ΓΕΝΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ)

Σημειώσεις για τα μαθήματα και παλιά θέματα.
Άβαταρ μέλους
Adminović
Sloboda Narodu
Sloboda Narodu
Δημοσιεύσεις: 15406
Τοποθεσία: F.R. Liberland

ΓΕΝΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ)

Δημοσίευσηαπό Adminović » 20 Μάιος 2015, 09:45

Το Ποινικό Δίκαιο αποτελεί το σύνολο των κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν τον τρόπο άσκησης της ποινικής εξουσίας, (δηλαδή της επιβολής των προβλεπομένων ποινών επί άδικων πράξεων που τιμωρούνται από τον Νόμο), μιας Πολιτείας, από θεσμοθετημένα όργανα όπως προβλέπει το Σύνταγμα της κάθε χώρας.


Βασικές Έννοιες
1. Κανένα έγκλημα, καμιά ποινή χωρίς νόμο (nullum crimen, nulla poena sine lege)
Η αρχή πηγάζει από το άρθρο 7 Σ και στο 1 ΠΚ και είναι η θεμελιώδης αρχή του ΠΔ. Ο ποινικός νόμος πρέπει να είναι ένας γραπτός νόμος. Επόμενο είναι ότι το έθιμο δεν μπορεί να είναι πηγή ποινικού δικαίου αφού δεν είναι δυνατό να θεσπιστούν εθιμικά εγκληματικές συμπεριφορές. Το έθιμο μπορεί μόνο να εξαλείψει το αξιόποινο μια πράξης και όχι να θεμελιώσει το άδικο ή να το επιτείνει. Πχ ο δάσκαλος που κτυπά με τον χάρακα χέρι μαθητή προβαίνει σε ελαφρά σωματική βλάβη, ωστόσο το έθιμο εξαλείφει το αξιόποινο.

Με βάση την παραπάνω αρχή απορρέουν 4 επιμέρους αρχές που πρέπει να διέπουν κάθε νόμο. Ο ποινικός νόμος πρέπει να είναι:
-γραπτός (δηλαδή ο τυπικός ή ουσιαστικός νόμος και όχι το έθιμο ή άγραφοι κανόνες)
-συγκεκριμένος (να προβλέπεται η παράνομη συμπεριφορά και η ποινή - απαγορεύεται η αναλογική εφαρμογή του νόμου, αλλά δεν αποκλείεται η τελολογική ερμηνεία)
-σαφής (πρέπει να περιγράφεται επακριβώς και με ευκρίνεια η παράνομη συμπεριφορά)
-προηγούμενος της συμπεριφοράς (απαγορεύεται η η θέσπιση αναδρομικής ισχύος νόμου, που είναι δυσμενής για δράστη ενώ εφαρμόζεται με βάση το αρθ.2 ΠΚ ο επιεικέστερος).
Οι αρχές αυτές έχουν σκοπό να προστατεύσουν τον πολίτη και γι’ αυτό ισχύουν μόνο όταν πρόκειται να θεμελιωθεί ή να επαυξηθεί το αξιόποινο και δεν υπάρχει κανένας λόγος να ισχύουν όταν μειώνεται ή εξαλείφεται η αξιόποινη πράξη.

2. Οι ποινές και τα μέτρα ασφαλείας
Η ποινή μπορεί να οριστεί ως κάτι κακό, που επιβάλλεται στο δράστη ως ένδειξη της ιδιαίτερης αποδοκιμασίας της έννομης τάξης προς την πράξη του. Ο σκοπός της ποινής επικεντρώνεται στην ειδική (η μη τέλεση άλλων εγκλημάτων από τον ίδιο τον δράστη) και γενική (η μη τέλεση εγκλημάτων από άλλα μέλη της κοινωνίας) πρόληψη του εγκλήματος.
Οι ποινές διακρίνονται σε κύριες και σε παρεπόμενες. Οι κύριες διακρίνονται σε στερητικές της ελευθερίας (κάθειρξη, φυλάκιση από 10 μέρες έως 5 χρόνια, περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων 13-18 ετών από 6 μήνες ως 10 έτη, περιορισμός σε ψυχιατρικό κατάστημα, κράτηση ως 1 μήνα ΠΚ 51) και σε ποινές σε χρήμα (χρηματική ποινή 150 έως 1500 ευρώ και το πρόστιμο 29 – 590 ευρώ). Οι παρεπόμενες ποινές είναι :
- η αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων
– η απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος
– η δημοσίευση της καταδικαστικής απόφασης
– η δήμευση

Είναι μέσο προστασίας της κοινωνίας από τον κίνδυνο που προκαλεί η προσωπικότητα κάποιου ή η ύπαρξη ορισμένων αντικειμένων που έχουν σχετιστεί με το έγκλημα. Τα κυριότερα μέτρα ασφαλείας είναι :
- η φύλαξη ακαταλόγιστων εγκλημάτων ΠΚ 69
– η εισαγωγή αλκοολικών και τοξικομανών σε θεραπευτικό κατάστημα ΠΚ 71
– η παραπομπή σε κατάστημα εργασίας ΠΚ 72
– η απαγόρευση διαμονής ΠΚ 73 σε ορισμένο τόπο
– η απέλαση αλλοδαπού ΠΚ 74
– η δήμευση της παρ. 2 ΠΚ 76
– τα αναμορφωτικά μέτρα στους ανηλίκους ΠΚ 122.

3. Εγκλήματα με στοιχεία αλλοδαπότητας
Εγκλήματα που τελούν ημεδαποί στην αλλοδαπή
Ακολουθείται η αρχή της ιθαγένειας με την οποία το κράτος ενδιαφέρεται να δικάζει εγκλήματα που τελούν οι πολίτες του αρκεί να είναι αξιόποινα και κατά τους νόμους της χώρας που τελέστηκαν ΠΚ 5. Αν δεν είναι εφαρμόζονται οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι μόνο για εσχάτη προδοσία κατά του ελληνικού κράτους ,τα σχετικά με τη στρατιωτική υπηρεσία, πειρατεία, σχετικά με το νόμισμα, ναρκωτικά, σωματεμπορία κλπ (ΠΚ 8).

Εγκλήματα που τελούν αλλοδαποί στην αλλοδαπή
Οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται για πράξεις αλλοδαπών στην αλλοδαπή αρκεί να είναι αξιόποινες και κατά τους νόμους που τελέστηκαν ΠΚ 5. Επίσης εφαρμόζονται και για τα εγκλήματα του ΠΚ 8.
Η ποινική δίωξη για πράξη που τελέστηκε στην αλλοδαπή αποκλείεται με το ΠΚ 9 α) αν ο υπαίτιος αθωώθηκε ή καταδικάστηκε και εξέτισε όλη την ποινή του β) αν η πράξη ή η ποινή έχει παραγραφεί ή χαριστεί σύμφωνα με τον αλλοδαπό νόμο γ) αν σύμφωνα με τον
αλλοδαπό νόμο απαιτείται έγκληση για τη δίωξη και τέτοια έγκληση δεν υποβλήθηκε.

Το Έγκλημα
1. Ορισμός και στοιχεία του εγκλήματος
Σύμφωνα με ΠΚ 14 έγκλημα είναι πράξη άδικη και καταλογιστή στο δράστη, η οποία τιμωρείται από το νόμο. Τα βασικά δομικά στοιχεία του εγκλήματος (ειδική υπόσταση του εγκλήματος) είναι η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση.

Για να καταλήξουμε πως έχουμε έγκλημα πρέπει να ελέγξουμε τα ακόλουθα:
1. Αν έχουμε μία πράξη (ή παράλειψη) ποινικώς ενδιαφέρουσα. Αν όχι ο έλεγχος σταματά εδώ.
2. Αν η πράξη πληροί την αντικειμενική υπόσταση κάποιου εγκλήματος. Αν δεν την πληροί η ποινική διερεύνηση σταματά εδώ. Αν πληρούται (και υπάρχουν και τα τυχόν απαιτούμενα υποκειμενικά στοιχεία του αδίκου) τότε η πράξη είναι καταρχήν άδικη.
3. Ελέγχουμε αν υπάρχει η απαιτούμενη από το νόμο υπαιτιότητα. Αν δεν υπάρχει ο έλεγχος σταματά εδώ. Αν υπάρχει τότε η πράξη είναι καταρχήν άδικη και καταρχήν κατάλογιστή.
4. Ελέγχουμε αν συντρέχει κάποιος λόγος άρσης του αδίκου (πχ άμυνα, κατάσταση ανάγκης κλπ). Αν υπάρχει η πράξη δεν είναι τελειωτικά άδικη και η ποινική διερεύνηση σταματά εδώ. Αν δεν υπάρχει η πράξη είναι τελειωτικά άδικη.
5. Ελέγχουμε αν υπάρχει κάποιος λόγος άρσης του καταλογισμού πχ ΠΚ 34.34 παρ.2 κλπ. Αν υπάρχει η πράξη δεν είναι τελειωτικά καταλογιστή και ο έλεγχος τελειώνει εδώ. Αν δεν υπάρχει λόγος η τελειωτικά άδικη πράξη είναι και υποχρεωτικά τελειωτικά καταλογιστή και η διερεύνηση συνεχίζεται.
6. Αν ο νόμος απαιτεί τη συνδρομή κάποιου εξωτερικού όρου του αξιοποίνου πχ αυτοκτονία ή απόπειρα αυτοκτονίας στο ΠΚ 301 πρέπει να συντρέχει και αυτός για να είναι η πράξη αξιόποινη.
7. Ελέγχουμε αν υπάρχει λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαλλαγής από την ποινή. Αν δεν συντρέχει τότε η πράξη είναι και αξιόποινη και επομένως είναι έγκλημα.

Πράξη
Υπάρχουν συμπεριφορές που δεν συνιστούν πράξη κατά το ποινικό δίκαιο. Το δικαστήριο δεν ασχολείται με τέτοιες πράξεις. Για να ασχοληθεί το δικαστήριο με μια πράξη αυτή πρέπει να έχει τις παρακάτω ιδιότητες:
- ανθρώπινη πράξη
- εξωτερικευμένη πράξη
- εκούσια πράξη
Η εκούσια πράξη ονομάζεται και ελεγχόμενη μυϊκή ενέργεια.

Ανθρώπινη πράξη: Τα στοιχεία της φύσης και τα ζώα δεν πράττουν. Όταν όμως το ζώο κατευθύνεται από το άνθρωπο ώστε να κάνει την πράξη που κάνει, τότε μπορεί να υπάρξει πράξη που ανήκει στον ιδιοκτήτη του ζώου, δηλαδή σε άνθρωπο. Το ζώο στο δίκαιο θεωρείται πράγμα. Τα πράγματα δεν πράττουν. Επίσης σε κάποιες χώρες ακόμα και τα νομικά πρόσωπα θεωρούνται ότι ασκούν πράξη, και εφόσον αυτή η πράξη είναι άδικη και είναι έγκλημα τιμωρείται με χρηματική ποινή, στέρηση λειτουργίας και άδειας και διάλυση αυτού του νομικού προσώπου. Έχουν ευθύνη και οι ιδιοκτήτες των νομικών προσώπων. Αυτό όμως όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα δεν ισχύει ακόμα στην Ελλάδα καθώς τα νομικά πρόσωπα είναι κατά πλάσμα δικαίου πρόσωπα και δεν έχουν συνείδηση. Σε περιπτώσεις που ο "δράστης" είναι νομικό πρόσωπο στη θέση του τιμωρούνται τα φυσικά πρόσωπα που το εκπροσωπούν και δρουν γι’ αυτό.

