Τα βορειοηπειρωτικά σωματεία
Βορειοηπειρωτικά σωματεία που έδρευαν στην Αθήνα, την Ήπειρο, τη Θεσσαλονίκη, την Καστοριά και διακλαδώνονταν στο Αργυρόκαστρο, τη Χιμάρα, τους Αγίους Σαράντα, την Κορυτσά και άλλες μειονοτικές περιοχές της Αλβανίας, μαζί με την υλική βοήθεια και την ηθική που μετέφεραν για τις ανάγκες όσων δεν είχαν φύγει για την Ελλάδα, καλλιεργούσαν ανοιχτά κλίμα αλυτρωτισμού.
Η Συντονιστική Φοιτητική Ένωση Βορειοηπειρωτικού Αγώνα (ΣΦΕΒΑ), η Ένωση Νεολαίας Βορείου Ηπείρου (ΕΝΒΗ), ο (ΠΑΣΥΒΑ), το Μέτωπο Απελευθέρωσης Βορείου Ηπείρου (ΜΑΒΗ), ήταν τα πιο γνωστά από τα εξήντα εφτά που υπολογίζεται ότι υπήρχαν. Δρούσαν υπό την ομπρέλα –και κάποια στις παρυφές– της επίσημης πολιτικής της Αθήνας στο μειονοτικό, ήταν διασυνδεδεμένα με σκοτεινούς θαλάμους της ΕΥΠ, απ' όπου έπαιρναν εντολές, και επιφανή στελέχη τους μπαινόβγαιναν στα γραφεία του Υπουργείου Εξωτερικών από τα μυστικά κονδύλια του οποίου συντηρούνταν στο σύνολό τους σχεδόν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Το σημαντικότερο: είχαν αλωθεί όλα από τις αλβανικές μυστικές υπηρεσίες.
Το προωθημένο κλιμάκιο του Υπουργείου Εξωτερικών με έδρα τα Ιωάννινα είχε αναλάβει, υπό την ευθύνη και καθοδήγηση της Β. Τσουδερού, στο πλαίσιο του σχεδιασμού να υλοποιήσει την κυβερνητική πολιτική στο βορειοηπειρωτικό. Λειτούργησε ουσιαστικά από το καλοκαίρι του 1991 ως το ξεκίνημα του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στο Αργυρόκαστρο, το Μάρτιο του 1993, το οποίο ανέλαβε τουλάχιστον τις επίσημες ενέργειες και δράσεις για λογαριασμό της ελληνικής κυβέρνησης, αφήνοντας σωματεία και οργανώσεις να κάνουν τη βρόμικη δουλειά.
Το κλιμάκιο απαρτιζόταν από στελέχη του Υπουργείου Εξωτερικών, διπλωμάτες, αξιωματούχους της ΕΥΠ, αξιωματικούς της αστυνομίας και του 2ου γραφείου (42) της τοπικής μεραρχίας του στρατού και είχε ατύπως την υψηλή ευθύνη για την υλοποίηση της πολιτικής της Αθήνας στην ελληνική μειονότητα. Αυτό καθοδηγούσε το σύνολο των δραστηριοτήτων του Εθνικού Ιδρύματος Υποδοχής και Αποκατάστασης Παλιννοστούντων Ομογενών Ελλήνων (ΕΙΥΑ-ΠΟΕ), που ήταν επιφορτισμένο, επισήμως τουλάχιστον, με τη συγκέντρωση και τη διανομή της βοήθειας στη μειονότητα.
Αναβαθμισμένη ήταν και η δράση του Ιδρύματος Βορειοηπειρωτικών Ερευνών (ΙΒΕ), καθώς και άλλων παρόμοιων φορέων μέσω των οποίων το κλιμάκιο δρομολογούσε ενέργειες, οι οποίες δεν μπορούσαν να έχουν άμεσα την ετικέτα του και αφορούσαν στους ομογενείς πίσω από τα σύνορα. Εντούτοις, το κλιμάκιο καθόριζε εν πολλοίς και τη γραμμή της Ομόνοιας.
ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ
Ομιλία του Νίκου Ζαχαριάδη στην 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (20 Οκτωβρίου 1949)
…Ο Γκρέιντυ θέλει να κρατά υποταγμένη στα κελεύσματα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού την πολιτική ζωή στην Ελλάδα. Εξωτερικά δένει τη χώρα στις κατευθύνσεις του σχεδίου Μάρσαλ και στις επιδιώξεις του βορειοατλαντικού συμφώνου. Συμμαχία με την Τουρκία, συμφωνία με τη Γιουγκοσλαβία στο αντισοβιετικό και αντιλαϊκοδημοκρατικό μέτωπο με πρώτο άμεσο στόχο Ελλάδας - Γιουγκοσλαβίας τη Λαϊκή Δημοκρατία της Αλβανίας. Ενδειχτικό γι' αυτό είναι όχι μόνο οι ατέλειωτες μοναρχοφασιστικές πολεμικές προκλήσεις στα σύνορα, η διεκδίκηση της Νότιας Αλβανίας, η ακατάπαυστη λυσσασμένη προπαγάνδα ενάντια στην Αλβανία, μα και το γεγονός ότι ο Τίτο κατάγγειλε τελευταία τη συνθήκη φιλίας και αμοιβαίας βοήθειας με τη ΛΔ της Αλβανίας. Και το Λονδίνο ύστερα απ' αυτά μιλά για πλήρη απομόνωση της Αλβανίας. Αυτόν τον εξωτερικό προσανατολισμό δίνει ο Γκρέιντυ στη μοναρχοφασιστική Ελλάδα κρατώντας την έτσι και πολιτικά απόλυτα υποταγμένη στα αμερικάνικα σχέδια.
Μαζί με το λαϊκοδημοκρατικό διαχωρισμό απαλλάσσεται το ΕΑΜ και απ' τις λαθεμένες σωβινιστικές επιδράσεις, που εκφράζονταν με ότι στο διάστημα της κατοχής υιοθέτησε τα μεγαλοελλαδίτικα συνθήματα και ζητούσε εδαφικές παραχωρήσεις σε βάρος της Βουλγαρίας και της Αλβανίας. Στο σημείο αυτό το ΕΑΜ τώρα απέκρουσε αποφασιστικά όλες τις σωβινιστικές εδαφικές βλέψεις του μοναρχοφασισμού και διακήρυξε ότι βασικό και πρωταρχικό για το Λαό της Ελλάδας είναι να αποτινάξει τον αστοτσιφλικάδικο και τον ξένο ζυγό, να κερδίσει τη λευτεριά του, να εγκαθιδρύσει τη Λαϊκή του δημοκρατία και τότε θα λύσει φιλικά και ειρηνικά όλα τα ζητήματα που τυχόν υπάρχουν με τους λαϊκοδημοκρατικούς γείτονές της. Αυτή η θέση του ΕΑΜ συμπίπτει με την άποψη που άναπτυξε και ο Α. Βισίνσκι στην πρώτη Επιτροπή της Γεν. Συνέλευσης του ΟΕΕ στις 28 του Οχτώβρη 1949, όπου είπε: «Δεν πρέπει να λέγεται ότι δήθεν εμείς θεωρούμε ότι τα σύνορα δεν μπορούν ποτέ να υποστούν αλλαγή. Μπορούν να υποστούν αλλαγή όμως με αμοιβαία συμφωνία των ενδιαφερομένων κρατών, πάνω στη βάση του σεβασμού της αρχής της κυρίαρχης ισότητας των συμβαλλομένων μερών».
https://www.rizospastis.gr/page.do?publ ... 1&id=13566
…Ο Γκρέιντυ θέλει να κρατά υποταγμένη στα κελεύσματα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού την πολιτική ζωή στην Ελλάδα. Εξωτερικά δένει τη χώρα στις κατευθύνσεις του σχεδίου Μάρσαλ και στις επιδιώξεις του βορειοατλαντικού συμφώνου. Συμμαχία με την Τουρκία, συμφωνία με τη Γιουγκοσλαβία στο αντισοβιετικό και αντιλαϊκοδημοκρατικό μέτωπο με πρώτο άμεσο στόχο Ελλάδας - Γιουγκοσλαβίας τη Λαϊκή Δημοκρατία της Αλβανίας. Ενδειχτικό γι' αυτό είναι όχι μόνο οι ατέλειωτες μοναρχοφασιστικές πολεμικές προκλήσεις στα σύνορα, η διεκδίκηση της Νότιας Αλβανίας, η ακατάπαυστη λυσσασμένη προπαγάνδα ενάντια στην Αλβανία, μα και το γεγονός ότι ο Τίτο κατάγγειλε τελευταία τη συνθήκη φιλίας και αμοιβαίας βοήθειας με τη ΛΔ της Αλβανίας. Και το Λονδίνο ύστερα απ' αυτά μιλά για πλήρη απομόνωση της Αλβανίας. Αυτόν τον εξωτερικό προσανατολισμό δίνει ο Γκρέιντυ στη μοναρχοφασιστική Ελλάδα κρατώντας την έτσι και πολιτικά απόλυτα υποταγμένη στα αμερικάνικα σχέδια.
Μαζί με το λαϊκοδημοκρατικό διαχωρισμό απαλλάσσεται το ΕΑΜ και απ' τις λαθεμένες σωβινιστικές επιδράσεις, που εκφράζονταν με ότι στο διάστημα της κατοχής υιοθέτησε τα μεγαλοελλαδίτικα συνθήματα και ζητούσε εδαφικές παραχωρήσεις σε βάρος της Βουλγαρίας και της Αλβανίας. Στο σημείο αυτό το ΕΑΜ τώρα απέκρουσε αποφασιστικά όλες τις σωβινιστικές εδαφικές βλέψεις του μοναρχοφασισμού και διακήρυξε ότι βασικό και πρωταρχικό για το Λαό της Ελλάδας είναι να αποτινάξει τον αστοτσιφλικάδικο και τον ξένο ζυγό, να κερδίσει τη λευτεριά του, να εγκαθιδρύσει τη Λαϊκή του δημοκρατία και τότε θα λύσει φιλικά και ειρηνικά όλα τα ζητήματα που τυχόν υπάρχουν με τους λαϊκοδημοκρατικούς γείτονές της. Αυτή η θέση του ΕΑΜ συμπίπτει με την άποψη που άναπτυξε και ο Α. Βισίνσκι στην πρώτη Επιτροπή της Γεν. Συνέλευσης του ΟΕΕ στις 28 του Οχτώβρη 1949, όπου είπε: «Δεν πρέπει να λέγεται ότι δήθεν εμείς θεωρούμε ότι τα σύνορα δεν μπορούν ποτέ να υποστούν αλλαγή. Μπορούν να υποστούν αλλαγή όμως με αμοιβαία συμφωνία των ενδιαφερομένων κρατών, πάνω στη βάση του σεβασμού της αρχής της κυρίαρχης ισότητας των συμβαλλομένων μερών».
https://www.rizospastis.gr/page.do?publ ... 1&id=13566
0 .
-
Τλαξκαλτέκος
- Extreme poster

- Δημοσιεύσεις: 3375
Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:Μαζί με το λαϊκοδημοκρατικό διαχωρισμό απαλλάσσεται το ΕΑΜ και απ' τις λαθεμένες σωβινιστικές επιδράσεις, που εκφράζονταν με ότι στο διάστημα της κατοχής υιοθέτησε τα μεγαλοελλαδίτικα συνθήματα και ζητούσε εδαφικές παραχωρήσεις σε βάρος της Βουλγαρίας και της Αλβανίας.
Της Γιουγκοσλαβίας όμως όχι γιατί τώρα η Γιουγκοσλαβία είναι κακιά.
.gif)
================================
Η Μάρκα 2/3/1948
Χιουμοριστικό αντικομμουνιστικό έντυπο. Το όνομα της εμπνευσμένο απ' τον Μάρκο Βαφειάδη. Καπετάν συντάκτης Τριαντάφυλλος Μπόχας . Μοιράζεται τσάμπα. Τυπώνεται σε γιάφκα.

Το κάρο Μασκαράδες όλου του κόσμου ενωθείτε φέρει επάνω του τον Στάλιν και τις 2 κοπέλες του ( Κομινφόρμ , Διεθνής Συνοδοιπορία ), τον Δημητρώφ , το Διανοητικό Προλεταριάτο που χτυπά με μια βαριοπούλα την κεφαλή του Τίτο και τον Χότζα ο οποίος οδηγάει το γαϊδούρι Μάρκο Βαφειάδη που σέρνει το κάρο.

1 .
