Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 17 Οκτ 2020, 18:49
«Σουλιώτης-Αρβανίτης», μελέτη του Γ. Βλαχογιάννη στην εφημ. «Πρωία» 7 Δεκ. 1931.
Οι φανατικοί πατριώτες της Αρβανιτιάς είπανε και γράψαν, όχι μια φορά και μόνη, πως οι Αρβανίτες λευτέρωσαν την Ελλάδα με το αίμα τους κατά το Εικοσιένα, και πως τα καλύτερα παλικάρια του Ιερού αγώνα μας ήταν Αρβανίτες. Και δεν τους φτάνει να μας θυμίζουνε κάθε φορά το Σούλι, την Ύδρα και τη Σπέτσα, αλλά πάνε και πιο πέρα ακόμα· μας φιλονικούν και την καταγωγή πολλών άλλων επισήμων αντρών, που εμείς τους γνωρίζουμε Έλληνες καθαρούς, π.χ του Αντρούτσου, του Καραϊσκάκη, του Κολοκοτρώνη κλπ. Την τελευταία τούτη υπερπατριωτική αξίωση τη ρίχνει η ιστορία εύκολα, κ’ είναι συγχωρεμένη η προπαγάνδα η αρβανίτικη, «ου γάρ είδε», το ίδιο και την άλλη, λιγο πιο πάνω, πως δηλ. τα καλύτερα παλικάρια μας ήταν Αρβανίτες. Γιατί ίσα-ίσα η ιστορία φωνάζει πως τα πιο καθαρά παλικάρια, τα πιο ατρόμητα, κ‘ ευγενικά και τιμημένα, με τα σημάδια τα ξεχωριστά του αγνού ήρωα, που ενώ νικάει τον εχθρό, ξέρει και να τον τιμάει, ήταν Έλληνες από μάνα και πατέρα, κι’ απ’ όλα τους τα προγονικά· τετοιοι ήταν ο Διάκος, ο Κανάρης, ο Νικηταράς, ο Καραϊσκάκης και τόσοι άλλοι. Μ’ αυτούς συνερίζεται πάντα η ελληνική παλικαριά. Με το Μάρκο παραβγαίνει στην Άρτα, κατά το 1821, ο Καραϊσκάκης, και κατά το 1825-6 παραβγαίνει ο ίδιος πάλι με τον Κίτσο, στο Μεσολόγγι. Οι δυο αυτοί πατήσανε του Κιουταχή το στρατόπεδο σε μια νύχτα.
Κατά τους Αρβανίτες και τους φίλους τους από την Ιταλία οι Σουλιώτες ήταν Αρβανίτες καθαροί, μα εδω είναι που σκοντάφτουν πάλι στην αλήθεια. Και πρώτα, η Σουλιώτικη παλικαριά δεν ήταν αρβανίτικη παλικαριά, αφού ήτανε πιο μεγάλη, κι’ αφού ποτέ κατά τον Αγώνα (και στο Σούλι πριν από το Εικοσιένα) οι Σουλιώτες δεν νικήθηκαν από Αρβανίτες (Άμπλιανη, Πέντε Όρνια, Μεσολογγι και τόσα άλλα παραδείγματα). Οι Σουλιώτες ήταν Ελληνο-Αρβανίτες, όχι Αρβανίτες καθαροί. Το ίδιο και οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες. Είναι θαύμα πόσο ταιριαστό γίνεται το σμίξιμο των δυο αυτών αδερφικών αιμάτων. Το φαινόμενο στην Ιστορία μας από το Εικοσιένα και κάτω είναι χτυπητό, και ξώφαντο μπροστά στα μάτια μας. Όμως εδώ το ζήτημα γίνεται ξαφνικά εθνολογικό. Ανάγκη όμως να πω με λόγια σύντομα τη γνώμη μου. Η συνοίκηση Σουλίου, Ύδρας, Σπέτσας έγινε με τον πρώτο της πυρήνα καθαρά αρβανίτικο, απ’ ανθρώπους που φεύγανε κάποιες καταδρομές γιατί και κάποιες πράξεις παράνομες