Εξωτερικευμένη πράξη: Η σκέψη ενός ανθρώπου δεν μπορεί να αποτελέσει πράξη αυτού του ανθρώπου. Εάν υπάρχει υλοποίηση της σκέψης σε μυϊκή λειτουργία τότε μπορεί να έχουμε εξωτερίκευση της πράξης. Η μυϊκή κίνηση πρέπει να επιδράσει σε κάποιον άλλο πρόσωπο ή και γενικά στον κοινωνικό χώρο. Αρκεί να μπορούσε να επιδράσει ή να επέδρασε τελικά στον κοινωνικό χώρο. Εάν κάνουμε την πράξη αυτή μόνοι μας όταν είμαστε στο σπίτι καταρχήν δεν υπάρχει σύμφωνα και με τα παραπάνω εξωτερικευμένη πράξη και επίδραση στο κοινωνικό χώρο. Αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις που παρόλο κάνει μόνο του ένα άτομο την πράξη π.χ. χρησιμοποιήσει κάποιος ναρκωτικά στο σπίτι του υπάρχει πιθανότητα αυτή η πράξη να επιδράσει και τον κοινωνικό χώρο γιατί δεν εγγυάται κανείς ότι δεν θα βγεί ο δράστης έξω και δεν θα σκοτώσει τον γείτονα. Δηλαδή τελικά αν η μυϊκή κίνηση επηρεάζει τον κοινωνικό χώρο έχουμε εξωτερίκευση της πράξης.

Εκούσια πράξη: Είναι η συμπεριφορά όταν η μυϊκή κίνηση που κάνει το άτομο είναι αποτέλεσμα του εγκεφάλου και της συνείδησης του. Δεν έχει σημασία το αποτέλεσμα της πράξης. Δεν είναι η ηθελημένη πράξη, αλλά η ηθελημένη μυϊκή κίνηση. Υπάρχουν όμως και εξαιρέσεις. Για παράδειγμα η ακαταμάχητη σωματική βία δεν αποτελεί εκούσια πράξη (δηλαδή αν μας σπρώξει κάποιος άλλος και εμείς πέσουμε πάνω σε κάποιον άλλον και του προκαλέσουμε σωματική βλάβη). Δεν μας ενδιαφέρει από πού εκπορεύεται η ακαταμάχητη σωματική βία, αλλά αν υπάρχει βία ή όχι. Δεύτερη εξαίρεση είναι αν η μυϊκή κίνηση δεν είναι αποτέλεσμα της συνείδησης μας (π.χ. αν στον ύπνο μου βρίσω κάποιον και το ακούσει αυτός, αφού δεν γίνεται με την εντολή της συνείδησης μου). Ότι γίνεται σε τέτοια κατάσταση είναι όμως πράξη κατά κάποιους θεωρητικούς. Παράλληλα είναι και εκούσια πράξη αλλά παρόλο αυτό πάλι δεν τιμωρείται. Πάντως η κρατούσε γνώμη αποδέχεται ότι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μπορεί να υπάρξει πράξη, άρα έγκλημα άρα και τιμωρία. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση νάρκωσης και υπνωτισμού. Πρέπει να υπάρχει πλήρης απάλειψη της συνείδησης μας. Τα ίδια όμως δεν ισχύουν σε περίπτωση μεθυσμένου και του τρελού γιατί έχουν συνείδηση που είναι διαταραγμένη και δεν είναι πλήρης διαταραγμένη η συνείδηση τους. Αν όμως η διαταραγμένη συνείδηση εξελιχτεί σε πλήρης απάλειψη της συνείδησης τότε δεν έχουμε εκούσια πράξη και δεν τιμωρείται. Χρειάζεται δηλαδή πλήρης απάλειψη συνείδησης. Σε περίπτωση της ψυχολογικής βίας υπάρχει καθαρή συνείδηση και υπάρχει εκούσια πράξη και τιμωρείται. Γιατί παρόλο που ασκείται ψυχολογική βία έχει συνείδηση. Πρέπει να ασκείται ακαταμάχητη σωματική βία. Μόνο η ακαταμάχητη σωματική βία δεν αποτελεί εκούσια πράξη. Επίσης όσον αφορά τα ρεφλέξ δεν μπορούν να αποτελέσουν εκούσιες πράξεις. Ο ανθρώπινος οργανισμός εισπράττει το ερέθισμα μέσω του νευρικού συστήματος και δίνει την εντολή που οδηγεί στην κίνηση.


Έγκλημα που τελείται με παράλειψη (15 ΠΚ)
"Όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόσκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος."
Γνήσιο έγκλημα παράλειψης είναι εκείνο στο οποίο η παράλειψη αναφέρεται ρητά ως αξιόποινη συμπεριφορά σε κυρωτικό κανόνα δικαίου (πχ παράλειψη από κίνδυνο ζωής 307 ΠΚ). Κατά κανόνα τα γνήσια εγκλήματα παράλειψης είναι εγκλήματα συμπεριφοράς. Μη γνήσιο έγκλημα παράλειψης είναι εκείνο το έγκλημα είτε ενέργειας είτε αποτελέσματος που το τυποποιημένο αποτέλεσμα του κυρωτικού κανόνα προκύπτει επειδή αυτός που είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να το αποτρέψει παρέλειψε να το κάνει. Αν γίνει κάτι τέτοιο η παράλειψη αυτή χρεώνεται στο δράστη σαν να ήταν ενέργεια του (15 ΠΚ). Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση απορρέει από τις εξής πηγές:
-Στο νόμο
-Στην ύπαρξη εκούσιας ανάληψης υποχρέωσης προστασίας
-Σε προηγούμενη επικίνδυνη ενέργεια του δράστη, επειδή ο κίνδυνος προέρχεται από το δράστη
-Σε ορισμένες στενές βιοτικές σχέσεις (πχ συμβίωση, οικογένεια, σχέσεις εμπιστοσύνης)
Όταν υπάρχει παράλειψη εξετάζουμε αν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτού που παρέλειψε.

Οι διακρίσεις των εγκλημάτων:
Με βάση το υποκείμενο
Σε κοινά και ιδιαίτερα εγκλήματα. Κοινά λέγονται εκείνα που τελούνται από οποιονδήποτε πχ κλοπή. Ιδιαίτερα λέγονται εκείνα που για να τα τελέσει κάποιος, πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπό του ορισμένες ιδιότητες ή σχέσεις πχ αιμομιξία ΠΚ 345 κλπ.
Τα ιδιαίτερα διακρίνονται σε γνήσια ιδιαίτερα όταν η ιδιαίτερη ιδιότητα ή σχέση καθιερώνει ως αξιόποινη μια συμπεριφορά πχ η αιμομιξία (οι σεξουαλικές σχέσεις δεν είναι άδικη συμπεριφορά γενικώς, είναι όμως η συγγενική σχέση που καθιστά τη συμπεριφορά άδικη). Και σε μη γνήσια ιδιαίτερα όταν η ιδιαίτερη ιδιότητα ή σχέση επαυξάνει ή μειώνει το αξιόποινο μιας συμπεριφοράς η οποία απαγορεύεται από οποιονδήποτε πχ ΠΚ 303 παιδοκτονία. Στα γνήσια εφαρμόζεται ο ΠΚ 49 παρ. 1 ενώ στα μη γνήσια ο ΠΚ 49 παρ.2.
Με βάση την εγκληματική συμπεριφορά
Εγκλήματα βλάβης και διακινδύνευσης. Βλάβης είναι το έγκλημα όταν η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης συνεπάγεται τη βλάβη του εννόμου αγαθού πχ κλοπή. Διακινδύνευσης είναι το έγκλημα όταν η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης δεν βλάπτει το έννομο αγαθό απλώς το θέτει σε κίνδυνο πχ ψευδορκία.
Τα εγκλήματα διακινδύνευσης διακρίνονται σε συγκεκριμένης διακινδύνευσης εγκλήματα(απαιτείται να πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος για να πληρωθεί η αντικειμενική υπόσταση πχ ΠΚ 307), σε δυνητικής διακινδύνευσης εγκλήματα (στην αντικειμενική υπόσταση έχουμε δυνατότητα κινδύνου), σε αφηρημένης διακινδύνευσης εγκλήματα (ο κίνδυνος δεν βρίσκεται στην αντικειμενική υπόσταση αλλά ήταν σκοπός του νομοθέτη να απαγορεύσει τη συγκεκριμένη συμπεριφορά ως επικίνδυνη πχ ΠΚ 224) και σε εγκλήματα κοινού κινδύνου (ο δράστης εξαπολύει δυνάμεις που δεν μπορεί να ελέγξει όπως φωτιά, νερό και ο κίνδυνος μπορεί να αφορά αόριστο αριθμό προσώπων πχ ΠΚ 264).
Εγκλήματα στιγμιαία και διαρκή. Διαρκές είναι ένα έγκλημα όταν η πάροδος του χρόνου είναι επιβαρυντικη΄για το έννομο αγαθό του θύματος πχ παράνομη κατακράτηση ΠΚ 325, προϋπόθεση η παράλειψη άρσης της εγκληματικής συμπεριφοράς από το δράστη να αποτελεί και παράλειψη αποτροπής του εγκλήματος, δεδομένης της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης ΠΚ 15 του δράστη, λόγω της προγενέστερης επικίνδυνης ενέργειας του. Στιγμαίο είναι το έγκλημα όταν η πάροδος του χρόνου δεν επιβαρύνει περισσότερο το έννομο αγαθό πχ η
σωματική βλάβη ΠΚ 308.
Εγκλήματα ενέργειας και παραλήψεως. Όταν το έγκλημα τελείται με ενέργεια του δράστη πρόκειται για έγκλημα ενέργειας. Όταν τελείται με παράλειψη πρόκειται για έγκλημα παράλειψης. Τα εγκλήματα παράλειψης διακρίνονται σε γνήσια (όταν η παράλειψη προβλέπεται από το νόμο) και σε μη γνήσια (όταν από το νόμο προβλέπεται ως βασική μορφή εγκληματικής συμπεριφοράς η ενέργεια αλλά το έγκλημα μπορεί να τελεστεί και με παράλειψη, να υπάρχει μια ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ενέργειας).
Εγκλήματα απλά και σύνθετα. Απλά είναι τα εγκλήματα όταν η αντικειμενική τους υπόσταση πληρούται με την τέλεση μιας μόνο πράξης πχ ΠΚ 299. Σύνθετα είναι τα εγκλήματα, όταν ο νόμος περιγράφει τις πράξεις, με τη σύνθεση των οποίων τελείται το έγκλημα πχ ΠΚ 380. Τα σύνθετα διακρίνονται σε σύνθετα σε στενή έννοια (συντίθενται από δύο πράξεις όπου και οι δύο είναι εγκληματικές πχ ληστεία ΠΚ 380 συντίθεται από το έγκλημα της παράνομης σωματικής βίας και της κλοπής) και πολύπρακτα (συντίθεται από δύο συμπεριφορές όπου μόνο η μία είναι εγκληματική πχ ο βιασμός, παράνομη βία και συνουσία όπου μόνο η παράνομη βία είναι εγκληματική.
Απλότροπα και πολύτροπα (μικτά). Απλότροπα είναι τα εγκλήματα όταν ο νόμος που τα προβλέπει είτε δεν αναφέρεται καθόλου στον τρόπο με τον οποίο μπορούν να τελεστούν πχ ΠΚ 299 είτε προβλέπει μόνο ένα τρόπο τέλεσης πχ ΠΚ 323 παρ. 1. Πολύτροπα είναι αυτά για τα οποία στο νόμο προβλέπονται περισσότεροι τρόποι πλήρωσης της αντικειμενικής τους υπόστασης πχ ΠΚ 308. Τα πολύτροπα διακρίνονται σε γνήσια πολύτροπα (που έστω και αν πραγματωθούν όλοι οι τρόποι που προβλέπει ο νόμος, θα πρόκειται για ένα έγκλημα πχ ΠΚ 308) και σε μη γνήσια πολύτροπα (όταν η πλήρωση των περισσοτέρων τρόπων τέλεσης που προβλέπονται από το νόμο σημαίνει συρροή περισσότερων εγκλημάτων πχ πλαστογραφία ΠΚ 216).
Εγκλήματα συμπεριφοράς και αποτελέσματος. Πρόκειται για έγκλημα συμπεριφοράς όταν η αντικειμενική του υπόσταση εξαντλείται στη συμπεριφορά του δράστη και δεν απαιτείται η επέλευση κάποιου αποτελέσματος πχ η ψευδορκία κλπ. Αντιθέτως αν στην αντικειμενική υπόσταση εκτός από τη συμπεριφορά του δράστη απαιτείται και η επέλευση αποτελέσματος πρόκειται για έγκλημα αποτελέσματος πχ ανθρωποκτονία. Αν το έγκλημα δεν έχει υλικό αντικείμενο πρόκειται για έγκλημα συμπεριφοράς.