Τους μεν κενούς ασκούς το πνεύμα διίστησι , τους δε ανοήτους ανθρώπους το οίημα. ( Σωκράτης [ στον Στοβαίο ] )
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ
Το ζήτημα της Χιμάρας
Η Χιμάρα είναι μια πανέμορφη πλαγιά με πανέμορφες παραλίες και πευκόφυτες ακτές και εκπληκτική θέα στο Ιόνιο και την Αδριατική, και θεωρείται το τουριστικό φιλέτο της Αλβανίας. Στην περιοχή της βρίσκονται τα χωριά Χιμάρα, Δρυμάδες, Παλάσα, Πύλιουρι, Κηπαρό και Βούνο, τα οποία έχουν μισοαδειάσει. Όταν ο Ενβέρ Χότζα, το 1946-1947, με την άνοδο του στην εξουσία, καθόρισε τις μειονοτικές ζώνες στην Αλβανία άφησε τη Χιμάρα απ' έξω. Το έκανε για να μην εμφανίζεται επισήμως ελληνική παρουσία σε τέτοιο βάθος μέσα στο αλβανικό έδαφος, αλλά και για έναν επιπλέον λόγο: να τιμωρήσει τους Χιμαριώτες οι οποίοι στις βουλευτικές εκλογές που οργάνωσε το 1945 δεν του έδωσαν ούτε μια ψήφο.
Με την κατάρρευση του καθεστώτος, όπως και χιλιάδες άλλοι Έλληνες του νότου, οι Χιμαριώτες μετανάστευσαν μαζικά στην Ελλάδα, αφήνοντας πίσω τους τις περιουσίες τις οποίες αγόρασαν ή καταπάτησαν με τη πάροδο του χρόνου Αλβανοί που κατέβηκαν από τα βορρά αναζητώντας καλύτερη τύχη στα εύφορα παράλια. Η κάθοδος βορείων συνεχίστηκε και στη μετά Χότζα εποχή, και μάλιστα υπήρχαν υπόνοιες ότι η ροή ενθαρρύνθηκε από τις κυβερνήσεις των Τιράνων με απώτερους σκοπούς.
Οι ντόπιοι Χιμαριώτες ουδέποτε αποδέχθηκαν την απομόνωση τους από το υπόλοιπο ελληνικό στοιχείο και κατά καιρούς προέβαλαν διεκδικήσεις που αφορούσαν στη διατήρηση της απειλούμενης εθνοτικής τους ταυτότητας, μερικές από τις οποίες κινούνταν στη σφαίρα του μαξιμαλισμού. Ο τρόπος μάλιστα που τις προέβαλαν ερέθιζε τον αλβανικό εθνικισμό που με κάθε ευκαιρία καλλιεργούσε ανθελληνικό κλίμα, προβάλλοντας ισχυρισμούς περί αυτονομιστικών τάσεων της Χιμάρας και επιδιωκόμενης ένωσής της με την Ελλάδα. Ο πρώην δήμαρχος της Χιμάρας, Βασίλης Μπολάνος, αποτέλεσε ανέκαθεν το κόκκινο πανί για τους εθνικιστικούς κύκλους της Αλβανίας που τον κατηγορούν ανοιχτά για αποσχιστικές τάσεις και με κάθε ευκαιρία οδηγείται στα δικαστήρια. Πριν λίγα χρόνια τοποθέτησαν βόμβα έξω από το σπίτι του, με στόχο τη φυσική του εξόντωση
Από την πλευρά του, ο Βασίλης Μπολάνος έχει πολλές φορές πυροδοτήσει εθνικιστικές εντάσεις με τις ακραίες δηλώσεις του. Στις 22 Απριλίου του 2007, είχε κάνει μια δήλωση στο αλβανικό τηλεοπτικό κανάλι Top Channel, λέγοντας, μέσα στην Αλβανία, ότι για τη Βόρειο Ήπειρο «δεν ζητούμε κάτι περισσότερο απ' ό,τι η Αλβανία ζητά στο Κοσσυφοπέδιο». Οι δηλώσεις του αυτές προκάλεσαν σάλο και η απάντησή του, σε συνέντευξη στην εφημερίδα Λαϊκό βήμα, στα τέλη Νοεμβρίου 2007, ήταν «δεν αναιρώ τίποτα από όσα είχα δηλώσει, είπα απλώς το αυτονόητο». Στις 10 Δεκεμβρίου 2009, Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο Βασίλης Μπολάνος, ως πρόεδρος της Ομόνοιας ζήτησε από την αλβανική κυβέρνηση να γίνει «δημοκρατική καταμέτρηση» όλου του πληθυσμού της Αλβανίας, επειδή όπως υποστηρίζει, «στη νότια Αλβανία τα 3/5 του συνολικού πληθυσμού είναι Έλληνες»
Είναι σαφές ότι τέτοιες αντιλήψεις είναι μια εν δυνάμει ωρολογιακή βόμβα στις σχέσεις Ελλάδας και Αλβανίας. Η Αθήνα ουδέποτε ενθάρρυνε τις ριζοσπαστικές θέσεις και πρακτικές των Χιμαριωτών και ανεπισήμως τις αποδοκίμαζε, θεωρώντας ότι μπορεί να δηλητηριάσουν το κλίμα συνεργασίας και φιλίας μεταξύ των δύο χωρών. Μάλιστα η Χιμάρα δεν ήταν ποτέ στις υψηλές της προτεραιότητες, όσον αφορά στην πολιτική της απέναντι στη μειονότητα, και οι ηγέτες της σπάνια έβρισκαν ανοιχτή την πόρτα του ΥΠΕΞ.
Η αλήθεια είναι ότι σε κάποιους κύκλους των Χιμαριωτών, κυρίως στην Ελλάδα και την εμιγκράτσια στις ΗΠΑ, εκκολάπτονται ιδέες που ανήκουν πλέον στην ιστορία και ουδεμία σχέση έχουν με τη σύγχρονη γεωπολιτική πραγματικότητα. Δίνουν όμως, τροφοδοτούμενες από την ακραία προπαγάνδα, λαβή σε διάφορα κέντρα να εμφανίζουν την Ελλάδα ότι επιδιώκει να αποσταθεροποιήσει μέσω της ομογένειας την Αλβανία.
Και ενώ η ένταση για τα εθνοτικά σοβεί ιστορικά, ήρθε τα τελευταία χρόνια να βάζει λάδι στη φωτιά το περιουσιακό ζήτημα, η επιστροφή, δηλαδή, της γης που είχε κρατικοποιήσει το καθεστώς Χότζα, στους φυσικούς της δικαιούχους. Οι ομογενείς καταγγέλλουν μεθοδεύσεις στην όλη διαδικασία με στόχο να αρπάξουν οι Αλβανοί, και σε μερικές περιπτώσεις το ίδιο το κράτος, περιουσίες που τους ανήκουν.Αναφέρουν ως διαδεδομένο το φαινόμενο Αλβανών που εμφανίζουν αμφιβόλου γνησιότητας προπολεμικά έγγραφα με τα οποία διεκδικούν εκτάσεις και σπίτια που είναι γνωστό στις τοπικές κοινωνικές ότι ήταν ιδιοκτησίες Ελλήνων και δικαιωματικά πρέπει να δοθούν στους απογόνους τους. Αναφέρουν μάλιστα καταπατήσεις παραλιακών εκτάσεων Ελλήνων που μετανάστευσαν, εκβιασμούς και απειλές ώστε να αναγκαστούν να πουλήσουν κτήματα και κτίσματα, ενώ εμπλέκουν σε έννομες ενέργειες και το ίδιο το κράτος.
Κατά τους ομογενείς όλα αυτά έχουν ως απώτερο σκοπό την εκδίωξη τους από τις πατρογονικές τους εστίες και τον αφελληνισμό του τελευταίου, όπως θεωρούν τη Χιμάρα, προμαχώνα του ελληνισμού στην Αλβανία. Θα περάσει έτσι, λένε, στα χέρια των Αλβανών το τουριστικό φιλέτο της της χώρας, με τις μαγευτικές ακτές και τα πανέμορφα παράλια, που παραδοσιακά ανήκε σε Έλληνες. Έχει ιδιαίτερη σημασία αυτό; Πέρα από τους «εθνικούς λόγους», υπάρχει το ζήτημα της τουριστικής ανάπτυξης, στην οποία έχουν αρχίσει να δραστηριοποιούνται ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, με την πολιτική ελίτ των Τιράνων, του Κοσόβου και του Τετόβου να φτιάχνει εκεί τις θερινές βίλες της και να επενδύει σε ακίνητα. Ο αντιπολιτευόμενος τύπος των Τιράνων εμπλέκει και τον ίδιο τον Σαλί Μπερίσα σε γκρίζες τουριστικές δραστηριότητες μέσω του γαμπρού του, αλλά γενικότερα τα ΜΜΕ κατηγορούν τον Μπολάνο και άλλα στελέχη της ομογένειας ότι υποκινούν σκοπίμως εθνοτικούς θορύβους για να καλύψουν περιουσιακές τους επιδιώξεις.
Λάδι στη φωτιά και σκιές στις ελληνοαλβανικές σχέσεις ήρθε να ρίξει η δολοφονία, στις 12 Αυγούστου 2010 στη Χιμάρα, του μειονοτικού Αριστοτέλη Γκούμα. Σύμφωνα με την εκδοχή της ομογένειας, οι δράστες, πέντε νεαροί Αλβανοί, τον ξυλοκόπησαν γιατί μιλούσε ελληνικά και στη συνέχεια ένας εξ αυτών τον έλιωσε κάτω από τις ρόδες του αυτοκινήτου του. Τα αλβανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης ισχυρίστηκαν ότι επρόκειτο για ένα συνήθη καυγά μεταξύ νεαρών που κατέληξε σε έγκλημα, ενώ ο πρωθυπουργός Μπερίσα αποδοκίμασε τη δολοφονία, αποδίδοντάς της εθνοτικά κίνητρα. Αθήνα και Τίρανα κράτησαν χαμηλούς τόνους, όμως, το μίσος μεταξύ Χιμαριωτών και Αλβανών έγινε πιο βαθύ.
Η Χιμάρα είναι μια πανέμορφη πλαγιά με πανέμορφες παραλίες και πευκόφυτες ακτές και εκπληκτική θέα στο Ιόνιο και την Αδριατική, και θεωρείται το τουριστικό φιλέτο της Αλβανίας. Στην περιοχή της βρίσκονται τα χωριά Χιμάρα, Δρυμάδες, Παλάσα, Πύλιουρι, Κηπαρό και Βούνο, τα οποία έχουν μισοαδειάσει. Όταν ο Ενβέρ Χότζα, το 1946-1947, με την άνοδο του στην εξουσία, καθόρισε τις μειονοτικές ζώνες στην Αλβανία άφησε τη Χιμάρα απ' έξω. Το έκανε για να μην εμφανίζεται επισήμως ελληνική παρουσία σε τέτοιο βάθος μέσα στο αλβανικό έδαφος, αλλά και για έναν επιπλέον λόγο: να τιμωρήσει τους Χιμαριώτες οι οποίοι στις βουλευτικές εκλογές που οργάνωσε το 1945 δεν του έδωσαν ούτε μια ψήφο.
Με την κατάρρευση του καθεστώτος, όπως και χιλιάδες άλλοι Έλληνες του νότου, οι Χιμαριώτες μετανάστευσαν μαζικά στην Ελλάδα, αφήνοντας πίσω τους τις περιουσίες τις οποίες αγόρασαν ή καταπάτησαν με τη πάροδο του χρόνου Αλβανοί που κατέβηκαν από τα βορρά αναζητώντας καλύτερη τύχη στα εύφορα παράλια. Η κάθοδος βορείων συνεχίστηκε και στη μετά Χότζα εποχή, και μάλιστα υπήρχαν υπόνοιες ότι η ροή ενθαρρύνθηκε από τις κυβερνήσεις των Τιράνων με απώτερους σκοπούς.