είχανε κάμει. Αυτής της τάξης οι συνοικισμοί, οι εγκληματικοί, ας τους πούμε, είναι πράγμα θαυμαστό πόσο ευτυχούν και γιγαντώνονται με τον καιρό. Στην αρχή, για να ριζώσουν και να δεντρωθούν, ακολουθούνε πάντα της φύσης κάποιους νόμους σκληρούς κι’ απόλυτους· μίση θανάσιμα κρατούν ανάμεσα τους. Φόνοι, απαγωγές, σπαραγμοί για την κατοχή της εξουσίας, και τότε, άμα πληθύνει το κακό, απ’ των παθών αυτή τη λάσπη, από το λύθρο των αιμάτων θα φυτρώσει ένα λουλούδι εξωτικό, καθώς και το ρόδο από τ’ αγκάθι, θα προβάλει ο νόμος, όχι ενός ανθρώπου πλάσμα, παρά της ανάγκης γέννημα, της αλύγιστης, φύτρο δυνατό από τη μοίρα του παραγγελμένο τάξη να βάλει και να βασιλέψει απάνω στην ανεμοζάλη. Αυτό το δρόμο ακολούθησε το Σούλι, η Ύδρα, η Σπέτσα, μα και η Βενετιά μέσα στους δρόμους της, και η Ρώμη ακόμα. Στους πολεμικούς λαούς που συνοικίζονται από μια σκληρή ανάγκη, ένας από τους νόμους που γεννιέται αυτόφυτος, όταν πληθαίνουνε τα φονικά, είναι ο νόμος του αίματος, η εκδίκηση η επιτακτική, που βάνει χαλινό στο έγκλημα. Η μπέσα είναι πάλι κι’ αυτή γέννημα φυσικό της απιστιάς. Όπως ένας λαός άλλο βαθμό τιμωρίας δεν ξέρει, παρά το φόνο, έτσι άλλος λαός από φυσικού του ρέπει στην απιστιά, και η μπέσα είναι ο μόνος νόμος που τη συμμαζεύει. Κάθε παράβαση της μπέσας έχει απαράβατη ποινή το φόνο. Ο νόμος του αίματος και η μπέσα είναι νόμοι άγραφοι, μα τρομεροί, που χαλινώνουνε κάθε άξεστο λαό, που παλεύει με τους γειτόνους ή με τον εαυτό του, και δεν αφήνει από τα χέρια του τ’ άρματα. Από τους Αρβανίτες, που πλάσανε τη μπέσα οι πιο άπιστοι νομίζονται απ’ αυτούς οι Τσάμηδες, μα οι Τσάμηδες ίσα-ίσα προσκυνάνε και λατρεύουνε τη μπέσα. Έτσι με τον καιρό μορφώνεται ένα δίκαιο φυσικό σ’ έναν λαό παράνομο, και τότε με τη δύναμη του νόμου, άγραφου πρώτα, κ’ ύστερα γραφτού μπαίνει ο λαός αυτός στο στάδιο της δόξας της πολεμικής ή στο πεζότερο του πλουτισμού, όπως τονέ βοηθήσει ο τόπος όπου ζει, στεριά είτε θάλασσα, και τόσα άλλα ακόλουθα περιστατικά. Έτσι η πολεμική και η πολιτική αρετή στήνει το θρόνο της απάνω στη φυσική και μισοάγρια διαφθορά, κ’ έτσι υποτάζει και ημερώνει τα θεριά. Έτσι έγιναν οι νόμοι οι Υδραιο-Σπετσιώτικοι, και οι νόμοι οι Σουλιώτικοι, μα ακόμη και οι Δρακόντειοι νόμοι κ.λ.π. Τότε αρχίζουν της θείας ειρήνης τ’ αγαθά, και τότε ο πληθυσμός αρχίζει και πυκνώνει τεχνικά απ’ ανθρώπους που συρρέουν έξωθεν για να βρούνε σκέπη, τύχη και δουλειά (ισως και αυτούς το έγκλημα τους έδιωξε από το δικό τους τόπο).