Διάκριση των εγκλημάτων σε βασικά και παραλλαγές
Όταν λέμε περιστάσεις εννοούμε τον τόπο τέλεσης του εγκλήματος, τον χρόνο τέλεσης, το μέσο τέλεσης, τον τρόπο τέλεσης και τις λοιπές περιστάσεις. Με κριτήριο της περιστάσεις διακρίνουμε τα εγκλήματα σε βασικά, παραλλαγές και ιδιώνυμα. Το ΠΚ 372 παρ.1 εδ α τυποποιεί την απλή μορφή της κλοπής, το βασικό έγκλημα. Πέρα από το βασικό υπάρχουν και οι παραλλαγές, το ΠΚ 374 προβλέπει ότι αν η κλοπή τελεστεί υπό ορισμένες συνθήκες τιμωρείται με βαρύτερη ποινή. Τα εγκλήματα που αποτελούν παραλλαγή του βασικού αλλά προβλέπουν βαρύτερη ποινή από αυτό λέγονται διακεκριμένα. Αντιθέτως τα εγκλήματα που αποτελούν παραλλαγές του βασικού αλλά τιμωρούν το έγκλημα με μικρότερη ποινή λέγονται προνομοιούχα. Τέτοιο είναι το έγκλημα της κλοπής ευτελούς αξίας ΠΚ 377 εδ 1. Ιδιώνυμα λέγονται αυτά τα οποία είναι μεν παραλλαγή του βασικού αλλά αποκλίνουν τόσο πολύ από αυτό ώστε να μην μπορούν να γίνουν δεκτά ως απλή παραλλαγή του βασικού αλλά ως άλλο έγκλημα πχ η κλοπή για άμεση ανάλωση ή η σωματική βλάβη ανηλίκων κλπ.

Οι διακρίσεις των εγκλημάτων ανάλογα με τη βαρύτητά τους
Τα εγκλήματα που τιμωρούνται με την ποινή της κάθειρξης είναι κακουργήματα. Τα εγκλήματα που τιμωρούνται με την ποινή της φυλάκισης ή με χρηματική ποινή ή με περιορισμό σε ειδικό κράτησης νέων είναι πλημμελήματα. Τα εγκλήματα που τιμωρούνται
με κράτηση ή πρόστιμο είναι πταίσματα.

Το αντικείμενο του εγκλήματος
Εννοείται το υλικό και το νομικό αντικείμενο. Υλικό αντικείμενο είναι το υλικό στο οποίο κατευθύνεται η ενέργεια του υποκειμένου πχ ο Α κλέβει το πορτοφόλι του Β. Το πορτοφόλι είναι το υλικό αντικείμενο της κλοπής. Νομικό αντικείμενο είναι το έννομο αγαθό που θίγεται από το συγκεκριμένο έγκλημα πχ ιδιοκτησία. Ενώ όλα τα εγκλήματα έχουν νομικό αντικείμενο δεν έχουν πάντοτε και υλικό αντικείμενο πχ ψευδορκία.

Χρόνος τέλεσης
Σύμφωνα με το άρθρο 17 χρόνος τέλεσης του εγκλήματος είναι μόνο ο χρόνος συμπεριφοράς του δράστη και όχι ο χρόνος κατά τον οποίο επέρχεται το τυποποιημένο αποτέλεσμα. Στα διαρκή εγκλήματα ο χρόνος τέλεσης παρατείνεται όσο διαρκεί η συνέχιση της πλήρωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού(πχ η απαγωγή ως έγκλημα διαρκεί μέχρι την απελευθέρωση του θύματος και όχι μόνο κατά τη στιγμή της τέλεσης της αρπαγής).

Τόπος τέλεσης
Σύμφωνα με ΠΚ 16 τόπος τέλεσης του εγκλήματος είναι το τόπος που ο υπαίτιος τέλεσε την αξιόποινη πράξη ή παράλειψη αλλά και ο τόπος που επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα ή σε περίπτωση απόπειρας ο τόπος όπου επρόκειτο να επέλθει το παραπάνω αποτέλεσμα. Σε περίπτωση που η συμπεριφορά του δράστη έλαβε χώρα σε περισσότερους τόπους όλοι αυτοί θεωρούνται τόποι τέλεσης του εγκλήματος.
Επίσης, αν το εγκληματικό αποτέλεσμα επήλθε σε διαφορετικούς τόπους, όλοι αυτοί είναι τόποι τέλεσης του εγκλήματος. Δεν είναι όμως τόπος τέλεσης ο τόπος όπου διενεργούνται οι προπαρασκευαστικές πράξεις εκτός και αν αυτές είναι αξιόποινες.
Στα εγκλήματα σκοπού, ο τόπος όπου εκπληρώνεται ο σκοπός του δράστη δεν είναι τόπος τέλεσης του εγκλήματος. Σε περίπτωση συμμετοχής στο έγκλημα, τόπος τέλεσης και για τους συμμετόχους είναι εκτός από τον τόπο που παρείχαν τη συνέργειά τους είναι και τόπος του φυσικού αυτουργού. Σε περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι τόποι αρμόδιο δικαστήριο είναι το πρώτο επιληφθέν.

Αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος
Η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος καθιστά την πράξη καταρχήν άδικη, αρκεί βέβαια να προκάλεσε αυτή το αποτέλεσμα. Θα πρέπει δηλαδή το αποτέλεσμα να είχε σαν αιτία την άδικη πράξη, να συνδέεται αιτιωδώς με αυτήν. Για τον έλεγχο του αιτιώδους συνδέσμου αν η πράξη του δράστη προκάλεσε το αποτέλεσμα έχουν διατυπωθεί οι εξής θεωρίες:
Η θεωρία του ισοδύναμου των όρων
Όλοι οι όροι που οδηγούν σε κάποιο αποτέλεσμα είναι ισοδύναμοι μεταξύ τους. Όρος για την επέλευση ενός αποτελέσματος είναι ότι δεν μπορεί να λείπει χωρίς κατά λογική ακολουθία, να λείπει μαζί του και το αποτέλεσμα. Αντιθέτως, αν και μετά την αφαίρεση της συμπεριφοράς του δράστη, το αποτέλεσμα επέρχεται και πάλι, τότε η συμπεριφορά αυτή δεν συνέβαλε αιτιωδώς στην επέλευση αυτού του αποτελέσματος και επομένως δεν είναι όρος. Πχ ο Α πυροβολεί και σκοτώνει τον Β. Η πράξη του Α αιτιωδώς προκάλεσε το αποτέλεσμα, χωρίς αυτή θα ζούσε ο Β. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν για την επέλευση του αποτελέσματος έχουν μεσολαβήσει διάφορες αιτίες. Όλες οι αιτίες δεν είναι και όροι για την επέλευση του αποτελέσματος πχ ο Α σκότωσε τον Β με όπλο που αγόρασε από τον Κ. Αυτό δε σημαίνει ότι ο Κ το ήξερε και αποτελεί όρος για το επερχόμενο αποτέλεσμα. Τον αιτιώδη σύνδεσμο τον βρίσκουμε εφαρμόζοντας την θεωρία του ισοδύναμου των όρων και επικουρικά τη θεωρία της νομικώς διαφέρουσας αιτιότητας.
Η θεωρία της προσφόρου αιτιότητας
Από όλες τι αιτίες μία μόνο είναι πρόσφορη να επιφέρει το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Αλλά η αναζήτηση της προσφορότητας μιας αιτίας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων είναι μέγεθος ιδιαίτερα ασταθές και αβέβαιο. Τον αιτιώδη σύνδεσμο δεν τον βρίσκουμε εφαρμόζοντας αυτή την θεωρία.
Η νομικώς διαφέρουσα αιτιότητα
Πρέπει να θεωρείται όρος, μόνο η αιτία που είναι νομικώς ενδιαφέρουσα και τέτοια είναι αυτή που εντάσσεται μέσα στο γλωσσικό και το δεοντολογικό νόημα του κανόνα δικαίου. Πχ ο Α οδηγώντας απρόσεκτα τραυματίζει τον Β. Εκ των υστέρων αποδεικνύεται ότι και
κανονικά να οδηγούσε ο Α πάλι θα επερχόταν το αποτέλεσμα καθώς ο Β έπεσε στις ρόδες του για να αυτοκτονήσει.


Το άδικο:
Στο άδικο ελέγχονται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και σε ορισμένα εγκλήματα τα υποκειμενικά στοιχεία του αδίκου.
Tα αντικειμενικα στοιχεία του αδίκου
Είναι γενικώς στοιχεία που βρίσκονται στον εξωτερικό κόσμο. Στην αντικειμενική υπόσταση βρίσκονται α) το υποκείμενο του εγκλήματος, β) το αντικείμενο γ) η εγκληματική συμπεριφορά δ) οι περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε το έγκλημα και ε) το αποτέλεσμα του εγκλήματος όπως αυτό περιγράφεται από το νόμο. Αναγκαία στοιχεία για ένα έγκλημα είναι το υποκείμενο και η εγκληματική συμπεριφορά. Οι εξωτερικοί όροι δεν εξετάζονται εδώ αλλά στο αξιόποινο. Η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος μας οδηγεί στο αρχικό συμπέρασμα ότι η πράξη είναι καταρχήν άδικη.
Τα υποκειμενικά στοιχεία του αδίκου
Τα εγκλήματα με υποκειμενικά στοιχεία του αδίκου (εκτός υπαιτιότητας, που είναι στοιχείο του καταλογισμού) λέγονται εγκλήματα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης. Τα σημαντικότερα υποκειμενικά στοιχεία είναι ο σκοπός πχ σκοπός παράνομης ιδιοποίησης
στην κλοπή ΠΚ 372, ο οίκτος πχ ανθρωποκτονία με συναίνεση ΠΚ 300, η απόφαση τέλεσης στην απόπειρα ΠΚ 42 κ.α.

Μετά τη διερεύνηση του καταρχήν άδικου, μελετάμε το τελικά άδικο της πράξης, ερευνώντας μήπως υπάρχει κάποιος λόγος άρσης του αδίκου. Οι λόγοι άρσης του αδίκου διακρίνονται σε γενικούς που αφορούν όλα τα είδη των εγκλημάτων και σε ειδικούς που αναφέρονται σε συγκεκριμένα εγκλήματα. Στο Γενικό μέρος του Ποινικού Δικαίου εξετάζουμε τους γενικούς λόγους άρσης του αδίκου (αρθ. 20-25 ΠΚ) :
-εκπλήρωση καθήκοντος ή ενάσκηση δικαιώματος
-προσταγή
-άμυνα
-κατάσταση ανάγκης
0 .
Ο ψεκασμός είναι υγεία, είναι πολιτισμός!

Σκοτώνει βακτήρια, ιούς, μύκητες, ζιζάνια, καθώς και πάσης φύσεως παράσιτα
. :yesyes:

Άβαταρ μέλους
Adminović
Sloboda Narodu
Sloboda Narodu
Δημοσιεύσεις: 15406
Τοποθεσία: F.R. Liberland

Re: ΓΕΝΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ)

Δημοσίευσηαπό Adminović » 21 Μάιος 2015, 12:16

Άρθρο 20-Λόγοι που αποκλείουν το άδικο της πράξης:

"Εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στον Ποινικό Κώδικα (άρθρα 21, 22, 25, 304 παρ.4 και 5, 308 παρ.2, 367, 371 παρ.4), ο άδικος χαρακτήρας της πράξης αποκλείεται και όταν η πράξη αυτή αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση καθήκοντος που επιβάλλεται από το νόμο."

