Λαχουρένιος έγραψε:
Ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας είναι ο μέσος χρόνος που χρειάζεται για να παραχθεί ένα εμπόρευμα σε ένα κλάδο.
Απολύτως σωστό εκτός από το ''σε ένα κλάδο''.
Αυτό γιατί το μέρος που αφορά τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας στη διαμόρφωση της τιμής
του εμπορεύματος δεν αφορά τη συγκεκριμένη αλλά την αφηρημένη εργασία.
Και επειδή η συνδιάλεξη μας περιλαμβάνει και μη επαΐοντες με το αντικείμενο της πολιτικής
οικονομίας ας επισημάνουμε ότι η θεωρία της αξίας της εργασίας διατυπώθηκε από τους πατέρες
του οικονομικού φιλελευθερισμού Άνταμ Σμιθ και του Ντέιβιντ Ρικάρντο που υποστήριξαν ότι ο τρόπος
αποτίμησης της ανταλλακτικής ισοτιμίας, μεταξύ διαφορετικών εμπορευμάτων, ήταν το κοινό σημείο
της εργατικής δύναμης που απαιτούσε η παραγωγή τους στη βάση του χρόνου εργασίας
που απαιτήθηκε για τον καθορισμό της αξίας του κάθε εμπορεύματος ξεχωριστά.
Ειδικά ο Σμιθ υποστήριξε ότι η αξία του εμπορεύματος είναι ίση με με το κεφάλαιο που δαπανήθηκε
για την παραγωγή του, τα λοιπά έξοδα και κυρίως με την ποσότητα (χρόνο) εργασίας που περιέχει.
Αλλά μέχρι εκεί.
Εκείνο που έκανε ο Μαρξ (μεταξύ πολλών άλλων) ήταν το ότι απέδειξε ότι οι κοινωνικές σχέσεις
στον καπιταλισμό δεν ήταν τίποτα περισσότερο από τη μορφή σχέσεων μεταξύ εμπορευμάτων
περιλαμβάνοντας στα εμπορεύματα και την ίδια την εργατική δύναμη.
Απέδειξε τη διπλή μορφή της αξίας ενός προϊόντος σε αξία χρήσης
(με την αξία χρήσης του να διαμορφώνεται ή σε εμπόρευμα προς κατανάλωση ή μέσο παραγωγής)
και την αξία ανταλλαγής του με άλλο ισότιμο εμπόρευμα (πχ χρήμα).
Απέδειξε ότι η κοινωνική εργασία, μέσα από τη διαδικασία του διπλού χαρακτήρα της (αυτού της
συγκεκριμένης και αφηρημένης), ενσωματωμένη στο εμπόρευμα είναι αυτή που προσδιορίζει την
αξία του αλλά και την αξία χρήσης του.
Και πέρα από κάθε αμφισβήτηση απέδειξε ότι κάθε μορφή εργασίας στον καπιταλισμό,
από την πιο απλή μέχρι την πιο σύνθετη, παράγει εμπορεύματα που σύμφωνα με το χρόνο εργασίας
που εμπεριέχουν μπορούν να συγκριθούν και να ανταλλαχθούν ισότιμα, και κατέστησε εμφανές
ότι η εργατική δύναμη ως εμπόρευμα που αμείβεται με χρονομίσθωση είναι ο μόνος παράγοντας
που μέσα από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας αντιπροσωπεύεται στο εμπόρευμα ως μέρος
της πραγματικής αξίας του.
Το υπόλοιπο της εμπορευματικής αξίας καθορίζεται αυθαίρετα από τα παράσιτα.
Απλά πράματα.