Οι ντόπιοι Χιμαριώτες ουδέποτε αποδέχθηκαν την απομόνωση τους από το υπόλοιπο ελληνικό στοιχείο και κατά καιρούς προέβαλαν διεκδικήσεις που αφορούσαν στη διατήρηση της απειλούμενης εθνοτικής τους ταυτότητας, μερικές από τις οποίες κινούνταν στη σφαίρα του μαξιμαλισμού. Ο τρόπος μάλιστα που τις προέβαλαν ερέθιζε τον αλβανικό εθνικισμό που με κάθε ευκαιρία καλλιεργούσε ανθελληνικό κλίμα, προβάλλοντας ισχυρισμούς περί αυτονομιστικών τάσεων της Χιμάρας και επιδιωκόμενης ένωσής της με την Ελλάδα. Ο πρώην δήμαρχος της Χιμάρας, Βασίλης Μπολάνος, αποτέλεσε ανέκαθεν το κόκκινο πανί για τους εθνικιστικούς κύκλους της Αλβανίας που τον κατηγορούν ανοιχτά για αποσχιστικές τάσεις και με κάθε ευκαιρία οδηγείται στα δικαστήρια. Πριν λίγα χρόνια τοποθέτησαν βόμβα έξω από το σπίτι του, με στόχο τη φυσική του εξόντωση
Από την πλευρά του, ο Βασίλης Μπολάνος έχει πολλές φορές πυροδοτήσει εθνικιστικές εντάσεις με τις ακραίες δηλώσεις του. Στις 22 Απριλίου του 2007, είχε κάνει μια δήλωση στο αλβανικό τηλεοπτικό κανάλι Top Channel, λέγοντας, μέσα στην Αλβανία, ότι για τη Βόρειο Ήπειρο «δεν ζητούμε κάτι περισσότερο απ' ό,τι η Αλβανία ζητά στο Κοσσυφοπέδιο». Οι δηλώσεις του αυτές προκάλεσαν σάλο και η απάντησή του, σε συνέντευξη στην εφημερίδα Λαϊκό βήμα, στα τέλη Νοεμβρίου 2007, ήταν «δεν αναιρώ τίποτα από όσα είχα δηλώσει, είπα απλώς το αυτονόητο». Στις 10 Δεκεμβρίου 2009, Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο Βασίλης Μπολάνος, ως πρόεδρος της Ομόνοιας ζήτησε από την αλβανική κυβέρνηση να γίνει «δημοκρατική καταμέτρηση» όλου του πληθυσμού της Αλβανίας, επειδή όπως υποστηρίζει, «στη νότια Αλβανία τα 3/5 του συνολικού πληθυσμού είναι Έλληνες»
Είναι σαφές ότι τέτοιες αντιλήψεις είναι μια εν δυνάμει ωρολογιακή βόμβα στις σχέσεις Ελλάδας και Αλβανίας. Η Αθήνα ουδέποτε ενθάρρυνε τις ριζοσπαστικές θέσεις και πρακτικές των Χιμαριωτών και ανεπισήμως τις αποδοκίμαζε, θεωρώντας ότι μπορεί να δηλητηριάσουν το κλίμα συνεργασίας και φιλίας μεταξύ των δύο χωρών. Μάλιστα η Χιμάρα δεν ήταν ποτέ στις υψηλές της προτεραιότητες, όσον αφορά στην πολιτική της απέναντι στη μειονότητα, και οι ηγέτες της σπάνια έβρισκαν ανοιχτή την πόρτα του ΥΠΕΞ.
Η αλήθεια είναι ότι σε κάποιους κύκλους των Χιμαριωτών, κυρίως στην Ελλάδα και την εμιγκράτσια στις ΗΠΑ, εκκολάπτονται ιδέες που ανήκουν πλέον στην ιστορία και ουδεμία σχέση έχουν με τη σύγχρονη γεωπολιτική πραγματικότητα. Δίνουν όμως, τροφοδοτούμενες από την ακραία προπαγάνδα, λαβή σε διάφορα κέντρα να εμφανίζουν την Ελλάδα ότι επιδιώκει να αποσταθεροποιήσει μέσω της ομογένειας την Αλβανία.
Και ενώ η ένταση για τα εθνοτικά σοβεί ιστορικά, ήρθε τα τελευταία χρόνια να βάζει λάδι στη φωτιά το περιουσιακό ζήτημα, η επιστροφή, δηλαδή, της γης που είχε κρατικοποιήσει το καθεστώς Χότζα, στους φυσικούς της δικαιούχους. Οι ομογενείς καταγγέλλουν μεθοδεύσεις στην όλη διαδικασία με στόχο να αρπάξουν οι Αλβανοί, και σε μερικές περιπτώσεις το ίδιο το κράτος, περιουσίες που τους ανήκουν.Αναφέρουν ως διαδεδομένο το φαινόμενο Αλβανών που εμφανίζουν αμφιβόλου γνησιότητας προπολεμικά έγγραφα με τα οποία διεκδικούν εκτάσεις και σπίτια που είναι γνωστό στις τοπικές κοινωνικές ότι ήταν ιδιοκτησίες Ελλήνων και δικαιωματικά πρέπει να δοθούν στους απογόνους τους. Αναφέρουν μάλιστα καταπατήσεις παραλιακών εκτάσεων Ελλήνων που μετανάστευσαν, εκβιασμούς και απειλές ώστε να αναγκαστούν να πουλήσουν κτήματα και κτίσματα, ενώ εμπλέκουν σε έννομες ενέργειες και το ίδιο το κράτος.
Κατά τους ομογενείς όλα αυτά έχουν ως απώτερο σκοπό την εκδίωξη τους από τις πατρογονικές τους εστίες και τον αφελληνισμό του τελευταίου, όπως θεωρούν τη Χιμάρα, προμαχώνα του ελληνισμού στην Αλβανία. Θα περάσει έτσι, λένε, στα χέρια των Αλβανών το τουριστικό φιλέτο της της χώρας, με τις μαγευτικές ακτές και τα πανέμορφα παράλια, που παραδοσιακά ανήκε σε Έλληνες. Έχει ιδιαίτερη σημασία αυτό; Πέρα από τους «εθνικούς λόγους», υπάρχει το ζήτημα της τουριστικής ανάπτυξης, στην οποία έχουν αρχίσει να δραστηριοποιούνται ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, με την πολιτική ελίτ των Τιράνων, του Κοσόβου και του Τετόβου να φτιάχνει εκεί τις θερινές βίλες της και να επενδύει σε ακίνητα. Ο αντιπολιτευόμενος τύπος των Τιράνων εμπλέκει και τον ίδιο τον Σαλί Μπερίσα σε γκρίζες τουριστικές δραστηριότητες μέσω του γαμπρού του, αλλά γενικότερα τα ΜΜΕ κατηγορούν τον Μπολάνο και άλλα στελέχη της ομογένειας ότι υποκινούν σκοπίμως εθνοτικούς θορύβους για να καλύψουν περιουσιακές τους επιδιώξεις.
Λάδι στη φωτιά και σκιές στις ελληνοαλβανικές σχέσεις ήρθε να ρίξει η δολοφονία, στις 12 Αυγούστου 2010 στη Χιμάρα, του μειονοτικού Αριστοτέλη Γκούμα. Σύμφωνα με την εκδοχή της ομογένειας, οι δράστες, πέντε νεαροί Αλβανοί, τον ξυλοκόπησαν γιατί μιλούσε ελληνικά και στη συνέχεια ένας εξ αυτών τον έλιωσε κάτω από τις ρόδες του αυτοκινήτου του. Τα αλβανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης ισχυρίστηκαν ότι επρόκειτο για ένα συνήθη καυγά μεταξύ νεαρών που κατέληξε σε έγκλημα, ενώ ο πρωθυπουργός Μπερίσα αποδοκίμασε τη δολοφονία, αποδίδοντάς της εθνοτικά κίνητρα. Αθήνα και Τίρανα κράτησαν χαμηλούς τόνους, όμως, το μίσος μεταξύ Χιμαριωτών και Αλβανών έγινε πιο βαθύ.
1 .
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ
Οι ορθόδοξοι της Αλβανίας: Οι ορθόδοξοι συνιστούσαν πριν τον πόλεμο λίγο πάνω από το 20%, ενδεχομένως και μέχρι το 25%, του πληθυσμού. Ήταν όλοι συγκεντρωμένοι στον νότο, αν εξαιρέσουμε μερικούς Μαυροβούνιους/Σέρβους στον βορρά, εκ των οποίων η πλειοψηφία σταδιακά μετακινήθηκε προς την πρώην Γιουγκοσλαβία. Μιλούσαν αλβανικά, βλάχικα, ελληνικά και πολύ λιγότερο σλαβομακεδονικά. Γενικά αναφέρονται ως Αλβανοί, Βλάχοι, Έλληνες και Βούλγαροι/Μακεδόνες, με όλη τη ρευστότητα των όρων και την ελληνοαλβανική διαμάχη για τον μη ελληνόφωνο πληθυσμό. Η μία περιοχή με σημαντική συγκέντρωση ορθόδοξων (αλβανόφωνων και βλαχόφωνων) εκτεινόταν βόρεια της γραμμής Αυλώνα-Μπεράτι, περιλάμβανε την πεδιάδα της Μουζακιάς, περιοχές της Λούσνια (Lushnjë) και λιγότερο της Kavajë και «άγγιζε» το Ελμπασάν. Ο πληθυσμός σε αυτές τις περιοχές ήταν πλειοψηφικά μουσουλμανικός και υπερίσχυε ο χριστιανικός μόνο σε επιμέρους εδαφικές ενότητες, όπως και σε ένα τμήμα της παραλιακής ζώνης. Η δεύτερη περιοχή, που βρισκόταν αρκετά νοτιότερα, εκτεινόταν περιφερειακά του Τεπελενίου, εν μέρει του Αργυροκάστρου, και ανατολικά έφτανε μέχρι την Κορυτσά, όπου σημαντικός αριθμός ορθόδοξου πληθυσμού διαβιούσε στο λεκανοπέδιο της Κορυτσάς και στην περιοχή της Άνω Δέβολης (Devoll). Νότια των πόλεων Δέλβινο-Αργυρόκαστρο-Τεπελένι-Πρεμετή ο ορθόδοξος πληθυσμός πλειοψηφούσε.
0 .
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ
Συζήτηση της Π. Δέλτα με τον Κωνσταντίνο (13/3/1914)
Μου είπε ο Βασιλέας για τα Ηπειρωτικά. «Είναι τρομερό, ύστερα από πεντακόσια χρόνια, τους δώσαμε αέρα πάλι, τον αέρα της ελευθερίας, και πάλι τους ρίχνομε στη σκλαβιά. Μα αυτές οι Δυνάμεις δεν καταλαβαίνουν».
Και μου είπε για την πολιτική και τον τόπο μας: «Καλά τα πάμε... φθάνει να μας αφήσουν [ήσυχους] οι Δυνάμεις». Και με excitation πρόσθεσε: «Είναι ανυπόφορες αυτές οι Δυνάμεις, δεν καταλαβαίνουν! Τώρα με τα Ηπειρωτικά, δεν καταλαβαίνουν τι ζητούμε και γιατί! Έστειλαν τώρα τον... (έναν ανταποκριτή εφημερίδας, κάποιο personnage) και αυτός μιας και πήγε εκεί είδε και πράματα ανύπαρκτα».
Ρώτησα σαν τι.
—«Να, είδε Ιερολοχίτες 20.000, έτοιμοι να πεθάνουν ως τον τελευταίο».
—«Και δεν είναι;»
—«Οι Ηπειρώτες; Μπα, κανένας. Αυτοί είναι Ραγιάδες· οι κακόμοιροι είναι χαλασμένοι από 500 χρόνων σκλαβιά· αυτοί κρύβονται, φοβούνται τους Αλβανούς, παρακαλούν να τους αφήσουν ήσυχους και να μην τους παραδώσουν στην εκδίκηση των Αλβανών».
–«Μα λοιπόν ποιος επαναστατεί;» ρώτησα.
–«Οι δικοί μας».
–«Ποιοί είναι οι πολεμιστές που αντιστέκονται;»
–«Δικοί μας άντρες και αξιωματικοί»
–«Και Κρητικοί;»
–«Ναί. Κρητικοί χειρότεροι από τους Ηπειρώτες· πλιάτσικο μονάχα...»
–«Και πως θα βαστάξουν;»
–«Δε θα βαστάξουν· μα είναι δικοί μας που κάνουν τη στάση· από τους εντοπίους... τίποτα».
Αρχείο Π. Δέλτα
Μου είπε ο Βασιλέας για τα Ηπειρωτικά. «Είναι τρομερό, ύστερα από πεντακόσια χρόνια, τους δώσαμε αέρα πάλι, τον αέρα της ελευθερίας, και πάλι τους ρίχνομε στη σκλαβιά. Μα αυτές οι Δυνάμεις δεν καταλαβαίνουν».
Και μου είπε για την πολιτική και τον τόπο μας: «Καλά τα πάμε... φθάνει να μας αφήσουν [ήσυχους] οι Δυνάμεις». Και με excitation πρόσθεσε: «Είναι ανυπόφορες αυτές οι Δυνάμεις, δεν καταλαβαίνουν! Τώρα με τα Ηπειρωτικά, δεν καταλαβαίνουν τι ζητούμε και γιατί! Έστειλαν τώρα τον... (έναν ανταποκριτή εφημερίδας, κάποιο personnage) και αυτός μιας και πήγε εκεί είδε και πράματα ανύπαρκτα».
