Της κυβερνητικής απόφασης υπεραμύνθηκε με ανακοίνωσή του το υπουργείο Εθνικής Άμυνας, το οποίο σε ανακοίνωσή του μιλάει επί της ουσίας για μια απόφαση που είχε ληφθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση:
«Η συμφωνία για την αναβάθμιση των αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας P3 είναι διακρατική μέσω FMS. Απαράβατος όρος της ελληνικής πλευράς ήταν οι εργασίες να γίνουν στην Ελλάδα από ελληνική βιομηχανία.
»Τα συγκεκριμένα αεροσκάφη χρησιμοποιούν πολλές χώρες ανάμεσα στις οποίες είναι οι ΗΠΑ, η Γερμανία, ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Νορβηγία, η Ν. Κορέα, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, η Βραζιλία. Όλες αυτές οι χώρες τα αναβαθμίζουν και τα διατηρούν στη δύναμη τους.
»Η λύση της αναβάθμισης κρίνεται συμφερότερη από την προμήθεια νέων αεροσκαφών για πολλούς λόγους. Ο χρόνος ζωής των αεροσκαφών παρατείνεται για τουλάχιστον 20 χρόνια, διαθέτουμε ήδη ανταλλακτικά για τον συγκεκριμένο τύπο αεροσκάφους, εκπαιδευμένο προσωπικό, οργανωμένη μονάδα υποστήριξης.
»Είχε προταθεί η προμήθεια παροπλισμένων αεροσκαφών του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού, τα οποία όμως χρειάζονταν τις ίδιες εργασίες αναβάθμισης με μεγαλύτερο κόστος ώστε να είναι διαθέσιμα ενώ όλες οι εργασίες θα γίνονταν στις ΗΠΑ και όχι στην Ελλάδα.
»Το ΓΕΝ είχε εισηγηθεί να γίνει επισκευή μέσω FMS και πέρασε ΚΥΣΕΑ από την προηγούμενη κυβέρνηση τον Αύγουστο του 2014. Στη συνέχεια η ίδια συμφωνία προσυπεγράφη και πέρασε ΚΥΣΕΑ με τους ίδιους όρους και την χρηματοδότηση από την σημερινή κυβέρνηση στις 15 Μαρτίου 2015 που ήταν η καταληκτική ημερομηνία».
Επί των προαναφερθέντων, θα μπορούσαν να προστεθούν όμως και οι ακόλουθες παράμετροι:
Το πρόγραμμα εξασφάλισης αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας αποτελεί μια από τις πιο πιεστικές απαιτήσεις για τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις εδώ και πολλά χρόνια, καθώς δημιουργεί στο αμυντικό σύστημα της χώρας μια εξαιρετικά επικίνδυνη «τρύπα».
Το πρόβλημα δημιουργήθηκε, επειδή προτού ενσκήψει η οικονομική κρίση, ασφαλώς η προτεραιότητα του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού (ΓΕΝ) ήταν η υλοποίηση προγράμματος απόκτησης καινούργιων ΑΦΝΣ, με αποτέλεσμα τα υπάρχοντα P-3 Orion ουσιαστικά να παροπλιστούν, ενδεχομένως και σε μια έμμεση μορφή πίεσης ώστε να επιταχυνθεί το πρόγραμμα αυτό. Όπως αναφέρεται στο επίμαχο δημοσίευμα, το 2009 προγραμματιζόταν η απόκτηση νέων ΑΦΝΣ, ωστόσο ο διαγωνισμός ακυρώθηκε, ενώ το 2010 είχαν προϋπολογιστεί 250 εκατ. ευρώ για την αγορά τους, ποσό που το 2011 έπεσε στα 180 εκατ. ευρώ.
Το 2014 ο φάκελος ανασύρθηκε και αποφασίστηκε η απόκτηση νέων αεροσκαφών να ενταχθεί στο πρόγραμμα προμηθειών αμυντικού υλικού της περιόδου 2011-2025, ενώ τον Ιανουάριο του 2015 το υπουργείο Εθνικής Άμυνας υπέβαλε στο υπουργείο Οικονομικών πρόταση για τροποποίηση του αρχικού σχεδιασμού υλοποίησης των εξοπλιστικών προγραμμάτων της περιόδου 2016-2017 για να εξασφαλιστεί η αναγκαία χρηματοδότηση για το υποπρόγραμμα των αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας. Το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους αρνήθηκε να αποδεσμεύσει χρήματα για στρατιωτικούς εξοπλισμούς.
Η ικανότητα αυτή είναι απολύτως απαραίτητη να αποκατασταθεί για δυο λόγους. Ο ένας αφορά τις υποχρεώσεις της Ελλάδας στο πλαίσιο της Ατλαντικής Συμμαχίας, καθώς η μοναδική εναλλακτική στην περιοχή θα παραχωρούσε την αποστολή στην Τουρκία, το άλλο μέλος του ΝΑΤΟ στην περιοχή και ο δεύτερος, την κρισιμότητα των εναέριων πλατφορμών αυτών, στον εντοπισμό εχθρικών υποβρυχίων και άλλων αποστολών.
Στην περίπτωση της αναβάθμισης, είναι σύνηθες το να επιλέγεται ο κατασκευαστής του αεροσκάφους, κυρίως διότι και να υπάρχει εναλλακτική, το κόστος είναι υψηλότερο. Πρόσφατο παράδειγμα μπλοκαρίσματος διαδικασίας αναβάθμισης είναι το πρόγραμμα αναβάθμισης των μαχητικών F-16 της Νότιας Κορέας, ύψους 1,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων, όπου είχε αρχικά επιλεγεί η εταιρία BAE Systems, έναντι της κατασκευάστριας Lockheed Martin. Η εν λόγω σύμβαση ήταν αξιοσημείωτη γιατί ήταν η πρώτη φορά που το μονοπώλιο του αρχικού κατασκευαστή (OEM) του μαχητικού, της Lockheed Martin, «έσπασε» σε ότι αφορά την αναβάθμιση του.
Η υλοποίηση της πρώτης φάσης του προγράμματος άρχισε τον Ιούνιο του 2014 όταν δύο νοτιοκορεατικά μαχητικά KF-16C/-D Block 52 μεταφέρθηκαν σε βιομηχανική εγκατάσταση της BAE Systems στο Τέξας. Το πρόβλημα ανέκυψε όταν η κυβέρνηση των ΗΠΑ ζητά την καταβολή επιπλέον 470 εκατ. δολαρίων ως κόστος «για τη διαχείριση κινδύνων» (σ.σ. με απλά λόγια, θα έμπαιναν «ξένα χέρια» σε ένα σύστημα άλλου κατασκευαστή) και η BAE επιπλέον 280 εκατ. δολάρια, για την κάλυψη του κόστους λόγο καθυστέρησης του προγράμματος για ένα έτος.
Εν ολίγοις, αιφνιδιαστικά προέκυψε αύξηση της τάξεως περί το 50% σε σχέση με το αρχικό κόστος. Αυτό θα μπορούσαν να το αντιμετωπίσουν και οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, με αποτέλεσμα την εκ νέου κατάρρευση ενός τόσο επείγοντος προγράμματος (σ.σ. εντελώς ενδεικτικά, παρατίθεται δημοσίευμα στα κορεατικά μέσα ενημέρωσης: