Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 27 Φεβ 2023, 00:31
Η Σφαγή στο Δήλεσι
Το πρόβλημα της ληστείας, που ταλαιπωρούσε το ελληνικό κράτος από την εποχή της συστάσεώς του, ήρθε στο προσκήνιο από ένα απρόοπτο γεγονός που συντάραξε την πολιτική ζωή της χώρας. Στις 30 Μαρτίου / 11 Απριλίου 1870, μια ομάδα ξένων περιηγητών, κατά την επιστροφή τους από μια εκδρομή στο Μαραθώνα, αιχμαλωτίσθηκε από συμμορία ληστών στο Πικέρμι, έξω από την Αθήνα. Ανάμεσα στους εκδρομείς περιλαμβάνονταν ο Άγγλος λόρδος Μανκάστερ, η σύζυγός του, δύο γραμματείς των πρεσβειών Αγγλίας και Ιταλίας και μερικοί συνοδοί και φίλοι. Αρχηγός της συμμορίας ήταν ο Τάκος Αρβανιτάκης και υπαρχηγός ο αδελφός του Χρήστος. Η είδηση της αιχμαλωσίας μελών του διπλωματικού σώματος και ενός Βρετανού λόρδου προκάλεσε γενική κινητοποίηση όχι μόνο της ελληνικής κυβερνήσεως αλλά και των εκπροσώπων των Μεγάλων Δυνάμεων στην Αθήνα.
Στις διαπραγματεύσεις που άρχισαν μεταξύ κυβερνήσεως και ληστών για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων έλαβε ενεργό μέρος και ο Άγγλος πρεσβευτής στην Αθήνα Έρσκιν. Οι ληστές ζήτησαν στην αρχή υπέρογκα λύτρα και τη διακοπή της καταδιώξεώς τους. Στη συνέχεια περιόρισαν το ποσό σε 25.000 λίρες Αγγλίας, αλλά παράλληλα ζήτησαν να τους χορηγηθεί αμνηστία. Στο μεταξύ είχαν απελευθερώσει τις γυναίκες και το λόρδο Μανκάστερ. Το αίτημα όμως για την αμνηστία προσέκρουε στις διατάξεις του Συντάγματος του 1864, που δεν επέτρεπαν τη χορήγηση αμνηστίας παρά μόνο για πολιτικά αδικήματα. Παρά τις φοβερές πιέσεις, ιδιαίτερα της αγγλικής κυβερνήσεως, η κυβέρνηση Ζαΐμη παρέμεινε αμετακίνητη στην άρνησή της να ενεργήσει αντισυνταγματικά. Η ελληνική κυβέρνηση, για να βγει από το αδιέξοδο, έστειλε στους ληστές, που βρίσκονταν ήδη στον Ωρωπό, τον απόστρατο συνταγματάρχη Θεαγένη. Οι οδηγίες του Υπουργικού Συμβουλίου προς το Θεαγένη ήταν οι εξής: α) θα έπρεπε να πείσει τους ληστές να μην απομακρυνθούν από την Αττική, διαφορετικά δε θα καλύπτονταν από την κυβερνητική υπόσχεση να μην τους καταδιώξουν τα αποσπάσματα· β) θα πρότεινε στους ληστές να δεχθούν τα λύτρα, να απελευθερώσουν τους αιχμαλώτους και να εγκαταλείψουν τη χώρα, χωρίς όμως να τους χορηγηθεί αμνηστία. Οι κυβερνητικές προτάσεις απορρίφθηκαν από τους ληστές που επέμεναν με πείσμα στη χορήγηση αμνηστίας και δυσπιστούσαν προς τις κυβερνητικές υποσχέσεις.
Λίγες μέρες μετά τη συνάντηση του Θεαγένη με τους ληστές, στις 9/21 Απριλίου, καθώς η συμμορία κινήθηκε προς το Δήλεσι με σκοπό να περάσει στη Βοιωτία και κατόπιν τη μεθόριο, συγκρούσθηκε με στρατιωτική δύναμη. Αποτέλεσμα ήταν να σφαγούν οι αιχμάλωτοι και να φονευθούν η να συλληφθούν οι περισσότεροι από τους ληστές.
