Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 13 Ιαν 2023, 17:57
Η αλβανική οπτική
Η σύγχρονη αλβανική άποψη δεν διαφέρει ιδιαίτερα από τις ανάλογες βαλκανικές οπτικές σχετικά με την παρουσία μειονοτήτων ή αλλόγλωσσων ομάδων στο έδαφός τους. Ειδικά μοιάζει με την ελληνική, όπως αυτή διαμορφώθηκε στο παρελθόν από επιστήμονες και μη, αφού ο αλβανικός και ελληνικός εθνικισμός είναι αυτοί που περισσότερο από τους άλλους και εξαρχής επικαλούνται την αυτοχθονία και την ιστορική συνέχεια των πληθυσμών από την αρχαιότητα. Παρόλο που οι βασικές αρχές του αλβανικού εθνικισμού εν πολλοίς διατηρήθηκαν και ενδυναμώθηκαν κατά την κομμουνιστική περίοδο, με κάποιες διαφοροποιήσεις ανά διαστήματα, επανέρχονται και μάλιστα με ένταση μετά το 1990. Εύστοχα, ο λόγος αυτός ονομάστηκε «néo-pelasgisme». Η ελληνική μειονότητα αντιμετωπίζεται σαν πληθυσμός παρείσακτος, νεοφερμένος και όχι αυτόχθων στον αλβανικό χώρο, που φτάνει μέχρι την Πρέβεζα, την Άρτα ακόμη και τον Αμβρακικό Κόλπο ενίοτε, και επικουρικά χρησιμοποιείται το σχήμα του εξελληνισμού του πληθυσμού. Ο αλβανικός λόγος που διαμορφώθηκε στο χοτζικό καθεστώς έχει πολλά από τα γνωρίσματα του αντίστοιχου εθνικιστικού λόγου που διαμορφώθηκε μεταπολεμικά στις άλλες βαλκανικές χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η αντιμετώπιση της ελληνικής και της μακεδονικής μειονότητας στην Αλβανία και η εδαφική τους οριοθέτηση και αναγνώριση ορίστηκαν με βάση το σταλινικό μοντέλο του έθνους ή/και της εθνότητας και του εδάφους στο οποίο έχουν ισχύ τα δικαιώματά τους, το οποίο εφαρμόστηκε στη Σοβιετική Ένωση. Θα χαρακτηρίζαμε και τον αλβανικό έναν βαλκανικό σοσιαλιστικό εθνικισμό, που δανείστηκε πολλά στοιχεία από τη σταλινική άποψη για την εθνότητα και το έδαφός της, χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζουμε την ιδιαιτερότητά του τόσο στη συγκρότηση όσο και στην εκφορά του λόγου του. Πολλές επιστήμες στην Αλβανία «δημιουργήθηκαν» για να εξυπηρετήσουν το έθνος στη σοσιαλιστική εκδοχή του και δεν έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα να αποδεσμευτούν από αυτή την εργαλειακή λειτουργία τους. Για την παρουσία της ελληνικής γλώσσας στην περιοχή επιστρατεύονται θεωρίες όπως ότι οι Έλληνες-ελληνόφωνοι δεν είναι ντόπιοι, αυτόχθονες, αλλά τους μετέφεραν ως καλλιεργητές στην περιοχή, στις εύφορες γαίες της Δρόπολης και του Βούρκου (συνήθως ο Αλή πασάς ή άλλοι προγενέστεροι) από αλλού, ή επικουρικά ότι είναι Αλβανοί που εξελληνίστηκαν γλωσσικά. Μετά το 1990 μάλιστα είδε το φως της δημοσιότητας μια όντως εκπληκτική «κατασκευή», που προσπαθεί να εντάξει και περιοχές βόρεια των ελληνόφωνων σε μια μεγάλη Τσαμουριά, «αποδεικνύοντας» έτσι το εμβόλιμο και το νεότερο της «μειονότητας» (τα εισαγωγικά στη λέξη από τον συγγραφέα).
