ΑΝΑΔΕΙΞΙΣ 5
προς αναζήτηση του ιστορικού υποκειμένου της μετάβασης στη μετακαπιταλιστική κοινωνία
...προς αναζήτηση του ιστορικού υποκειμένου της μετάβασης προς την μετακαπιταλιστική κοινωνία, στη συνέχεια του άρθρου του Κ.Λάμπου ... αυτό το ιστορικό υποκείμενο δεν μπορεί να είναι μια <<κομματική πρωτοπορία >> δεν μπορεί να είναι μια ταξική εξουσία ακομη κι αν μιλάμε για τη εργατική ταξη και το κόμμα της... αυτή η αντίληψη είναι κατά Λάμπο αντιδραστική ...
... η αναζήτηση του νέου υποκειμένου πάλι, πάντα κατά Λἀμπο... δεν μπορεί να είναι γενικά το άμορφο κοινωνικά ασυνείδητο πλήθος μιας ""Αυτοκρατορίας"" ένα πλήθος που αγνοεί τι ακριβώς είναι η δύναμη της αυτοκρατορίας και πώς αυτή επιβλήθηκε, ούτε μπορεί να είναι ένα πλήθος που το οδηγεί ένα επιτήδειος ποιμένας με θρησκευτικη μαεστρία προκαλώντας του μαζικά δέος ...καναλιζάρωντας το δέος αυτό κι όχι το ταξικό του μίσος όπως κάναν μέχρι τώρα εργατικά επαναστατικά κόμματα ...
.. η αναζήτηση του υποκειμένου της μετάβασης δεν μπορεί να γίνει με όρους <<ταξικούς ιδεολογικους ή εξουσιαστικούς >>αλλά με όρους ιστορικής πραγματικότητας ...μας λέει ο Κ. Λάμπος ....χμμ...
...όμως πολύ αόριστο αυτό το κριτήριο για το ποιό θα μπορούσε να είναι το κατάλληλο ιστορικό υποκείμενο της μετάβασης στην μετακαπιταλιστικη κοινωνία ...γιατί αν δεν είναι προσδιορισμένο ιδεολογικά, το υποκείμενο αυτό, άρα αν δεν έχει μια ορισμένη ηθική αξιακή βάση αν δεν διεκδικεί αναδιανομή της εξουσίας και του πλούτου έχωντας μια συνείδηση της ταξικής οικονομικής του προέλευσης ή ακόμη πιο βαθιά μια οντολογική υπαρξιακή συνείδηση πώς θα μπορέσει να γίνει η κινητήριος δύναμη προς την κατάσταση τη μετακαπιταλιστική και οραματική της κοινωνίας δικαίου ( όχι απαραίτητα ισότητας που είναι ένα ακόμη πιο μακρυνό όραμα μετάβασης κοινωνικής )....
....διαβάζουμε παρακάτω ...

================================================
https://classlessdemocracy.blogspot.com ... one-x.html
Περί ‘ιστορικού υποκειμένου’
(Μια ‘αιρετική’ προσέγγιση)
Γράφει ο Κώστας Λάμπος
.............................
Όλα αυτά τα γεγονότα νεκρανάστησαν τον καπιταλισμό, μεταμόρφωσαν την εργαζόμενη κοινωνία σε δεξαμενή εργατών, καταναλωτών και στρατιωτών στην υπηρεσία του κεφαλαίου, πολτοποίησαν κυριολεκτικά τις επιμέρους κοινωνίες μετατρέποντάς τες σε νεοφεουδαρχικά μορφώματα. Όπου από την μια κυριαρχεί μια ελίτ του πλούτου, οι νεοφεουδάρχες΄΄, που αριθμεί το 1% και από την άλλη το 99% του πληθυσμού, οι ‘νεοδουλοπάροικοι’, που παράγει πλούτο για το κεφάλαιο και φτώχεια για τον εαυτό του. Τελικά αυτή η επιλογή φρέναρε προσωρινά, με όρους ιστορικού χρόνου, τον αγώνα των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού για κοινωνική ισότητα σε τοπικό, εθνικό και οικουμενικό επίπεδο.
