σχηματίζει πολύ φαρδιές πτυχώσεις (μτφ. δ. απο τη λατινική braca = βράκα)
962. πυγομαντεία: είδος μαντικής τέχνης κατά την οποία από την παρατήρηση των οπισθίων ενός ατόμου προβλέπονται τα μέλλοντα να του συμβούν (μτφ. δ. απο την αγγλική rumpology)
963. πυραχτίδα: (ε.φ.) ακτίνα ακτινοβόλου όπλου (μτφ. δ. απο την αγγλική needle beam)
964. πυραχτιδίζω: πυροβολώ με ακτινοβόλο όπλο (μτφ. δ. απο την αγγλική needle)
965. πυραχτιδιστής: ακτινοβόλο όπλο (μτφ. δ. απο την αγγλική needle gun)
966. πυρηνοδοχείο: μικρό πιάτο (μτφ. δ. απο την ιταλική piattello = πιατέλο)
967. πύρολμος: συσκευή γεμάτη εκρηκτικά, χρησιμοποιούμενη για την καταστροφή πραγμάτων (μτφ. δ. απο την ιταλική bomba = μπόμπα)
968. ράβδαρτος: λευκό σταρένιο ψωμί ραβδοειδούς σχήματος (μτφ. δ. απο τη γαλλική baguette = μπαγκέτα)
969. ραβδολάγηνα: λεπτά ατρύπητα μακαρόνια (μτφ. δ. απο την ιταλική spaghetti = σπαγγέτι)
970. ραγοδοκός: το δοκάρι, συνήθως ξύλινο, πάνω στο οποίο στηρίζονται οι μεταλλικές ράγες στο σιδηροδρομικό δίκτυο (μτφ. δ. απο την ιταλική traversa = τραβέρσα)
971. ραπτοκράτης: κορδέλα ιδιαίτερης ανθεκτικότητας που χρησιμοποιείται για να βαστάζει τις ραφές (μτφ. δ. απο τη γαλλική extrafort = εξτραφόρ)
972. ράχυφο: (ράκος + ὑφή) ανθεκτικό βαμαβακερό ύφασμα (μτφ. δ. απο την ιταλική drille = ντρίλι)
973. ρευματόμιτος: καλώδιο μεγάλου μήκους που χρησιμεύει για τη σύνδεση κινητών ηλεκτρικών μηχανών και συσκευών με την ηλεκτρική πηγή (μτφ. δ. απο τη γαλλική baladeuse = μπαλαντέζα)
974. ριψοκινδύνευμα: παρακινδυνευμένη ενέργεια (μτφ. δ. απο την ιταλική rischio = ρίσκο)
975. ροδανόνυχο: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
976. ροιώδες: το χρώμα τού καρπού τής ροδιάς (μτφ. δ. απο τη γαλλική grenat = γκρενά)
977. ρομβόπτυχο: επίθ. για κάτι που είναι επενδυμένο με βαμβακερό ή άλλο ύφασμα, στο οποίο τα γαζιά ή οι πτυχώσεις σχηματίζουν διάφορα σχέδια (μτφ. δ. απο τη γαλλική capitonné = καπιτονέ)
978. ρομβώτιο: (ρόμβος + ωτίον) αυτόματη συσκευή που λειτουργεί με αυτοματισμό ή τηλεχειρισμό και υποκαθιστά τον άνθρωπο σε διάφορες εργασίες (βιομηχανικές, επιστημονικές, κοπιαστικές, επικίνδυνες κ.λπ.). Συνήθως, έχει τη μορφή ανθρώπου, ζώου ή ανθρωποειδούς, σχήμα βραχίονα ή μηχανικής συσκευής (μτφ. δ. απο την τσέχικη robot = ρομπότ)
979. ρομποτάνκ: μη επανδρωμένο ερπυστριοφόρο όχημα (μτφ. δ. απο την αγγλική unmanned ground vehicle) (© Hellegennes)
980. ρομπότης: αυτόματη συσκευή που λειτουργεί με αυτοματισμό ή τηλεχειρισμό και υποκαθιστά τον άνθρωπο σε διάφορες εργασίες (βιομηχανικές, επιστημονικές, κοπιαστικές, επικίνδυνες κ.λπ.). Συνήθως, έχει τη μορφή ανθρώπου, ζώου ή ανθρωποειδούς, σχήμα βραχίονα ή μηχανικής συσκευής (μτφ. δ. απο την τσέχικη robot = ρομπότ) (© κάποιος_Νίκος)
981. ρυθμαποκατάσταση: (μουσική) στον (αρχικό) ρυθμό καθώς και η σχετική μουσική σημειογραφία που δηλώνει την επαναφορά στον αρχικό ρυθμό (μτφ. δ. απο την ιταλική a tempo = α τέμπο)
982. ρυθμεπιτάχυνση: (μουσική) με αυξανόμενη ρυθμική ταχύτητα (μτφ. δ. απο την ιταλική accelarando = ατσελεράντο)
983. ρυμουλκακτίνα: (ε.φ.) ακτίνα ρυμούλκησης σκαφών ή αντικειμένων (μτφ. δ. απο την αγγλική tractor beam)
984. ρυμουλκόγαντζος: εξάρτημα, συνήθως πρόσθετο σε όχημα, με το οποίο γίνεται σύνδεση με άλλο όχημα (μτφ. δ. απο την ιταλική cozzare = κοτσαδόρος)
985. ρωγμοσφραγιστής: αυτός που σφραγίζει τις σχισμές ή ρωγμές των παλαιών ξύλινων πλοίων και βαρκών ή άλλων κατασκευών με ξεφτίσματα από κάβους και στουπί, στριμμένα και ποτισμένα με πίσσα (μτφ. δ. απο την ιταλική calafato = καλαφάτης)
986. σαγμάθαπτο: (σάγμα[σαμάρι] + ἅπτω) η ραφή του παντελονιού στο κάτω μέρος που ενώνει το αριστερό με το δεξιό μπατζάκι (μτφ. δ. απο την ιταλική cavalo = καβάλο)
987. σαλάρτυμα: (σάλος + άρτυμα) συνοδευτικό πιάτο από ανακατεμένα λαχανικά μαζί με λάδι και πιθανόν ξίδι, λεμόνι, μαγιονέζα κλπ (μτφ. δ. απο την ιταλική insalata = σαλάτα)
988. σαρκαυθέντημα: τρυφερό και άλιπο κρέας από το εσωτερικό της σπονδυλικής στήλης του μοσχαριού και χοιρινού (μτφ. δ. απο την ιταλική filetto = φιλέτο)
989. σβουρέλικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner) (© sys3x)
990. σβουροδάκτυλος: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
991. σειραποτύπωση: κινημ. σειρά πλάνων που αποτελούν μια πλήρη ενότητα, με αρχή, μέσο και τέλος, από την άποψη δομής τής ταινίας (μτφ. δ. απο τη γαλλική séquence = σεκάνς)
992. σεληνάποικος: (ε.φ.) κάτοικος της Σελήνης (μτφ. δ. απο την αγγλική lunarian)
993. σεληνένδυμα: (ε.φ.) αστροναυτική στολή κατάλληλη για τη Σελήνη (μτφ. δ. απο την αγγλική moonsuit)
994. σεληνούπολη: (ε.φ.) οικισμός στη Σελήνη (μτφ. δ. απο την αγγλική luna City)
995. σιναπάρτυμα: καρύκευμα φαγητού με τσουχτερή γεύση φτιαγμένο με αλεύρι σιναπιού, ξίδι κ.α. (μτφ. δ. απο την ιταλική mostarda = μουστάρδα)
996. σκέπαυρο: (ε.φ.) πεδίο δυνάμεων που προστατεύει απο επιθέσεις όπλων (μτφ. δ. απο την αγγλική force field)
997. σκευονιπτήρας: μεγάλο δοχείο όπου πλένουν τα μαγειρικά σκεύη στα εστιατόρια (μτφ. δ. απο την ιταλική lenza = λάντζα)
998. σκηνοκαθέκτης: (θεατρ.) κινητό σκηνικό μηχάνημα με το οποίο διευκολύνεται η παρουσίαση και η εξαφάνιση από τη σκηνή προσώπων ή πραγμάτων τού σκηνικού διακόσμου (μτφ. δ. απο την ιταλική trabochetto = τραμπουκέτο)
999. σκιοπρόσθετο: εξάρτημα φακών ηλίου που προσδένονται στα οπτικά γυαλιά (μτφ. δ. απο την αγγλική clip-on)
1000. σκλαβοειδές: αυτόματη συσκευή που λειτουργεί με αυτοματισμό ή τηλεχειρισμό και υποκαθιστά τον άνθρωπο σε διάφορες εργασίες (βιομηχανικές, επιστημονικές, κοπιαστικές, επικίνδυνες κ.λπ.). Συνήθως, έχει τη μορφή ανθρώπου, ζώου ή ανθρωποειδούς, σχήμα βραχίονα ή μηχανικής συσκευής (μτφ. δ. απο την τσέχικη robot = ρομπότ) (© κάποιος_Νίκος)
1001. σκληράκι: (πληροφορική) μεταφερόμενη κάρτα μνήμης χωρίς μηχανικά μέρη για την αποθήκευση υπολογιστικών πληροφοριών (μτφ. δ. απο την αγγλική stick = στικ)
1002. σκοθυμένας: (σκότος + ὑμήν) αντιηλιακή μεμβράνη αυτοκινήτου (μτφ. δ. απο την αγγλική fumé = φιμέ)
1003. σκυροδεματηγό: όχημα με περιστρεφόμενο κάδο το οποίο χρησιμοποιείται για τη μεταφορά έτοιμου σκυροδέματος (μτφ. δ. απο τη γαλλική bétonnière = μπετονιέρα)
1004. σκυροδεματομείκτης: μηχάνημα με περιστρεφόμενο κάδο στον οποίο αναμειγνύονται τα υλικά που χρειάζονται για την παρασκευή του μπετόν (μτφ. δ. απο τη γαλλική bétonnière = μπετονιέρα)
1005. σοβαροδομικό: κάτι το οποίο είναι ταυτόχρονα σοβαρό και εποικοδομητικό (μτφ. δ. απο την αγγλική λεξαποσκευή sercon < serious + constructive)
1006. σπαθευσωμαγωδία: είδος ταινίας στην οποία κυριαρχεί το στοιχείο της μαγείας και των ξιφομαχιών μεταξύ μυωδών πολεμιστών (μτφ. δ. απο την αγγλική sword & sorcery)
1007. σπαρταρέλικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
1008. σπαρταροβέμβικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
1009. σπαρταρόδανο: < σπαρταρο(ρόδανο), ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
1010. σπαρταρόσβιγα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
1011. σπαρταρόσβουρα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
1012. σπαρταροστρόφιγγας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
1013. σπερματοκάλυψη: ερωτική πρακτική κατα την οποία πολλοί άνδρες εκσπερματίζουν στο πρόσωπο μιάς γυναίκας (μτφ. δ. απο την ιαπωνική bukkake = μπουκάκε) (© Dwarven Blacksmith)
1014. σπερματωπότητα: ερωτική πρακτική κατα την οποία ο άνδρας εκσπερματίζει στο πρόσωπο της γυναίκας (μτφ. δ. απο την αγγλική facial)
1015. σταθμευόμετρο: συσκευή που τοποθετείται σε δημόσιες θέσεις στάθμευσης και περιέχει έναν κερματοδέκτη, για να πληρώσει ο οδηγός για τη θέση, καθώς και ένδειξη της ώρας (μτφ. δ. απο τη γαλλική parcomètre = παρκόμετρο)
1016. σταυραδελφειδύλλιο: μη ερωτική-έντονη φιλική σχέση μεταξύ δύο ανδρών (μτφ. δ. απο την αγγλική bromance)
1017. σταυρόπλεκτο: διακοσμητικό μοτίβο σε σχήμα ρόμβου ή τετραγώνου (μτφ. δ. απο τη γαλλική carreau = καρό)
1018. στεγάνημα: (στεγανό + νήμα) σχοινί πλοίου (μτφ. δ. απο την ιταλική salmastra = σαλαμάστρα)
1019. στεγοδιαμέρισμα: ο τελευταίος, ανώτερος όροφος κτηρίου, μικρότερος συνήθως από τους υπόλοιπους, τού οποίου η πρόσοψη δεν φτάνει ως την πρόσοψη τού άλλου οικοδομήματος και ο οποίος έχει συνήθως μεγάλη βεράντα, το διαμέρισμα σε αυτόν τον όροφο (μτφ. δ. απο τη γαλλική retiré = ρετιρέ)
1020. στιλφνυπόδημα: είδος χαμηλού παπουτσιού με γυαλιστερή επιφάνεια (μτφ. δ. απο την ιταλική scarpino = σκαρπίνι)
1021. στιχθηλιοβόλο: στικτός + ἣλιος + βολή (ε.φ.) λέιζερ ακτινοβολίας γάμμα (μτφ. δ. απο την αγγλική graser)
1022. στοιχειοταινία: κινηματογραφική ταινία μικρού ή μεσαίου μήκους πληροφοριακού, εκπαιδευτικού ή ψυχαγωγικού χαρακτήρα, η οποία παρουσιάζει και ερμηνεύει πραγματικά γεγονότα (μτφ. δ. απο τη γαλλική documentaire = ντοκυμαντέρ)
1023. στοιχειοφαντία: κακόβουλη δημοσιοποίηση στοιχείων ενός προσώπου στο διαδίκτυο (μτφ. δ. απο την αγγλική doxxing)
1024. στρατοδιάκονος: στρατιώτης που εκτελεί χρέη ακόλουθου αξιωματικού (μτφ. δ. απο την ιταλική ordinanza = ορντινάντσα)
1025. στρατοφαντασιακό: είδος επιστημονικής φαντασίας όπου δίνεται βαρύτητα στην όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστική περιγραφή μελλοντικών πολεμικών συρράξεων (μτφ. δ. απο την αγγλική military science fiction)
1026. στρογγυλόψωμο: ψωμί σε σχήμα κυκλικό (μτφ. δ. απο την ιταλική caravella = καρβέλι)
1027. στροφανός: (στροφή + φανός > στροφοφανός) φώτα δείκτη κατεύθυνσης, αλλά και το καθένα από τα φώτα οχήματος που αναβοσβήνει με συγκεκριμένη συχνότητα για να προειδοποιήσει τους άλλους ότι το όχημα θα στρίψει αριστερά ή δεξιά (μτφ. δ. απο την αγγλική flash = φλας)
1028. στροφελάχιστο: ο ρυθμός λειτουργίας μιας μηχανής αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας στις χαμηλότερες δυνατές στροφές ανά λεπτό, όταν δηλαδή ο χειριστής δεν πατάει καθόλου το γκάζι (μτφ. δ. απο τη ιταλική ralenti = ρελαντί)
1029. στροφομεταδότης: το κιβώτιο ταχυτήτων τού αυτοκινήτου (μτφ. δ. απο τη γαλλική changement = σασμάν)
1030. συγκρουσωρεία: η σύγκρουση πολλών οχημάτων με το ένα να προσκρούει πάνω στο άλλο (μτφ. δ. απο την ιταλική carambola = καραμπόλα)
1031. συγχορδεύω: συνοδεύω μια μελωδία παίζοντας ακομπανιαμέντα (συγχοργίες)
1032. (μτφ. δ. απο την ιταλική accompagnare = ακομπανιάρω)
1033. συγχυσιοποσία: ερωτική πρακτική κατα την οποία μια γυναίκα πίνει το σπέρμα πολλών ανδρών μέσα απο ένα ποτήρι (μτφ. δ. απο την ιαπωνική gokkun)
1034. συμμοριογαμήσι: ταυτόχρονη ερωτική-συναινετική συνεύρεση πολλών ανδρών με μία γυναίκα (μτφ. δ. απο την αγγλική gangbang) (© Alchemist )
1035. συμμοριτοπάταγος: ταυτόχρονη ερωτική-συναινετική συνεύρεση πολλών ανδρών με μία γυναίκα (μτφ. δ. απο την αγγλική gangbang) (© Τζακ Πάλανς)
1036. συμμυρτώρυξη: συν + μύρτος (αιδοίο) + όρυξη, ερωτική πρακτική κατα την οποία δύο άντρες εισχωρούν ταυτόχρονα στον κόλπο μίας γυναίκας (μτφ. δ. απο την αγγλική double vaginal penetration)
1037. συμπάγιο: (ε.φ.) υλικό ή στοιχείο ανυπέρβλητης ανθεκτικότητας και πυκνότητας (μτφ. δ. απο την αγγλική collapsium)
1038. συμπαντoπύλη: (ε.φ.) πύλη πρόσβασης σε διαφορετικά σημεία του σύμπαντος ή σε παράλληλα σύμπαντα (μτφ. δ. απο την αγγλική gateway)
1039. συμπληρωτισμός: είδος συλλεκτικής μανίας, όπου κάποιος επιθυμεί να συμπληρώσει τη συλλογή του με όλα τα αντικείμενα μίας συγκεκριμένης ομάδας αντικειμένων, π.χ. τα βιβλία ενός συγκεκριμένου συγγραφέα (μτφ. δ. απο την αγγλική completism)
1040. συμπληρωτιστής: άτομο που διακατέχεται απο συμπληρωτισμό (μτφ. δ. απο την αγγλική completist)
1041. συμφορημάγγελμα: ηλεκτρονική διαφήμιση που εμφανίζεται χωρίς εξουσιοδότηση από το χρήστη (μτφ. δ. απο την αγγλική spam = σπαμ) (© κάποιος_Νίκος)
1042. συμφορηματαγγέλτης: άτομο που αποστέλνει διαφημίσεις σε ηλεκτρονικές διευθύνσεις χωρίς εξουσιοδότηση απο τους χρήστες (μτφ. δ. απο την αγγλική spammer = σπάμερ) (© κάποιος_Νίκος)
1043. συναισχύνομαι: το να ντρέπεσαι για την επαίσχυντη κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος άλλος (μτφ. δ. απο τη γερμανική fremdschämen)
1044. συναπτόφθογγα: η σύνδεση τών διαδοχικών φθόγγων μιας μουσικής φράσης χωρίς μεσολάβηση κενού, χωρίς διακοπή (μτφ. δ. απο την ιταλική legato = λεγκάτο) (© Άχθος Αρούρης)
1045. συνδιακωμώδηση: ομαδική κοροϊδία εις βάρος κάποιου (μτφ. δ. απο την ιταλική caso = καζούρα)
1046. συνδίια: η γυναίκα με την οποία χορεύει κάποιος (μτφ. δ. απο την ιταλική dama = ντάμα)
1047. συνεδρότρηση: συν + έδρα + τρήσης, ερωτική στάση κατα την οποία δύο άντρες εισχωρούν ταυτόχρονα στον πρωκτό μίας γυναίκας (μτφ. δ. απο την αγγλική double anal penetration)
1048. συνεντρέπομαι: το να ντρέπεσαι για την επαίσχυντη κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος άλλος (μτφ. δ. απο τη γερμανική fremdschämen) (© Sophistes)
1049. συνθημαθίστιο: (σύνθημα[το] + ἵστιο) πανί ορθογώνιου σχήματος και αρκετά μεγάλων διαστάσεων, πάνω στο οποίο γράφεται ένα σύνθημα· στις δύο του άκρες στερεώνονται δύο ξύλα ώστε να μεταφέρεται από διαδηλωτές ή να τοποθετηθεί σε κάποιο σημείο (μτφ. δ. απο τη γαλλική panneau = πανό)
1050. συννυφάδιασμα: σεξουαλική πράξη όπου συμμετέχουν πολλές γυναίκες και ένας άνδρας (μτφ. δ. απο την αγγλική reverse gangbang)
1051. συνοπτίδιο: μικρό κομμάτι χαρτιού στο οποίο αναγράφονται συνοπτικές πληροφορίες (μτφ. δ. απο τη γαλλική étiquette = ετικέτα)
1052. συντάραγμα: (ιατρ.) το σύνολο των διαταραχών που προκαλούνται από βίαιες μεταβολές της κατάστασης του οργανισμού (σημ. δ. απο τη γαλλική choc = σοκ)
1053. συντηκτωθητήρας: (ε.φ.) κινητήρας διαστημοπλοίου που λειτουργεί με πυρηνική σύντηξη (μτφ. δ. απο την αγγλική torch)
1054. συντηκτωθούμαι: (ε.φ.) το να κινούμαι στο διάστημα μέσω συντηκτωθητήρα (μτφ. δ. απο την αγγλική torch)
1055. συντηκτωθούμενο: (ε.φ.) διαστημόπλοιο κινούμενο με συντηκτωθητήρα (μτφ. δ. απο την αγγλική torchship)
1056. συνυπενθυμιστές: όρος που αναφέρεται επικριτικά στα στελέχη που κατέχουν νευραλγικές θέσεις στην κρατική μηχανή (μτφ. δ. απο τη λατινική nomenclatura = νομενκλατούρα)
1057. συρθαλιέας: αυτός που τρολάρει (μτφ. δ. απο την αγγλική troll = τρολ)
1058. συρθαλιεία: (σύρτης + ἁλιεία) το να χρησιμοποιεί κάποιος πονηρά προκλητικές, σκόπιμα ανόητες ή επιτηδευμένα εκτός θέματος θέσεις και απόψεις σε μία διαδικτυακή συζήτηση με πρόθεση να προκαλέσει και να ερεθίσει άλλους συμμετέχοντες ή να επιφέρει διαταραχή σε μια διαδικτυακή συζήτηση για οποιοδήποτε θέμα και να πετύχει μια αλυσίδα αντιδράσεων από άλλους χρήστες (μτφ. δ. απο την αγγλική trolling = τρολάρισμα)
