Εισαγωγή
Συνταγματικό Δίκαιο είναι το σύστημα κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν τη συγκρότηση, την οργάνωση και την άσκηση της κρατικής εξουσίας, διέποντας γενικότερα όλη την έννομη τάξη.
Υπάγεται στην κατηγορία του Δημοσίου Δικαίου, διότι ρυθμίζει τα της διαμόρφωσης της κρατικής εξουσίας και της σχέσης της με τους πολίτες.
Το Σύνταγμα
Το Σύνταγμα, με την τυπική του έννοια, είναι ο γραπτός θεμελιώδης κανόνας δικαίου ενός κράτους, ο οποίος αποτελεί θεμέλιο της έννομης τάξης (δηλαδή του συνολικού συστήματος κανόνων δικαίου που ισχύουν σε αυτό το κράτος) και περιλαμβάνει τους βασικούς κανόνες και αρχές που αφορούν την συγκρότηση, την οργάνωση και την άσκηση της κρατικής εξουσίας. Αποτελεί δηλαδή το θεμέλιο της έννομης τάξης, είναι ο ιεραρχικά ανώτερος κανόνας δικαίου και γι’ αυτό τον λόγο αναθεωρείται με μια ειδική διαδικασία, πολύ πιο αυστηρή ως προς τους υπόλοιπους κανόνες δικαίου.
Το Σύνταγμα, με την ουσιαστική έννοια του όρου, ταυτίζεται ουσιαστικά με την έννοια του Συνταγματικού Δικαίου, είναι δηλαδή όλο το σύστημα κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν τη συγκρότηση, την οργάνωση και την άσκηση της κρατικής εξουσίας, άσχετα από την τυπική ισχύ αυτών των κανόνων (πχ τυπικοί νόμοι, προεδρικά διατάγματα κλπ).
Η ιεράρχηση των κανόνων δικαίου, από απόψεως τυπικής ισχύος, έχει ως εξής:
1. Σύνταγμα
2. Διεθνές Δίκαιο
3. Τυπικός Νόμος
4. Προεδρικά Διατάγματα – Κανονιστικές Πράξεις της Διοίκησης
5. Ατομικές Πράξεις της Διοίκησης
Οι απόψεις διίστανται σχετικά την θέση του δικαίου της ΕΕ. Ως μέρος του Διεθνούς Δικαίου θα έπρεπε να μην υπερισχύει έναντι του Συντάγματος. Ωστόσο, η κρατούσα άποψη στην θεωρία και την νομολογία, δέχεται ότι το δίκαιο της ΕΕ υπερισχύει, τουλάχιστον στους τομείς εκείνους που η νομοθετική αρμοδιότητα έχει ανατεθεί πλήρως σε όργανα της ΕΕ (πχ νομισματική πολιτική).
Ο τυπικός νόμος είναι ο νόμος που ψηφίζεται από την Βουλή και εκδίδεται και δημοσιεύεται από τον ΠτΔ. Ουσιαστικός νόμος είναι κάθε κανόνας δικαίου που έχει ενταχθεί στην έννομη τάξη και ισχύει (πχ κανόνας του Δ. Δικαίου, ΠΔ κλπ). Στην καθομιλουμένη, όταν χρησιμοποιούμε τον όρο «νόμος», συνήθως αναφερόμαστε σε τυπικό νόμο, ωστόσο στα νομοθετικά κείμενα άλλοτε έχει την έννοια του ουσιαστικού νόμου και άλλοτε του τυπικού νόμου. Γενικά, γίνεται δεκτό πως όταν δεν προκύπτει σαφώς η έννοια του τυπικού νόμου, τότε αναφερόμαστε σε ουσιαστικό νόμο με τον όρο «νόμος».
Απόρροια της ανωτερότητας της ισχύος του Συντάγματος είναι και ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, της συμφωνίας του περιεχομένου τους δηλαδή με το Σύνταγμα, ο οποίος είναι διάχυτος (δηλαδή γίνεται από κάθε δικαστήριο, πχ ακόμα και το Ειρηνοδικείο) και παρεμπίπτων (δηλαδή δεν μπορεί να προσβάλει κάποιος τον νόμο απευθείας ως αντισυνταγματικό, αλλά η αντισυνταγματικότητα προβάλλεται και ελέγχεται δευτερευόντως σε κάποια δίκη της οποίας κύριο ζήτημα είναι κάτι άλλο). Το σύστημα αυτό, το οποίο υπάρχει στην Ελλάδα και πρωτοξεκίνησε στις ΗΠΑ, έχει και ορισμένες εξαιρέσεις (πχ τα τμήματα των ανωτάτων δικαστηρίων οφείλουν να παραπέμψουν την υπόθεση στην Ολομέλεια όταν τίθεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου). Το άλλο σύστημα είναι αυτό του συγκεντρωτικού ελέγχου της συνταγματικότητας, το οποίο προϋποθέτει την ύπαρξη Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο ασχολείται αποκλειστικά με αυτό τον έλεγχο και στο οποίο προσβάλλονται οι νόμοι ως αντισυνταγματικοί (πχ Γερμανία).
