Πώς το Πολυτεχνείο έριξε τη χούνταΑς έρθουμε, όμως, στο δεύτερο σκέλος του θέματός μας: τον ισχυρισμό του κ. Συρίγου (κατά την ανάγνωση γραπτής ομιλίας κι όχι εν τη ρύμη του προφορικού του λόγου, που θα μπορούσε να εκληφθεί σαν αθέλητη κακή διατύπωση), πως η εξέγερση του Πολυτεχνείου δεν είχε καμιά σχέση με τη λίγο μεταγενέστερη κατάρρευση της χούντας. Αντιμέτωπος με τις διαμαρτυρίες σύμπασας της αντιπολίτευσης (πλην Βελοπουλαίων), ο υφυπουργός τον επανέλαβε μάλιστα εξίσου κατηγορηματικά λίγο αργότερα:
«Δυστυχώς, δεν υπήρξαν οι μαζικές λαϊκές αντιδράσεις που θα έριχναν το καθεστώς. Εάν κάποιος πιστεύει ότι υπήρξαν και εξαιτίας αυτών ρίξαμε τη χούντα, να έλθει να μου πει πώς έπεσε η χούντα».Είναι φυσικά πασίγνωστο ότι το Πολυτεχνείο δεν έριξε απευθείας τη χούντα: η αντιδικτατορική εξέγερση πνίγηκε στο αίμα, τις συλλήψεις και τα βασανιστήρια και ακολούθησε ένα μαύρο οκτάμηνο απόλυτης καταπίεσης. Όποιος έχει όμως ερευνήσει στοιχειωδώς τις υπόγειες ζυμώσεις εκείνης ακριβώς της περιόδου, τόσο στην ίδια την Ελλάδα όσο και στους εμπλεκόμενους κύκλους της Δύσης (ιδίως των ΗΠΑ), γνωρίζει καλά πόσο η σκιά του ηττημένου ξεσηκωμού επικαθόριζε ρητά τις εκατέρωθεν σκέψεις και συζητήσεις για το μέλλον της χώρας.
«Αν σήμερα συμβή ένα επεισόδιον όπως εκείνο του Πολυτεχνείου, ή άλλο ανάλογον, δεν θα βοηθήσουν 15.000 άτομα αλλά 150.000 άτομα, και έπειτα από ολίγους μήνας 500.000 άτομα διαφόρων προελεύσεων και στάσεων», προειδοποιούσε λ.χ. στις 20.01.1974 με υπόμνημά του τον χουντικό πρόεδρο Φαίδωνα Γκιζίκη ο «γεφυροποιός» Ευάγγελος Αβέρωφ – ο άνθρωπος, δηλαδή, που το απόγευμα της 23ης Ιουλίου 1974 διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην κλήση του Κωνσταντίνου Καραμανλή από το Παρίσι, για ν’ αναλάβει στη συνέχεια υπουργός Εθνικής Άμυνας (1974-1981) και αρχηγός της Ν.Δ. (1981-1984).
«Τα άτομα αυτά δεν θα γνωρίζουν τι ακριβώς κάμνουν, αλλά θα το γνωρίζη άριστα η μικρά, οργανωμένη και μαχητική μειοψηφία, η οποία τελικά θα εκμεταλλευθή την αναταραχήν. […] Η νεολαία, αντιδρώσα, συμπορεύεται με κάθε ζωηρώς αντιτιθέμενον εις το καθεστώς. […] Διολισθαίνομεν προς τα αριστερά, προς ένα είδος αναρχισμού» (Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα, «Στοιχειώδες καθήκον», Αθήναι 1975, σ. 120 & 123. Στις 15.02.1974, το ίδιο υπόμνημα διαβιβάστηκε, μέσω του Αμερικανού πρέσβη Χένρι Τάσκα, στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ).
Εξίσου σαφής ήταν, σε επιστολή του προς τον Καραμανλή (22.04.1974), ο συνιδρυτής του ΙΔΕΑ και πρώτος μεταπολιτευτικός υπουργός Δημόσιας Τάξης, Σόλων Γκίκας:
«Ο αριστερισμός νομίζω ότι διογκούται ιδία μεταξύ των νέων. Το χειρότερον είναι ότι έχει δημιουργηθή πνεύμα ανοχής των αστών έναντι των κομμουνιστών και το πνεύμα αυτό είναι φυσικόν να σταθεροποιήται εφ’ όσον παρατείνεται η δικτατορία. [...] Η ανακοπή του αριστερισμού και της αντιπαθείας προς τους αξιωματικούς είναι δύσκολον να επιτευχθή άνευ μεταβάσεώς μας εις την ομαλότητα, ήτις θα παρουσιάση και προβλήματα, δεδομένου ότι αι νεώτεραι κλάσεις ψηφοφόρων είναι επηρεασμέναι από σοσιαλιστικάς ιδέας και είναι εμποτισμέναι με μίσος κατά της δεξιάς ως υπευθύνου της δικτατορίας» (Αρχείο Καραμανλή, τ. 7ος, σ. 339).
Ακόμη κι ο Μακαρέζος, σε συνομιλία του με τον Αμερικής Ιάκωβο (11.04.1974), προβλέπει ότι το ερχόμενο φθινόπωρο
«δεν αποκλείεται επανάστασις, αυτή την φοράν προερχομένη εκ του λαού»[/i{, θεωρώντας μάλιστα βέβαιο πως, [i]«εάν κληθούν ο στρατός και τα τανκς να την πατάξουν, θα ευρεθούν αυτήν την φοράν αλληλέγγυοι με τους επαναστάτας» (στο ίδιο, σ. 340).