1059. συριγγίδα: μουσικό όργανο με φυσητήρα και σειρά μεταλλικών γλωσσίδων, καθεμιά από τις οποίες παράγει διαφορετικό τόνο (μτφ. δ. απο την ιταλική fisarmonica = φυσαρμόνικα)
1060. συρμέξεδρο: ειδική εξέδρα πάνω στην οποία τα μανεκέν κάνουν επίδειξη μόδας (μτφ. δ. απο τη γαλλική passerelle = πασαρέλα)
1061. συρμέρισμα: (συρ[μο]μέρισμα) σιδηροδρομικό ή τροχιοδρομικό όχημα (μτφ. δ. απο την ιταλική vagone = βαγόνι)
1062. συρμιαίος: αυτός που ακολουθεί πιστά τη μόδα και κάθε είδους νεωτερισμό (μτφ. δ. απο την ιταλική moderno = μοντέρνος)
1063. συρμόδωμα: διαμέρισμα σιδηροδρομικής άμαξας με μία μόνο σειρά καθισμάτων (μτφ. δ. απο τη γαλλική coupe = κουπέ)
1064. συρμοκόμος: σχεδιαστής νέων μοντέλων ρούχων (μτφ. δ. απο τη γαλλική modéliste = μοντελίστ)
1065. συρμοφάνια: επίδειξη μόδας υψηλής ραπτικής (μτφ. δ. απο τη γαλλική défilé = ντεφιλέ)
1066. σφαιριδιότυψη: παιχνίδι κατά το οποίο ο κάθε παίκτης προσπαθεί, με ένα ειδικό μπαστούνι, να βάλει ένα μπαλάκι σε μια σειρά από τρύπες κάνοντας όσο το δυνατό λιγότερα χτυπήματα (μτφ. δ. απο την αγγλική golf)
1067. σφαιροβίβαση: (αθλ.) η μεταβίβαση της μπάλας σε συμπαίκτη (μτφ δ. απο την ιταλική passare = πάσα)
1068. σφαιροκομία: (αθλ.) (ιδίως στο βόλεΰ, στο τένις και στο πινγκ πονγκ) η πρώτη βολή τής μπάλας, η πρώτη μπαλιά (μτφ. δ. απο τη γαλλική service = σερβίς)
1069. σφαιροκώπη: (σφαίρα + κώπη [κουπί]) όργανο που χρησιμοποιείται για το χτύπημα της σφαίρας στις αθλοπαιδιές του τένις και του πινγκ πονγκ (μτφ. δ. απο την ιταλική racchetta = ρακέτα)
1070. σφαιροτύπτης: μακρύ ραβδί που χρησιμοποιούν οι παίκτες του μπιλιάρδου (μτφ. δ. απο την ιταλική stecca = στέκα)
1071. σφιχθηλίδα: (σφικτός + ἧλος) είδος μεταλλικής λαβίδας που χρησιμοποιείται για τη συγκράτηση, σύλληψη, αφαίρεση κτλ. αντικειμένου (μτφ. δ. απο την ιταλική pince = πένσα)
1072. σφιχτοκρύπτης: είδος φανέλας που φοριόταν πάνω από τον κορσέ και κάτω από το ρούχο (μτφ. δ. απο τη γαλλική cache‐corset = κασκορσέ)
1073. σφυροσφαίριση: είδος παιχνιδιού κατά το οποίο κάθε παίκτης προσπαθεί με ένα ξύλινο σφυρί να περάσει μια ξύλινη μπάλα μέσα από μικρά τόξα χωμένα στο έδαφος (μτφ. δ. απο τη γαλλική croquet = κροκέ)
1074. σχισματοφράζω: επιχρίω με στόκο (μτφ. δ. απο την ιταλική stoccare = στοκάρω)
1075. σωκρατίσκος: αυτός που τρολάρει (μτφ. δ. απο την αγγλική troll = τρολ) (© clot)
1076. σωματομοιότυπο: τεχνητό αντίγραφο ενός ανθρωπίνου σώματος (μτφ. δ. απο την αγγλική morph)
1077. ταινιομορφότυπο: μορφότυπο ανταλλαγής γραφικών (μτφ. δ. απο την αγγλική Graphics Interchange Format = gif)
1078. ταξιδόσακος: ταξιδιωτικός σάκος (μτφ. δ. απο τη γαλλική sac de voyage = σακ βουαγιάζ) (© κάποιος_Νίκος)
1079. ταξιδωρρανάρτηση: (ταξιδι + ιδωρροή + αναρτηση) ανάρτηση σε ιστολόγιο απο βίντεο (ιδωρροές) παρμένα σε ταξίδια (μτφ. δ. απο την αγγλική travel vlogging)
1080. ταπητοπέλτης: τύπος υποδήματος ανοιχτού, συνήθως αλλ' όχι πάντα στο πίσω μέρος· φοριέται μέσα στο σπίτι, χωρίς κάλτσες συνήθως και είναι πολύ βολική (μτφ. δ. απο την ιταλική pantofola = παντόφλα)
1081. ταρσυψωτής: υπερυψωμένο τμήμα του παπουτσιού ακριβώς κάτω από τη φτέρνα (μτφ. δ. απο την ιταλική taccone = τακούνι)
1082. ταυρισμός: επαναλαμβανόμενες επιθετικές, βίαιες ή εκφοβιστικές πράξεις και συμπεριφορές ενός ατόμου ή συνόλου ατόμων προς κάποιο πρόσωπο που (ενδεχομένως) για κάποιο λόγο ξεχωρίζει ή διαφέρει από τον θύτη ή τους θύτες (μτφ. δ. απο την αγγλική bullying = μπούλινγκ) (© Εσχατόγερος)
1083. ταχιστόρρυθμα: η μέγιστη δυνατή ταχύτητα στην εκτέλεση μουσικού κομματιού (μτφ. δ. απο την ιταλική presto = πρέστο)
1084. τεγοπέδιο: η επίπεδη στέγη ενός σπιτιού, συνήθως πολυκατοικίας (μτφ. δ. απο την βενετική terrazza = ταράτσα)
1085. τελικιαίος: αυτός που καταφέρνει να φτάσει στο τέλος ενός διαγωνισμού (μτφ. δ. απο τη γαλλική finaliste = φιναλίστ)
1086. τελωραΐζω: επεξεργάζομαι επιμελώς την τελική εμφάνιση ενός προϊόντος (μτφ. δ. απο την ιταλική finire = φινίρω)
1087. τενθρήνιο: μη επανδρωμένο ιπτάμενο όχημα (σημ. δ. απο την αγγλική drone) (© Sophistes)
1088. τεραδυφιόγραμμα: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 12η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Terrabyte) (© Spiros252)
1089. τεραλλόχθονο: (τέρας + αλλόχθονο) (ε.φ.) εξωγήινο τέρας (μτφ. δ. απο την αγγλική alien = άλιεν)
1090. τερατογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 12η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Terrabyte)
1091. τερατοφάι: τροφή προερχόμενη απο γονιδιακά μεταλλαγμένους οργανισμούς (μτφ. δ. απο την αγγλική frankenfood)
1092. τεσσεροπάρτουζο: ερωτικό όργιο με τέσσερις συμμετέχοντες (μτφ. δ. απο την αγγλική foursome) (© clot)
1093. τεταρτόλειψο: που δεν καλύπτει το σύνολο επιφάνειας σώματος (για ρούχα, εξαρτήματα ένδυσης) ή που εμφανίζει το αντικείμενο που φωτογραφίζεται σε κλίση, ώστε να είναι ορατά τα τρία τέταρτα της συνολικής επιφάνειας (μτφ. δ. απο τη γαλλική trois quarts = τρουακάρ)
1094. τετραβεμβικό: μη επανδρωμένο ιπτάμενο όχημα που διαθέτει τέσσερα στροφεία (μτφ. δ. απο την αγγλική quacopter)
1095. τετραγυνανδροχεία: ταυτόχρονη ερωτική συνεύρεση τεσσάρων γυναικών με έναν άνδρα (μτφ. δ. απο το αγγλικό ακρωνύμιο ffffm)
1096. τετραγύνοιφος: άνδρας ο οποίος συνευρίσκεται ερωτικά με τέσσερις γυναίκες ταυτόχρονα (μτφ. δ. απο την αγγλική ffffm lucky guy)
1097. τετρακισογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 30η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Geopbyte)
1098. τετραλειχάλυσος: (τέσσερα + λείχω + άλυσος) σεξουαλική πράξη τεσσάρων, όπου έκαστος συμμετέχων κάνει στοματικό έρωτα σε έναν άλλον, σχηματίζοντες έτσι μια κλειστή αλυσίδα (μτφ. δ. απο την αγγλική foursome daisy chain)
1099. τετρανδροδόχος: γυναίκα η οποία συνευρίσκεται ερωτικά με τέσσερις άνδρες ταυτόχρονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fmmmm lady)
1100. τετραπέλη: (τέσσερα + τρέπω > τετρατραπέλη) η δεσμίδα των παιγνιοχάρτων (μτφ. δ. απο την ιταλική trappola = τράπουλα)
1101. τετραπλοβάτεμα: ερώτικη πράξη όπου συμμετέχουν τέσσερις άνδρες και μία γυναίκα (μτφ. δ. απο το αγγλικό ακρωνύμιο fmmmm)
1102. τετραστερίτης: πλανήτης ο οποίος βρίσκεται σε τροχιά γύρω απο ένα τετραπλό αστρικό σύστημα (μτφ. δ. απο την αγγλική circumquaternary planet)
1103. τετροχεία: ερωτικό όργιο με τέσσερις συμμετέχοντες (μτφ. δ. απο την αγγλική foursome)
1104. τεχναρίστευμα: εξαιρετική εμφάνιση ή ερμηνεία κάποιου (ομάδας, αθλητή, ηθοποιού, κ.λπ.) (μτφ. δ. απο τη γαλλική récital = ρεσιτάλ)
1105. τεχνολογητεία: (ε.φ.) τρίτος νόμος του Άρθουρ Κλαρκ που λεει πως κάθε προηγμένη τεχνολογία δεν μπορεί να διακριθεί απο την μαγεία (μτφ. δ. απο την αγγλική Clarke's Third Law)
1106. τεχνοπάθεια: (ε.φ.) συνομιλία δύο ή περισσοτέρων ατόμων μέσω της σκέψης τους, η οποία αναμεταδίδεται με τεχνητά μέσα, κυρίως μέσω εγκεφαλικών εμφυτευμάτων, τεχνητή τηλεπάθεια (μτφ. δ. απο την αγγλική synthetic telepathy) (© Spiros252)