Για όλους αυτούς τους λόγους η σύγχρονη επαναστατική δεοντολογία επιβάλλει:
· να αναθεωρήσουμε αυτή την αδιέξοδη και αντιδραστική αντίληψη που θέλει ως ιστορικό υποκείμενο, για την μετάβαση από την καπιταλιστική κοινωνία της κοινωνικής ανισότητας σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία της ισότητας, μια τάξη, ή μια ταξική, εξουσιαστική, ‘επαναστατική’, κομματική πρωτοπορία και
· να προσανατολιστούμε στην αναζήτηση του σύγχρονου υποκειμένου της ιστορίας, όχι με όρους ταξικούς, ιδεολογίας, εξουσίας και ηγεμονίας, αλλά με όρους ιστορίας, κοινωνίας και αντικειμενικής πραγματικότητας.
Βρισκόμαστε ήδη βαθιά μέσα στον 21ο αιώνα και η σημερινή αντικειμενική πραγματικότητα, όπως έχει διαμορφωθεί από τα επιτεύγματα των επιστημών και της τεχνολογίας, από τις αντιφάσεις, τις αδυναμίες, τις αστοχίες και τα εγκλήματα του καπιταλισμού, αλλά και από τις καινούργιες εμπειρίες των κοινωνικών αγώνων, φαίνεται πολύ διαφορετική από εκείνη του 19ου και του 20ου αιώνα, στα πλαίσια της οποίας έγινε, από τα πάνω, από αστούς θεωρητικούς η συγκεκριμένη επιλογή ιστορικού υποκειμένου.
Σήμερα βρισκόμαστε στον αστερισμό της προσπάθειας της εργαζόμενης κοινωνίας της ίδιας να αναδειχθεί σε υποκείμενο της ιστορίας, γεγονός που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, παρά τις δυσκολίες και τα εμπόδια που συναντάει, προκειμένου να καλυφθεί το αντικειμενικό ιστορικό κενό.
Κάποιοι αντιμετωπίζουν αυτό το κενό ως αδιέξοδο, (ή μήπως ως ευκαιρία;), για αξιώματα και ατομικά οφέλη και προτείνουν ως σύγχρονο υποκείμενο της ιστορίας υποκατάστατα του κεφαλαίου, όπως ‘τις ένοπλες δυνάμεις’, ή ‘τις επιχειρήσεις’ ή ακόμα και αλλοπαρμένους ‘πολιτικούς φιλόσοφους’, παραγνωρίζοντας την ίδια την κοινωνία και την σύγχρονη πραγματικότητα. Κάποιοι άλλοι με ‘πειραγμένο’ φαντασιακό προτείνουν να αφεθούμε στις αποφάσεις του ‘θεού’, του Αλλάχ, του Γιαχβέ κ. λπ., ή έστω των προφητών τους, όπως του μηδέποτε υπάρξαντος ‘Ιησού Χριστού’[7], του Μωάμεθ και του Μεσσία, κι επειδή πρόκειται για ιδεολογικές φαντασιώσεις και συνεπώς ανύπαρκτα υποκείμενα, προφανώς εννοούν τους ‘επίγειους εκπροσώπους τους’, δηλαδή στους ψεύτες, υποκριτές και αγύρτες των διάφορων θρησκευτικών ιερατείων και των Εκκλησιών τους.
Οι συγγραφείς της ‘Αυτοκρατορίας’ Michael Hardt και Antonio Negri μετακινήθηκαν, στην αναζήτησή τους, προς την πλευρά της κοινωνίας, αλλά μιας κοινωνίας χωρίς χαρακτηριστικά, δηλαδή μιας φανταστικής, μη-πραγματικής κοινωνίας την οποία αντιμετωπίζουν ως ποσότητα, ως ‘πλήθος’. Για να κατανοήσουμε το τι ακριβώς εννοούν, μας εισάγουν στο λεγόμενο πρόγραμμα του συστήματος του Γερμανικού Ιδεαλισμού: «Οι μεγάλες μάζες έχουν ανάγκη από μια υλική θρησκεία των αισθήσεων [eine sinnliche Religiom]. Όχι μόνο οι μεγάλες μάζες, αλλά και ο φιλόσοφος την έχει ανάγκη. Μονοθεϊσμός της λογικής και της καρδιάς, πολυθεϊσμός της φαντασίας και της τέχνης, αυτό είναι που μας χρειάζεται.[…] Πρέπει να αποκτήσουμε μια νέα μυθολογία, αυτή η μυθολογία όμως θα πρέπει να υπηρετεί ιδέες. Θα πρέπει να είναι μια μυθολογία της λογικής»[8].