Η είδηση της σφαγής προκάλεσε σάλο όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Ποτέ άλλοτε δεν είχαν γραφεί τόσο δυσφημιστικά άρθρα για την Ελλάδα και τους Έλληνες στο διεθνή και ιδιαίτερα στον αγγλικό τύπο. Ολόκληρο το ελληνικό έθνος θεωρήθηκε υπόδικο για το έγκλημα ληστών. Η Ελλάδα αποκλήθηκε «φωλιά ληστών και πειρατών», «ντροπή για τον πολιτισμό», «χώρα ημισλάβων, ημιελλήνων και ημιβαρβάρων». Το όνομα του Έλληνα εμφανιζόταν ταυτόσημο με τον απατεώνα και τον αγύρτη. Και ο Κλάρεντον δήλωνε στον Έλληνα πρεσβευτή στο Λονδίνο ότι «διά τοιούτων πράξεων τίθεται η Ελλάς εκτός του κύκλου των εξευγενισμένων κρατών». Ανάλογες υπήρξαν και οι αντιδράσεις του γαλλικού και ιταλικού τύπου. Παράλληλα με τη συκοφαντική εκστρατεία διατυπώθηκαν απειλές για ανοικτή επέμβαση των Δυνάμεων στην Ελλάδα, ακόμα και για κατάληψη τμήματος της ελληνικής επικράτειας. Η άρνηση όμως της Ρωσίας να συμμετάσχει σε συλλογικά διαβήματα, καθώς επίσης το γεγονός ότι σε λίγο (Ιούλιος) ξεσπούσε ο γαλλο-πρωσσικός πόλεμος, απέκλεισαν κάθε σκέψη για δυναμικές ενέργειες. Τυχόν στρατιωτική επίδειξη σε βάρος της Ελλάδος θα μπορούσε να έχει απρόβλεπτες αλυσιδωτές αντιδράσεις στον ευαίσθητο βαλκανικό χώρο. Έτσι η αγγλική κυβέρνηση περιορίσθηκε να ζητήσει τη συμμετοχή Άγγλων νομικών στην επιτροπή έρευνας και στη δίκη των ληστών, καθώς και αποζημίωση των συγγενών των θυμάτων.
Τις πρωτοβουλίες αυτές της αγγλικής κυβερνήσεως προκάλεσε η διάχυτη τότε εντύπωση ότι στην υπόθεση της απαγωγής και στον όλο χειρισμό των διαπραγματεύσεων με τους ληστές είχαν αναμιχθεί παράγοντες της ελληνικής πολιτικής ζωής κινούμενοι από προσωπικά ελατήρια. Υπήρχαν υπόνοιες ότι ηγέτες της αντιπολιτεύσεως είχαν ενθαρρύνει τους ληστές να επιμείνουν στο αίτημά τους για αμνηστία με την ελπίδα να φέρουν την κυβέρνηση σε αδιέξοδο και να την εξαναγκάσουν σε παραίτηση. Άλλες πάλι διαδόσεις εμφάνιζαν τον υπουργό Στρατιωτικών Σκαρλάτο Σούτσο να διατηρεί στενές σχέσεις με τους ληστές και μάλιστα να τους έχει στην υπηρεσία του. Η εξεταστική επιτροπή δε βρήκε κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να στηρίξει τη μια η την άλλη κατηγορία. Αντίθετα, επιβεβαίωσε το γεγονός, ότι ο Άγγλος γαιοκτήμονας της Εύβοιας Φράνκ Νόελ, που είχε αναλάβει με παράκληση του πρεσβευτή Έρσκιν μεσολαβητικό ρόλο, διατηρούσε στην υπηρεσία του αδελφούς των δύο λήσταρχων Αρβανιτάκηδων. Αλλά και το στοιχείο αυτό δεν ήταν αρκετό για να αποδειχθεί η διαδεδομένη τότε εκδοχή ότι στις συμβουλές του Νόελ οφειλόταν η επιμονή των ληστών στον όρο της αμνηστίας.
Άσχετα όμως από τα πορίσματα των ανακριτικών αρχών και τις αποφάσεις του δικαστηρίου, που η εγκυρότητά τους δεν αντέχει σήμερα στην κριτική έρευνα, υπάρχουν πολλά σημεία που ενοχοποιούν τόσο την κυβέρνηση, όσο και την αντιπολίτευση. Ο χειρισμός της υποθέσεως από την κυβέρνηση, τόσο στο στάδιο των διαπραγματεύσεων με τους ληστές, όσο και στο στάδιο των ανακρίσεων, ήταν κάθε άλλο παρά άψογος. Ασφαλώς, η σύντονη καταδίωξη της συμμορίας ήταν κάτι που επέβαλε η τιμή της χώρας· αλλά ως τη στιγμή που αποφασίστηκε να αποκλεισθούν οι ληστές στον Ωρωπό μεσολάβησαν ενέργειες και αποφάσεις διαφόρων κυβερνητικών παραγόντων, που εξέθεταν τη χώρα. Οι ενέργειες αυτές έδιναν την εντύπωση ότι αυτό που επιδίωκαν οι αρχές ήταν ακριβώς η σύγκρουση με τη συμμορία και η σφαγή ληστών και αιχμαλώτων, ώστε να εξαφανισθεί κάθε ενοχοποιητικό στοιχείο. Σοβαρή ευθύνη βαρύνει και το Βρετανό πρεσβευτή, γιατί με δική του πρωτοβουλία ήρθε σε επαφή με τους ληστές και τους έδωσε την εντύπωση ότι θα ενεργούσε να ανασταλεί κάθε καταδιωκτικό μέτρο, ενώ αυτή δεν ήταν η πρόθεση της ελληνικής κυβερνήσεως.
Τα αίτια όμως του δράματος της σφαγής του Δήλεσι, ανεξάρτητα από τον τυχόν ρόλο ορισμένων προσωπικοτήτων και φορέων της εποχής, ήταν βαθύτερα. Αφορούσαν το μεγάλο πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα της ληστείας στην Ελλάδα το 19ο αι.
1 .