1107. τεχνοσέντονο: (ε.φ.) επεξηγηματικό κείμενο περι της αναφερομένης τεχνολογίας εντός ενός μυθιστορήματος (μτφ. δ. απο την αγγλική expository lump)
1108. τηγανοτινάζω: τρόπος μαγειρέματος κατα τον οποίο το φαγητό τηγανίζεται με ελάχιστο ή καθόλου λάδι ή μαγειρικό λίπος (μτφ. δ. απο τη γαλλική sauter = σοτέ)
1109. τηγανοτίναχτο: σοταρισμένο φαγητό (μτφ. δ. απο τη γαλλική sauté = σοτέ)
1110. τηλεβελόνα: συσκευή που συνδέεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και διευκολύνει την επιλογή και την πλοήγηση επί της οθόνης, το ποντίκι (μτφ. δ. απο την αγγλική mouse) (© Nostalgia)
1111. τηλεδρομέας: συσκευή που συνδέεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και διευκολύνει την επιλογή και την πλοήγηση επί της οθόνης, το ποντίκι (μτφ. δ. απο την αγγλική mouse) (© don't speak)
1112. τηλεκαταδότης: συσκευή που συνδέεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και διευκολύνει την επιλογή και την πλοήγηση επί της οθόνης, το ποντίκι (μτφ. δ. απο την αγγλική mouse) (© Nostalgia)
1113. τηλεκατευθυντήρας: συσκευή που συνδέεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και διευκολύνει την επιλογή και την πλοήγηση επί της οθόνης, το ποντίκι (μτφ. δ. απο την αγγλική mouse) (© Nostalgia)
1114. τηλεκτροπάθεια: (ε.φ.) τηλεπαθητική ικανότητα μέσω της οποίας είναι δυνατός ο έλεγχος μηχανημάτων, ηλεκτρονικών συσκευών ή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας (μτφ. δ. απο την αγγλική technopathy) (© Spiros252)
1115. τηλενδοσυναίσθηση: (ε.φ.) η εξ τεραστίας αποστάσεως συναισθηματική ταύτιση με την ψυχική κατάσταση ενός άλλου ατόμου, και η κατανόηση της συμπεριφοράς και των κινήτρων του (μτφ. δ. απο την αγγλική telempathic)
1116. τηλεοχεία: αποστολή αισθησιακών μηνυμάτων, φωτογραφιών ή βίντεο μέσω υπολογιστή ή κινητού τηλεφώνου (μτφ. δ. απο την αγγλική sexting)
1117. τηλετεχνολογοπάθεια: (ε.φ.) τηλεπαθητική ικανότητα μέσω της οποίας είναι δυνατός ο έλεγχος μηχανημάτων, ηλεκτρονικών συσκευών ή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας (μτφ. δ. απο την αγγλική technopathy) (© killerbee)
1118. τηλεωρίτης: μη επανδρωμένο ιπτάμενο όχημα που χρησιμοποιείται για παρακολούθηση (μτφ. δ. απο την αγγλική observation drone)
1119. τιμαλφοκούτι: μικρή θήκη στην οποία τοποθετούνται χρυσαφικά (μτφ. δ. απο την ιταλική cassettina = κασετίνα)
1120. τιτανοκέλυφος: υποθετική μεγακατασκευή η οποία περικλείει έναν αστέρα και συσσωρεύει την ενέργεια που ο αστέρας εκπέμπει (μτφ. δ. απο την αγγλική dyson sphere = σφαίρα του Ντάισον) (© κάποιος_Νίκος)
1121. τοίχαπτο: τραπέζι με δύο πόδια, που από την άλλη πλευρά του στηρίζεται σε τοίχο, ημιτραπέζιο έπιπλο με μαρμάρινη επιφάνεια (μτφ. δ. απο τη γαλλική console = κονσόλα)
1122. τοιχοδορά: επίστρωμα εσωτερικών τοίχων κατοικίας από ειδικό χαρτί, ύφασμα ή πλαστικό για λόγους προστασίας και διακόσμησης (μτφ. δ. απο την ιταλική tappezzeria = ταπετσαρία)
1123. τοιχοδοραλείβω: καλύπτω εσωτερικό τοίχο με επίστρωμα εσωτερικών τοίχων κατοικίας από ειδικό χαρτί, ύφασμα ή πλαστικό για λόγους προστασίας και διακόσμησης (μτφ. δ. απο την ιταλική tappezzare = ταπετσάρω)
1124. τοιχοκνημίδα: το πλαίσιο από σανίδια, πλάκες ή μάρμαρα στο κάτω μέρος τών εσωτερικών τοίχων οικοδομής για διακόσμηση τών τοίχων και για προφύλαξή τους από φθορά (μτφ. δ. απο την ιταλική passamento = πασαμέντο)
1125. τοιχολύχνιο: φωτιστικό φτιαγμένο ειδικά για να τοποθετηθεί στον (μτφ. δ. απο τη γαλλική applique = απλίκα)
1126. τοιχοφημία: φύλλο χαρτιού (ή από άλλο υλικό) που κολλιέται σε τοίχους ή ειδικούς χώρους και με το οποίο γνωστοποιείται ή ανακοινώνεται κάτι δημόσια (μτφ. δ. απο την γαλλική affiche = αφίσα)
1127. τορνάμμιλος: (τόρνος + άμμιλος [γλυκό γενεθλίων]) γλυκό με βασικά συστατικά αλεύρι, ζάχαρη, αβγά και λάδι ή βούτυρο, συχνά με άλλα πρόσθετα όπως φρούτα, που φτιάχνεται στο φούρνο· σερβίρεται ειδικά σε γενέθλια, ονομαστικές γιορτές (μτφ. δ. απο την λατινική torta = τούρτα)
1128. τραχυδέτης: το χριτς χρατς, δυο επιφάνειες η μια με μικροσκοπικές θηλιές η άλλη με μικροσκοπικά γαντζάκια που όταν εφάπτονται με ελαφρή πίεση σταθεροποιούνται για να κλείσουν παπούτσια, ρούχα, τσάντες, θήκες κ.α. (μτφ. δ. απο την αγγλική εμπορική ονομασία velcro)
1129. τριανδροδόχος: γυναίκα η οποία συνευρίσκεται ερωτικά με τρεις άνδρες ταυτόχρονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fmmm lady)
1130. τριανταφυλλίσκος: δαχτυλίδι με μικρά πετράδια σε σχήμα ρόδου, γλυπτό ρόδο, έμβλημα παρασήμου σε σχήμα μικρού ρόδου που φοριέται στο πέτο (μτφ. δ. απο την ιταλική rosetta = ροζέτα)
1131. τριαστερίτης: πλανήτης ο οποίος βρίσκεται σε τροχιά γύρω απο ένα τριπλό αστρικό σύστημα (μτφ. δ. απο την αγγλική circumternary planet)
1132. τριβαρόσβουρο: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
1133. τριβεμβικό: μη επανδρωμένο ιπτάμενο όχημα που διαθέτει τρία στροφεία (μτφ. δ. απο την αγγλική tricopter)
1134. τριγυνανδροχεία: ταυτόχρονη ερωτική συνεύρεση τριών γυναικών με έναν άνδρα (μτφ. δ. απο το αγγλικό ακρωνύμιο fffm)
1135. τριγύνοιφος: άνδρας ο οποίος συνευρίσκεται ερωτικά με τρεις γυναίκες ταυτόχρονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fffm lucky guy)
1136. τριθήλανδρο: ταυτόχρονη ερωτική συνεύρεση τριών γυναικών με έναν άνδρα (μτφ. δ. απο το αγγλικό ακρωνύμιο fffm) (© clot)
1137. τριλειχάλυσος: (τρία + λείχω + άλυσος) σεξουαλική πράξη τριών ατόμων όπου έκαστος συμμετέχων κάνει στοματικό έρωτα σε έναν άλλον, σχηματίζοντες έτσι μια κλειστή αλυσίδα (μτφ. δ. απο την αγγλική threesome daisy chain)
1138. τριμέρισμα: διαμέρισμα με ένα δωμάτιο, που νοικιάζεται συνήθως σε εργένηδες, φοιτητές, κ.α (μτφ. δ. απο τη γαλλική garçonnière = γκαρσονιέρα)
1139. τριμυριόφυλλο: γλυκό με συνήθως τρείς στρώσεις φύλλων σφολιάτας που εναλλάσσονται με κρέμα ζαχαροπλαστικής, πασπαλισμένο με άχνη (μτφ. δ. απο τη γαλλική mille‐feuille = μιλφέιγ)
1140. τριοπληστία: (τρι + οπ[ο + π]ίμπλημι) ερωτική πράξη κατα την οποία μία γυναίκα συνουσιάζεται, σοδομίζεται και πεοθηλάζει ταυτόχρονα (μτφ. δ. απο την αγγλική airtight sex)
1141. τριοχεία: ερωτικό όργιο με τρεις συμμετέχοντες (μτφ. δ. απο την αγγλική threesome) (© Yochanan)
1142. τριπλοβάτεμα: ερώτικη πράξη όπου συμμετέχουν τρεις άνδρες και μία γυναίκα (μτφ. δ. απο το αγγλικό ακρωνύμιο fmmm)
1143. τρισηλιόχθονας: γαιόμορφος πλανήτης ο οποίος βρίσκεται σε τροχιά γύρω απο ένα τριπλό αστρικό σύστημα (μτφ. δ. απο την αγγλική circumternary earth-like planet)
1144. τρισογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 27η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Brontobyte)
1145. τριτωδόστοιχο: (τρίτος + ὀδών [δόντι] + στοίχος) τεχνητή επικολλούμενη οδοντοστοιχία (μτφ. δ. απο την ιταλική mascella = μασέλα)
1146. τριφυλλέλικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
1147. τριφυλλοβέμβικας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
1148. τριφυλλορόδανο: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
1149. τριφυλλόσβιγα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
1150. τριφυλλόσβουρα: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
1151. τριφυλλοστρόφιγγας: ελικοειδής επίπεδη σβούρα με στηριζόμενο σε κυλισιοτριβέα περιστρεφόμενο άξονα (μτφ. δ. απο την αγγλική fidget spinner)