Επιπρόσθετα, αίρεται ο άδικος χαρακτήρας μιας πράξης όταν η πράξη αυτή τελείται στο πλαίσιο της ορθής επίλυσης μιας σύγκρουσης καθηκόντων, όπου εκπληρώνοντας ουσιαστικά τη μια υποχρέωση, παραβιάζεται η άλλη. Η ορθή επιλογή της επίλυσης αυτής της σύγκρουσης εκπληρώνεται όταν επιλέγεται το νομικό έναντι του κοινωνικοηθικού καθήκοντος. Αν είναι και τα δύο νομικά, ορθό θεωρείται να επιλέγεται το σημαντικότερο. Όταν τίθεται ζήτημα που αφορά ανθρώπινες ζωές (το λεγόμενο τραγικό ηθικό δίλημμα), πρέπει να σημειωθεί ότι ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια για τη ζωή δεν τίθενται σε καμία περίπτωση (πχ 20 ζωές έναντι μιας ή ένας νέος έναντι ενός ηλικιωμένου). Μια εσφαλμένη σε τέτοια περίπτωση επιλογή θεωρείται ως τελικά άδικη πράξη αλλά ίσως μελετηθεί περεταίρω στο επίπεδο του καταλογισμού και του τιμωρητού.

-Η προσταγή λειτουργεί ως λόγος άρσης του αδίκου μόνο στα πλαίσια δημόσιας υπηρεσίας- αρχής( άρα δεν αφορά ιδιωτικές υπηρεσίες κλπ). Επιπλέον, πρέπει να υπάρχει διαταγή τυπικά νόμιμη (καθ’ ύλην, κατά τόπο αρμοδιότητα προστάξαντος και προσταζόμενου καθώς και να υπάρχει και νόμιμος τύπος όπου απαιτείται-έγγραφο, υπογραφή κλπ) αλλά ουσιαστικά παράνομη και αυτό το –κατ’ ουσία- παράνομο να μη μπορεί να ελέχθη από τον δράστη- αποδέκτη της προσταγής. Σε αυτές τις περιπτώσεις αίρεται ο άδικος χαρακτήρας για το δράστη και τιμωρείται στη θέση του ο προστάξας ως έμμεσος συνεργός. Αν εκτελεστεί τυπικά παράνομη πράξη δεν υπάρχει άρση του αδίκου γιατί ο προσταζόμενος οφείλει πάντα να ελέγχει την τυπική νομιμότητα της διαταγής. Ο προτασσόμενος δεν οφείλει να ερευνά το ουσιαστικά παράνομο εκτός βέβαια όμως α)αν είναι αντισυνταγματική η προσταγή (κυρίως η πρόδηλα αντισυνταγματικές), β)όταν από ρητή διάταξη νόμου αποκλείεται η εφαρμογή της προσταγής του 21 ΠΚ πχ βασανιστήρια 137Δ παρ. 1 ΠΚ) γ)όταν η προσταγή είναι προφανώς παράνομη και αφορά αστυνομικό ή στρατιωτικό.

Προσταγή που αίρει το άδικο-άρθρο 21
"Δεν είναι άδικη η πράξη την οποία κάποιος επιχειρεί για να εκτελέσει τη προσταγή που του έδωσε, σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, η αρμόδια αρχή, αν ο νόμος δεν επιτρέπει στον αποδέκτη της προσταγής να εξετάσει αν είναι νόμιμη ή όχι. Σ τη περίπτωση αυτήν ως αυτουργός τιμωρείται εκείνος που έδωσε τη διαταγή."

-Για να υπάρχει κατάσταση άμυνας (αρθ.22ΠΚ) απαιτείται επίθεση, άδικη και παρούσα. Παρούσα είναι η επίθεση όχι μόνο όταν πληρείται μέρος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αλλά και όταν ο επιτιθέμενος έχει προχωρήσει τόσο τη δράση του ώστε αν ο αμυνόμενος δεν αμυνθεί αμέσως θα είναι αργά στο να αποτραπεί η προσβολή του έννομου αγαθού. Από την άλλη η αμυντική πράξη πρέπει να είναι πρόσφορη και να μην εμφανίζεται είτε ως απόλυτα απαγορευμένη ή δυσανάλογη (πχ αρθ.2 ΕΣΔΑ ου επιτρέπει την ανθρωποκτονία μόνο όταν υπάρχει επίθεση που εμπεριέχει βία κατά προσώπου). Το αναγκαίο της αμυντικής πράξης περιορίζεται και από κάποιους κοινωνικοηθικούς περιορισμούς δηλαδή εδώ ο αμυνόμενος πρέπει να επιδιώξει πρωτίστως να διασώσει το έννομο αγαθό χωρίς αμυντική πράξη πχ με φυγή. Τέτοιες περιπτώσεις είναι η επίθεση από ακαταλόγιστο, η επίθεση που προκλήθηκε από τον αμυνόμενο, στο εσωτερικό της οικογένειας ή όταν είναι παρούσα νόμιμη αρχή (πχ αστυνομία). Αν ο επιτιθέμενος αντιπροσβληθεί περισσότερο από όσο χρειάζεται τότε υπάρχει υπέρβαση άμυνας (αν δηλαδή κάποιος αμυνθεί περισσότερο από όσο πρέπει) και ο δράστης υπάγεται στις ρυθμίσεις του αρθ.23 ΠΚ και τιμωρείται ανάλογα με το δόλο ή την αμέλεια της πράξης του αυτής.
Άρθρο 22:
"1. Δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας.
2. Άμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου στην οποία προβαίνει το άτοπο, για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους.
3. Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της βλάβης που απειλούσε, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από τις λοιπές περιστάσεις."
Άρθρο 23-Υπέρβαση της άμυνας
"Όποιος υπερβαίνει τα όρια της άμυνας τιμωρείται, αν η υπέρβαση έγινε με πρόθεση, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83), και αν έγινε από αμέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις τις σχετικές με αυτήν. Μένει ατιμώρητος και δεν του καταλογίζεται η υπέρβαση, αν ενέργησε μ’ αυτόν τον τρόπο εξ αιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση."
Άρθρο 24-Υπαίτια κατάσταση άμυνας
"Δεν απαλλάσσεται από την ποινή που ορίζει ο νόμος όποιος με πρόθεση προκάλεσε την επίθεση άλλου για να διαπράξει εναντίον του αξιόποινη πράξη με το πρόσχημα της άμυνας."

-Κατάσταση ανάγκης έχουμε όταν υπάρχει κίνδυνος και είναι αναπότρεπτος με άλλα μέσα. Κίνδυνος θεωρείται μια κατάσταση που προέρχεται από οποιαδήποτε δύναμη ανθρώπινη, ζώου ή φυσική η οποία αν δεν διακοπεί θα επιφέρει βλάβη σε ατομικό έννομο αγαθό είτε τρίτου ,είτε του δράστη. Ο κίνδυνος έχει ευρύτερη έννοια από την επίθεση του αρθ. 22 ΠΚ καθώς μπορεί να προέρχεται από οποιαδήποτε δύναμη και όχι μόνο ανθρώπινη. Ο κίνδυνος μάλιστα πρέπει να είναι αναπότρεπτος με άλλα μέσα, όταν ο δράστης είναι αναγκασμένος ουσιαστικά να προσβάλλει αυτό το αγαθό ώστε να προστατέψει κάτι σημαντικότερο.
Η διασωστική πράξη απαγορεύεται, όταν ο κίνδυνος προέρχεται από υπαιτιότητα του δράστη (ανάλογο του αρθ.24 ΠΚ δες πάνω- υπαίτια κατάσταση άμυνας αναλογικά ως προς την υπαίτια κατάσταση ανάγκης) είτε πρόκειται για κίνδυνο που είναι υποχρεωμένος να εκτεθεί ο δράστης. Αν η έκθεση του δράστη στον κίνδυνο έγινε από αμέλεια ή και με δόλο όσο αφορά το κίνδυνο, αλλά όχι με αρχικό σκοπό βλάβης του αγαθού που βλάφθηκε αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης και πάλι. Αν ο δράστης έχει καθήκον να εκτεθεί αυτός ή δικό του έννομο αγαθό στον εν λόγω κίνδυνο και θυσιάσει αγαθό τρίτου (πχ πυροσβέστης), ναι μεν κάτι τέτοιο απαγορεύεται αλλά εφόσον αφορά τη ζωή του ίδιου του δράστη ορθότερο είναι να περιοριστεί αυτή η απαγόρευση καθώς κάθε άνθρωπος έχει μέσα του το ένστικτο της αυτοσυντήρησης Αν ο δράστης βλάψει περισσότερο το έννομο αγαθό από όσο έπρεπε για τη σωτηρία του αντίστοιχου αγαθού που κινδύνευε-έχουμε δηλαδή υπέρβαση κατάστασης ανάγκης- ισχυεί κατά το αρθ.25παρ.3 αναλογικά το 23ΠΚ ό,τι ορίζεται για την υπέρβαση άμυνας.
Κατάσταση ανάγκης που αποκλείει το άδικο-Άρθρο 25 ΠΚ
«1. Δεν είναι άδικη η πράξη που τελεί κάποιος, για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο ο οποίος απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή κάποιου άλλου χωρίς δική του υπαιτιότητα, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλο είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα από τη βλάβη που απειλήθηκε.
2. Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται σε όποιον έχει καθήκον να εκτεθεί στον απειλούμενο κίνδυνο.
3. Η διάταξη του άρθρου 23 έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση αυτού του άρθρου»

-Τέλος ,η συναίνεση του παθόντος αν και ειδικός λόγος άρσης του αδίκου, μελετάται στο γενικό μέρος γιατί το συναντάμε σε πολλά εγκλήματα.

Συναίνεση του παθόντος έχουμε:
-όταν υπάρχει σύμφωνη βούληση του φορέα του έννομου αγαθού (εξωτερικευμένη και γνωστή στον προσβάλοντα, προγενέστερη και χωρίς ελαττώματα)
-η προσβολή να είναι δεκτική συναίνεσης (διαθέσιμο από τον φορέα έννομο αγαθό, πχ όχι η ζωή, και να μη προσκρούει στα χρηστά ήθη)
Από τη συναίνεση διαφέρει η συγκατάθεση. Η συγκατάθεση περιλαμβάνει και την έγκριση, δηλαδή την εκ των υστέρων σύμφωνη βούληση του φορέα του αγαθού.
0 .
Ο ψεκασμός είναι υγεία, είναι πολιτισμός!

Σκοτώνει βακτήρια, ιούς, μύκητες, ζιζάνια, καθώς και πάσης φύσεως παράσιτα
. :yesyes:

Άβαταρ μέλους
Adminović
Sloboda Narodu
Sloboda Narodu
Δημοσιεύσεις: 15406
Τοποθεσία: F.R. Liberland

Re: ΓΕΝΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ)

Δημοσίευσηαπό Adminović » 21 Μάιος 2015, 13:20

Καταλογισμός

1. Η υπαιτιότητα (ψυχολογικό στοιχείο)
Η υπαιτιότητα είναι το πρώτο στοιχείο από τα τρία του καταλογισμού, το ψυχολογικό (τα άλλα δύο είναι το βιολογικό και το δεοντολογικό). Είναι απαραίτητος ο έλεγχος της για να δεχθούμε ότι η υπό έλεγχο πράξη είναι εκτός από καταρχήν άδικη και καταρχήν καταλογιστή. Η υπαιτιότητα μπορεί να οριστεί ως ο ψυχικός σύνδεσμος του προσώπου προς την πράξη του (ή την παράλειψή του) η οποία πληροί την αντικειμενική υπόσταση κάποιου εγκλήματος.