Ρώτησα σαν τι.
—«Να, είδε Ιερολοχίτες 20.000, έτοιμοι να πεθάνουν ως τον τελευταίο».
—«Και δεν είναι;»
—«Οι Ηπειρώτες; Μπα, κανένας. Αυτοί είναι Ραγιάδες· οι κακόμοιροι είναι χαλασμένοι από 500 χρόνων σκλαβιά· αυτοί κρύβονται, φοβούνται τους Αλβανούς, παρακαλούν να τους αφήσουν ήσυχους και να μην τους παραδώσουν στην εκδίκηση των Αλβανών».
–«Μα λοιπόν ποιος επαναστατεί;» ρώτησα.
–«Οι δικοί μας».
–«Ποιοί είναι οι πολεμιστές που αντιστέκονται;»
–«Δικοί μας άντρες και αξιωματικοί»
–«Και Κρητικοί;»
–«Ναί. Κρητικοί χειρότεροι από τους Ηπειρώτες· πλιάτσικο μονάχα...»
–«Και πως θα βαστάξουν;»
–«Δε θα βαστάξουν· μα είναι δικοί μας που κάνουν τη στάση· από τους εντοπίους... τίποτα».
Αρχείο Π. Δέλτα
0 .
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ
Το ζήτημα των ορθοδόξων Αλβανών
Χωρίς να εισέλθουμε στη συζήτηση σχετικά με την ταυτότητα και τις στάσεις των ορθόδοξων στις αρχές του 20ού αιώνα, και την ταύτιση σημαντικού τμήματος των ορθόδοξων Αλβανών και κάποιων Βλάχων με το ελληνικό έθνος την περίοδο εκείνη, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι μέχρι το 1990 έχουν μεσολαβήσει ογδόντα περίπου χρόνια αλβανικού κράτους, δημιουργίας και εμπέδωσης της αλβανικής εθνικής ιδεολογίας. Ήδη από τη δεκαετία του 1920, ένα σημαντικό τμήμα των ορθόδοξων αλβανόφωνων προσανατολιζόταν προς την αλβανική πλευρά και ανέπτυσσε μια αλβανική ταυτότητα που ενσωμάτωνε όλα τα ιδεολογήματα του αλβανικού εθνικισμού. Έτσι, το 1923 ο πρέσβης της Ελλάδας στην Αλβανία διακρίνει μεταξύ «ημετέρων και των ορθόδοξων εν γένει». Παρόλο όμως που η πολιτική επιρροή της «ελληνόφρονης» μερίδας του μη ελληνόφωνου πληθυσμού αρχίζει να μειώνεται από τα πρώτα χρόνια δημιουργίας του αλβανικού κράτους, η επιρροή των ονομαζόμενων βορειοηπειρωτικών σωματείων στην Ελλάδα και στην ελληνική διασπορά παραμένει αυξημένη. Πράγματι, οι σχετικές εκθέσεις στο Ι.Α.Υ.Ε., συνηγορούν τόσο στην απομάκρυνση από την ελληνική επιρροή αρκετών αλβανόφωνων ορθόδοξων κοινοτήτων, όπως βέβαια και βλαχόφωνων, αλλά και στην πολιτική επιρροή που ασκούν τα βορειοηπειρωτικά σωματεία στην Ελλάδα, αναγκάζοντας τις κυβερνήσεις, από αυτές του Ελευθέριου Βενιζέλου μέχρι του Θεόδωρου Πάγκαλου, να περιορίσουν τη δράση τους ή και να αναστείλουν τη λειτουργία τους.
Οι μεταρρυθμίσεις του αλβανικού κράτους και η προσπάθεια που κάνει να διαλύσει τη θρησκευτική οργάνωση των κοινοτήτων και τη συνεπαγόμενη διοικητική και εκπαιδευτική αυτονομία τους θίγει κυρίως την καθολική κοινότητα του βορρά και την ορθόδοξη του νότου, και οδηγεί, τη δεκαετία του 1930, σε αυτό που θα ονομαστεί «εκπαιδευτικό ζήτημα». Ελληνόφωνες κοινότητες, αλλά και μερικές αλβανόφωνες, ιδίως στα νοτιοδυτικά της χώρας, αντιτίθενται στην κατάργηση των κοινοτικών σχολείων και στην απαγόρευση της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας στους αλβανόφωνους ορθόδοξους οικισμούς. Την παραμονή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου η ελληνική επιρροή εκτός των ελληνόφωνων κοινοτήτων έχει περιοριστεί σημαντικά. Το 1943-1944 διατυπώνεται η ακόλουθη άποψη από έναν εαμίτη που δρούσε στην Αλβανία: «Δε συνάντησα ούτε ένα σχεδόν Αλβανόφωνο Χριστιανό με Ελληνική Εθνική Συνείδηση, με συμπάθεια προς την Ελλάδα ήταν όλοι». Θεωρούμε ότι η διαπίστωση αυτή ήταν πολύ κοντά στην πραγματικότητα. Ανάλογες επισημάνσεις σχετικά με τον πληθυσμό της Κορυτσάς κάνει το 1940 και ο Φίλιππος Δραγούμης, σημειώνοντας μάλιστα ότι «εις τους κάτω των 30 ετών [...] παρετήρησα και άγνοιαν ή αδιαφορίαν προς την θρησκεία». Το νεότερο αντεπιχείρημα αφορά την καταδίκη από στρατοδικεία ως κατασκόπων ή συνεργαζόμενων με βορειοηπειρωτικούς συλλόγους της Ελλάδας προσώπων προερχόμενων από ορθόδοξα χριστιανικά χωριά, όπως αυτά της Πρεμετής, από το 1946 και μετά. Οι αξιολογήσεις τέτοιων αποφάσεων χρειάζονται περισσότερη αρχειακή έρευνα, αλλά δεν αποκλείεται εξαρχής ο συσχετισμός τους με τη στάση συγκεκριμένων προσώπων προερχομένων από κάποιους οικισμούς.
Από την άλλη, οι αντιθέσεις χριστιανών-μουσουλμάνων δεν είχαν εντελώς εκλείψει ούτε επί χοτζικού καθεστώτος, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι οδηγούσαν στην όποια «φιλελληνική» μετατόπιση των ορθόδοξων. Υπήρχε η άποψη, μετά το 1990 και για περίπου 10-15 χρόνια, ότι η διόγκωση αυτών των αντιθέσεων θα ωφελούσε την ελληνική πολιτική στην Αλβανία, μετατοπίζοντας ένα τμήμα των ορθόδοξων, αλβανόφωνων και βλαχόφωνων, προς την ελληνική πλευρά. Η εκ νέου όμως ανακάλυψη των αντιθέσεων, ειδικά από τους νεότερους στην ηλικία, είχε κάποια σημασία για ορισμένο διάστημα, αλλά εδώ και χρόνια ολοκλήρωσε την περιορισμένη πολιτική της διάσταση. Ένα παράδειγμα συμβολικής σημασίας, η εκ νέου χρήση του όρου «Τούρκος» με τη μειωτική του σημασία –όρος που σήμαινε σε όλα τα Βαλκάνια τον μουσουλμάνο και στην Αλβανία εξακολουθούσε περιορισμένα να χρησιμοποιείται–, είναι μια τακτική «οριοθέτησης» των μουσουλμάνων. Εμφανίζεται κυρίως σε Βλάχους και δευτερευόντως σε αλβανόφωνους χριστιανούς –περιορισμένα δε σε ελληνόφωνους– μερικά χρόνια μετά την πτώση του καθεστώτος. Περισσότερο επανήλθε σε χρήση από αυτούς που είτε έχουν σχέση με την Ελλάδα είτε και με την Εκκλησία και επιδιώκουν οφέλη από τη διαμόρφωση μιας ορθόδοξης ή ελληνικής-ορθόδοξης ταυτότητας.
Παρότι θεωρείται ότι ο ορθόδοξος αλβανόφωνος πληθυσμός είχε εμπεδωμένη αλβανική εθνική ταυτότητα όταν έπεσε το χοτζικό καθεστώς, υπάρχουν «συμπεριφορές» ορισμένων οικισμών τη δεκαετία του 1990 που θέτουν σε αμφισβήτηση τον καθολικό χαρακτήρα αυτής της παραδοχής. Η κυριότερη αφορά τα εκλογικά αποτελέσματα εκείνης της δεκαετίας και τις ψήφους που λάμβανε το ΚΕΑΔ στις εκλογές. Θα πρέπει δηλαδή να εξηγηθεί η όχι αμελητέα λήψη ψήφων από τη μεριά της Ομόνοιας-ΚΕΑΔ το 1992 σε ορισμένους αλβανόφωνους ορθόδοξους οικισμούς. Η μερική υπερψήφιση του ΚΕΑΔ κυρίως στις συνορεύουσες με τα ελληνόφωνα χωριά περιοχές, ακόμη και σε οικισμούς με μουσουλμανικό πληθυσμό, μπορεί να γίνει κατανοητή αν ληφθούν υπόψη τα εξής: πρώτον η πρώιμη ανακάλυψη των πλεονεκτημάτων που θα επέφερε η δήλωση «ελληνικότητας»,
κάτι που η απομακρυσμένη Κορυτσά ανακαλύπτει λίγο αργότερα. Δεύτερον, η άμεση ανακάλυψη των χωριών αυτών από την Ελλάδα σε σχέση με την πολιτική των θεωρήσεων εισόδου. Τρίτον, οι υπαρκτές σχέσεις αυτών των χωριών με την Ελλάδα και την ελληνική διασπορά, όχι τόσο ως ιστορική ανάμνηση, αλλά κυρίως μέσω των ατόμων με καταγωγή από αυτούς τους οικισμούς που κατοικούσαν στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες ήδη από τον Μεσοπόλεμο, και μερικά δραστηριοποιούνταν στα (παλαιά) βορειοηπειρωτικά σωματεία. Μέσω των δικτύων αυτών, τη δεκαετία του 1990 κοινωνικοποιούνταν οι νέοι μετανάστες που κατάγονταν από κάποιους ορθόδοξους οικισμούς.
Συνολικά αυτή η «φιλελληνική» στάση, που μπορεί να φτάνει μέχρι και στην επιθυμία του ανήκειν στην ελληνική μειονότητα, εντοπίζεται κυρίως σε συγκεκριμένους οικισμούς που γειτνιάζουν με τους ελληνόφωνους, καθώς και στους καταγόμενους από αυτούς, και δεν είναι άμοιρη της ευνοϊκής πολιτικής που άσκησε το ελληνικό κράτος απέναντί τους. Στη δεκαετία του 2010 ελάχιστοι είναι οι οικισμοί που διατηρούν αυτό τον προσανατολισμό και κατ' ουσίαν περιορίζονται σε όσους ένα, έστω, τμήμα του πληθυσμού λαμβάνει Ε.Δ.Τ.Ο. (Ειδικό Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς). Η πολιτική της βίζας και χορήγησης «Βεβαιώσεων» ή Ε.Δ.Τ.Ο. δημιούργησε, μάλλον εφήμερα, μια νέα δυναμική, περισσότερο όμως για όσους διέμεναν στην Ελλάδα. Άλλωστε, στην περίπτωση των ορθόδοξων αλβανόφωνων από τη νοτιοδυτική Αλβανία τα παλαιότερα οικογενειακά δίκτυα της μετανάστευσης προς την Ελλάδα κατά τον Μεσοπόλεμο και μέχρι το κλείσιμο των συνόρων δεν φαίνεται να έπαιξαν ιδιαίτερο ρόλο, πέρα από τη συμβολή τους στην αρχική κοινωνικοποίηση των μεταναστών. Αρκετοί από όσους συμμετείχαν στα πριν το 1990 βορειοηπειρωτικά σωματεία στην Ελλάδα, τα οποία ήταν και είναι φορείς ενός ιδιαίτερα εθνικιστικού και αλυτρωτικού λόγου, προέρχονταν από αλβανόφωνες κοινότητες του νότου. Στον βαθμό που τα σωματεία στην αρχή κλήθηκαν να συνδιαμορφώσουν με το επίσημο, ή και το μη επίσημο κράτος, την ελληνική πολιτική στην Αλβανία, ενδεχομένως να σχετίζονται με τις πρώτες προσεγγίσεις της ελληνικής πολιτικής για μία ευρύτερη μειονότητα, που περιλαμβάνει και ορθόδοξους αλβανόφωνους, άρα σημαντικών μεγεθών που δικαιολογούν και τη στάση τους για αυτονομία. Ο ίδιος ο πληθυσμός, σε κάποιες περιοχές –και εκεί όμως όχι κάθε οικισμός–, έδειξε αρχικά να ανταποκρίνεται θετικά, αλλά στη συνέχεια, ίσως και λόγω αλλαγής της ελληνικής πολιτικής, μετέβαλε τη στάση του. Πέρα από την αρχική συμπερίληψη κάποιων από τους οικισμούς που κατοικούσαν ορθόδοξοι στα έργα υποδομής που χρηματοδοτούσε το ελληνικό κράτος, και τη λειτουργία «φροντιστηρίων» ελληνικής γλώσσας, στη συνέχεια το ελληνικό κράτος περιορίστηκε στην άσκηση της πολιτικής αυτής σε λίγους οικισμούς, ουσιαστικά σε αυτούς που χορηγούσε Ε.Δ.Τ.Ο. Μάλιστα, μια πρώτη εμπειρική καταγραφή καταδεικνύει πλέον ότι τα φοβικά σύνδρομα «απορρόφησης» από την Ελλάδα εμφανίζονταν ισχυρότερα στους ορθόδοξους Αλβανούς του νότου.