Στον έλεγχο της συνταγματικότητας δεν περιλαμβάνονται τα λεγόμενα «εσωτερικά τυπικά στοιχεία» ή “interna corporis” του νόμου, πχ αν τηρήθηκαν αυτά που προβλέπονται από το Σύνταγμα σχετικά με τη διαδικασία ψήφισης του νόμου. Αυτά ελέγχονται από την Βουλή και τον ΠτΔ. Μόνο εξωτερικά τυπικά στοιχεία (πχ αν ο νόμος έχει δημοσιευθεί) μπορούν να ελεγχθούν από τα δικαστήρια.
Όταν το δικαστήριο τον κρίνει αντισυνταγματικό, τότε δεν θα τον εφαρμόσει, και όταν 2 από τα ανώτατα δικαστήρια της χώρας (ΣτΕ, ΑΠ, ΕΣ) διαφωνούν ως προς την συνταγματικότητα ή μη ενός νόμου, τότε επιλαμβάνεται το ΑΕΔ, του οποίου η απόφαση είναι δεσμευτική έναντι όλων και έτσι παύει να ισχύει ο νόμος (ή η διάταξη νόμου = μια πρόταση από το κείμενο του νόμου) που θα κριθεί από το ΑΕΔ αντισυνταγματικός. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις δεν καταργείται ο νόμος, απλώς δεν εφαρμόζεται από το δικαστήριο στην υπόθεση που δικάζει.
Διατάξεις θεμελιακές του ελέγχου: βασική α.93 παρ.4 (μη εφαρμογή νόμου με περιεχόμενο αντίθετο προς το Σύνταγμα) επικουρική α.87 παρ.2 (καθήκον των δικαστών: «κατά κατάλυση του Συντάγματος»).
α) προληπτικός (ή πολιτικός): έλεγχος του νόμου από τους παράγοντες της νομοθετικής εξουσίας (ΠτΔ και Βουλευτές), πριν από τη θέση του σε ισχύ (με σκοπό τη συμφωνία του νόμου προς το Σύνταγμα) κατά το στάδιο της ψήφισης.
β) κατασταλτικός: έλεγχος του νόμου από τους παράγοντες της δικαστικής εξουσίας (δικαστήρια), μετά την ψήφιση κατά το στάδιο της εφαρμογής του.
Συναφείς έννοιες και ισοδύναμες με το Σύνταγμα είναι η «Συντακτική Πράξη» ή το «Ψήφισμα», που τις συναντούμε σε περιόδους πολιτειακής αστάθειας ή επαναστάσεων ή άλλων ανωμαλιών (πχ Ελλάδα μετά την πτώση της Χούντας ή μετά την επανάσταση του 1821) και ουσιαστικά είναι κάποιο προσωρινού χαρακτήρα Σύνταγμα, που θεσπίζει η εκτελεστική εξουσία ή γενικά όποιος έχει γίνει ο νέος κυρίαρχος σε ένα κράτος.
Το Κράτος
Το Κράτος είναι το νομικό πρόσωπο (πάντοτε δημοσίου δικαίου) με αυτοδύναμη εξουσία, στο οποίο έχει οργανωθεί λαός που έχει εγκατασταθεί μόνιμα σε ορισμένη χώρα. Για την ύπαρξή του δηλαδή απαιτούνται τέσσερα στοιχεία:
Ι) Ο Λαός
Ο λαός έχει δύο έννοιες, ευρεία και στενή. Υπό την ευρεία, ο λαός είναι το σύνολο των ατόμων που έχουν την ιθαγένεια ενός κράτους. Ο λαός υπό στενή έννοια ταυτίζεται με το εκλογικό σώμα. Προφανώς στη μελέτη του κράτους ενδιαφέρει μόνο ο λαός υπό ευρεία έννοια. Εκτός από την ιθαγένεια, δεν χρειάζεται άλλη προϋπόθεση για να ανήκει κανείς στον λαό υπό ευρεία έννοια. Το φύλο, η φυλή, η ηλικία, το θρήσκευμα, η γλώσσα, η εθνότητα κλπ είναι στοιχεία αδιάφορα. Το έθνος είναι διαφορετική έννοια και σημαίνει ένα σύνολο ανθρώπων με κοινή καταγωγή, κοινή γλώσσα ή θρησκεία ή έθιμα ή ιστορικά βιώματα και σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται με τον λαό, αν και κατά βάση τα κράτη θεωρούνται «εθνικά».