Ο δόλος
Είναι η πιο βαριά μορφή υπαιτιότητας. Διακρίνονται δε, δύο στοιχεία του, ένα γνωστικό (πρόβλεψη από τη πλευρά του δράστη του αποτελέσματος της πράξης του) και ένα βουλητικό (αποδοχή του αποτελέσματος αυτού). Έχει δύο βαθμίδες τον άμεσο δόλο και τον ενδεχόμενο δόλο. Ο άμεσος δόλος διακρίνεται σε άμεσο δόλο α βαθμού ή δόλος "σκοπού" ή "επιδίωξης" (η επιδίωξη είναι η πιο βαριά μορφή υπαιτιότητας, πχ ο Α προκειμένου να σκοτώσει τον Β τον πυροβολεί στο κεφάλι και τον σκοτώνει), σε άμεσο δόλο β βαθμού ή δόλος "γνώσης" (ο δράστης δεν επιδιώκει το παράνομο αποτέλεσμα, το προβλέπει όμως ως βέβαιο αποτέλεσμα της πράξης του και το αποδέχεται. πχ ο Α προκειμένου να σκοτώσει τον Β, τοποθετεί βόμβα στο αεροπλάνο που ταξιδεύει και είναι βέβαιος για -και αποδέχεται, αλλά δεν επιδιώκει- τον θάνατο και των υπόλοιπων επιβατών του αεροπλάνου ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του) και σε ενδεχόμενο δόλο (ο δράστης δεν επιδιώκει το παράνομο αποτέλεσμα, το προβλέπει όμως ως ενδεχόμενη συνέπεια της πράξης του και το αποδέχεται. πχ ο Α προκειμένου να κάψει το αυτοκίνητο του Β, με τον οποίο είχε διαφορές, βάζει φωτιά σε αυτο, προβλέποντας ως ενδεχόμενο να καούν και άλλα οχήματα που είναι σταθμευμένα δίπλα σε αυτό και το αποδέχεται).


Ποιος είναι ο απαιτούμενος βαθμός αιτιότητας
Σύμφωνα με ΠΚ 26 τα κακουργήματα τιμωρούνται μόνο εκ δόλου. Τα πλημμελήματα τιμωρούνται επίσης εκ δόλου αλλά αν ο νόμος το προβλέπει ρητά, τιμωρούνται εξ αμελείας. Τα πταίσματα τιμωρούνται εξ αμελείας. Σύμφωνα με ΠΚ 27 όταν ο νόμος χρησιμοποιεί τον όρο α) "πρόθεση" ή "απόφαση" απαιτείται και αρκεί οποιοσδήποτε βαθμός δόλου β) "εν γνώσει" απαιτείται άμεσος δόλος α ή β βαθμού και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος) γ) "με σκοπό" ή "για να" ή "επιδίωξη" (απαιτείται άμεσος δόλος α βαθμού).

Το αντικείμενο του δόλου
Σύμφωνα με την αρχή της επικάλυψης, ο δόλος πρέπει να καλύπτει τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Πιο συγκεκριμένα:
· Στα ιδιαίτερα εγκλήματα ο δράστης πρέπει να γνωρίζει ή να προβλέπει και να αποδέχεται ότι έχει τη συγκεκριμένη ιδιότητα ή σχέση που κάνει το έγκλημα ιδιαίτερο.
· Στα εγκλήματα που έχουν υλικό αντικείμενο, να γνωρίζει ή να προβλέπει και να αποδέχεται ότι το αντικείμενο είναι αυτό που προβλέπεται από το νόμο.
· Στα εγκλήματα αποτελέσματος να γνωρίζει ή να προβλέπει και να αποδέχεται ότι η συμπεριφορά του είναι ικανή να επιφέρει το αποτέλεσμα, με τις συνθήκες από τις οποίες επήλθε, χωρίς μεγάλες διαφοροποήσεις.
· Στα διακεκριμένα εγκλήματα, τα στοιχεία που επαυξάνουν το αξίοποινο.

Η αμέλεια
Στο ΠΚ 28 "εξ αμελείας πράττει όποιος εξαιτίας έλλειψης της προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".

Η αμέλεια έχει δύο όψεις μία εξωτερική και μία εσωτερική. Η αντικειμενική υπόσταση του εξ αμελείας εγκλήματος, η εξωτερική αμέλεια δηλαδή, συνίσταται σε μια πλημμέλεια, σε ένα λάθος στη συμπεριφορά του δράστη που πρέπει να οδηγεί αιτιωδώς στην πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Πχ ο Ιατρός Α κάνοντας λάθος διάγνωση δε χορήγησε το σωστό φάρμακο στον ασθενή, με αποτέλεσμα, ο τελευταίος να πεθάνει.
Αντικειμενικά – εξωτερικά η συμπεριφορά είναι λανθασμένη και οδήγησε αιτιωδώς στο θάνατο του ασθενούς.
Αν το όποιο σφάλμα του δράστη δεν προκαλεί αιτιωδώς το αξιόποινο αποτέλεσμα, η ποινική διερεύνηση σταματά εκεί και δεν ελέγχεται η εσωτερική αμέλεια. Η ύπαρξη της εξωτερικής αμέλειας είναι το πρώτο βήμα, η πρώτη προϋπόθεση για να δεχθούμε την αμέλεια του δράστη.

Το επόμενο βήμα είναι να ελεγχθεί η εσωτερική αμέλεια του δράστη, η οποία μπορεί να λάβει δύο μορφές:
1. Ενσυνείδητη ή βαρειά αμέλεια: ο δράστης προβλέπει ως ενδεχόμενο το αποτέλεσμα της πράξης του, πιστεύει όμως ότι δεν θα επέλθει πχ ο Α κωπηλατεί με τη βάρκα του πολύ κοντά στους λουόμενους, πιστεύει ότι δεν θα τραυματίσει κανένα δεδομένου ότι είναι άριστος κωπηλάτης, παρόλα αυτά τραυμάτισε έναν. Το στοιχείο της αποδοχής του αποτελέσματος είναι που δικαρίνει την βαρειά αμέλεια από τον ενδεχόμενο δόλο. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε πρόβλεψη του αποτελέσματος ως ενδεχομένου, αλλά στην βαρειά αμέλεια δεν το αποδέχεται ο δράστης, ενώ στον ενδεχόμενο δόλο, το αποδέχεται.

2. Άνευ συνειδήσεως ή ελαφρα αμέλεια : ο δράστης δεν προβλέπει καθόλου το αξιόποινο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του. Πχ ο Α ψαρεύοντας στη θάλασσα, τραυματίζει με το αγκίστρι κολυμβητή, τον οποίο δεν έχει αντιληφθεί ότι θα κολυμπούσε στην περιοχή. Ο Α μη έχοντας δει τον κολυμβητή δεν μπόρεσε να προβλέψει το αποτέλεσμα της πράξης του.

Ο ρόλος του όφειλε και μπορούσε στην αμέλεια : Το όφειλε προσδιορίζει αυτό το ελάχιστο της επιμέλειας, την οποία όφειλε να επιδείξει ο δράστης πχ ένας μηχανικός οφείλει να επιδεικνύει την επιμέλεια ενός μέσου μηχανικού, το ίδιο ένας οδηγό αυτοκινήτου, το ίδιο ένας γιατρός κλπ. Αν βεβαίως κάποιο πρόσωπο έχει αυξημένες ικανότητες, πάνω από το μέσο εκπρόσωπο της κατηγορίας δραστηριότητας, αυτές δεν μπορεί να του απαιτηθούν. Και πάλι θα οφείλει, ότι οφείλει και ο μέσος εκπρόσωπος.
Εξετάζοντας το δεύτερο στοιχείο, το μπορούσε, πρέπει να πούμε ότι αυτό δεν μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος του δράστη. Αν ο δράστης όφειλε αλλά δεν μπορούσε (παρόλο που ο μέσος άνθρωπος μπορεί) δεν υπάρχει λόγος επιβολής ποινής σε αυτόν τον άνθρωπο.
Επομένως αν δεν μπορεί, δεν είναι αμελής. Σε περιπτώσεις που κάποιος μπορεί να ανταποκριθεί στις περιστάσεις, δεν μπορούμε να του καταλογίσουμε αμέλεια κατά την εκτέλεση ενός εγχειρήματος αλλά να ελέγξουμε αν θα του καταλογιστεί αμέλεια στην ανάληψη αυτού του εγχειρήματος.

Ειδικά θέματα υπαιτιότητας :
α) Διαζευκτικός δόλος
Πχ. ο Α σημαδεύει το Β, ο οποίος στεκόταν μπροστά από ένα αυτοκίνητο, με όπλο, για να τον σκοτώσει. Προβλέπει ότι είτε θα πετύχει το Β είτε το αυτοκίνητο. Ο Α έχει διαζευκτικά δόλο και για τα δύο αντικείμενα.
β) Αστόχημα της βολής
Πχ. ο Α σημαδεύει το Β με όπλο, για να τον σκοτώσει. Αστοχεί όμως και πετυχαίνει τον Κ, ο οποίος βρισκόταν δίπλα στον Β. Ο Α πίστευε ότι θα πετύχαινε το Β, δεδομένου ότι είναι πολύ καλός σκοπευτής. Ο Α ευθύνεται για απόπειρα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως σε αληθινή κατ΄ ιδέα συρροή με ανθρωποκτονία εξ αμελείας.
γ) Γενικός δόλος
Πχ. ο Α πυροβολεί τον Β και νομίζει ότι τον σκότωσε. Για να εξαφανίσει το πτώμα το πετά από ένα γκρεμό, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο Β που δεν είχε πεθάνει από πυροβολισμό. Με τη θεωρία του γενικού δόλου μπορούμε να τιμωρήσουμε το δράστη για όλη τη συμπεριφορά του, για μία ενιαία ανθρωποκτονία από πρόθεση, εφόσον και η αιτιώδης διαδρομή από την αρχική συμπεριφορά του δράστη ως το αποτέλεσμα αποκλίνει αιτιωδώς. Η θεωρία του γενικού δόλου πάντως πλέον δεν γίνεται αποδεκτή.
δ) Dolus malus
Σύμφωνα με την αρχή της επικάλυψης, ο δόλος είναι αναγκαίο να καλύπτει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Δεν είναι αναγκαίο ο δράστης να γνωρίζει και τον άδικο ή και αξιόποινο χαρακτήρα της πράξης του. Αυτή η συνείδηση του αδίκου είναι κάτι που θα ελεγχθεί σε άλλο σημείο του καταλογισμού και όχι στην υπαιτιότητα. Επομένως δόλος και συνείδηση του αδίκου δεν είναι έννοιες ταυτόσημες. Ο δόλος δεν είναι απαραίτητα κακός δόλος. Δεν αποκλείεται όμως και να είναι.

Εξαιρέσεις από την αρχή της επικάλυψης:
Οι εξωτερικοί όροι του αξιοποίνου
Πρόκειται για στοιχεία του εγκλήματος, τα οποία είναι εξωτερικά, αντικειμενικά αλλά δεν ανήκουν στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Πχ στο ΠΚ 301 η τέλεση της αυτοκτονίας ή της απόπειρας είναι εξωτερικός όρος του αξιοποίνου.
Εφόσον ο εξωτερικός όρος βρίσκεται έξω από την αντικειμενική υπόσταση, δεν είναι απαραίτητο να καλύπτεται από την υπαιτιότητα του δράστη. Τα εγκλήματα με εξωτερικό όρο λέγονται "εγκλήματα υπερχειλούς αντικειμενικής υπόστασης" επειδή διαθέτουν αντικειμενικά στοιχεία, τα οποία δεν καλύπτονται από την υπαιτιότητα.
Τα εγκλήματα ουσιαστικής αποπεράτωσης
Πρόκειται για εγκλήματα στα οποία υπάρχουν δύο φάσεις: η φάση της τυπικής τελείωσης και η φάση της ουσιαστικής αποπεράτωσης. Με τον όρο τυπική τελείωση νοείται η πλήρωση της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Σε ορισμένα εγκλήματα εκτός από την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση υπάρχουν και υποκειμενικά στοιχεία του αδίκου όπως ο σκοπός τότε μιλάμε για εγκλήματα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης. Στα εγκλήματα αυτά η φάση της επίτευξης του σκοπού του δράστη, λέγεται φάση της ουσιαστικής αποπεράτωσης του εγκλήματος και είναι μεταγενέστερη της φάσης τελείωσης.

2. Η ικανότητα προς καταλογισμό (βιολογικό στοιχείο)
Ο έλεγχος του καταλογισμού προϋποθέτει τη διάγνωση μιας τελειωτικά άδικης πράξης. Ικανότητα προς καταλογισμό έχει εκείνο το άτομο το οποίο βρίσκεται από πνευματική, ψυχική και συναισθηματική άποψη σε κατάσταση ενός υγιούς και ώριμου ανθρώπου. Ο έλεγχος αυτής της ικανότητας όπως και στο άδικο γίνεται αρνητικά. Δηλαδή οποιοσδήποτε είναι ικανός για καταλογισμό εκτός αν συντρέχει λόγος που τον αποκλείει. Λαμβάνεται υπόψη ένα βιολογικό στοιχείο (έχει να κάνει με την υγεία) και ένα διανοητικό (έχει να κάνει με την ικανότητα του ατόμου να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του).