Χωρίς να εισέλθουμε στη συζήτηση σχετικά με την ταυτότητα και τις στάσεις των ορθόδοξων στις αρχές του 20ού αιώνα, και την ταύτιση σημαντικού τμήματος των ορθόδοξων Αλβανών και κάποιων Βλάχων με το ελληνικό έθνος την περίοδο εκείνη, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι μέχρι το 1990 έχουν μεσολαβήσει ογδόντα περίπου χρόνια αλβανικού κράτους, δημιουργίας και εμπέδωσης της αλβανικής εθνικής ιδεολογίας. Ήδη από τη δεκαετία του 1920, ένα σημαντικό τμήμα των ορθόδοξων αλβανόφωνων προσανατολιζόταν προς την αλβανική πλευρά και ανέπτυσσε μια αλβανική ταυτότητα που ενσωμάτωνε όλα τα ιδεολογήματα του αλβανικού εθνικισμού. Έτσι, το 1923 ο πρέσβης της Ελλάδας στην Αλβανία διακρίνει μεταξύ «ημετέρων και των ορθόδοξων εν γένει». Παρόλο όμως που η πολιτική επιρροή της «ελληνόφρονης» μερίδας του μη ελληνόφωνου πληθυσμού αρχίζει να μειώνεται από τα πρώτα χρόνια δημιουργίας του αλβανικού κράτους, η επιρροή των ονομαζόμενων βορειοηπειρωτικών σωματείων στην Ελλάδα και στην ελληνική διασπορά παραμένει αυξημένη. Πράγματι, οι σχετικές εκθέσεις στο Ι.Α.Υ.Ε., συνηγορούν τόσο στην απομάκρυνση από την ελληνική επιρροή αρκετών αλβανόφωνων ορθόδοξων κοινοτήτων, όπως βέβαια και βλαχόφωνων, αλλά και στην πολιτική επιρροή που ασκούν τα βορειοηπειρωτικά σωματεία στην Ελλάδα, αναγκάζοντας τις κυβερνήσεις, από αυτές του Ελευθέριου Βενιζέλου μέχρι του Θεόδωρου Πάγκαλου, να περιορίσουν τη δράση τους ή και να αναστείλουν τη λειτουργία τους.
Οι μεταρρυθμίσεις του αλβανικού κράτους και η προσπάθεια που κάνει να διαλύσει τη θρησκευτική οργάνωση των κοινοτήτων και τη συνεπαγόμενη διοικητική και εκπαιδευτική αυτονομία τους θίγει κυρίως την καθολική κοινότητα του βορρά και την ορθόδοξη του νότου, και οδηγεί, τη δεκαετία του 1930, σε αυτό που θα ονομαστεί «εκπαιδευτικό ζήτημα». Ελληνόφωνες κοινότητες, αλλά και μερικές αλβανόφωνες, ιδίως στα νοτιοδυτικά της χώρας, αντιτίθενται στην κατάργηση των κοινοτικών σχολείων και στην απαγόρευση της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας στους αλβανόφωνους ορθόδοξους οικισμούς. Την παραμονή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου η ελληνική επιρροή εκτός των ελληνόφωνων κοινοτήτων έχει περιοριστεί σημαντικά. Το 1943-1944 διατυπώνεται η ακόλουθη άποψη από έναν εαμίτη που δρούσε στην Αλβανία: «Δε συνάντησα ούτε ένα σχεδόν Αλβανόφωνο Χριστιανό με Ελληνική Εθνική Συνείδηση, με συμπάθεια προς την Ελλάδα ήταν όλοι». Θεωρούμε ότι η διαπίστωση αυτή ήταν πολύ κοντά στην πραγματικότητα. Ανάλογες επισημάνσεις σχετικά με τον πληθυσμό της Κορυτσάς κάνει το 1940 και ο Φίλιππος Δραγούμης, σημειώνοντας μάλιστα ότι «εις τους κάτω των 30 ετών [...] παρετήρησα και άγνοιαν ή αδιαφορίαν προς την θρησκεία». Το νεότερο αντεπιχείρημα αφορά την καταδίκη από στρατοδικεία ως κατασκόπων ή συνεργαζόμενων με βορειοηπειρωτικούς συλλόγους της Ελλάδας προσώπων προερχόμενων από ορθόδοξα χριστιανικά χωριά, όπως αυτά της Πρεμετής, από το 1946 και μετά. Οι αξιολογήσεις τέτοιων αποφάσεων χρειάζονται περισσότερη αρχειακή έρευνα, αλλά δεν αποκλείεται εξαρχής ο συσχετισμός τους με τη στάση συγκεκριμένων προσώπων προερχομένων από κάποιους οικισμούς.
Από την άλλη, οι αντιθέσεις χριστιανών-μουσουλμάνων δεν είχαν εντελώς εκλείψει ούτε επί χοτζικού καθεστώτος, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι οδηγούσαν στην όποια «φιλελληνική» μετατόπιση των ορθόδοξων. Υπήρχε η άποψη, μετά το 1990 και για περίπου 10-15 χρόνια, ότι η διόγκωση αυτών των αντιθέσεων θα ωφελούσε την ελληνική πολιτική στην Αλβανία, μετατοπίζοντας ένα τμήμα των ορθόδοξων, αλβανόφωνων και βλαχόφωνων, προς την ελληνική πλευρά. Η εκ νέου όμως ανακάλυψη των αντιθέσεων, ειδικά από τους νεότερους στην ηλικία, είχε κάποια σημασία για ορισμένο διάστημα, αλλά εδώ και χρόνια ολοκλήρωσε την περιορισμένη πολιτική της διάσταση. Ένα παράδειγμα συμβολικής σημασίας, η εκ νέου χρήση του όρου «Τούρκος» με τη μειωτική του σημασία –όρος που σήμαινε σε όλα τα Βαλκάνια τον μουσουλμάνο και στην Αλβανία εξακολουθούσε περιορισμένα να χρησιμοποιείται–, είναι μια τακτική «οριοθέτησης» των μουσουλμάνων. Εμφανίζεται κυρίως σε Βλάχους και δευτερευόντως σε αλβανόφωνους χριστιανούς –περιορισμένα δε σε ελληνόφωνους– μερικά χρόνια μετά την πτώση του καθεστώτος. Περισσότερο επανήλθε σε χρήση από αυτούς που είτε έχουν σχέση με την Ελλάδα είτε και με την Εκκλησία και επιδιώκουν οφέλη από τη διαμόρφωση μιας ορθόδοξης ή ελληνικής-ορθόδοξης ταυτότητας.
Παρότι θεωρείται ότι ο ορθόδοξος αλβανόφωνος πληθυσμός είχε εμπεδωμένη αλβανική εθνική ταυτότητα όταν έπεσε το χοτζικό καθεστώς, υπάρχουν «συμπεριφορές» ορισμένων οικισμών τη δεκαετία του 1990 που θέτουν σε αμφισβήτηση τον καθολικό χαρακτήρα αυτής της παραδοχής. Η κυριότερη αφορά τα εκλογικά αποτελέσματα εκείνης της δεκαετίας και τις ψήφους που λάμβανε το ΚΕΑΔ στις εκλογές. Θα πρέπει δηλαδή να εξηγηθεί η όχι αμελητέα λήψη ψήφων από τη μεριά της Ομόνοιας-ΚΕΑΔ το 1992 σε ορισμένους αλβανόφωνους ορθόδοξους οικισμούς. Η μερική υπερψήφιση του ΚΕΑΔ κυρίως στις συνορεύουσες με τα ελληνόφωνα χωριά περιοχές, ακόμη και σε οικισμούς με μουσουλμανικό πληθυσμό, μπορεί να γίνει κατανοητή αν ληφθούν υπόψη τα εξής: πρώτον η πρώιμη ανακάλυψη των πλεονεκτημάτων που θα επέφερε η δήλωση «ελληνικότητας»,
κάτι που η απομακρυσμένη Κορυτσά ανακαλύπτει λίγο αργότερα. Δεύτερον, η άμεση ανακάλυψη των χωριών αυτών από την Ελλάδα σε σχέση με την πολιτική των θεωρήσεων εισόδου. Τρίτον, οι υπαρκτές σχέσεις αυτών των χωριών με την Ελλάδα και την ελληνική διασπορά, όχι τόσο ως ιστορική ανάμνηση, αλλά κυρίως μέσω των ατόμων με καταγωγή από αυτούς τους οικισμούς που κατοικούσαν στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες ήδη από τον Μεσοπόλεμο, και μερικά δραστηριοποιούνταν στα (παλαιά) βορειοηπειρωτικά σωματεία. Μέσω των δικτύων αυτών, τη δεκαετία του 1990 κοινωνικοποιούνταν οι νέοι μετανάστες που κατάγονταν από κάποιους ορθόδοξους οικισμούς.Συνολικά αυτή η «φιλελληνική» στάση, που μπορεί να φτάνει μέχρι και στην επιθυμία του ανήκειν στην ελληνική μειονότητα, εντοπίζεται κυρίως σε συγκεκριμένους οικισμούς που γειτνιάζουν με τους ελληνόφωνους, καθώς και στους καταγόμενους από αυτούς, και δεν είναι άμοιρη της ευνοϊκής πολιτικής που άσκησε το ελληνικό κράτος απέναντί τους. Στη δεκαετία του 2010 ελάχιστοι είναι οι οικισμοί που διατηρούν αυτό τον προσανατολισμό και κατ' ουσίαν περιορίζονται σε όσους ένα, έστω, τμήμα του πληθυσμού λαμβάνει Ε.Δ.Τ.Ο. (Ειδικό Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς). Η πολιτική της βίζας και χορήγησης «Βεβαιώσεων» ή Ε.Δ.Τ.Ο. δημιούργησε, μάλλον εφήμερα, μια νέα δυναμική, περισσότερο όμως για όσους διέμεναν στην Ελλάδα. Άλλωστε, στην περίπτωση των ορθόδοξων αλβανόφωνων από τη νοτιοδυτική Αλβανία τα παλαιότερα οικογενειακά δίκτυα της μετανάστευσης προς την Ελλάδα κατά τον Μεσοπόλεμο και μέχρι το κλείσιμο των συνόρων δεν φαίνεται να έπαιξαν ιδιαίτερο ρόλο, πέρα από τη συμβολή τους στην αρχική κοινωνικοποίηση των μεταναστών. Αρκετοί από όσους συμμετείχαν στα πριν το 1990 βορειοηπειρωτικά σωματεία στην Ελλάδα, τα οποία ήταν και είναι φορείς ενός ιδιαίτερα εθνικιστικού και αλυτρωτικού λόγου, προέρχονταν από αλβανόφωνες κοινότητες του νότου. Στον βαθμό που τα σωματεία στην αρχή κλήθηκαν να συνδιαμορφώσουν με το επίσημο, ή και το μη επίσημο κράτος, την ελληνική πολιτική στην Αλβανία, ενδεχομένως να σχετίζονται με τις πρώτες προσεγγίσεις της ελληνικής πολιτικής για μία ευρύτερη μειονότητα, που περιλαμβάνει και ορθόδοξους αλβανόφωνους, άρα σημαντικών μεγεθών που δικαιολογούν και τη στάση τους για αυτονομία. Ο ίδιος ο πληθυσμός, σε κάποιες περιοχές –και εκεί όμως όχι κάθε οικισμός–, έδειξε αρχικά να ανταποκρίνεται θετικά, αλλά στη συνέχεια, ίσως και λόγω αλλαγής της ελληνικής πολιτικής, μετέβαλε τη στάση του. Πέρα από την αρχική συμπερίληψη κάποιων από τους οικισμούς που κατοικούσαν ορθόδοξοι στα έργα υποδομής που χρηματοδοτούσε το ελληνικό κράτος, και τη λειτουργία «φροντιστηρίων» ελληνικής γλώσσας, στη συνέχεια το ελληνικό κράτος περιορίστηκε στην άσκηση της πολιτικής αυτής σε λίγους οικισμούς, ουσιαστικά σε αυτούς που χορηγούσε Ε.Δ.Τ.Ο. Μάλιστα, μια πρώτη εμπειρική καταγραφή καταδεικνύει πλέον ότι τα φοβικά σύνδρομα «απορρόφησης» από την Ελλάδα εμφανίζονταν ισχυρότερα στους ορθόδοξους Αλβανούς του νότου.