1152. τρομιουργία: σκηνή, ή υπόθεση τρόμου, αποδίδεται κυρίως ως χαρακτηρισμός κινηματογραφικών έργων τρόμου (μτφ. δ. απο τη γαλλική grand‐guignol = γκρανγκινιόλ)
1153. τροφεκθέτης: μεγάλο ρηχό πιάτο για σερβίρισμα (μτφ. δ. απο την ιταλική piattella = πιατέλα)
1154. τρόφολμος: τρόφιμο ή άλλο προϊόν που αλλοιώνεται εύκολα, διατηρημένο σε καλή κατάσταση μέσα σε αεροστεγές δοχείο μετά από κατάλληλη επεξεργασία (μτφ. δ. απο την ιταλική conserva = κονσέρβα)
1155. τροχαλωθονίζω: κινώ κείμενο, προς τα πάνω ή προς τα κάτω, στην οθόνη του υπολογιστή (μτφ. δ. απο την ιταλική rollare = ρολάρω)
1156. τροχαλωτό: είδος κλωστής, κυρίως για κέντημα (μτφ. δ. απο τη γαλλική moulinée = μουλινέ)
1157. τροχηρίδες: (τροχός + ἔρεισμα) βοηθητικοί τροχοί παιδικών ποδηλάτων
1158. τροχόδραμα: είδος δραματικής ταινίας που εκτυλίσσεται κατα την διάρκεια ενός αυτοκινητιστικού ταξιδιού (μτφ. δ. απο την αγγλική road movie)
1159. τροχοπρατήριο: αυτοκίνητο, ειδικά διαρρυθμισμένο, που σταθμεύει σε εθνικές οδούς και πουλάει τρόφιμα και αναψυκτικά (μτφ. δ. απο την ιταλική cantina = καντίνα)
1160. τροχοπτέρυγο: ιπτάμενο αυτοκίνητο (μτφ. δ. απο την αγγλική aerocar)
1161. τσουχτρεύωδο: οινοπνευματώδες αρωματικό υγρό που επαλείφεται στο δέρμα μετά το ξύρισμα (μτφ. δ. απο την αγγλική after shave = άφτερ-σείβ)
1162. τυμπαναλτήρας: τυμπανοειδές όργανο γυμναστικής στο οποίο εκτινάζεται ένας αθλητής επιτυγχάνοντας ψηλά επι τόπου άλματα (μτφ. δ. απο την ιταλική trampolino = τραμπολίνο)
1163. τυμπανοβατήρας: τυμπανοειδές όργανο γυμναστικής στο οποίο εκτινάζεται ένας αθλητής επιτυγχάνοντας ψηλά επι τόπου άλματα (μτφ. δ. απο την ιταλική trampolino = τραμπολίνο)
1164. τυρόπομφο: είδος φαγητού που περιέχει διάφορα τυριά και, καθώς ψήνεται στο φούρνο, φουσκώνει (μτφ. δ. απο τη γαλλική soufflé = σουφλέ)
1165. υαλάγυνος: (υα[λο]λάγυνος) επιτραπέζια γυάλινη φιάλη (μτφ. δ. απο την ιταλική caraffa = καράφα)
1166. υαλοδόριο: γυαλιστερό δέρμα πολυτελείας, τα λουστρίνια, παπούτσια απ’ αυτό το δέρμα (μτφ. δ. απο την ιταλική lustrino = λουστρίνι)
1167. υαλοπροθήκη: η προθήκη καταστήματος όπου τοποθετούνται επιλεγμένα εμπορεύματα πίσω από τζάμι, ώστε να είναι ορατά από το δρόμο (μτφ. δ. απο τη γαλλική vitrine = βιτρίνα)
1168. υβρίδεσμος: (υβρίδιο + δεσμός) φιλική σχέση δύο ατόμων, όπου ο μεν επιθυμεί να μετατραπεί σε ερωτική ο δε όχι (μτφ. δ. απο την αγγλική friendzone)
1169. υγραναπνοή: αναπνοή μέσω καταλλήλου υγρού που κατακλύει τους πνεύμονες (μτφ. δ. απο την αγγλική liquid breathing)
1170. υδραυλοκλειδοκύμβαλο: μηχανικό πιάνο του οποίου τα πλήκτρα κινούνται με κατάλληλο μηχανισμό (μτφ. δ. απο την ιταλική pianola = πιανόλα)
1171. υδροβομβίσκος: μη επανδρωμένο σκάφος επιφανείας (σημ. δ. απο την αγγλική unmanned surface vehicle) (© Sophistes)
1172. υδρογονάντλιο: (ε.φ.) χωνοειδές εξάρτημα υλαδραχτηγού διαστημοπλοίου (ramjet) το οποίο συλλέγει τα μόρια υδρογόνου του διαστρικού χώρου (μτφ. δ. απο την αγγλική ramscoop)
1173. υδροζίγγος: μη επανδρωμένο σκάφος επιφανείας (σημ. δ. απο την αγγλική unmanned surface vehicle) (© Sophistes)
1174. υδροθροΐσκος: μη επανδρωμένο σκάφος επιφανείας (σημ. δ. απο την αγγλική unmanned surface vehicle) (© Sophistes)
1175. υδροϊθύνωπο: μη επανδρωμένο σκάφος επιφανείας (μτφ. δ. απο την αγγλική unmanned surface vehicle)
1176. υδρομβώτιο: μη επανδρωμένο σκάφος επιφανείας (μτφ. δ. απο την αγγλική unmanned surface vehicle)
1177. υδρομπότ: (υδρο[ρο]μπότ) μη επανδρωμένο σκάφος επιφανείας (μτφ. δ. απο την αγγλική unmanned surface vehicle) (© Hellegennes)
1178. υδροπύραυλος: υποβρύχιο βλήμα που εκτοξεύεται από υποβρύχια ή πλοία επιφανείας με σκοπό την ανατίναξη εχθρικών πλοίων (μτφ. δ. απο τη γαλλική torpille = τορπίλη) (© Αlchemist)
1179. υδροτενθρήνιο: μη επανδρωμένο σκάφος επιφανείας (σημ. δ. απο την αγγλική unmanned surface vehicle) (© Sophistes)
1180. υδροχαύνω: βάζω κάτι σε υγρό συνήθως για να μαλακώσει (μτφ. δ. απο την ισπανική molliare = μουλιάζω)
1181. υλαδραχτηγό (σκάφος του Bussard): υποθετικό διαστημόπλοιο, που χρησιμοποιεί ως καύσιμο του κινητήρα-αντιδραστήρα σύντηξης την διαστρική ύλη, η οποία συγκεντρώνεται κατα την κίνηση του σκάφους με ένα χωνοειδές μαγνητικό πεδίο που βρίσκεται στην πλώρη του διαστημοπλοίου (μτφ. δ. απο την αγγλική Bussard ramjet)
1182. υλογιστρόνιο: (ε.φ.) μορφή ύλης η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ηλεκτρονικός υπολογιστής (μτφ. δ. απο την αγγλική computronium) (© Spiros252)
1183. υλοπάγουρο: ξύλινο δοχείο κρασιού (μτφ. δ. απο την ιταλική ciotola = τσότρα)
1184. υλοπίθαρος: ξύλινο δοχείο για κρασί (μτφ. δ. απο την ιταλική flaska = πλόσκα)
1185. υμεναλτήρας τυμπανοειδές όργανο γυμναστικής στο οποίο εκτινάζεται ένας αθλητής επιτυγχάνοντας ψηλά επι τόπου άλματα (μτφ. δ. απο την ιταλική trampolino = τραμπολίνο)
1186. υμενοβατήρας: τυμπανοειδές όργανο γυμναστικής στο οποίο εκτινάζεται ένας αθλητής επιτυγχάνοντας ψηλά επι τόπου άλματα (μτφ. δ. απο την ιταλική trampolino = τραμπολίνο)
1187. υμενοτυπία: διάφανη μεμβράνη με εικόνα, που μπορεί να κολληθεί σε λεία επιφάνεια, συνήθως μόνο με νερό (μτφ. δ. απο την ιταλική decalcomania = χαλκομανία)
1188. υπoσύμπαν: (ε.φ.) σύμπαν το οποίο συνυπάρχει με το γνωστό και στο οποίο όμως ισχύουν διαφορετικοί φυσικοί νόμοι, όπως π.χ. το ότι είναι δυνατή διαμέσω αυτού μια ταχύτερη του φωτός τηλεπικοινωνία (μτφ. δ. απο την αγγλική subspace)
1189. υπαιθρόγευμα: προχειρο υπαίθριο γεύμα, σε εκδρομή (μτφ. δ. απο τη γαλλική pique-nique = πικνίκ)
1190. υπαμφίσκη: είδος φαρδιού και ελαφρού γυναικείου πουκάμισου, ευρύχωρος γυναικείος χιτώνας (μτφ. δ. απο την ιταλική camisole = καμιζόλα)
1191. υπεδώδιμο: τραπεζομάντηλο μαζί με όλα τα επιτραπέζια σκεύη (μτφ. δ. απο τη γαλλική couvert = κουβέρ)
1192. υπεραδρανειακό: (ε.φ.) πεδίο μέσα στο οποίο ακινητοποιούνται όλα τα σώματα (μτφ. δ. απο την αγγλική stasis field)
1193. υπεραντικλείδι: κλειδί με το οποίο μπορούν να ανοιχτούν όλες οι κλειδαριές (μτφ. δ. απο τη γαλλική passe‐partout = πασπαρτού)
1194. υπερεκπομπή: είδος εκπομπής που αναφέρεται στη αποστολή ενός μηνύματος - πακέτου σε όλους τους δέκτες που ανήκουν στο υποδίκτυο ενός δικτύου υπολογιστών (μτφ. δ. απο την αγγλική broadcast) (© Sophistes),
1195. υπερηχόβλημα: πύραυλος που κινείται ταχύτερα του ήχου (μτφ. δ. απο την αγγλική supersonic missile) (© κάποιος_Νίκος)
1196. υπερκρασία: η προταθείσα απο τον Πλανκ φυσική μονάδα μέτρησης της θερμοκρασίας, η Πλανκ θερμοκρασία (© Spiros252)
1197. υπερλυκωκύτητα: ταχύτητα μεγαλύτερη του φωτός (μτφ. δ. απο τη γερμανική Überlichtgeschwindigkeit)
1198. υπερνεολαμφοδεύω: (ε.φ.) το να πορεύεται ένα άστρο στο να εκραγεί ως υπερνεολαμπές (μτφ. δ. απο την αγγλική go nova)
1199. υπερυθραπορροφητήρας: μονωτικό υλικό το οποίο απορροφά την υπέρυθρη ακτινοβολία (μτφ. δ. απο την αγγλική infrared absorption metamaterial) (© Spiros252),
1200. υπερυθροδεστής: μονωτικό υλικό το οποίο απορροφά την υπέρυθρη ακτινοβολία (μτφ. δ. απο την αγγλική infrared absorption metamaterial)
Τελευταία επεξεργασία από Αρχειδήμων σε 13 Μάιος 2018, 23:43, έχει επεξεργασθεί 1 φορά συνολικά.
0 .

Άβαταρ μέλους
Αρχειδήμων
Rookie poster
Rookie poster
Δημοσιεύσεις: 90
Τοποθεσία: Βασίλειο των Τόνγκα

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Αρχειδήμων » 13 Μάιος 2018, 23:25

1201. υπερφωτώθηση: κίνηση με ταχύτητα μεγαλύτερη του φωτός (μτφ. δ. απο την αγγλική faster than light)
1202. υπερφωτωθητήρας: κινητήρας με τον οποίον επιτυγχάνονται ταχύτητες μεγαλύτερες εκείνης του φωτός (μτφ. δ. απο την αγγλική overdrive)
1203. υπερωθητήρας: (ε.φ.) μηχανισμός ώθησης διαστημοπλοίων που τα επιτρέπει να μεταβαίνουν σε ένα παράλληλο ή ανώτερο διαστατικά σύμπαν και να κινούνται ταχύτερα του φωτός (μτφ. δ. απο την αγγλική hyperdrive)
1204. υπερωκύτητα: (ε.φ.) ταχύτητα μεγαλύτερη του φωτός (μτφ. δ. απο την αγγλική hyperspeed)
1205. υποαιθέρας: (ε.φ.) υποθετικό μέσο που καταλαμβάνει όλο το σύμπαν και αλληλεπιδρά ασθενώς με την ηλεκτρομαγνητική δύναμη (μτφ. δ. απο την αγγλική sub-ether) (© Alchemist)
1206. υποβαθρεπιβάτης: άτομο το οποίο εσκεμμένα ή μη καταστρέφει με την φυσική του παρουσία την αισθητική του φόντου μιας φωτογράφισης (μτφ. δ. απο την αγγλική photo bomber)
1207. υποβαθρεπιβίβαση: η εισβολή στο φόντο μιας φωτογράφισης (μτφ. δ. απο την αγγλική photobomb)
1208. υποβαθρότυπο: επαναλαμβανόμενο, συνήθως, διακοσμητικό στοιχείο σε μια σύνθεση (μτφ. δ. απο την ιταλική motivo = μοτίβο)
1209. υποδεκτήριο: ευρύχωρος χώρος, συνήθως σε θέατρο, κινηματογράφο ή άλλο μέρος κοινωνικών εκδηλώσεων, ο οποίος εξυπηρετεί την υποδοχή των θεατών ή των επισκεπτών αλλά και την παραμονή τους σε περιόδους διαλειμμάτων (μτφ. δ. απο τη γαλλική foyer = φουαγιέ)
1210. υποδυτήριο: δωματιάκι στα παρασκήνια ενός θεάτρου, που εξυπηρετεί τους ηθοποιούς (μτφ. δ. απο την ιταλική camerino = καμαρίνι)
1211. υποκέντιο: βαμβακερό ύφασμα, συνήθως με προσχέδιο, πάνω στο οποιο γίνεται το κέντημα (μτφ. δ. απο τη γαλλική étamine = εταμίνα)
1212. υποκόχλιο: μικρός κύκλος από δέρμα, καουτσούκ ή μέταλλο που χρησιμεύει για το καλύτερο σφίξιμο της βίδας (μτφ. δ. απο την ιταλική rondella = ροδέλα)
1213. υπολυκωκέως: επίρρ. για κάτι του οποίου η ταχύτητα είναι μικρότερη του φωτός (μτφ. δ. απο την αγγλική sublight)
1214. υπολυκωκύς: (ε.φ.) επίθ. για κάποιον που κινείται με ταχύτητα μικρότερη του φωτός (μτφ. δ. απο την αγγλική sublight)
1215. υπολυκωκύτητα: ταχύτητα μικρότερη του φωτός (μτφ. δ. απο την αγγλική sublight)
1216. υπολυχνόφαντο: ημιδιάφανο σχέδιο που με ειδική τεχνική αποτυπώνεται στη μάζα χαρτιού και είναι εμφανές, όταν κρατήσει κανείς το χαρτί κόντρα στο φως (μτφ. δ. απο τη γαλλική filigrane = φιλιγκράν)
1217. υποπήχιο: το μπράτσο την καρέκλας ή της πολυθρόνας (μτφ. δ. απο την ιταλική braccio = μπράτσο)
1218. υπόσυμπαν: (ε.φ.) σύμπαν στο οποίο εκτυλίσσεται μία ιστορία ε.φ. (μτφ. δ. απο την αγγλική alternate universe)
1219. υποτροχιόδρομος: ηλεκτρικός σιδηρόδρομος, υπόγειος ή ημιυπόγειος, που εξυπηρετεί μια μεγάλη πόλη (μτφ. δ. απο τη γαλλική métro = μετρό)
1220. υπωμίδα: στρώμα υλικού, συνήθως από βαμβάκι, που μπαίνει κάτω από το εξωτερικό ύφασμα, για να ενίσχυσει κάποιο σημείο, συνήθως τους ώμους (μτφ. δ. απο την ιταλική ovatta = βάτα)
1221. υστεραγχίνοια: καθυστερημένα ειπωμένη κατάλληλη απάντηση (μτφ. δ. απο τη γαλλική l’esprit de l’escalier)
1222. υστερονεωτερισμός: καλλιτεχνικό ή γενικότερα πνευματικό ρεύμα που αμφισβητεί τις σύγχρονες συνήθειες, θεωρίες και πρακτικές και αναζητά κάτι καινούργιο (μτφ. δ. απο την αγγλική metamodernism = μεταμοντερνισμός)
1223. υφιμάτιο: πρόσθετη λουρίδα υφάσματος που ράβεται για μάκρεμα, φάρδεμα ή διακόσμηση στο κύριο ύφασμα (μτφ. δ. απο την ιταλική fascia = φάσια)
1224. υφοδοτώ: δημιουργώ καλλιτεχνικό έργο με ορισμένη τεχνοτροπία (μτφ. δ. απο την ιταλική stilizzare = στιλιζάρω)
1225. υψιθέσιο: κάθισμα που μοιάζει με καρέκλα αλλά συνήθως υψηλότερο, χωρίς πλάτη και μπράτσα (μτφ. δ. απο τη γαλλική escabeau = σκαμπό)
1226. υψικεράτιο: το πνευστό ορειχάλκινο μουσικό όργανο, όμοιο με την τρομπέτα αλλά μικρότερων διαστάσεων και υψηλότερης τονικής έκτασης, που χρησιμοποιείται κυρίως στη σύγχρονη τζαζ (μτφ. δ. απο την ιταλική cornetto = κορνέτο)
1227. υψοτονόφθογγα: μέθοδος μουσικής ανάγνωσης, που συνίσταται στο να διακρίνονται ακουστικά οι ρυθμικές και μελωδικές αξίες των φθόγγων (μτφ. δ. απο τη γαλλική solfège = σολφέζ)
1228. φαγοπρεπίδι: το κάθετι πρόσθετο για λόγους διακόσμησης ενός φαγητού (μτφ. δ. απο τη γαλλική garniture = γαρνιτούρα)
1229. φαιδρόρρυθμος: (μουσική) εύθυμος ρυθμός (μτφ. δ. απο την ιταλική allegro = αλέγκρο)
1230. φαιόπυρρo: σκούρο ξανθό χρώμα (μτφ. δ. απο τη γαλλική cendré = σαντρέ)
1231. φαντασιακόλουθος: φαντασιακό + ακόλουθος (ε.φ.) οπαδός του φαντασιακού μυθιστορήματος ή της επιστημονικής φαντασίας, ο οποίος συμμετέχει ενεργά σε σχετικές εκδηλώσεις ή είναι μέλος σχετικής ομάδας (μτφ. δ. απο την αγγλική actifan)
1232. φαντασιακοφανές: είδος λογοτεχνίας ή κινηματογράφου που μοιάζει μεν με τα αντίστοιχα είδη επιστημονικής φαντασίας, αλλα ανήκει στο κυρίαρχο ρεύμα (μτφ. δ. απο την αγγλική slipstream)
1233. φαντασιδίωμα: αργκώ των οπαδών επιστημονικής φαντασίας (μτφ. δ. απο την αγγλική fanspeak)
1234. φαντασιομελόδραμα: (ε.φ.) είδος επιστημονικής φαντασίας με μελό περιεχόμενο, που αποσκοπεί δηλαδή στην εύκολη συγκίνηση τών αναγνωστών (μτφ. δ. απο την αγγλική feelie)
1235. φελλοκοχλίας: σπειροειδές εργαλείο σαν τρυπάνι που μπήγεται στα πώματα από φελλό και βοηθά στον αποπωματισμό, ο εκπωματιστήρας (μτφ. δ. απο τη γαλλική tire‐bouchon = τιρμπουσόν)
1236. φερελπιδομάναρο: ο προστατευόμενος φέρελπις (μτφ. δ. απο τη γαλλική poulain = πουλέν)
1237. φιλόφιλος: άτομο με το οποίο συνευρίσκεται κάποιος, αραιά και που, αποκλειστικά και μόνο για να συνουσιάζεται μαζί του (μτφ. δ. απο την αγγλικη fuckbuddy) (© Τζακ Πάλανς)
1238. φλοιογίγαντας: γιγαντιαίος πλανήτης χωρίς πυρήνα αποτελούμενος απο έναν πετρώδη φλοιό (μτφ. δ. απο την αγγλική giant rocky mantle)
1239. φορτοδιάδρομος: κεκλιμένο επίπεδο, τοποθετημένο έτσι που να επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ δύο οριζόντιων επιπέδων, όταν αυτά βρίσκονται σε διαφορετικό ύψος (μτφ. δ. απο τη γαλλική rampe = ράμπα)
1240. φρακτεπαδαμάντινο: η τεχνική τής περίκλειστης σμάλτωσης καθώς και τα προϊόντα τής τεχνικής αυτής, η οποία συνίσταται σε συγκόλληση επάνω σε μεταλλική επιφάνεια, σύμφωνα με το περίγραμμα τού σχεδίου, λεπτών μεταλλικών λωρίδων και στο γέμισμα με σμάλτο τών δημιουργούμενων κυψελωτών χώρων, τών αποκαλούμενων κλουαζόν (μτφ. δ. απο τη γαλλική cloisonné = κλουαζονέ)
1241. φρηναυδία: (ε.φ.) συνομιλία δύο ή περισσοτέρων ατόμων μέσω της σκέψης τους, η οποία αναμεταδίδεται με τεχνητά μέσα, κυρίως μέσω εγκεφαλικών εμφυτευμάτων, η τεχνητή τηλεπάθεια (μτφ. δ. απο την αγγλική synthetic telepathy)
1242. φρηναυδώ: (ε.φ.) το να συνομιλώ μέσω τεχνητής τηλεπάθειας
1243. φρυγανένδυτο: σφαιρικό ή κυλινδρικό παρασκεύασμα από πουρέ πατάτας, κιμά, ψάρι κ.λπ., πασπαλισμένο με τριμμένη φρυγανιά και βουτηγμένο σε χτυπημένο αβγό πριν από το τηγάνισμα (μτφ. δ. απο τη γαλλική croquette = κροκέτα)
1244. φτεροβόας: γυναικείο περιλαίμιο με χρωματιστά φτερά (μτφ. δ. απο τη γαλλική boa = μποά)
1245. φυγοφρουρώ: αλλάζω βάρδια φρουράς (μτφ. δ. απο την ιταλική scansare = σκαντζάρω)
1246. φυλλανοιχτής: υπάλληλος χαρτοπαικτικής λέσχης που επιβλέπει το ποντάρισμα τών παικτών, μοιράζει τα κέρδη στους παίκτες και συγκεντρώνει τα χρήματα τού πάγκου (μτφ. δ. απο τη γαλλική croupier = κρουπιέρης)
1247. φυλλοκράτηση: χαρτοπαικτικός όρος που δηλώνει ότι οι παίκτες δεν θέλουν να αλλάξουν φύλλα (μτφ δ. απο τη γαλλική servi = σερβί)
1248. φωταντλητής: (ε.φ.) σμήνος αληλοσυνδεομένων δορυφόρων που σχηματίζουν νέφος τριγύρω απο ένα άστρο και αντλούν ενέργεια απο την ακτινοβολία του (μτφ. δ. απο την αγγλική stellar engine)
1249. φωτερυθροφάγος: μονωτικό υλικό το οποίο απορροφά την υπέρυθρη ακτινοβολία (μτφ. δ. απο την αγγλική infrared absorption metamaterial) (© Spiros252),
1250. φωτονιοφάγος: μονωτικό υλικό το οποίο απορροφά την υπέρυθρη ακτινοβολία (μτφ. δ. απο την αγγλική infrared absorption metamaterial) (© Spiros252),