Κωφάλαλοι εγκληματίες ΠΚ 33
Σύμφωνα με ΠΚ 33 πράξη που τέλεσε κωφάλαλος δεν του καταλογίζεται, αν κριθεί ότι δεν είχε την απαιτούμενη πνευματική ικανότητα να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του. Το γεγονός ότι είναι κωφάλαλος αποτελεί το βιολογικό στοιχείο και η ικανότητα προς γνώση του αδίκου και προς συμμόρφωση αποτελεί το διανοητικό. Στην παρ. 2 ΠΚ 33 αναφέρει ότι αν ο κωφάλαλος είχε την ικανότητα να διακρίνει τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη απλώς και μόνο ότι είναι κωφάλαλος.

Διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή της συνείδησης ΠΚ 34 και ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό ΠΚ 36:
Σύμφωνα με ΠΚ 34 η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν όταν τη διέπραξε λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργικών ή διατάραξης της συνείδησης δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό. Στο ΠΚ 36 προβλέπεται ότι αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις του ΠΚ 34 μειώθηκε σημαντικά η ικανότητα προς καταλογισμό χωρίς να έχει εκλείψει τελείως, επιβάλλεται μειωμένη ποινή.
α) Η νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών
Στην κατηγορία αυτή εντάσσεται ένα ευρύ φάσμα περιπτώσεων, που καταλαμβάνει τόσο τις ψυχώσεις πχ σχιζοφρένεια, μανιοκατάθλιψη κλπ όσο και τις λοιπές ψυχοπάθειες πχ νευρώσεις και τις διαταραχές των ορμών.
β) Η διατάραξη της συνείδησης
Δεν μας ενδιαφέρει αν έχει νοσηρή μορφή ή όχι δηλαδή αν οφείλεται σε παθολογικά αίτια ή όχι, μπορεί να οφείλεται και σε φυσιολογικά πχ υπερκόπωση, υπνηλία ακόμα και σε μέθη.
Εδώ εντάσσονται και η βαριές καταστάσεις συναισθήματος ή πάθους. Εντάσσονται και οι περιπτώσεις υπαίτιας διατάραξης της συνείδησης. Επομένως αν κάποιος καταναλώσει ποσότητα ναρκωτικού, χωρίς να το γνωρίζει, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο των πράξεων του, θα εφαρμοστεί το ΠΚ 34 και το έγκλημα που τυχόν τέλεσε σε μία τέτοια κατάσταση δεν θα του καταλογιστεί εφόσον βέβαια πληρούνται και οι υπόλοιπο όροι του ΠΚ 34.
Η έλλειψη ικανότητας προς αντίληψη του αδίκου και συμμόρφωση:
Αποτελεί το δεοντολογικό κριτήριο του ΠΚ 34 και ΠΚ 36. Εφόσον έχει διαπιστωθεί ότι συντρέχει ο πρώτος βιολογικός όρος, μόνο τότε γίνεται ο έλεγχος συνδρομής του δεύτερου -δεοντολογικού- όρου.

Η ποινική ανηλικότητα
Σύμφωνα με ΠΚ 121 ανήλικοι είναι όσοι έχουν ηλικία από 8-18 συμπληρωμένων. Ανήλικοι έως 8 είναι ποινικά αδιάφοροι. Σύμφωνα με το ΠΚ 126 ανήλικοι από 8 έως 13 ετών είναι ακαταλόγιστοι. Σε αυτούς επιβάλλονται αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα. Από 13 έως 18 ετών κάποιος είναι έφηβος και μπορεί να του επιβληθεί σε αυτόν ποινή περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων.


3. Το άλλως δύνασθαι πράττειν (δεοντολογικό στοιχείο)
Δικαιολογεί τη μομφή που πέφτει πάνω στο δράστη, διότι το έγκλημα ήταν η επιλογή του. Μπορούσε να πράξει διαφορετικά αλλά αυτός τέλεσε το έγκλημα. Το άλλως δύνασθαι πράττειν προϋποθέτει α) δυνατότητα συνείδησης του αδίκου και β) την ελεύθερη μη συμμόρφωση του προσώπου με το δίκαιο.

Η νομική πλάνη
Νομική πλάνη υπάρχει όταν ο δράστης αντιλαμβάνεται την πλήρως αυτόν της αντικειμενικής υπόστασης ενός εγκλήματος αλλά εκτιμά ότι η πράξη του είναι σύννομη, δεν αντιβαίνει δηλαδή σε κάποιον απαγορευτικό κανόνα δικαίου. Το συγγνωστό ή μη της πλάνης κρίνεται από το έγκλημα από τις περιστάσεις αλλά και από τις τυχόν ιδιαίτερες γνώσεις του δράστη. Δηλαδή όσο πιο ειδικό είναι κάποιος τόσο πιο δύσκολο είναι να επικαλεστεί συγγνωστή νομική πλάνη. Αντίθετα με τη νομική πλάνη, η πλάνη στο αξιόποινο, στο τιμωρητό δηλαδή της πράξης είναι αδιάφορη ποινικά και δεν ωφελεί τον δράστη.

Η ελεύθερη μη συμμόρφωση με το δίκαιο:
Εφόσον ο δράστης αντιλαμβάνεται τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, το δεοντολογικό στοιχείο του καταλογισμού μπορεί να αποκλειστεί στις περιπτώσεις που η μη συμμόρφωση με το άδικο δεν ήταν αποτέλεσμα μία ελεύθερης επιλογής του αλλά μιας επιλογής καταπιεσμένης.
α) Κατάσταση ανάγκης που αποκλείει τον καταλογισμό ΠΚ 32
Βασική διαφορά από την κατάσταση ανάγκης του ΠΚ 25 είναι ότι αίρει τον καταλογισμό και όχι το άδικο. Η πράξη εξακολουθεί να είναι άδικη αλλά δεν καταλογίζεται Σε αυτή τη μορφή κατάστασης ανάγκης πρέπει να υπάρχει αναπότρεπτος με άλλα μέσα κίνδυνος που να απειλεί χωρίς υπαιτιότητα του δράστη το πρόσωπο ή την περιουσία του ιδίου, ανιόντος, κατιόντος, αδελφού ή συζύγου. Απαιτείται δε η βλάβη η οποία προκαλείται να είναι ανάλογη με αυτή που αποτρέπεται. Πχ πάνω σε μια σχεδία όπου χωράει μόνο ένας ναυαγός ανεβαίνουν δύο. Για να μην βουλιάξει ο ένας ρίχνει τον άλλο στην θάλασσα και πνίγεται. Η πράξη του είναι τελειωτικά άδικη αλλά δεν του καταλογίζεται γιατί υπάρχει περίπτωση κατάστασης ανάγκης του ΠΚ 32. Για να αρθεί ο καταλογισμός, πρέπει ο δράστης να βρέθηκε σε μία κατάσταση πιεστική, συναισθηματικής φόρτισης τέτοιας, η οποία τον ανάγκασε να πράξει ό,τι έπραξε εφόσον κινδύνευε ο ίδιος, ή πρόσωπα του στενού συγγενικού του περιβάλλοντος.
β) Η υπέρβαση της άμυνας του ΠΚ 23 εδ.β
Η υπέρβαση της άμυνας σε κατάσταση φόβου ή ταραχής από την επίθεση αίρει το δεοντολογικό στοιχείο του καταλογισμού.

Η πραγματική πλάνη
Ο δράστης έχει πλάνη σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το έγκλημα. Πχ ο Α επιστρέφοντας τη νύχτα σπίτι του νομίζει ότι ο Β που τον πλησίασε ήθελε να του επιτεθεί και τον τραυματίζει πιστεύοντας ότι βρίσκεται σε κατάσταση άμυνας. Πρόκειται για νομιζόμενη άμυνα η οποία εξομοιώνεται με την πραγματική πλάνη. Επομένως αποκλείεται ο δόλος και η ενσυνείδητη αμέλεια του δράστη, ο οποίος μπορεί να τιμωρηθεί για αμέλεια, αν κριθεί ότι η πλάνη του ήταν αποτέλεσμα αμέλειάς του και το αδίκημα τιμωρείται και εξ αμελείας.

Αγνοούμενος λόγος άρσης του αδίκου
Ο δράστης πληροί την αντικειμενική υπόσταση ενός εγκλήματος γνωρίζοντας ότι η πράξη του είναι άδικη. Υπάρχει όμως λόγος που αίρει το άδικο και ο δράστης δεν την γνωρίζει πχ ο Α προβαίνει σε άμβλωση της Β χωρίς να ξέρει ότι ήταν αναγκαία η άμβλωση για να σωθεί η ζωή της εγκύου. Κρατούσα άποψη ότι θα τιμωρηθεί ο γιατρός για απρόσφορη απόπειρα.
Μορφές πλάνης που είναι αδιάφορες για το ποινικό δίκαιο
· Αδιάφορη για το ποινικό δίκαιο είναι η πλάνη περί το αξιόποινο. Αν δηλαδή γνωρίζει κάποιος ότι μία συμπεριφορά απαγορεύεται δεν είναι ανάγκη να γνωρίζει ότι τιμωρείται με συγκεκριμένη ποινή.
· Αδιάφορη είναι και η πλάνη περί την ταυτότητα. Αν δηλαδή ο Α θέλοντας να σκοτώσει τον Β σκότωσε τον Γ νομίζοντας ότι ήταν ο Β θα τιμωρηθεί για ανθρωποκτονία με πρόθεση χωρίς να μας ενδιαφέρει η πλάνη του σχετικά με το πρόσωπο που σκότωσε.
Η πλάνη περί την υπαγωγή
Η πλάνη περί την υπαγωγή είναι κατά μία βάση μια πλάνη περί το αξιόποινο και άρα αδιάφορη για το ποινικό δίκαιο.
0 .
Ο ψεκασμός είναι υγεία, είναι πολιτισμός!

Σκοτώνει βακτήρια, ιούς, μύκητες, ζιζάνια, καθώς και πάσης φύσεως παράσιτα
. :yesyes:

Άβαταρ μέλους
Adminović
Sloboda Narodu
Sloboda Narodu
Δημοσιεύσεις: 15406
Τοποθεσία: F.R. Liberland

Re: ΓΕΝΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ)

Δημοσίευσηαπό Adminović » 21 Μάιος 2015, 18:03

Λόγοι άρσης του αξιοποίνου

Υπάρχουν περιπτώσεις που μια πράξη είναι τελειωτικά άδικη και καταλογιστή στον δράστη, αλλά τελικά δεν επιβάλλεται ποινή. Αίρεται δηλαδή το αξιόποινο. Πρόκειται για περιπτώσεις που το αξιόποινο εξαλείφεται μεταγενέστερα μετά από την τέλεση της πράξης.
Δυνητικοί λόγοι απαλλαγής από την ποινή:
· Η δικαιολογημένη αγανάκτηση. Σύμφωνα με το ΠΚ 308 παρ. 3 ο δράστης της απλής σωματικής βλάβης μπορεί να απαλλαγεί από την ποινή αν προέβει στην πράξη του από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξαιτίας προηγούμενης πράξης που τέλεσε εις βάρος του ο παθών και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση.
· Η υπαναχώρηση από πεπερασμένη απόπειρα. Αν και τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει την απόπειρα ατιμώρητη.
· Σύμφωνα με το ΠΚ 42 παρ. 3 το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ατιμώρητη απόπειρα πλημμελήματος με ποινή φυλάκισης όχι μεγαλύτερη από 3 μήνες.
· Σε άλλες περιπτώσεις στον ΠΚ.
Υποχρεωτικοί λόγοι απαλλαγής από την ποινή:
· Η έμπρακτη μετάνοια βρίσκει διάφορες μορφές έκφρασης στο ΠΚ. Στο ΠΚ 44 παρ.1 ως υπαναχώρηση από μη πεπερασμένη απόπειρα κλπ.
· Η αμνηστία.
· Στα κατ' έγκληση διωκόμενα εγκλήματα, η παραίτηση από το δικαίωμα στην έγκληση και η ανάκληση της έγκλησης.
· Η ευήθεια, στην απρόσφορη απόπειρα ΠΚ 43.
· Η παραγραφή.