0 .
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ
Προτάσεις για ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας
Πρεσβεία Δυρραχίου προς Υπουργείο Εξωτερικων
Α.Υ.Ε., 1924, Α/5, άρ. 5382
Δυρράχιον, 31 Μαΐου 1923
Ἔχω τήν τιμήν ν' ἀνακοινώσω Ὑμῖν ὅτι σήμερον μ' ἐπεσκέφθη ὁ γνωστός Mehdi Frassari, βουλευτής, πολλάκις ἀντιπροσωπεύσας τήν ̓Αλβανίαν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, μεθ' οὗ διά μακρῶν διελέχθημεν περί τῶν ἑλληνοαλβανικῶν σχέσεων καί τῆς ἀνάγκης διαρκοῦς φιλίας καί συνεργασίας μεταξύ τῶν δύο ὁμόρων Κρατῶν.
Ο κ. Φράσσαρη μοί διετύπωσε παράπονα κατά τῆς στάσεως τῶν ἑλληνικῶν ἀρχῶν ἔναντι τῶν ̓Αλβανῶν τῆς Τσαμουριᾶς ἰσχυριζόμενος ὅτι οὗτοι πιέζονται ποικιλοτρόπως. Ἐξέφρασα αὐτῷ τήν ἀπορίαν μου καί τόν ἠρώτησα ἄν δύναται να μοί ἀναφέρῃ ὡρισμένα γεγονότα. Μοί ἀπήντησεν ἀορίστως, ὡς π.χ. ὅτι ὁ ἀδελφός του, κάτοικος Κονίτσης, μετά 200 ἄλλων είχε φυλακισθῇ πέρυσι ἀδίκως καί ἄνευ λόγου τινός ἕως τρίμηνον ἐν Ἰωαννίνοις, κατέληξε δέ λέγων ὅτι θά ἦτο εὐκταία, ὡς δυναμένη να συντελέσῃ εἰς τήν παγίωσιν τῶν μεταξύ τῶν δύο Κρατῶν σχέσεων, ἡ ἀνταλλαγή τῶν ἐν τῇ περιφερεία ̓Αργυροκάστρου Ἑλλήνων μέ τους Αλβανούς Τσαμουριᾶς.
Απήντησα αὐτῷ ὅτι ἡ Ἑλλάς ἔχουσα να μεριμνήσῃ περί τοῦ ἐποικισμοῦ ἑνός καί ἡμίσεος ἑκατομμυρίου προσφύγων δέν εἶναι δυνατόν νά ἐπιβαρυνθῇ καί μέ ἄλλους καί ὅτι ἡ τοιαύτη ἀνταλλαγή θά ἦτο λίαν ἀντιπολιτική, διότι ἡ ὕπαρξις ἀλβανικῶν πληθυσμῶν ἐν Ἑλλάδι καί ἑλληνικῶν ἐν ̓Αλβανία χρησιμεύει ὡς σύνδεσμος μεταξύ τῶν δύο Κρατῶν, ὅν ταῦτα ὀφείλουσι να διατηρήσωσι χάριν τοῦ κοινοῦ καλοῦ.
Καίτοι δέν ἔχω δεδομένα ὑποθέτω ἐν τούτοις ὅτι ἡ πρότασις αὕτη τοῦ Mehdi Frassari δέν προέρχεται ἐξ ἰδίας αὐτοῦ πρωτοβουλίας, ἀλλ' ὅτι αἰτήθη αὐτῷ νά μέ βολιδοσκοπήσῃ.
Παρακαλῶ ὅπως εὐαρεστούμενοι μοί γνωρίσητε ἄν ἐγκρίνητε τήν δοθεῖσαν αὐτῷ ἀπάντησιν.
Εὐπειθέστατος
ΠΑΝΟΥΡΙΑΣ
=======================================================================
Σημείωμα επί της αλβανικής προτάσεως περί ανταλλαγής των εκατέρωθεν πληθυσμών
Γενεύη, 27 Σεπτεμβρίου 1930
Ἐπί τοῦ σημείου ὑπ' ἀριθ. 4 τοῦ σημειώματος συνομιλίας μου μετά τοῦ ̓Αλβανοῦ ἀντιπροσώπου τῆς 24ης Σεπτεμβρίου, ἐπιβάλλονται αἱ ἀκόλουθοι παρατηρήσεις.
1) Ἐδήλωσα ὅτι εἶμαι διατεθειμένος να μελετήσω μετά τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τήν ἰδέαν περί συνάψεως συμφωνίας διά τήν ἑκουσίαν ἀνταλλαγήν πληθυσμῶν. Ὁ κ. Φράσσαρη ἐπί ἐρωτήσεώς μου ῥητῶς διεσαφήνισεν ὅτι μόνον ἑκουσίαν ἀνταλλαγήν ἐννοεῖ καί οὐδαμῶς ἀναγκαστικήν. Ἡ ἀπάντησίς μου ἐκείνη ἐδόθη ἵνα μή φανῶ ἀποκρούων ἀμέσως καί ἀνεξετάστως μίαν πρότασιν θεωρουμένην ὡς τείνουσαν εἰς τήν ἐκκαθάρισιν τῶν διαφορῶν τῶν δύο Κρατῶν καί τήν βελτίωσιν τῶν μεταξύ των σχέσεων. Ἐν τούτοις ὁμολογῶ ὅτι δέν τήν ἤκουσα εὐαρέστως, ὡς δεικνύουν ἄλλως τε αἱ παρατηρήσεις δι ̓ ὧν εὐθύς ἀμέσως συνώ δευσα τήν ἀπάντησίν μου. Καί τῷ ὄντι ἔχω τήν ἐντύπωσιν ὅτι οὐ μόνον ἡ ἐν Ἑλλάδι κοινή γνώμη δυσκόλως θά παρεδέχετο τοιαύτην νέαν ἀνταλλαγήν καί εἰσροήν μεταναστῶν, ἀλλά καί ἡ διεθνής συνείδησις σφόδρα θά ἐξενίζετο, κρίνουσα τήν τοιαύτην συμφωνίαν ἀφ' ἑνός μέν ὡς ἥκιστα φιλάνθρωπον καί πεπολιτισμένην, ἐξ ἄλλου δέ κρίνουσα τήν τοιαύτην συμφωνίαν ὡς μαρτυροῦσαν ἀδυναμίαν συνεννοήσεως μεταξύ δύο γειτόνων λαῶν μηδέποτε περιελθόντων εἰς ἐχθρικάς σχέσεις, ὡς συνέβη μεταξύ Ελλήνων, Τούρκων και Βουλγάρων. Διά τήν Ἑλλάδα ἰδιαιτέρως ἡ διεθνής κοινή γνώμη θά ἐσχημάτιζε κακήν ἐντύπωσιν, ὅτι μόνον αὐτή συνῆψε τόσας συμφωνίας ἀνταλλαγῆς πληθυσμῶν. Εἶδον ἄλλως τε ὅτι, ῥίψας ἀορίστως πως τήν ἰδέαν, ἐν τούτοις οὐδόλως ἠθέλησε νά ἐπιμείνῃ εἰς αὐτήν ὁ ̓Αλβανός Υπουργός. Απόδειξιν τούτου ἀποτελεῖ τό γεγονός ὅτι κατά τήν χθεσινήν δίωρον συνομιλίαν μεταξύ τῶν κ.κ. Φράσσαρη καί Γ. Μελᾶ, ἥτις ἔλαβε χώραν τῇ συστάσει μου καί καθ ̓ ἦν ἐξωνυχίσθησαν ἅπαντα ἀνεξαιρέτως τά ζητήματα τά ἐνδιαφέροντα τά δύο Κράτη, οὐδέ λέξιν ἀνέφερε πλέον ὁ κ. Φράσσαρη περί ἀνταλλαγῆς, δεχθείς ὡς ἱκανοποιητικάς τάς πληροφορίας περί τῆς ἐν Τσαμουργιᾷ καταστάσεως.
2) Ἡ ἀντίκρουσις τῆς ἀλβανικῆς προτάσεως φαίνεται ἐνδεδειγμένη καί διά τούς ἀκολούθους λόγους. Εννοεῖται ὅτι τό νά ὁμιλῇ τις περί ἐλευθέρας καί ἑκουσίας μεταναστεύσεως δέν ἀνταποκρίνεται κατά πάντα εἰς τήν πραγματικότητα. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ ̓Αλβανική Κυβέρνησις μέ τό κατέχον αὐτήν ἀκράτητον ἐθνικιστικόν πνεῦμα θα μετέλθη παν μέτρον πιέσεως καί βίας ὅπως ἐκριζώσῃ ἐκ τῶν ἑστιῶν των οὐ μόνον τάς 20.000 ομογενῶν ἑλληνοφώνων, περί ὧν ἡμίλησεν ὁ κ. Φράσσαρη, ἀλλά καί πάντα ὅν ἤθελε θεωρήσει ὡς δυνάμενον ποτέ να συντελέσῃ εἰς τήν ἐπικράτησιν ἀντιθέτου προς το σημερινόν καθεστώς καταστάσεως. Ἐξ ἄλλου ἐκ τῶν ἐν ̓Αλβανίᾳ ἡμετέρων θά ἀναχωρήσουν τά ἀσθενέστερα οἰκονομικῶς καί κοινωνικῶς στοιχεῖα διότι οἱ λοιποί θά καταφέρουν νά ἀνθέξουν εἰς τάς πιέσεις τῶν ̓Αλβανῶν. Ἐκ τρίτου, καθαρῶς ἀλβανόφωνοι τῆς Κορυτσᾶς ἔχοντες μᾶλλον ἑλληνικήν συνείδησιν θά προτιμήσουν νά ἔλθουν εἰς τήν Ἑλλάδα ἐπί τῇ ἐλπίδι ἀπολήψεως ἀποζημιώσεων πλουσίων καί ἐνῷ ἀπό ἐθνικῆς ἀπόψεως ἡ προσθήκη τοιούτων στοιχείων μᾶλλον ἀμφιβόλων φρονημάτων οὐδέν θά προσέθετε, ἀπό κοινωνικῆς καί οἰκονομικῆς θά ἔχωμεν νέας ὁμάδας ἀπαιτούντων ἀποζημίωσιν, ζωηρωτάτας καί ἐνοχλητικωτάτας. Θα χρειασθῶμεν νέας μικτάς ἐπιτροπάς, θά ἔχωμεν νέα ζητήματα ἑρμηνειῶν καί ἐκτελέσεως τῶν συμβάσεων, νέας προστριβάς, νέας χρονοτριβάς, νέας δαπάνας μισθῶν, νέας ἀποζημιώσεις, νέας ὁμολογίας. Μετά τά ληφθέντα δέ ὑφ ̓ ἡμῶν νομοθετικά μέτρα πρός διόρθωσιν τῆς ἐν Τσαμουργιᾷ θέσεως τῶν μουσουλμάνων, ἀλλά καί ἄνευ αὐτῶν, εἶναι πρόδηλον ὅτι ὀλίγοι θά ἐζήτουν νά ἐκπατρισθῶσι. Προτιμοῦν προδήλως τήν φιλελευθέραν Ελλάδα παρά τήν δεσποτικήν ̓Αλβανίαν. Εν Ελλάδι ἔχουν ἰσχυρούς προστάτας τούς βουλευτάς καί τάς Κυβερνήσεις. Ἔχουν πλούσια σχετικῶς κτήματα. Τί θά εὕρουν ἐν ̓Αλβανίᾳ; Εάν δέ μείνουν ὡς φοβοῦμαι οἱ περισσότεροι, ζητήματα μειονοτήτων καί προστριβῶν δέν θά λείψουν μεταξύ ἡμῶν καί τῆς ̓Αλβανίας.