1251. φωτοστικταγγέλλω: το να στέλνω πληροφορίες μέσω φωτοστικταγγέλτη (μτφ. δ. απο την αγγλική tight-beam v)
1252. φωτοστικταγγέλτης: εξάρτημα το οποίο μεταδίδει πληροφορίες μέσω ακτινοβολίας λέιζερ (μτφ. δ. απο την αγγλική tight-beam)
1253. φωτοστικτοβόλο: (ε.φ.) όπλο που εκπέμπει ακτινοβολία λέιζερ (μτφ. δ. απο την αγγλική laser gun)
1254. φωτοσφαίριο: το ημισφαίριο ενός πλανήτη με σύγχρονη περιστροφή που είναι στραμμένο πάντα προς το άστρο (μτφ. δ. απο την αγγλική dayside) (© Spiros252)
1255. φωτοσφαιροβόλο: (ε.φ.) όπλο το οποίο εκσφενδονίζει ακτινοβολία με τη μορφή σφαιρικών παλμών (μτφ. δ. απο την αγγλική disruptor)
1256. χαλαρόλικνο: βρεφικό κάθισμα (μτφ. δ. απο την αγγλική relax = ριλάξ)
1257. χαλικουκκίδα: χαλίκι που χρησιμοποιείται στην οικοδομική (μτφ. δ. απο την ιταλική garbuglio = γαρμπίλι)
1258. χαρθέλικας: στενή και χρωματιστή χάρτινη ταινία, τυλιγμένη σε κύλινδρο, που, καθώς ρίχνεται, ξετυλίγεται στον αέρα και η οποία χρησιμοποιείται σε διάφορες μεγάλες γιορτές (μτφ. δ. απο τη γαλλική serpentin = σερπαντίνα)
1259. χαρτονίδιο: κομμάτι χαρτονιού, μικρών διαστάσεων (μτφ. δ. απο την ιταλική carta = κάρτα)
1260. χαρτονίσκος: κάρτα στην οποία καταγράφονται διάφορα δεδομένα και η οποία φυλάσσεται μαζί με άλλες καρτέλες, συνήθως ειδικά ταξινομημένες (μτφ. δ. απο την ιταλική cartella = καρτέλα)
1261. χασματοπλωρικό: (ε.φ.) επίθ. για διαστημόπλοιο του οποίου το πλήρωμα αναπαράγεται βιολογικά και μπορεί έτσι να αναπληρώνεται απο τις επερχόμενες γενιές καθώς βρίσκεται σε ένα πάρα πολύ μακρινό διαστρικό ταξίδι (μτφ. δ. απο την αγγλική generation)
1262. χειλογραφίδα: σκεύασμα ερυθρού, συνήθως, χρώματος με το οποίο οι γυναίκες βάφουν τα χείλη τους, το κοκκινάδι (μτφ. δ. απο τη γαλλική crayon = κραγιόν)
1263. χειραποξέστης: οδοντωτή λίμα (μτφ. δ. απο την ιταλική raspa = ράσπα)
1264. χειρεκκινητής: χειροκίνητος μοχλός για την περιστροφή μηχανής (μτφ. δ. απο την ιταλική manovella = μανιβέλα)
1265. χειροδείκτης: συσκευή που συνδέεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και διευκολύνει την επιλογή και την πλοήγηση επί της οθόνης, το ποντίκι (μτφ. δ. απο την αγγλική mouse) (© m@stermind)
1266. χειροτεροβελτιώνω: το να χειροτερεύει κάτι κατά την προσπάθεια να βελτιωθεί (μτφ. δ. απο τη γερμανική verschlimmbessern)
1267. χερσαίοχος: (χερσαίος + οχός [όχημα]) τετράτροχο μονοθέσιο όχημα χωρίς οροφή κατάλληλο για ανώμαλο έδαφος (μτφ. δ. απο την αγγλική quad [γουρούνα]) (© κάποιος_Νίκος)
1268. χθονιώτης (ε.φ.) κάτοικος της Γης, χωρίς απαραίτητα να κατάγεται απο τη Γη (μτφ. δ. απο την αγγλική earthperson)
1269. χθονοδέσμιος: (ε.φ.) άτομο που δεν έχει ταξιδέψει ποτέ εκτός της Γης (μτφ. δ. απο την αγγλική earthman)
1270. χιλιογδήκιστο: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 3η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Kilobyte)
1271. χιλιοδυφιόγραμμα: μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφορίας στα υπολογιστικά συστήματα, που αντιστοιχεί σε 10 εις την 3η byte (μτφ. δ. απο την αγγλική Kilobyte) (© Spiros252)
1272. χλευωλεθρία: πλήρης αποτυχία (μτφ. δ. απο την ιταλική fiasco = φιάσκο)
1273. χλιδοροικία: (χλιδή + όρος + οίκος) εξοχικό σπίτι στο βουνό που αντιγράφει ελβετικό πρότυπο (μτφ. δ. απο τη γαλλική chalet = σαλέ)
1274. χλιδοσκήνωση: πολυτελής κατασκήνωση (μτφ. δ. απο την αγγλική glamping)
1275. χλιδωμάτιο: πολυτελές δωμάτιο ξενοδοχείου (μτφ. δ. απο τη γαλλική suite = σουίτα)
1276. χλιδώχημα: πολυτελές αυτοκίνητο (μτφ. δ. απο τη γαλλική limousine = λιμουζίνα)
1277. χλωροξειδώστρωση: στρώμα οξειδώσεως με πρασινωπό χρώμα που σχηματίζεται στην επιφάνεια παλιών μεταλλικών αντικειμένων (μτφ. δ. απο την ιταλική patina = πατίνα)
1278. χοντροπροτομίδα: είδος αμάνικης μπλούζας (μτφ. δ. απο την ιταλική casaca = καζάκα)
1279. χορδαγχόνη: το κινητό μικρό ραβδί που προσαρμόζεται κάθετα στο ανώτερο σημείο τής λαβής μερικών έγχορδων οργάνων, κυρίως τού μαντολίνου και τής κιθάρας, και χρησιμεύει στη ρύθμιση τού ήχου τών χορδών τους (μτφ. δ. απο τη γαλλική capotasto = καποτάστο)
1280. χορδεντομή: εντομή βέλους όπου μπαίνει η χορδή του τόξου (μτφ. δ. απο την ιταλική cocca = κόκα)
1281. χορδονυγματώδες: (μουσ.) παραγωγή ήχου από έγχορδα όργανα με νύξη των χορδών (μτφ. δ. απο την ιταλική pizzicato = πιτσικάτο)
1282. χορδοξεία: η χορδή ενός μουσικού οργάνου που δίνει τον λεπτότερο ήχο (μτφ. δ. απο την ιταλική cantino = καντίνι)
1283. χορδοτύμπανο: είδος μικρού τυμπάνου το οποίο χρησιμοποιούν κυρίως οι φαντάροι (μτφ. δ. απο την ιταλική tamburlo = ταμπούρλο)
1284. χορευθυντήρας: μικρή ξύλινη ράβδος με την οποία ο αρχιμουσικός διευθύνει την ορχήστρα (μτφ. δ. απο την ιταλική bacchetta = μπαγκέτα)
1285. χοροπέδιο: επίπεδος και συνήθως στρογγυλός χώρος σε κέντρο ψυχαγωγίας, κατάλληλος για χορό (μτφ. δ. απο τη γαλλική piste = πίστα)
1286. χρεοπροπληρωμή: προπληρωμή έναντι οφειλής μισθού, χρέους ή οικονομικής υποχρέωσης εν γένει (μτφ. δ. απο την ιταλική avanzo = αβάντζα)
1287. χρονατραπός: (ε.φ.) η γραμμή την οποία διαγράφει ο κυλιόμενος χρόνος, ή η γραμμή την οποία διανύει ένας χρονοταξιδιώτης (μτφ. δ. απο την αγγλική timepath)
1288. χρονόνιο: η προταθείσα απο τον Πλανκ φυσική μονάδα μέτρησης του χρόνου, ο Πλανκ χρόνος (© Spiros252)
1289. χρονόρρευμα: (ε.φ.) η γραμμή την οποία διαγράφει ο κυλιόμενος χρόνος, ή η γραμμή την οποία διανύει ένας χρονοταξιδιώτης (μτφ. δ. απο την αγγλική timepath) (© Spiros252)
1290. χρονοταξιδοσκόπιο: (ε.φ.) όργανο ένδειξης χρονικής τοποθεσίας που χρησιμοποιεί ένας χρονοταξιδιώτης (μτφ. δ. απο την αγγλική time viewer)
1291. χρυσόμηλο: η τομάτα (μτφ. δ. απο την αζτεκική tomatl) (© κάποιος_Νίκος)
1292. χρωστηρίζω: βάφω με πινέλο (μτφ. δ. απο την ιταλική pennelare = πινελάρω)
1293. χτενόπηνος: (πήνος = πανί) ύφασμα που τοποθετούν οι γυναίκες στους ώμους κατά το χτένισμα (μτφ. δ. απο τη γαλλική peignoir = πενιουάρ)
1294. χωροεκπομπή: τεχνική διευθυνσιοδότησης και δρομολόγησης δικτύων, κατά τον οποίο τα πακέτα δρομολογούνται σε δέκτες που βρίσκονται σε έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο (μτφ. δ. απο την αγγλική geocast)
1295. χώρχερο: κινητό τηλέφωνο το οποίο κρεμειέται στο αυτί αφήνοντας ελεύθερα τα χέρια (μτφ. δ. απο την αγγλική hands-free) (© LOUROS)
1296. ψευδεφοπαδός: (ε.φ.) ψεύτικος οπαδός της επιστημονικής φαντασίας (μτφ. δ. απο την αγγλική fakefan)
1297. ψηφιδοκωτό: (ψηφι[δο]δοκωτό) δάπεδο φτιαγμένο με μικρά τεμάχια επεξεργασμένου ξύλου (μτφ. δ. απο τη γαλλική parquet = παρκέ)
1298. ψηφιομνημοφορέας: (πληροφορική) μεταφερόμενη κάρτα μνήμης χωρίς μηχανικά μέρη για την αποθήκευση υπολογιστικών πληροφοριών (μτφ. δ. απο την αγγλική stick = στικ) (© stavmanr)
1299. ψιαθικό: γεωμετρικό σχήμα που προκύπτει όταν ένα σύνολο από ευθείες ή καμπύλες γραμμές υπερκαλύπτεται από ένα άλλο σύνολο τέτοιων γραμμών (μτφ. δ. απο τη γαλλική moiré = μουαρέ)
1300. ψιάθυφο: είδος υφάσματος, συνήθως μεταξωτού, με στιλπνή και κυματοειδή όψη (μτφ. δ. απο τη γαλλική moiré = μουαρέ)
1301. ψυλλόνιο: η προταθείσα απο τον Πλανκ φυσική μονάδα μέτρησης της μάζα;, η Πλανκ μάζα (© Spiros252)
1302. ψυχόριγος: βαθυτάτη συγκίνηση από ένα μοναδικό έργο τέχνης (μτφ. δ. απο την ισπανική duende) (© Spiros252)
1303. ψυχοτροπάθεια: (ε.φ.) τηλεπαθητική ικανότητα μέσω της οποίας είναι δυνατός ο έλεγχος μηχανημάτων, ηλεκτρονικών συσκευών ή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας (μτφ. δ. απο την αγγλική technopathy) (© Spiros252)
1304. ψυχραγέρι: διαπεραστικός, κρύος άνεμος (μτφ. δ. απο την τουρκική ayaz = αγιάζι)
1305. ωθησαχτίδα: (ε.φ.) ακτίνα η οποία προκαλεί ώθηση στο αντικείμενο στο οποίο πέφτει (μτφ. δ. απο την αγγλική pressor beam)
1306. ωθησαχτιδοβόλο: (ε.φ) εξάρτημα που εκπέμπει ακτίνες οι οποίες προκαλούν ώθηση αντικειμένων (μτφ. δ. απο την αγγλική pressor)
1307. ωκεανόχθονας: πλανήτης ο οποίος αποτελείται κυρίως απο νερό, έχει έναν παγωμένο πυρήνα και η επιφάνειά του καταλαμβάνεται απο έναν άνησο ωκεανό (μτφ. δ. απο την αγγλική ocean planet)
1308. ωκυδρομία: (αθλ.) αγώνας δρόμου (μτφ. δ. απο τη γαλλική course = κούρσα)
0 .

Άβαταρ μέλους
Αρχειδήμων
Rookie poster
Rookie poster
Δημοσιεύσεις: 90
Τοποθεσία: Βασίλειο των Τόνγκα

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Αρχειδήμων » 14 Μάιος 2018, 00:28

Και παρακάτω όλη η παραπάνω λίστα σε pdf

1308 Νεολογισμοί.pdf
Δεν έχετε τα απαραίτητα δικαιώματα για να δείτε τα συνημμένα αρχεία σε αυτήν τη δημοσίευση.
0 .

Άβαταρ μέλους
Αρχειδήμων
Rookie poster
Rookie poster
Δημοσιεύσεις: 90
Τοποθεσία: Βασίλειο των Τόνγκα

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Αρχειδήμων » 17 Μάιος 2018, 01:56

event manager: συμβαντεθυντής, συμβαντοργανωτής, οργανωσιοκόμος

κάνω λάικ: αντιχειροπροτείνω

like magnet: αντιχειρέλκτης, αντιχειροδεικτούμενος, μαγνηταντίχειρας

like counter: προσεγκριτοδείκτης, αρεστομετρητής, αντιχειρογράφος

exculpability: αθωωσιμότητα
0 .

Άβαταρ μέλους
Αρχειδήμων
Rookie poster
Rookie poster
Δημοσιεύσεις: 90
Τοποθεσία: Βασίλειο των Τόνγκα

Re: Νεολογισμοί για λέξεις που δεν υπάρχουν στα ελληνικά

Δημοσίευσηαπό Αρχειδήμων » 18 Μάιος 2018, 22:58

προσφατοδείκτης: ενσωματωμένη σε ιστοσελίδα λειτουργία η οποία εμφανίζει τα νήματα στα οποία έχει προσφάτως αναρτηθεί κάποια δημοσίευση (μτφ. δ. απο την αγγλική recent posts widget)
0 .


Επιστροφή σε “Γλωσσολογία”