Ο πληθυσμός για να γίνει λαός πρέπει να είναι εγκατεστημένος κατά τρόπο μόνιμο. Έτσι συνδέεται ο λαός με τη χώρα. Δεν θα πρέπει λχ να μιλάμε για νομάδες, εκτός αν μετακινούνται μόνο εντός των ορίων του εδάφους ενός κράτους.
Η ιθαγένεια είναι ο νομικός δεσμός ανάμεσα στο άτομο και το κράτος, με τον οποίο το άτομο γίνεται μέλος του λαού. Η ιθαγένεια είναι έννοια αποκλειστικώς και μόνο νομική, δηλαδή τη ρυθμίζουν κανόνες δικαίου. Κάθε κράτος ορίζει το ίδιο πώς αποκτά και χάνει κάποιος την ιθαγένειά του.
ΙΙ) Η Χώρα
Επικράτεια ή Χώρα είναι το έδαφος μέσα στα όρια του οποίου το κράτος ασκεί την εξουσία του. Την ασκεί πάνω σε όλα τα πρόσωπα που τυχόν βρίσκονται εκεί. Με άλλα λόγια, επικράτεια είναι ο τόπος που ισχύει η έννομη τάξη ενός κράτους και περιλαμβάνει το έδαφος, τις λίμνες και τα ποτάμια, τα χωρικά ύδατα και τον εναέριο χώρο.
ΙΙΙ) Η αυτοδύναμη εξουσία
Εξουσία σημαίνει να μπορεί κάποιος να επιβάλει την βούλησή του σε άλλον. Για να υπάρχει κράτος, θα πρέπει ο Λαός να μπορεί να ασκήσει αυτοδύναμη εξουσία, να μην υπόκειται δηλαδή στην εξουσία κάποιου άλλου. Αν άλλη εξουσία γίνει ανώτερη από την κρατική, τότε εκείνη γίνεται κρατική και η έως τώρα κρατική χάνει τον χαρακτήρα της κρατικής. Με άλλα λόγια, έχει γίνει επανάσταση. Πχ όταν η εξουσία των επαναστατημένων Ελλήνων το 1821 έγινε ανώτερη από της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απέκτησε τον χαρακτήρα της κρατικής. Η κρατική εξουσία είναι αυτοδύναμη διότι δεν απέκτησε την ιδιότητά της με παραχώρηση από άλλη εξουσία. Απέκτησε τη δύναμή της μόνη της. Αντίθετα όλες οι άλλες εξουσίες μέσα στο κράτος είναι ή έχουν γίνει παράγωγες διότι τις δημιούργησε ή αναγνώρισε η κρατική εξουσία. Η κρατική εξουσία είναι αυτοδύναμη επειδή είναι η ανώτατη.
Κυριαρχία λέγεται η πλήρης και τέλεια εξουσία, η οποία δεν υπόκειται σε κανένα περιορισμό. Η κρατική εξουσία, αν και πολλές φορές αναφέρεται ως «κυρίαρχη», δεν είναι κυρίαρχη, διότι περιορίζεται από τους νόμους που η ίδια θεσπίζει.
ΙV) Η νομική προσωπικότητα
Το κράτος χαρακτηρίζεται νομικό πρόσωπο, δηλαδή υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Επειδή το κράτος έχει νομική προσωπικότητα, δεν συγχέεται με τους ανθρώπους που εκφράζουν τη βούλησή του, ούτε η βούλησή του ταυτίζεται με την ατομική βούλησή τους. Το κράτος έχει αυτοτελή ικανότητα να αποκτά δικαιώματα και να αναλαμβάνει υποχρεώσεις. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η βούληση του κράτους, ως νομικού προσώπου, είναι η συνισταμένη της βούλησης των πολιτών του.
to be continued..
ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ)
-
Adminović
- Sloboda Narodu

- Δημοσιεύσεις: 15406
- Τοποθεσία: F.R. Liberland
ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ)
0 .
Ο ψεκασμός είναι υγεία, είναι πολιτισμός!
Σκοτώνει βακτήρια, ιούς, μύκητες, ζιζάνια, καθώς και πάσης φύσεως παράσιτα.
Σκοτώνει βακτήρια, ιούς, μύκητες, ζιζάνια, καθώς και πάσης φύσεως παράσιτα.