3) Εἶναι ἀξιοσημείωτον ὅτι πέρυσιν ἐν Γενεύῃ κατά τήν μετά τῶν ̓Αλβανῶν ἀντιπροσώπων συνάντησίν μας, οὗτοι ὡμίλησαν μόνον περί τοῦ σκοπίμου τῆς ἀποδημίας εἰς ̓Αλβανίαν τῶν ̓Αλβανῶν τό γένος μουσουλμάνων τῶν περιφερειῶν Γαρδικίου και Δραγουμῆς, οὐχί ὅμως καί περί γενικῆς ἀνταλλαγῆς. Εἰς τάς δύο δέ ταύτας περιφερείας ἀκριβῶς ὑπῆρχεν ὁμολογουμένως μέχρι πρό ἔτους χειροτέρα διά τήν μειονότητα κατάστασις ἤ εἰς ἄλλα σημεῖα τῆς Τσαμουργιᾶς. Ἔκτοτε ὅμως ἀνεχώρησαν αυθορμήτως αἱ 70 προσφυγικαί οἰκογένειαι Γαρδικίου καί 40 τῆς Δραγουμῆς (ἀπομένουν δέ μόνον 8 οἰκογένειαι ἐν Δραγουμῇ), εἰς τρόπον ὥστε ἡ θέσις τῶν μουσουλμάνων ἐβελτιώθη ἐπαισθητῶς διά τῆς ἀναλή ψεως ὑπ ̓ αὐτῶν τῶν κτημάτων των. Ταῦτα ἐξηγήθησαν ἀπό τόν κ. Μελᾶν εἰς τόν κ. Φράσσαρη, ἐκδηλώσαντα ἀπόλυτον τήν ἱκανοποίησίν του καί προσθέσαντα ὅτι 8 οἰκογένειαι ὁμολογουμένως δέν εἶναι τίποτε.
Υπό τάς προεκτεθείσας συνθήκας φαίνεται ἐντελῶς ἀσύμφορον νά προβῶμεν καί εἰς ἐξέτασιν κἄν τῆς ἑτεροβαροῦς δι' ἡμᾶς ἰδέας ἀνταλλαγῆς, ἥτις θά μᾶς ἐγέννα ἐκ τοῦ μή ὄντος σοβαρά κοινωνικά, οἰκονομικά καί ἐθνικά προβλήματα. Αναγκαστικήν ὁλοκληρωτικήν ἀνταλλαγήν δέν ἐπρότεινεν ὁ κ. Φράσσαρη. Τούναντίον, ἐπί ἐρωτήσεώς μου ῥητῆς ἐδήλωσεν ὅτι τήν ἐννόησεν ἑκουσίαν. Αναγκαστικήν ἄλλως τε ἀνταλλαγήν πᾶς τις θά ἐπέκρινε διά μυρίους λόγους ἠθικῆς.
Πρεσβεία Δυρραχίου προς Υπουργείο Εξωτερικων
Α.Υ.Ε., 1924, Α/5, άρ. 5382
Δυρράχιον, 31 Μαΐου 1923
Ἔχω τήν τιμήν ν' ἀνακοινώσω Ὑμῖν ὅτι σήμερον μ' ἐπεσκέφθη ὁ γνωστός Mehdi Frassari, βουλευτής, πολλάκις ἀντιπροσωπεύσας τήν ̓Αλβανίαν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, μεθ' οὗ διά μακρῶν διελέχθημεν περί τῶν ἑλληνοαλβανικῶν σχέσεων καί τῆς ἀνάγκης διαρκοῦς φιλίας καί συνεργασίας μεταξύ τῶν δύο ὁμόρων Κρατῶν.
Ο κ. Φράσσαρη μοί διετύπωσε παράπονα κατά τῆς στάσεως τῶν ἑλληνικῶν ἀρχῶν ἔναντι τῶν ̓Αλβανῶν τῆς Τσαμουριᾶς ἰσχυριζόμενος ὅτι οὗτοι πιέζονται ποικιλοτρόπως. Ἐξέφρασα αὐτῷ τήν ἀπορίαν μου καί τόν ἠρώτησα ἄν δύναται να μοί ἀναφέρῃ ὡρισμένα γεγονότα. Μοί ἀπήντησεν ἀορίστως, ὡς π.χ. ὅτι ὁ ἀδελφός του, κάτοικος Κονίτσης, μετά 200 ἄλλων είχε φυλακισθῇ πέρυσι ἀδίκως καί ἄνευ λόγου τινός ἕως τρίμηνον ἐν Ἰωαννίνοις, κατέληξε δέ λέγων ὅτι θά ἦτο εὐκταία, ὡς δυναμένη να συντελέσῃ εἰς τήν παγίωσιν τῶν μεταξύ τῶν δύο Κρατῶν σχέσεων, ἡ ἀνταλλαγή τῶν ἐν τῇ περιφερεία ̓Αργυροκάστρου Ἑλλήνων μέ τους Αλβανούς Τσαμουριᾶς.
Απήντησα αὐτῷ ὅτι ἡ Ἑλλάς ἔχουσα να μεριμνήσῃ περί τοῦ ἐποικισμοῦ ἑνός καί ἡμίσεος ἑκατομμυρίου προσφύγων δέν εἶναι δυνατόν νά ἐπιβαρυνθῇ καί μέ ἄλλους καί ὅτι ἡ τοιαύτη ἀνταλλαγή θά ἦτο λίαν ἀντιπολιτική, διότι ἡ ὕπαρξις ἀλβανικῶν πληθυσμῶν ἐν Ἑλλάδι καί ἑλληνικῶν ἐν ̓Αλβανία χρησιμεύει ὡς σύνδεσμος μεταξύ τῶν δύο Κρατῶν, ὅν ταῦτα ὀφείλουσι να διατηρήσωσι χάριν τοῦ κοινοῦ καλοῦ.
Καίτοι δέν ἔχω δεδομένα ὑποθέτω ἐν τούτοις ὅτι ἡ πρότασις αὕτη τοῦ Mehdi Frassari δέν προέρχεται ἐξ ἰδίας αὐτοῦ πρωτοβουλίας, ἀλλ' ὅτι αἰτήθη αὐτῷ νά μέ βολιδοσκοπήσῃ.
Παρακαλῶ ὅπως εὐαρεστούμενοι μοί γνωρίσητε ἄν ἐγκρίνητε τήν δοθεῖσαν αὐτῷ ἀπάντησιν.
Εὐπειθέστατος
ΠΑΝΟΥΡΙΑΣ
ΚΡΥΦΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: ΕΜΦΑΝΙΣΗ
=======================================================================
Σημείωμα επί της αλβανικής προτάσεως περί ανταλλαγής των εκατέρωθεν πληθυσμών
Γενεύη, 27 Σεπτεμβρίου 1930
Ἐπί τοῦ σημείου ὑπ' ἀριθ. 4 τοῦ σημειώματος συνομιλίας μου μετά τοῦ ̓Αλβανοῦ ἀντιπροσώπου τῆς 24ης Σεπτεμβρίου, ἐπιβάλλονται αἱ ἀκόλουθοι παρατηρήσεις.
1) Ἐδήλωσα ὅτι εἶμαι διατεθειμένος να μελετήσω μετά τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τήν ἰδέαν περί συνάψεως συμφωνίας διά τήν ἑκουσίαν ἀνταλλαγήν πληθυσμῶν. Ὁ κ. Φράσσαρη ἐπί ἐρωτήσεώς μου ῥητῶς διεσαφήνισεν ὅτι μόνον ἑκουσίαν ἀνταλλαγήν ἐννοεῖ καί οὐδαμῶς ἀναγκαστικήν. Ἡ ἀπάντησίς μου ἐκείνη ἐδόθη ἵνα μή φανῶ ἀποκρούων ἀμέσως καί ἀνεξετάστως μίαν πρότασιν θεωρουμένην ὡς τείνουσαν εἰς τήν ἐκκαθάρισιν τῶν διαφορῶν τῶν δύο Κρατῶν καί τήν βελτίωσιν τῶν μεταξύ των σχέσεων. Ἐν τούτοις ὁμολογῶ ὅτι δέν τήν ἤκουσα εὐαρέστως, ὡς δεικνύουν ἄλλως τε αἱ παρατηρήσεις δι ̓ ὧν εὐθύς ἀμέσως συνώ δευσα τήν ἀπάντησίν μου. Καί τῷ ὄντι ἔχω τήν ἐντύπωσιν ὅτι οὐ μόνον ἡ ἐν Ἑλλάδι κοινή γνώμη δυσκόλως θά παρεδέχετο τοιαύτην νέαν ἀνταλλαγήν καί εἰσροήν μεταναστῶν, ἀλλά καί ἡ διεθνής συνείδησις σφόδρα θά ἐξενίζετο, κρίνουσα τήν τοιαύτην συμφωνίαν ἀφ' ἑνός μέν ὡς ἥκιστα φιλάνθρωπον καί πεπολιτισμένην, ἐξ ἄλλου δέ κρίνουσα τήν τοιαύτην συμφωνίαν ὡς μαρτυροῦσαν ἀδυναμίαν συνεννοήσεως μεταξύ δύο γειτόνων λαῶν μηδέποτε περιελθόντων εἰς ἐχθρικάς σχέσεις, ὡς συνέβη μεταξύ Ελλήνων, Τούρκων και Βουλγάρων. Διά τήν Ἑλλάδα ἰδιαιτέρως ἡ διεθνής κοινή γνώμη θά ἐσχημάτιζε κακήν ἐντύπωσιν, ὅτι μόνον αὐτή συνῆψε τόσας συμφωνίας ἀνταλλαγῆς πληθυσμῶν. Εἶδον ἄλλως τε ὅτι, ῥίψας ἀορίστως πως τήν ἰδέαν, ἐν τούτοις οὐδόλως ἠθέλησε νά ἐπιμείνῃ εἰς αὐτήν ὁ ̓Αλβανός Υπουργός. Απόδειξιν τούτου ἀποτελεῖ τό γεγονός ὅτι κατά τήν χθεσινήν δίωρον συνομιλίαν μεταξύ τῶν κ.κ. Φράσσαρη καί Γ. Μελᾶ, ἥτις ἔλαβε χώραν τῇ συστάσει μου καί καθ ̓ ἦν ἐξωνυχίσθησαν ἅπαντα ἀνεξαιρέτως τά ζητήματα τά ἐνδιαφέροντα τά δύο Κράτη, οὐδέ λέξιν ἀνέφερε πλέον ὁ κ. Φράσσαρη περί ἀνταλλαγῆς, δεχθείς ὡς ἱκανοποιητικάς τάς πληροφορίας περί τῆς ἐν Τσαμουργιᾷ καταστάσεως.
2) Ἡ ἀντίκρουσις τῆς ἀλβανικῆς προτάσεως φαίνεται ἐνδεδειγμένη καί διά τούς ἀκολούθους λόγους. Εννοεῖται ὅτι τό νά ὁμιλῇ τις περί ἐλευθέρας καί ἑκουσίας μεταναστεύσεως δέν ἀνταποκρίνεται κατά πάντα εἰς τήν πραγματικότητα. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ ̓Αλβανική Κυβέρνησις μέ τό κατέχον αὐτήν ἀκράτητον ἐθνικιστικόν πνεῦμα θα μετέλθη παν μέτρον πιέσεως καί βίας ὅπως ἐκριζώσῃ ἐκ τῶν ἑστιῶν των οὐ μόνον τάς 20.000 ομογενῶν ἑλληνοφώνων, περί ὧν ἡμίλησεν ὁ κ. Φράσσαρη, ἀλλά καί πάντα ὅν ἤθελε θεωρήσει ὡς δυνάμενον ποτέ να συντελέσῃ εἰς τήν ἐπικράτησιν ἀντιθέτου προς το σημερινόν καθεστώς καταστάσεως. Ἐξ ἄλλου ἐκ τῶν ἐν ̓Αλβανίᾳ ἡμετέρων θά ἀναχωρήσουν τά ἀσθενέστερα οἰκονομικῶς καί κοινωνικῶς στοιχεῖα διότι οἱ λοιποί θά καταφέρουν νά ἀνθέξουν εἰς τάς πιέσεις τῶν ̓Αλβανῶν. Ἐκ τρίτου, καθαρῶς ἀλβανόφωνοι τῆς Κορυτσᾶς ἔχοντες μᾶλλον ἑλληνικήν συνείδησιν θά προτιμήσουν νά ἔλθουν εἰς τήν Ἑλλάδα ἐπί τῇ ἐλπίδι ἀπολήψεως ἀποζημιώσεων πλουσίων καί ἐνῷ ἀπό ἐθνικῆς ἀπόψεως ἡ προσθήκη τοιούτων στοιχείων μᾶλλον ἀμφιβόλων φρονημάτων οὐδέν θά προσέθετε, ἀπό κοινωνικῆς καί οἰκονομικῆς θά ἔχωμεν νέας ὁμάδας ἀπαιτούντων ἀποζημίωσιν, ζωηρωτάτας καί ἐνοχλητικωτάτας. Θα χρειασθῶμεν νέας μικτάς ἐπιτροπάς, θά ἔχωμεν νέα ζητήματα ἑρμηνειῶν καί ἐκτελέσεως τῶν συμβάσεων, νέας προστριβάς, νέας χρονοτριβάς, νέας δαπάνας μισθῶν, νέας ἀποζημιώσεις, νέας ὁμολογίας. Μετά τά ληφθέντα δέ ὑφ ̓ ἡμῶν νομοθετικά μέτρα πρός διόρθωσιν τῆς ἐν Τσαμουργιᾷ θέσεως τῶν μουσουλμάνων, ἀλλά καί ἄνευ αὐτῶν, εἶναι πρόδηλον ὅτι ὀλίγοι θά ἐζήτουν νά ἐκπατρισθῶσι. Προτιμοῦν προδήλως τήν φιλελευθέραν Ελλάδα παρά τήν δεσποτικήν ̓Αλβανίαν. Εν Ελλάδι ἔχουν ἰσχυρούς προστάτας τούς βουλευτάς καί τάς Κυβερνήσεις. Ἔχουν πλούσια σχετικῶς κτήματα. Τί θά εὕρουν ἐν ̓Αλβανίᾳ; Εάν δέ μείνουν ὡς φοβοῦμαι οἱ περισσότεροι, ζητήματα μειονοτήτων καί προστριβῶν δέν θά λείψουν μεταξύ ἡμῶν καί τῆς ̓Αλβανίας.