Η ίδια ανησυχία διαπερνούσε και τις εσωτερικές ζυμώσεις των αμερικανικών υπηρεσιών.
«Αν οι πληθωριστικές τάσεις εξακολουθήσουν (όπως φαίνεται πιθανό), είναι μόνο ζήτημα χρόνου ώσπου η αντιπολίτευση στη νέα δικτατορία να γίνει εμφανής με τους φοιτητές και κάποια εργατικά στοιχεία στην πρωτοπορία», εκτιμούσε χαρακτηριστικά ο διευθυντής πολιτικού σχεδιασμού του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στα μέσα Φεβρουαρίου 1974, ενώ τον Απρίλιο ένα μνημόνιο της CIA αποφαινόταν πως «οι φοιτητές κι οι εργάτες θα απολαύσουν τη λαϊκή συμπάθεια, αν όχι ανοιχτή υποστήριξη, έτσι κι αναμετρηθούν ξανά ανοιχτά με το καθεστώς» («Foreign Relations of the United States. Greece; Cyprus; Turkey, 1973-1976», Ουάσινγκτον 2007, σ. 33 & 62).
Παρόμοιες σκέψεις συναντάμε και στην ιδιωτική επικοινωνία επώνυμων εθνικοφρόνων με ηγετικά στελέχη των ΗΠΑ. Χαρακτηριστικό δείγμα, μια αδημοσίευτη επιστολή του πτέραρχου Χαράλαμπου Ποταμιάνου (ανακτορικού υπουργού Άμυνας κατά τις εκλογές βίας και νοθείας του 1961) προς τον προσωπικό του φίλο, Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ (27.03.1974), που ο γράφων εντόπισε στο αρχείο του τελευταίου (f. 334.14):
«Οι ομάδες χαμηλότερου εισοδήματος αισθάνονται ήδη εδώ και καιρό τις επιπτώσεις του πληθωρισμού. Ως αποτέλεσμα, ένα γενικευμένο μίσος για τη στρατιωτική δικτατορία και την κυβέρνησή της συσσωρεύεται σταθερά. […] Κατά τις ταραχές του Νοεμβρίου 1973, αμέσως πριν από το τελευταίο πραξικόπημα, όταν σκοτώθηκαν πολλοί διαδηλωτές, φημολογούνταν ότι τα θύματα ανέρχονταν σε εκατοντάδες κι αυτό προκάλεσε ισχυρά αισθήματα αποστροφής για τον στρατό και την αστυνομία. Στην περίπτωση νέου ξεσπάσματος ταραχών, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι τα στρατεύματα κι η αστυνομία θα υπακούσουν στην εντολή να πυροβολήσουν κατά του πλήθους».
Την αποστομωτικότερη απόδειξη για την καθοριστική συμβολή του Πολυτεχνείου στην κατάρρευση της χούντας και την άνευ όρων παράδοση της εξουσίας στους πολιτικούς, μόλις τα στελέχη της συνειδητοποίησαν πως ο εξοπλισμός του λαού με τη γενική επιστράτευση περιόρισε δραματικά τη δυνατότητά τους να καταστείλουν αποτελεσματικά ένα νέο Πολυτεχνείο (σε συνθήκες, μάλιστα, οξύτατης οικονομικής κρίσης κι εθνικής καταστροφής), την παρέχουν όμως τα δημοσιευμένα απομνημονεύματα του ίδιου του Μαρκεζίνη. Οταν το απόγευμα της 23ης Ιουλίου 1974 οι συντηρητικοί πολιτικοί αρχηγοί κλήθηκαν από τον «πρόεδρο» Γκιζίκη για να συναποφασίσουν τι έμελλε γενέσθαι, με το κέντρο της Αθήνας πλημμυρισμένο από χιλιάδες λαού, διαβάζουμε, οι επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων ξεκαθάρισαν στους συνομιλητές τους
«ότι δεν ημπορούμεν να φύγωμεν πριν είμεθα εις θέσιν να είπωμεν ότι εσχηματίσθη κυβέρνησις. Εις εμέ τουλάχιστον έδιδον θλιβεράν εικόναν πανικού. Είχον παραλύσει αισθανόμενοι δέος προ του συγκεντρωμένου πλήθους, του οποίου η ηρεμία –και εις αυτό ορθώς εξετίμησαν– υπήρχε κίνδυνος να μεταβληθή εις αγριότητα εάν αντί κυβερνήσεως τους εδίδετο η πληροφορία περί νέας αναβολής. Δηλαδή δεν υπήρχαν περιθώρια» («Αναμνήσεις 1972-1974», Αθήναι 1979, σ. 572).
Η δημοκρατία επανήλθε λοιπόν στην Ελλάδα με τη χουντική στρατιωτική ηγεσία τρομοκρατημένη από την ανάμνηση της πρόσφατης εξέγερσης του Νοέμβρη και το ενδεχόμενο μιας αποφασιστικότερης, νικηφόρας επανάληψής της.
Κοτζάμ καθηγητής του Παντείου, ο υφυπουργός Παιδείας τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έχει πάρει άραγε χαμπάρι;
https://www.efsyn.gr/themata/kryfa-hart ... ios-mythos