Η σύσταση του πληθυσμού Ύδρας, Σπέτσας και Σουλίου είναι μικτή, Ελληνο-Αρβανίτικη. Η πρώτη ζύμη, η μαγιά, ήταν Αρβανίτικη, αθροισμένη απ’ τα περίχωρα, Αρβανίτικα κι’ αυτά, και το ζυμάρι ύστερα μεγάλωσε από τα στοιχεία τα Ελληνικά, τα συναγμένα από παντού στα καταφύγια εκείνα, που χαρίζανε πρώτο αγαθό της ζωής, την προστασία από του Τούρκου την καταδρομή. Και τότε δυό ενάντια φαινόμενα γεννηθήκανε, μα και τα δυο τέκνα του ίδιου ψυχολογικού νόμου. Ο Ελληνόφωνος πρόσφυγας μάθαινε Αρβανίτικα και λησμονούσε τα δικά του ελληνικά, ενώ η ψυχή του έκανε σιγά-σιγά την Αρβανίτικη ψυχή ν’ αλλάζει. Οι δυο αυτές αντίθετες επιρροές δημιουργήσανε το κράμα αυτό το Ελληνο-Αρβανίτικο, λαούς μ’ Αρβανίτικη γλώσσα, μ’ αίμα μιχτό, και με πατριωτισμό Ελληνικό. Η εξέταση των οικογενειακών ονομάτων δείχνει τη σύσταση του πληθυσμού μιχτή. Δε μένει παρά, αν προκληθώ, να παρουσιάσω καταλόγους. Έρχομαι στο Σούλι.
Το Σούλι είναι ένα μικρό νησάκι χριστιανικό ανάμεσα σε πέλαγο Αρβανίτικο μουσουλμανικό. Έζησε και μεγάλωσε, σύστησε μικρό κράτος, άνοιξε τρανούς αγώνες για να προστατέψει αυτό το κράτος και την ίδια του την αρχική πολιτική ύπαρξη, το περίφημο Τετραχώρι. Τέλος φύλαξε τη λευτεριά του ως που την έχασε κάνοντας τους ατέλειωτους πολέμους του πάντα μ’ Αρβανίτες μουσουλμάνους. Όμως ποτέ δεν ξέχασε πως οι Αρβανίτες ήταν αδερφοί στη γλώσσα, στα ήθη τα πολεμικά, στην μπέσα, μα στα ήθη τα κοινωνικά, στα τραγούδια του σπιτιού (του γάμου κ.λ.π), στο πατριωτικό του ένστιχτο, στις τύχες του πολέμου, στις ελπίδες, τις μελλόμενες, στη θρησκεία, τέλος, στο γενικό του φρόνημα, το Σούλι ήταν Ελληνικό. Η απορρόφηση του του στοιχείου του Ελληνικού είχε γίνει σιγά με τον καιρό. Από τα χρόνια της Φιλικής Εταιρίας ο Σουλιώτης άρχισε να παίρνει και συνείδηση καθαρότερη εθνική. Όμως η φυλή του δεν ήτανε καθαρή Αρβανίτικη, ήταν Ελληνο-Αρβανίτικη. Οι Αρβανίτες δεν πάψανε ποτέ να πιστεύουν τους Σουλιώτες αδερφούς και ομόφυλους. Γι’ αυτό και οι πόλεμοι τους γινόντανε τόσο φανατικοί, τόσο απίστευτοι στη λύσσα τους. Στους πολέμους αυτούς γυμνάστηκε η Σουλιώτικη παληκαριά, η Ελληνο-Αρβανίτικη, και πάντα νίκησε. Ύστερα από κάθε μάχη η μπέσα ήτανε νόμος ιερός και απαράβατος. Σουλιώτης και Αρβανίτης ποτέ δεν πατήσανε τη μπέσα μεταξύ τους. Όσο βαστούσε η μπέσα, οι Σουλιώτες μοιραζόντανε και το ψωμί με τον εχθρό. Οι Αρβανίτες δίνανε ξεχωριστή