Το όλο πνεύμα της αλβανικής προσέγγισης αντικατοπτρίζει ένα βιβλίο που προσπαθεί να μεταφέρει, έστω και στοιχειωδώς, στην Αλβανία τον σύγχρονο επιστημονικό λόγο σχετικά με την εκπαίδευση των μη αλβανόφωνων στην Αλβανία βασισμένο σε κοινωνιογλωσσικά δεδομένα: στο βιβλίο υπάρχει κεφάλαιο που αναφέρεται στη διγλωσσία στην Ελλάδα, στην ελληνική κρατική πολιτική, καθώς και στο «γλωσσικό καθεστώς της αλβανικής στην Ελλάδα». Είναι, νομίζουμε, εμφανές ότι ο εθνικιστικός λόγος διαπερνά όλη την αλβανική κοινωνία –με διαφορετικό όμως τρόπο απ' ό,τι την ελληνική–, και βέβαια και την επιστημονική κοινότητα. Μάλιστα, είναι παρών και στον υποτιθέμενο αντιεθνικιστικό λόγο. Η έκθεση της Αλβανικής Επιτροπής του Ελσίνκι παραλείπει από τις μειονότητες ή τις κοινότητες τους Βλάχους, τους Μακεδόνες ή τους σλαβόφωνους εκτός των αναγνωρισμένων περιοχών, άλλες εθνοπολιτισμικές ομάδες της Αλβανίας και, λίγο πολύ, παρουσιάζει ένα ιδανικό τοπίο στη «φτωχή πλην τίμια» Αλβανία.
Ίσως ακόμη πιο ενδεικτική είναι μία άλλη αντίστοιχη δίγλωσση έκδοση (αλβανικά/ αγγλικά). Παρά το ότι προσπαθεί να διατηρήσει έναν πιο επιστημονικό χαρακτήρα, παρουσιάζοντας για παράδειγμα τους Βλάχους και τους σλαβόφωνους εκτός των αναγνωρισμένων μειονοτικών (ορθόδοξων) οικισμών της μακεδονικής μειονότητας και τις ομάδες των Ρομά και των Evgjit, διατηρεί αυτούσια τη δέσμη ιδεών της αλβανικής εθνικής αφήγησης. Αναφερόμενοι στην ελληνική μειονότητα γράφουν ότι το μεγαλύτερο τμήμα της έφτασε στην Αλβανία πριν τον Β ́ Παγκόσμιο, αρχικά για αναζήτηση εργασίας, και τελικά, λόγω του σημαντικού της μεγέθους δημιούργησε τα δικά της χωριά: «Part of them came to Albania during World War II, but the majority came here even earlier. Initially, they settled in the Albanian lands as people looking for jobs and later, because of their large numbers, established their own villages». Ειδικά για τη Χιμάρα, την περίπτωση της οποίας εξετάζουμε στη συνέχεια, υπάρχει η αναφορά ότι τα ιστορικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν υφίσταται ελληνικός πληθυσμός, ενώ όσοι βρίσκονται εκεί είναι οργισμένοι με την κρατική αδιαφορία: «[...] historical data show that there is no Greek population there; instead, there is a population that is angry at the indifference of the Albanian state». Αν παρακολουθήσει κανείς τον δημόσιο λόγο στην Αλβανία, θα δει ότι κινείται σε αυτά τα πλαίσια. Λαμβάνοντας από μια παλαιότερη και ακραία εκδοχή του, που δεν ήταν η εξαίρεση τη δεκαετία του 1990, συναντάμε το εξής ενδεικτικό: ο Αλβανός υπουργός Εξωτερικών απαντά στις αιτιάσεις της τότε Διάσκεψης για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη (Δ.Α.Σ.Ε.) για την ελληνική μειονότητα –εκτός των άλλων– και με την κατάσταση των εναπομεινάντων Τσάμηδων («those who could remain»), Αλβανών που μένουν σε άλλες περιοχές στην Ελλάδα και των Αρβανιτών (της νότιας Ελλάδας), όπου σε όλους αυτούς όχι μόνο τους αρνείται η Ελλάδα την παρουσία, αλλά και την «επιβεβαίωση/διαβεβαίωση» (affirmation) της εθνικής τους ταυτότητας. Αυτός ήταν άλλωστε ο επίσημος αλβανικός λόγος εκείνη την περίοδο, ο οποίος μάλιστα έλαβε και επιστημονικό περιτύλιγμα από την Ακαδημία Επιστημών το 1998.
Όλα τα παραπάνω είναι επόμενο να επηρεάζουν τις ιδέες και τις πολιτικές που ακολουθούνται από τις αλβανικές κυβερνήσεις, αλλά και τις αποφάσεις σημαντικών στελεχών της διοίκησης.
1 .