Μέσα σ’ αυτό το θεωρητικό αλαλούμ, την σύγχρονη πραγματικότητα δεν την αντιλαμβάνονται ως καπιταλισμό και καπιταλιστική βαρβαρότητα, αλλά ως ‘αυτοκρατορία’, «ως εξουσία που δεν μπορεί πλέον να άρει την διαπάλη των κοινωνικών δυνάμεων μετερχόμενη διαμεσολαβητικά σχήματα τα οποία μεταθέτουν τους όρους αυτής της διαπάλης. Οι μορφές της κοινωνικής διαπάλης που συγκροτούν το πολιτικό, αντιπαρατίθενται άμεσα, χωρίς κανενός είδους διαμεσολάβηση. Αυτή είναι και η ουσιαστική καινοτομία του αυτοκρατορικού καθεστώτος. Η Αυτοκρατορία δημιουργεί μεγαλύτερες δυνατότητες για επανάσταση απ’ ότι τα εξουσιαστικά καθεστώτα της νεωτερικότητας, γιατί παράλληλα προς τον μηχανισμό που επιβάλλει το πρόσταγμά της, μας παρέχει μια εναλλακτική: το σύνολο όλων εκείνων που έχουν γίνει αντικείμενα εκμετάλλευσης και καθυπόταξης, ένα πλήθος που αντιπαρατίθεται στην Αυτοκρατορία άμεσα, χωρίς καμιά μεταξύ τους διαμεσολάβηση.
Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, όπως λέει και ο Άγιος Αυγουστίνος, το καθήκον μας είναι να διερευνήσουμε, όσο καλύτερα μας το επιτρέπουν οι δυνάμεις μας, ‘την άνοδο, την ανάπτυξη και τα προδιαγεγραμμένα τέλη των δύο πολιτειών […] τα οποία βρίσκουμε […] συνυφασμένα […] και συγκεκριμένα’»[9].
Αυτό το θεωρητικό κομφούζιο που μπερδεύει ή ταυτίζει, προφανώς εσκεμμένα, την Αυτοκρατορία, στην ουσία τον καπιταλισμό, με το ‘Κράτος του Θεού’ του Αυγουστίνου, «τις δυό Πολιτείες», το ονομάζουν «νέα πολιτική υποκειμενικότητα, ενός στασιαστικού πλήθους εναντιούμενου στην αυτοκρατορική εξουσία. […] Του πλήθους που εργάζεται, παράγει και αναπαράγει αυτόνομα ολόκληρο το σύμπαν της ζωής. Αυτή η αυτόνομη παραγωγή και αναπαραγωγή συνεπάγεται την οικοδόμηση μιας νέας οντολογικής πραγματικότητας. Εργαζόμενο το πλήθος, κατ’ ουσίαν παράγει εαυτό ως μοναδικότητα. Είναι μια μοναδικότητα η οποία ιδρύει έναν νέο τόπο μέσα στον μη-τόπο της Αυτοκρατορίας»[10].
Οι συγγραφείς της Αυτοκρατορίας που, όπως γίνεται φανερό μέσα από τα ίδια τα λόγια τους, δεν αντιμετωπίζουν την κοινωνία ως ποιοτικό μέγεθος με κοινωνική και ιστορική συνείδηση, με όραμα και στρατηγική για μια κοινωνία της ισότητας, αλλά ως άμορφο πλήθος που αγνοεί τον ρόλο της ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής, αν και την ατομική ιδιοκτησία την χαρακτηρίζουν ως «μια σαπρή και τυραννική παρωχημένη κατάσταση»[11], αλλά πουθενά λόγος για την κατάργησή της. Τελικά πέφτουν στην παγίδα της θεωρίας του Αυγουστίνου περί ποιμνίου του ‘θεού’ και του κεφαλαίου, του σύγχρονου Ιανού, και επιλέγουν, τον ‘μαχόμενο’ ως οδηγό/τσομπάνη του πλήθους κατά τα πρότυπα του παλιού αγνού κομμουνιστή. Στο τέλος όμως δεν αντέχουν ούτε αυτό το σχήμα, εγκαταλείπουν την ιδέα της ‘πολιτικής υποκειμενικότητας του πλήθους’ και μας παρουσιάζουν ως πρότυπο του ‘μαχόμενου’, τον ‘επαναστάτη Άγιο Φραγκίσκο’ και την «ανεπίσχετη ελαφροσύνη και χαρά του να είναι κανείς κομμουνιστής»[12]. Θολούρα στη σκέψη, συμβιβασμός και θεωρητική σύγχυση, το μυστικό της αποδοχής από ‘τον αυτοκράτορα κεφάλαιο’ και κατά συνέπεια της εκδοτικής επιτυχίας ?!
.................