Η παραγραφή των εγκλημάτων ειδικότερα:
Σύμφωνα με ΠΚ 111 τα κακουργήματα παραγράφονται μετά από 15 έτη, τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά από 5 έτη και τα πταίσματα μετά από 1 έτος. Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει να μετρά από το χρονικό σημείο της τέλεσης του εγκλήματος εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Σύμφωνα με ΠΚ 113 η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη. Η αναστολή της παραγραφής γενικά δεν μπορεί να διαρκέσει πάνω από 5 έτη αν πρόκειται για κακούργημα, 3 έτη για πλημμέλημα και 1 έτος για πταίσμα (πλην ορισμένων εξαιρέσεων).
Η παραγραφή των ποινών
Η ποινή της ισόβιας κάθειρξης παραγράφεται μετά από 30 έτη, ενώ κάθε άλλη ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης και ο περιορισμός σε ψυχιατρικό κατάστημα παραγράφονται μετά 20 έτη. Η φυλάκιση, η χρηματική ποινή και ο περιορισμός σε σωφρονιστικό κατάστημα παραγράφονται μετά 10 έτη. Κάθε άλλη μικρότερη ποινή παραγράφεται μετά από 2 έτη. Η παραγραφή των ποινών αρχίζει από τότε που αυτές έγιναν αμετάκλητες.

Απόπειρα

Σύμφωνα με την θεωρία η απόπειρα τιμωρείται, διότι συνεπάγεται μία προσβολή του εννόμου αγαθού δια της διακινδύνευσής του. Σύμφωνα με την υποκειμενική θεωρία τιμωρείται επειδή αποτελεί εκδήλωση της εγκληματικής βούλησης του δράστη. Ο ΠΚ ακολουθεί και τις δύο, τιμωρεί την απόπειρα με ποινή ελαττωμένη ακριβώς επειδή η προσβολή του εννόμου αγαθού είναι μικρότερη από ότι στο τελειωμένο έγκλημα αν και η εγκληματική βούληση είναι ίδια και τείνει στην ολοκλήρωση του εγκλήματος. Η απρόσφορη απόπειρα τιμωρείται με ελαττωμένη ποινή και εδώ η εγκληματική βούληση είναι η ίδια αλλά η δυνατότητα προσβολής του εννόμου αγαθού αποκλείεται.
Εννοιολογικά στοιχεία της απόπειρας:
α) Η απόφαση τέλεσης. Δόλος τέλεσης κακουργήματος ή πλημμελήματος (η απόπειρα πταίσματος δεν τιμωρείται). Η απόπειρα θεωρείται έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης γιατί ο δόλος καλύπτει εκτός από την αντικειμενική υπόσταση της απόπειρας και την αντικειμενική υπόσταση του ολοκληρωμένου εγκλήματος
β) Η μη ολοκλήρωση. Σημαίνει ότι κάποιο ή κάποια στοιχεία της δεν πραγματοποιήθηκαν
γ) Η αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος. Η αρχή εκτέλεσης διακρίνει την απόπειρα από τις μη τιμωρητές προπαρασκευαστικές πράξεις. Αρχή εκτέλεσης υπάρχει όταν τελεστεί κάποια πράξη από αυτές που περιγράφονται στην αντικειμενική υπόσταση ή κάποια πράξη που μπορεί σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης να οδηγήσει στην πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης. Η απόπειρα κατά το ΠΚ 42 παρ. 1 τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη με το ΠΚ 83.

Η απρόσφορη απόπειρα
Απρόσφορη είναι η απόπειρα που γίνεται με μέσο με το οποίο ποτέ δεν μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα ή κατά αντικειμένου εις βάρος του οποίου δεν μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα πχ πυροβολώ να σκοτώσω κάποιος με νεροπίστολο ή πυροβολώ να σκοτώσω ένα πτώμα (λόγω αντικειμένου). Η απρόσφορη απόπειρα πρέπει να είναι απόλυτη και όχι σχετική. Η απρόσφορη απόπειρα λόγω υποκειμένου είναι αδιάφορη για το ποινικό δίκαιο και δεν τιμωρείται πχ ο δικηγόρος Α θεωρώντας ότι είναι δημόσιος υπάλληλος εκτιμά πως τέλεσε το έγκλημα της δωροδοκίας ΠΚ 235.
Η απόπειρα στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα
Στα μη γνήσια εγκλήματα παραλείψεως είναι δυνατή η απόπειρα πχ οι Α και Β αποφάσισαν να σκοτώσουν το νεογέννητο μωρό τους αφήνοντάς το νηστικό και έφυγαν από το σπίτι. Άκουσαν τα κλάματα οι γείτονες και το έσωσαν. Οι Α και Β ευθύνονται για απόπειρα
ανθρωποκτονίας δια παραλείψεως κατά συναυτουργία – μη γνήσιο έγκλημα παραλείψεως. Στα γνήσια εγκλήματα η μόνη δυνατή απόπειρα είναι η απρόσφορη μέσω της ανάστροφης πραγματικής πλάνης πχ ο Α βλέποντας τον Κ να πνίγεται αποφασίζει να τον αφήσει. Ο Α
ευθύνεται για απρόσφορη απόπειρα του ΠΚ 307 – γνήσιο έγκλημα παραλείψεως.
Η απόπειρα στα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα
Για παράδειγμα ο Α ασκεί βία εις βάρος του Β, προκειμένου να του αφαιρέσει το πορτοφόλι. Ο Β πεθαίνει από τη βία του Α και ο τελευταίος συλλαμβάνεται πριν το σκάσει. Ο Α θα τιμωρηθεί για απόπειρα βασικής ληστείας ΠΚ 380 παρ. 1 σε αληθινή κατ΄ ιδέα συρροή με ανθρωποκτονία εξ αμελείας ΠΚ 302.
Η απόπειρα στα σύνθετα εγκλήματα
Στο σύνθετο έγκλημα η τέλεση του ενός σκέλους του εγκλήματος αποτελεί απόπειρα ολόκληρου του σύνθετου. Πχ η άσκηση παράνομης σωματικής βίας με σκοπό κλοπή κινητού πράγματος αποτελεί απόπειρα ληστείας. Στο σύνθετο έγκλημα δεν είναι η απόπειρα απρόσφορη αν απλώς είναι απρόσφορο το δεύτερο σκέλος του.

Η υπαναχώρηση από την απόπειρα
Μη πεπερασμένη είναι η απόπειρα όταν ο δράστη δεν έπραξε ότι ήταν αναγκαίο για την ολοκλήρωση του εγκλήματος πχ ο Α επιχειρεί να σκοτώσει τον Β ρίχνοντας δηλητήριο στο φαγητό, το μετανιώνει όμως και δεν συνεχίζει. Ο δράστης μένει ατιμώρητος.
Πεπερασμένη είναι η απόπειρα όταν ο δράστης ολοκληρώσει την ενέργειά του για την επίτευξη του εγκλήματος και απλά περιμένει την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος το οποίο είναι φυσική συνέπεια της πράξης του πχ ο Α προσπαθεί να βιάσει την Β η οποία του λέει ότι έχει έιτς, αυτός φοβάται και φεύγει. Ως συνέπεια ο Α έχει την επιβολή σε αυτόν ελαττωμένης ποινής. Το πότε ο δράστης υπαναχωρεί με δική του θέληση και όχι από εξωτερικά εμπόδια κρίνεται από το αν ο δράστης αποφάσισε με αυτό τον τρόπο, αν και θα μπορούσε να αποφασίσει διαφορετικά.


Η συμμετοχή στο έγκλημα

Με την ευρεία έννοια του όρου έχουμε σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το έγκλημα δεν είναι έργο ενός μόνο ανθρώπου αλλά προϊόν της δράσης περισσοτέρων προσώπων.
Με τη συμμετοχή το θέατρο του παραλόγου που λέγεται έγκλημα παύει να είναι μονόπρακτο και μετατρέπεται σε πολύπρακτο και πολυπρόσωπο έργο αφού στη παράσταση συμμετέχει όλος ο θίασος με τους πρωταγωνιστές, τους δευτεραγωνιστές, τους κομπάρσους και πάνω από όλα βέβαια τους σκηνοθέτες και τους σεναριογράφους του. Η συμμετοχή ρυθμίζεται με το αρ. 45 επ. ΠΚ.

Έχουμε δύο μεγάλες κατηγορίες συμμετοχής στο έγκλημα:

1. Τις κύριες ή αυτοτελείς μορφές συμμετοχής.

· Η άμεση αυτουργία
· Η έμμεση αυτουργία
· Η συναυτουργία

2. Οι εξαρτημένες μορφές συμμετοχής ή συμμετοχή με τη στενή έννοια.

· Η ηθική αυτουργία
· Η συνέργεια
0 .
Ο ψεκασμός είναι υγεία, είναι πολιτισμός!

Σκοτώνει βακτήρια, ιούς, μύκητες, ζιζάνια, καθώς και πάσης φύσεως παράσιτα
. :yesyes:

Άβαταρ μέλους
Adminović
Sloboda Narodu
Sloboda Narodu
Δημοσιεύσεις: 15406
Τοποθεσία: F.R. Liberland

Re: ΓΕΝΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ)

Δημοσίευσηαπό Adminović » 23 Μάιος 2015, 07:41

Γενικά
Όταν γίνεται λόγος για συμμετοχή εννοείται η συμβολή περισσότερων προσώπων στο έγκλημα. Πχ ο Α πείθει τον Β να διαπράξει μία κλοπή. Ο Α έχει συμβάλλει στην κλοπή του Β με τη μορφή της ηθικής αυτουργίας.

Η έμμεση αυτουργία
Έμμεση αυτουργία έχουμε:
1. Όταν κάποιος δεν πράττει ούτε καταρχήν άδικα α) γιατί δεν πληροί την αντικειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος πχ κάποιος βλάπτει δικά του έννομα αγαθά χωρίς να το καταλαβαίνει, ο Α πείθει τον Β που βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους μέθης να αυτοτραυματιστεί, ο Α δεν είναι ηθικός αυτουργός σε σωματική βλάβη γιατί η πράξη του Β δεν είναι τελειωτικά άδικη. Ο Α θα τιμωρηθεί ως έμμεσος αυτουργός σωματικής βλάβης. Πχ στα γνήσια ιδιαίτερα εγκλήματα όταν δεν έχει την απαιτούμενη ιδιότητα σύμφωνα με ΠΚ 49 παρ.1 δηλ. ο αστυνομικός Α πείθει τον φίλο του Β να χτυπήσει τον Φ να ομολογήσει. Ο Β δεν μπορεί να τιμωρηθεί με το ΠΚ 239 δεν είναι ανακριτικός υπάλληλος αλλά ως έμμεσος αυτουργός του ΠΚ 239. β) Γιατί λείπει το υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου πχ στην κλοπή όταν λείπει από αυτόν που αφαιρεί το κινητό πράγμα ο σκοπός παράνομης ιδιοποίησης πχ ο Α ζητά από τον Β να μεταφέρει τις βαλίτσες «του» στο αυτοκίνητό του. Οι βαλίτσες ήταν ξένες και ο Α τις ιδιοποιείται, και είναι έμμεσος αυτουργός κλοπής. Ο Β δεν πράττει άδικα.
2. Όταν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του «φυσικού αυτουργού» οπότε αυτός δεν πράττει τελειωτικά άδικα πχ ο Α πείθει τον Β να επιτεθεί και να σκοτώσει τον Κ, μόλις γίνεται η επίθεση είναι παρών και βοηθά τον Κ να αμυνθεί στον Β. Ο Κ με τη βοήθεια του Α σκοτώνει τον Β. Η πράξη του φυσικού αυτουργού Κ δεν είναι τελειωτικά άδικη λόγω άμυνας. Ο Α θα τιμωρηθεί ως έμμεσος αυτουργός ανθρωποκτονίας.
3. Στην περίπτωση της πραγματικής πλάνης. Πχ ο γιατρός δίνει σε νοσοκόμα να κάνει ένεση σε ασθενή, η οποία όμως έχει θανατηφόρο δηλητήριο μέσα (ο γιατρός το γνωρίζει, ενώ η νοσοκόμα πιστεύει ότι είναι φάρμακο). Ο γιατρός είναι έμμεσος αυτουργός της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως.

