Ο όρος παιδεραστία περιέχει τις δύο έννοιες παις (=παιδί) και έράν (καθοδηγώ, διαπαιδαγωγώ). Ενώ ο όρος «παις» σημαίνει γενικά είτε το αρσενικό είτε το θηλυκό παιδί, εντούτοις, στην περίπτωση αυτή αναφέρεται μόνο στο αγόρι και συγκεκριμένα σ’ εκείνο που βρίσκονταν προς το τέλος της εφηβείας.
Ο σύνδεσμος αυτός, ήταν μια ιδιαίτερη μορφή
«ερώμενης» συμπεριφοράς, στην οποία κύριος στόχος ήταν η διαπαιδαγώγηση του εφήβου από τον ενήλικο άνδρα που όφειλε να διδάσκει το αγαπημένο του αγόρι πρότυπα συμπεριφοράς και να του δίνει μέτρα αξιών για τη ζωή του. Καθώς η αγωγή σε πολλές περιπτώσεις δεν δινόταν από δημόσια σχολεία αλλά βρισκόταν στα χέρια των ιδιωτών, στο πλαίσιο αυτό ο εραστής, όφειλε να παιδαγωγεί τον νεαρό ώστε να γίνει όμορφος και καλός άνθρωπος (καλοκαγαθία), ένα πρότυπο αρετής που περιελάμβανε σωματική ομορφιά,
ηθική ανεπιληψία και μόρφωση. Ως προς τον παιδαγωγικό σκοπό της παιδεραστίας, τα κείμενα της ελληνικής γραμματείας δεν αφήνουν καμμιά αμφιβολία.
Αυτή η ερωτικά χρωματισμένη ιδιότητα του Μέντορος, την οποίαν είχε ένας ενήλικος, ο οποίος εύρισκε ανταπόκριση στο θαυμασμό και στην ευγνωμοσύνη του αναπτυσσόμενου, ήταν η προϋπόθεση που έκανε αποδεκτή μία τέτοια σχέση, ενώ σε διαφορετική περίπτωση, χωρίς δηλ. τον παιδαγωγικό έρωτα, ήταν απλώς βλαπτική πορνεία ή και παρά φύσιν ασέλγεια (Πλάτ. Νόμοι 636c, 835c – 842a).
Αντίθετα, η σεξουαλική επαφή εάν υπήρχε, αποτελούσε όνειδος για τον παιδαγωγικό αυτό έρωτα.
Είναι άξιο αναφοράς ότι αν ένας νεαρός ερώμενος διέπραττε κάτι ανάρμοστο, δε θα του ήταν τόσο οδυνηρό να τον έβλεπε ο πατέρας του, όσο ο εραστής του αφού στα μάτια του αγοριού εκπλήρωνε τη λειτουργία ενός προτύπου που ασφαλώς ήταν στενά συνδεδεμένο με το κοινωνικό γόητρο και την κοινωνική θέση. Άλλωστε, όταν παιζόταν μία θέση για την προτίμηση ενός όμορφου αγοριού με πολλούς θαυμαστές, ο συχνότερα κερδισμένος ήταν ο πιο ισχυρός κοινωνικά άνδρας.
Η σχέση που αναπτυσσόταν μεταξύ τους, κατέληγε σε μια ισόβια φιλία, αφού έπαυε η παιδεραστική σχέση, όταν ο έφηβος μεγάλωνε και γινόταν άνδρας. Ήταν δεδομένο ότι η σχέση αυτή ήταν πολύ ισχυρή και αυτό είχε μια επιπλέον ιστορική εφαρμογή με τον περίφημο Ιερό Λόχο των Θηβών, όπου στρατολογούνταν αποκλειστικά τέτοια ζευγάρια (Πλούτ. Πελοπ. 287, 6).
Το κοινωνικά αντιφατικό σε αυτού του είδους τις σχέσεις είναι ότι στις ημέρες μας έχει διαβληθεί η «παιδεραστία» με την αρχαία έννοια και θεωρείται ως η δια του πρωκτού γενετήσια επικοινωνία ενώ προκύπτει σαφώς από τα κείμενα ότι εθεωρείτο ταπεινωτική για τον παθητικό συμμέτοχο. Στην αττική κωμωδία, η προσβλητική λέξη καταπύγων (Αριστοφ. Θεσμοφ. 201) ήταν εξαιρετικά μειωτική για τέτοιες σεξουαλικές συμπεριφορές όπως και ο χαρακτηρισμός ευρύπρωκτος (Αριστοφ. Νεφ. 1023).
Η περιφρόνηση, προς τον παθητικό συνεργό της δια του πρωκτού συνουσίας, βρίσκεται θεμελιωμένη στην αντίληψη, ότι ο άνδρας συμπεριφέρεται θηλυπρεπώς, «κατεβαίνοντας» στο επίπεδο της γυναίκας αφού υποτασσόταν σε άλλον άνδρα ως σεξουαλικό αντικείμενο.
Η Σαπφώ επίσης έχει πέσει θύμα συκοφαντίας και τότε και τώρα. Ο Λουκιανός λέγει: «έπεσε θύμα συκοφαντίας για μια τάχα αισχρά φιλία». Η Σαπφώ έπαιζε ένα ρόλο καθοδηγήτριας για τις μαθήτριές της, πράγμα που μόνο από τους άντρες ήτο αποδεκτό εκείνη την εποχή, με αποτέλεσμα κάποιοι να την κατηγορήσουν, ότι είχε σχέσεις με τις μαθήτριές της. Η Σαπφώ όμως πέθανε με έναν περίεργο τρόπο:
Αυτοκτόνησε πέφτοντας από ένα γκρεμό της Λευκάδος, αφού ήταν πλήρως απογοητευμένη και πληγωμένη διότι την είχε εγκαταλείψει ο έρωτάς της, ένας άνδρας, ο Φάων ο Μυτιληναίος. Αυτοκτόνησε λοιπόν από έρωτα για έναν άντρα και αυτό αποσιωπείται.
https://ethernews.com/author/felix/