πίστη στους Σουλιώτες, και τη μπέσα τους την είχανε σα γνωμικό «μπέσα Σουλιώτικη». Όσο βαστούσε η μπέσα, τα δυο μέρη αφήναν τα τουφέκια, και μένοντας με τα σπαθιά και τα πιστόλια κάνανε παρέα ανάκατοι χωρίς καμμια υποψία. Κατά το 1821, στα Δερβίζανα, οι Σουλιώτες αφού δώσανε τη μπέσα φιλήθηκαν αδελφικά και πήραν τους Αρβανίτες στο στρατόπεδό τους, τους στρώσανε τραπέζι από ψητά, μοιράσανε σε κάθε συντροφιά κ’ ένα σφαχτό, και καθήσανε δέκα Σουλιώτες συντροφιά μ’ αλλους τόσους Αρβανίτες. Ήπιανε, τραγουδήσανε, χορέψανε, ρίξανε και λιθάρι, και τέλος χωριστήκανε σαν παλιοί σύντροφοι αφού μείνανε μαζί τρείς ώρες. Οι Σουλιώτες αφήσανε και τ’ άρματα στους Αρβανίτες. Ποτέ δε σκοτώσανε σκλάβο Αρβανίτη. Γινόνταν και μαζί τους αδερφοποιτοί, καμμιά φορά. Τέτοιον αδερφοποιτό είχε το γιο του Μούρτο-Τσάλη ο Μάρκο-Μπότσαρης, κι’ άμα σκοτώθηκε θρήνησε το θάνατο του και φύλαξε το πένθος του πολύν καιρό. Οι Αρβανίτες είχανε μεγάλη ιδεα για τη Σουλιώτικη παλικαριά. Ο Χουρσίτ Πασάς, λένε, κατά την πολιορκία του Αλήπασα, μάλωνε τους Αρβανίτες, πως αντάξια τρώγανε το ψωμί του του βασιλιά τους, αφού δε μπορούσαμε να χαλάσουν τους Σουλιώτες. Ένας Αρβανίτης πολεμιστής, ο Χασάν Αρούνης, πληγές γεμάτος του αποκρίθηκε:
–Οι Αρβανίτες δεν είναι κιοτήδες, τρώνε δίκια το ψωμί του βασιλιά, μα η αλήθεια είναι πως οι Σουλιώτες είναι από τα σπάνια παληκάρια του καιρού που ζούμε.
Οι Σουλιώτες από τα παλιά τους λαβαίνανε συχνή αφορμή να δένουνε κ’ ενώσεις πολιτικές με τους Αρβανίτες. Πότε κάνανε συμμαχία με τους γειτόνους τους Παραμυθιώτες, πότε με αγάδες τους Μαργαριτιώτες κι’ αλλους Αρβανίτες ενάντια σε δυνατούς πασάδες της Αρβανιτιάς, και μάλιστα τον Αλή-βεζίρη. Η τελευταία τους συμμαχία ήτανε κατά τα 1820-21, όταν Αρβανίτες και Σουλιώτες με το μέρος του Αλήπασα χτυπούσαν τα σουλτανικά στρατεύματα παντού. Στην Άρτα σμίξανε μαζι τους και οι Αρματωλοί, γιατί είχε αρχίσει πια ο αγώνας ο εθνικός. Στην Άρτα μέσα θαυμαστά συνεριζόντανε Σουλιώτες, Αρματωλοί και Αρβανίτες πολεμώντας το Χουρσίτη. Ξαφνικά οι Αρβανίτες αποφασίσανε να φύγουν από το μέρος του Αλήπασα, και φυλάγοντας τη μπέσα το κάνανε γνωστό στους Σουλιώτες μοναχά. Οι Σουλιώτες πάλι, φυλάγοντας τη μπέσα δε μπορούσανε κι’ αυτοί να προδώσουνε το μυστικό. Οι Έλληνες όμως υποψιαστήκανε το πράμα, και τραβηχτήκανε πολεμώντας με τους Αρβανίτες τους συμμάχους τους λίγο πρωτύτερα.