Η συναυτουργία
Φυσικός αυτουργός είναι αυτός που πληροί την ειδική υπόσταση του εγκλήματος. Οι συναυτουργοί είναι δύο ή περισσότεροι που συναποφασίζουν να γίνει το έγκλημα και να το τελέσουν από κοινού. Δύο είναι τα στοιχεία της συναυτουργίας : α) Η συναπόφαση είτε λαμβάνεται εκ των προτέρων είτε κατά τη στιγμή της τέλεσης. Είναι δυνατή και η διαδοχική συναυτουργία δηλαδή υπάρχει ένας συναυτουργός λαμβάνει την απόφαση να συνεκτελέσει το έγκλημα και ο άλλος έχει ήδη αρχίσει την τέλεση του εγκλήματος. πχ ο Α προσπαθεί να ληστέψει την Β, από τις φωνές της έρχεται ο Π που αντί να την βοηθήσει, της παίρνει τη τσάντα. Ο Ανδρουλάκης διαφωνεί για την διαδοχική συναυτουργία. Ο Π ευθύνεται μόνο για κλοπή. Σε εγκλήματα σκοπού τον σκοπό θα πρέπει να έχουν όλοι οι συναυτουργοί. Αν κάποιος συναυτουργός δεν έχει σκοπό παράνομης ιδιοποίησης δεν είναι συναυτουργός κλοπής αλλά συνεργός στην κλοπή.
β) Συνεκτέλεση σημαίνει από κοινού πλήρωση της ειδικής υπόστασης τους εγκλήματος. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που ο ένας συμμέτοχος δεν φαίνεται να πληροί την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αλλά η συνδρομή του δεν φαίνεται να διαφέρει και πολύ αξιολογικά από αυτή του δράστη. Συναυτουργός είναι και εκείνος που έχοντας συναποφασίσει με τον πρώτο την τέλεση του εγκλήματος έχει προβεί σε αρχή εκτέλεσης του (απόπειρα). Συναυτουργία μπορεί να υπάρξει και στα γνήσια και στα μη γνήσια εγκλήματα παραλείψεως. Πχ οι Α και Β βλέπουν τον άγνωστό τους Κ να πνίγεται αν και μπορούσαν να τον βοηθήσουν μετά από συνεννόηση τον αφήνουν στην τύχη του, είναι συναυτουργοί του ΠΚ 307 γνήσιο έγκλημα παραλείψεως. Πχ οι Α και Β αποφασίζουν να αφήσουν το νεογέννητο παιδί τους να πεθάνει, κάτι που γίνεται. Οι Α και Β είναι συναυτουργοί δια παραλείψεως στο ΠΚ 299 μη γνήσιο έγκλημα παραλείψεως.

Η παραυτουργία
Δεν είναι μορφή συμμετοχής στο έγκλημα. Πρόκειται για τυχαία συνεκτέλεση χωρίς συναπόφαση. Η παραυτουργία μπορεί να γίνεται είτε από αμέλεια είτε από δόλο. Πχ οι Α και Β χωρίς συνεννόηση μεταξύ τους αποφασίζουν και οι δύο να σκοτώσουν τον Γ, όπως και τελικά γίνεται.

Η ηθική αυτουργία
Ηθικός αυτουργός είναι αυτός που προκαλεί σε κάποιον την απόφαση να τελέσει μία άδικη πράξη. Η τιμωρία του ηθικού αυτουργού είναι ίδια με αυτή του φυσικού αυτουργού, διότι ο πρώτος διέπεται από το λεγόμενο «διπλό δόλο». Αφενός μεν επιθυμεί το έγκλημα αφετέρου θέλει να εμπλέξει και το φυσικό αυτουργό. Το κακό που προκαλεί είναι διπλό. Εξ αμελείας ηθική αυτουργία δεν υπάρχει ούτε και για συμμετοχή στο έγκλημα γενικότερα.
Εκτός από το δόλο απαιτείται και αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην προτροπή του ηθικού αυτουργού και της πράξης του δράστη. Ο ηθικός αυτουργός πρέπει να απευθύνεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Προτροπές του τύπου «κόψε το λαιμό σου να βρεις χρήματα» δεν είναι ηθική αυτουργία.
Αν κάποιος τώρα πείσει κάποιον άλλο να είναι ο ηθικός αυτουργός (πχ ο Α πείθει τον Β να δώσει χρήματα στον Γ, ώστε αυτός να σκοτώσει τον Δ), τιμωρείται επίσης ως ηθικός αυτουργός.
Η απόπειρα της ηθικής αυτουργίας
Απόπειρα ηθικής αυτουργίας όπως και απόπειρα άλλης μορφής συμμετοχής με τη στενή έννοια (άμεση ή απλή συνέργεια) γενικά δεν τιμωρείται. Πχ ο Α προσπαθεί να πείσει τον Β να χτυπήσει τον Ν. Ο Β αρνείται. Ο Α δεν ευθύνεται για απόπειρα ηθικής αυτουργίας σε σωματική βλάβη. Ενδεχομένως όμως να τιμωρείται με άλλη διάταξη, πχ πρόκληση σε τέλεση πλημμελήματος (ΠΚ 184).
Agent provocateur
Σύμφωνα με ΠΚ 46 παρ.2 όποιος προκαλεί σε κάποιον την απόφαση να τελέσει μία άδικη πράξη, με σκοπό να τον καταλάβει όταν αυτός τελεί απόπειρα, τιμωρείται ως προβοκάτορας με ποινή ελαττωμένη από αυτή του ηθικού ατουργού.


Η άμεση συνεργεία

Ο άμεσος συνεργός είναι αυτός που παρέχει βοήθεια στο φυσικό αυτουργό κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της πράξης του. Αποκλείεται επομένως οποιαδήποτε βοήθεια δίδεται πριν από την τέλεση της πράξης. «Στην εκτέλεση» σημαίνει τοπική συνύπαρξη
φυσικού αυτουργού και άμεσου συνεργού έστω και με ευρύτερη έννοια πχ μέσω κινητού τηλεφώνου. Ο άμεσος συνεργός διαφέρει από το φυσικό αυτουργό στο ότι δεν επιθυμεί την πράξη δική του αλλά επιθυμεί να βοηθήσει άλλον στην τέλεσή της. Πλησιάζει τον
συναυτουργό αλλά αυτό δεν συμβαίνει α) όταν δεν πληροί κανένα στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης πχ ο Α κρατάει τον Β για να τον φονεύσει ο Γ β) όταν ελλείπει το υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου πχ ο Α ζητά από τον Π, φύλακα σε αποθήκη καυσίμων, να τον αφήσει να κλέψει καύσιμα. Ο Π τον αφήνει, αν και δε θέλει να πάρει και αυτός τίποτα για να ζημιώσει τους εργοδότες του. Ο Α δεν είναι συναυτουργός κλοπής διότι δεν συντρέχει στο πρόσωπό του το υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου της κλοπής και γ) όταν
πρόκειται για γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα και δεν συντρέχει στο πρόσωπό του η συγκεκριμένη ιδιότητα πχ ο αστυνομικός Α ζητά από τον πυγμάχο Π να δείρουν μαζί τον κρατούμενο Κ για να ομολογήσει.

Η απλή συνέργεια
Η βοήθεια που παρέχει ο απλός συνεργός δίδεται είτε πριν από την τέλεση της πράξης του αυτουργού είτε κατά τη διάρκεια αλλά όχι κατά την εκτέλεση γιατί τότε θα πρόκειται για άμεσο συνεργό. Πχ για πριν : ο Α δίνει στον Π το κλειδί για να εισέλθει σε ένα κατάστημα να κλέψει. Πχ για κατά τη διάρκεια : ο Α τσιλιαδόρος φυλάει τσίλιες όσο ο Π κλέβει ένα αυτοκίνητο. Η ηθική – ψυχολογική ενθάρρυνση του δράστη αποτελεί απλή συνέργεια αρκεί ο δράστης να τη χρειαζόταν για να συνεχίσει πχ ο Α βλέπει τον Π που προσπαθεί να διαρρήξει ένα σπίτι και τον ενθαρρύνει λέγοντας «προχώρα φίλε, θα τα καταφέρεις». Αν μια βοήθεια δεν χρησιμοποιείται από τον φυσικό αυτουργό και δεδομένου ότι δεν υπάρχει απόπειρα συνέργειας, δεν υπάρχει και ποινική ευθύνη.
Η αναγκαία συμμετοχή Εγκλήματα αναγκαίας συμμετοχής είναι αυτά που για να τελεστούν απαιτείται η συμμετοχή περισσοτέρων προσώπων. Τέτοια είναι η αιμομιξία, η δωροδοκία, η διγαμία κλπ. Τέτοια συμμετοχή δεν απαιτεί υποχρεωτικά υπαιτιότητα. Διακρίνονται σε α) εγκλήματα που το πρόσωπο που συμπράττει αναγκαστικά δεν υπέχει ποινική ευθύνη, διότι είναι ο θύμα πχ αποπλάνηση ανηλίκου ΠΚ 339, δεν τιμωρείται ο αποπλανηθείς ανήλικος και β) εγκλήματα στα οποία ο αναγκαίος συμμέτοχος δεν είναι το θύμα και πρέπει να διακρίνουμε:
· Περιπτώσεις συγκλίνουσας ή παράλληλης δράσης που το έννομο αγαθό προσβάλλεται παράλληλα από όλους τους αναγκαίους συμμετόχους πχ αιμομιξία ΠΚ 343. Όλοι οι δράστες ευθύνονται ποινικά.
· Περιπτώσεις συγκλίνουσας ή παράλληλης δράσης που το έννομο αγαθό προσβάλλεται μόνο από έναν από τους αναγκαίους συμμετόχους πχ η διευκόλλυνση αλλότριας ακολασίας ΠΚ 348. Μόνος αυτός που διευκολύνει ευθύνεται ποινικά.
Ο ηθικός αυτουργός του συνεργού τιμωρείται ως απλός συνεργός, λόγω της ψυχολογικής κυρίως υποστήριξης που παρέχει και ο συνεργός του συνεργού τιμωρείται επίσης ως απλός συνεργός.

Το ΠΚ 49 παρ.2
Ρυθμίζει τη συμμετοχή στα μη γνήσια ιδιαίτερα εγκλήματα. Προβλέπεται λοιπόν ότι οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις λαμβάνονται υπόψη για το συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν όχι για τους υπολοίπους πχ ο πατέρας πείθει τη μητέρα να σκοτώσει το παιδί της μόλις το γεννήσει κάτι που γίνεται, η μητέρα ευθύνεται ως αυτουργός παιδοκτονίας (ΠΚ 303), ο δε πατέρας για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως (ΠΚ 299), καθώς η ιδιότητα της μητέρας κατά τον τοκετό είναι μία ιδιότητα που δεν υπάρχει σε αυτόν. Το ΠΚ 49 παρ.2 εφαρμόζεται και σε περίπτωση που συντρέχουν λόγοι που αποκλείουν την ποινή για κάποιος από τους συμμετόχους πχ ο Α έπεισε τον Β να κλέψει, αλλά ο Β είναι παράφρων και δεν έχει συνείδηση των πράξεών του. Ο Β απαλλάσσεται από την ποινή, καθώς δεν του καταλογίζεται η πράξη του. Δεν απαλλάσσεται όμως ο Α για την ευθύνη του για την ηθική αυτουργία στην κλοπή.
0 .
Ο ψεκασμός είναι υγεία, είναι πολιτισμός!

Σκοτώνει βακτήρια, ιούς, μύκητες, ζιζάνια, καθώς και πάσης φύσεως παράσιτα
. :yesyes:


Επιστροφή σε “Σημειώσεις - Θέματα”