Αρχίζοντας ο αγώνας και βαστώντας ως τα 1829, ο κυριότερος αντίπαλος των Ελλήνων ήταν ο Αρβανίτης. Οι αμέτρητες εισβολές κ’ εκστρατείες που γίνανε στη Στερεά, οι δυο πολιορκίες του Μεσολογγιού κ.λ.π. από Αρβανίτες γίνανε. Οι Σουλιώτες, λιγοστοί πια, ως πεντακόσοι το πολύ, στρατολογούσανε σώματα Ρουμελιώτικα, και με τους Αρβανίτες πάντα πολεμούσανε. Μεταξύ τους φυλάγανε τη μπέσα πάντα. Οι Σουλιώτες Αρβανίτη σκλάβο δε σκοτώνανε ποτέ. Μπαίνοντας στον νέο αγώνα, ξάναψε αγριώτερη η πολεμική μανία ανάμεσα σε Σουλιώτες και Αρβανίτες, μα και οι παλιοί Αρματωλοί, πούχανε δουλέψει στον Αλήπασα κοντά, σε σώματα χωριστά χριστιανικά, φυλάγαν από τότε τα παλιά τους μίση με τους Αρβανίτες. Συχνά η μάχη άρχιζε και τελείωνε με ομηρικές προκλήσεις και βρισιές. Στο Κομπότι, 1821, αν ο Καραϊσκάκης έδειξε τις πλάτες του γυμνές στους Αρβανίτες, δεν το έκανε από φυσικό του χωρατό μονάχα, το έκανε από καταφρόνηση, και το κίνημα του αυτό το συνόδεψε με τη φαρμακερή του σάτιρα στους προσωπικούς του εχθρούς, που από τα Γιάννινα τους ήξερε, και πάντα τρωγότανε μ’ αυτούς. Στον Αη-Βλάση πάλι, αρχές του 1823, ο Αρβανίτης καπετάνος προκάλεσε τον Καραίσκάκη σε μονομαχία ομηρική, με λόγια υβριστικά, και θά ‘χε παλιές αφορμές από τα Γιάννινα μαζί του. Οι Σουλιώτες, λιγόλογοι, δεν προκαλούσανε, μα δεν αρνιόνταν και την πρόκληση. Αίμα διψούσαν αρβανίτικο για το χαμένο Σούλι. Από τα 1823, που αρχίσανε να βγαίνουνε από την Κεφαλονιά και από την Κέρκυρα, λίγοι-λίγοι και κρυφά, και χωρίς άρματα, φτωχοί και πεινασμένοι, τρέχανε στη φωτιά σαν τα λιμασμένα τα θεριά, που την αυγή γυρεύουνε να ξεδιψάσουνε στου λόγγου τις ανάβρες. Ο Μάρκος μοναχά δεν είχε περάσει στα Εφτάνησα, άμα έπεσε το Σούλι, και δεν έπαψε να πολεμάει με την Αρβανιτιά. Του Σκόντρα την πλημμύρα, ως 15.000 Αρβανίτες, ανάλαβε μοναχός να την απαντήσει. Ο Μάρκος τότε πέθανε, κι’ ο Κίτσος ο Τζαβέλλας σήκωνε στους ώμους του το χάκι (εκδίκηση) της χαμένης του πατρίδας. Δεν ήταν ίσως ούτε 26 χρονών στης Άμπλιανης τη μάχη, 1825, όπου άρπαξε τη νίκη με το χέρι του. Οι Αρβανίτες, κάθε φορά που δοκίμαζαν του Σουλιώτικου σπαθιού το χτύπημα, σκυλιάζαν από το κακό τους. Γι’ αυτό στα Πέντε-Όρνια, λίγο πιο ύστερα απ’ την Άμπλιανη, το συναπάντημα τους έγινε μακελειό φριχτό. Οι Μιρντίτες, φανατική φυλή Αρβανίτικη, καθολική, παραμερίσανε με το στανιό τους άλλους, της Άμπλιανης τους νικημένους και πέσανε με τα σπαθιά τυφλά και νικηθήκανε. Στα πέντε Όρνια, όπως και στην Άμπλιανη, οι Σουλιώτες παίξανε το κύριο πρόσωπο. Ύστερα, μετά τη νίκη, οι νικητές κοιτάζονται στα μάτια και ρωτούσαν αν είναι ακόμη ζωντανοί. Ο Κίτσος είχε φυσήξει μέσα στην ψυχή του του Σουλίου όλη την ψυχή, και τη γιγάντωσε στο Μεσολόγγι. Τέτοιο παλικάρι τρυφερό, και η πολεμική του μάντης έκοβε σαν ατσάλι κοφτερό. Αρχηγός του κινητού σώματος, που έκανε κάθε έξοδο νυχτερινή, άστραφτε ο κεραυνός του απάνου στους Αρβανίτες τους πολιορκητές. Σκληρό ήτανε το χέρι του, σαν την ψυχή του. Παρακάτω θα δείτε πως κατηγορήθηκε για κάποια βάρβαρη αγριότητα, στα 1828. Μα ο Κίτσος, στον πόλεμο, δεν γνώριζε άλλο παρά της νίκης το σκοπό, όμως και το «χάκι» το παλιό ύπνο δεν τον άφηνε να παίρνει. Η ιστορία σωπαίνει, από τη φρίκη της, μπροστά σε μια πράξη ωμότατη της μεγάλης τους Μεσολογγίου φρουράς, μα τέτοια πράξη, κι’ άλλες σαν αυτή υψώνουν τη Φρουρά πέρα κι’ απάνω από του κάθε ηρωισμού τη φαντασία.
0 .