3) Εἶναι ἀξιοσημείωτον ὅτι πέρυσιν ἐν Γενεύῃ κατά τήν μετά τῶν ̓Αλβανῶν ἀντιπροσώπων συνάντησίν μας, οὗτοι ὡμίλησαν μόνον περί τοῦ σκοπίμου τῆς ἀποδημίας εἰς ̓Αλβανίαν τῶν ̓Αλβανῶν τό γένος μουσουλμάνων τῶν περιφερειῶν Γαρδικίου και Δραγουμῆς, οὐχί ὅμως καί περί γενικῆς ἀνταλλαγῆς. Εἰς τάς δύο δέ ταύτας περιφερείας ἀκριβῶς ὑπῆρχεν ὁμολογουμένως μέχρι πρό ἔτους χειροτέρα διά τήν μειονότητα κατάστασις ἤ εἰς ἄλλα σημεῖα τῆς Τσαμουργιᾶς. Ἔκτοτε ὅμως ἀνεχώρησαν αυθορμήτως αἱ 70 προσφυγικαί οἰκογένειαι Γαρδικίου καί 40 τῆς Δραγουμῆς (ἀπομένουν δέ μόνον 8 οἰκογένειαι ἐν Δραγουμῇ), εἰς τρόπον ὥστε ἡ θέσις τῶν μουσουλμάνων ἐβελτιώθη ἐπαισθητῶς διά τῆς ἀναλή ψεως ὑπ ̓ αὐτῶν τῶν κτημάτων των. Ταῦτα ἐξηγήθησαν ἀπό τόν κ. Μελᾶν εἰς τόν κ. Φράσσαρη, ἐκδηλώσαντα ἀπόλυτον τήν ἱκανοποίησίν του καί προσθέσαντα ὅτι 8 οἰκογένειαι ὁμολογουμένως δέν εἶναι τίποτε.
Υπό τάς προεκτεθείσας συνθήκας φαίνεται ἐντελῶς ἀσύμφορον νά προβῶμεν καί εἰς ἐξέτασιν κἄν τῆς ἑτεροβαροῦς δι' ἡμᾶς ἰδέας ἀνταλλαγῆς, ἥτις θά μᾶς ἐγέννα ἐκ τοῦ μή ὄντος σοβαρά κοινωνικά, οἰκονομικά καί ἐθνικά προβλήματα. Αναγκαστικήν ὁλοκληρωτικήν ἀνταλλαγήν δέν ἐπρότεινεν ὁ κ. Φράσσαρη. Τούναντίον, ἐπί ἐρωτήσεώς μου ῥητῆς ἐδήλωσεν ὅτι τήν ἐννόησεν ἑκουσίαν. Αναγκαστικήν ἄλλως τε ἀνταλλαγήν πᾶς τις θά ἐπέκρινε διά μυρίους λόγους ἠθικῆς.
0 .
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ
Yποπροξενείο Αργυροκάστρου προς Υπουργείο Εξωτερικών
Α.Γ.Ε., 1927, Α/2, αρ. 7225
Ἐν ̓Αργυροκάστρῳ, τῇ 16ῃ Μαΐου 1927
… ̓Από ἀπόψεως ἐθνικοῦ φρονήματος ἐπιτραπήτω μοι νά παρατηρήσω τά ἑξῆς: Ἐν ̓Αργυροκάστρῳ ὁ πληθυσμός είναι κατά μέγα μέρος μουσουλμανικός - ἐπί 12.000 κατοίκων εἶναι ζήτημα ἄν οἱ 1.200 εἶναι χριστιανοί. Ἡ πόλις τοῦ Αργυροκάστρου ἀνέκαθεν ἐθεωρεῖτο ὡς χαλκεῖον κακῶν χαρακτήρων καί πάσης μηχανορραφίας, οἱ δέ ἡμέτεροι ὁμογενεῖς ὑποστάντες τήν τριβήν ἐκ τῆς διαβιώσεως ἐν αὐτῇ, πτωχοί κατά μέγα μέρος, ἀποτεθαρρημένοι, πολλά ἰδόντες καί παθόντες κατά τάς ἀλλεπαλλήλους πολιτικάς μεταβολάς τῆς τελευταίας δεκαπενταετίας καί παντοῖα ἤδη μηχανευόμενοι πρός πορισμόν τῶν πρός τό ζῆν, μετά δυσκολίας πλέον συγκρατοῦσιν ἐν λανθανούσῃ καταστάσει ἴχνη ἐθνικῆς ἰδέας ἐν αὐτοῖς ἐξαιρέσει ἐλαχίστων καί τούτων οὐχί ἄνευ συμφέροντος ἀποβλεπόντων πρός ἡμᾶς.
Πολλοί τούτων πολλάκις ταξειδεύοντες εἰς Ελλάδα μεταβάλλονται ἀποτόμως εἰς ἐνθέρμους πατριώτας, κοπτόμενοι ὑπέρ τῆς ἑλληνικῆς ἰδέας καί οὐδέν ἄλλο ἐπιδιώκοντες εἰμή πῶς διπλῆν νά ἔχωσι τήν θύραν –γνωστοῦ ὄντος ὅτι ἡ Ἑλλάς, μεγαλειτέρα τῆς ̓Αλβανίας, εὐκολώτερον θά συνετήρει τροφίμους τοῦ προϋπολογισμοῦ– πρόθυμοι δέ πάλιν εἰς ἀπηνεῖς διώκτας νά ἐξελιχθῶσιν ὅταν συμφέρον τι ἐπιτάσσει τοῦτο.
Α.Γ.Ε., 1927, Α/2, αρ. 7225
Ἐν ̓Αργυροκάστρῳ, τῇ 16ῃ Μαΐου 1927
… ̓Από ἀπόψεως ἐθνικοῦ φρονήματος ἐπιτραπήτω μοι νά παρατηρήσω τά ἑξῆς: Ἐν ̓Αργυροκάστρῳ ὁ πληθυσμός είναι κατά μέγα μέρος μουσουλμανικός - ἐπί 12.000 κατοίκων εἶναι ζήτημα ἄν οἱ 1.200 εἶναι χριστιανοί. Ἡ πόλις τοῦ Αργυροκάστρου ἀνέκαθεν ἐθεωρεῖτο ὡς χαλκεῖον κακῶν χαρακτήρων καί πάσης μηχανορραφίας, οἱ δέ ἡμέτεροι ὁμογενεῖς ὑποστάντες τήν τριβήν ἐκ τῆς διαβιώσεως ἐν αὐτῇ, πτωχοί κατά μέγα μέρος, ἀποτεθαρρημένοι, πολλά ἰδόντες καί παθόντες κατά τάς ἀλλεπαλλήλους πολιτικάς μεταβολάς τῆς τελευταίας δεκαπενταετίας καί παντοῖα ἤδη μηχανευόμενοι πρός πορισμόν τῶν πρός τό ζῆν, μετά δυσκολίας πλέον συγκρατοῦσιν ἐν λανθανούσῃ καταστάσει ἴχνη ἐθνικῆς ἰδέας ἐν αὐτοῖς ἐξαιρέσει ἐλαχίστων καί τούτων οὐχί ἄνευ συμφέροντος ἀποβλεπόντων πρός ἡμᾶς.
Πολλοί τούτων πολλάκις ταξειδεύοντες εἰς Ελλάδα μεταβάλλονται ἀποτόμως εἰς ἐνθέρμους πατριώτας, κοπτόμενοι ὑπέρ τῆς ἑλληνικῆς ἰδέας καί οὐδέν ἄλλο ἐπιδιώκοντες εἰμή πῶς διπλῆν νά ἔχωσι τήν θύραν –γνωστοῦ ὄντος ὅτι ἡ Ἑλλάς, μεγαλειτέρα τῆς ̓Αλβανίας, εὐκολώτερον θά συνετήρει τροφίμους τοῦ προϋπολογισμοῦ– πρόθυμοι δέ πάλιν εἰς ἀπηνεῖς διώκτας νά ἐξελιχθῶσιν ὅταν συμφέρον τι ἐπιτάσσει τοῦτο.
0 .
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ
Αlessandro Musella (1615): εθνογραφική περιγραφή της «Μακεδονίας»
Η γεωγραφική περιοχή που ο Musella περιγράφει και ονομάζει «Μακεδονία» (κλασικίζων όρος εμπνευσμένος από την ρωμαϊκή επαρχία Μακεδονίας) εκτείνεται από την ακτή της Αλβανίας ως τα Σκόπια της Βορείου Μακεδονίας και το Μελένικο της σημερινής Βουλγαρίας. Η περιοχή αυτή υποδιαιρείται σε «πρώτη» και «δεύτερη» «Μακεδονία» και, με τον μεν όρο «δεύτερη Μακεδονία» εννοεί τα παράκτια μέρη από την Άρτα (Larta, μήπως όμως εννοεί τη Νάρτα της Αλβανίας;) ως την Λισσό, με τον δε όρο «πρώτη Μακεδονία» εννοεί τα μεσόγαια μέρη από την Καστοριά και τους Σταγούς (Estaqui, Καλαμπάκα) ως τα Σκόπια της σημερινής Βορείου Μακεδονίας και το Πετρίτσι και το Μελένικο της σημερινής δυτικής Βουλγαρίας.
Στην πρώτη παράγραφο ο συγγραφέας εξηγεί ότι το κείμενο είναι μια «σύντομη περιγραφή των πόλεων, των κάστρων, των χωριών, των μερών και των βουνών της Μακεδονίας» που γράφτηκε «από εμένα (par mi) τον Alessandro Musella, βικάριο του «πατριάρχη» (patriarca!) της Πρώτης Ιουστινιανής».
Ξεκινώντας από τον Αυλώνα (Balona, αλβ. Vlorë) ο συγγραφέας αναφέρει στη συνέχεια «ένα χωριό που ονομάζεται Δουκάτες (Dukat) και κατοικείται από χριστιανούς Αλβανίτες» (un lugar que se llama Ducates gente alvaneses/cristianos). Στη συνέχεια αναφέρει μερικά χωριά που επίσης κατοικούνται από χριστιανούς Αλβανίτες (algunos lugares de cristianos alvaneses) και φτάνει στο παραθαλάσσιο κάστρο της Χιμάρας (el castillo de la Zimara) που έχει 400 νοικοκυριά (quatrocientos vecinos) «Γραικών» και Αλβανιτών χριστιανών (griegos y alvaneses cristianos). Εκεί στην ακτή (a la mar) αναφέρει μερικά ακόμα χωριά χριστιανών Αλβανιτών (algunos lugares de alvaneses cristianos) κοντά στο κάστρο Dulcino (;), μετά το οποίο αναφέρει το «σχεδόν ακατοίκητο κάστρο του Σοπωτού» (castillo casi deshavitado que se llama Zopoto). Στη συνέχεια αναφέρει «ένα εξαιρετικό λιμάνι που ονομάζεται Άγιοι Σαράντα» (un bellisimo puerto que/se llama Santicoranta) και παρακάτω αναφέρει το «έρημο κάστρο του Βουθρωτού» (castillo desierto dicho Botronto) κοντά σε «ένα αλιευτήριο (ή βιβάρι[ο]/ιχθυοτροφείο) των Βενετσιάνων» (una/pesquera de benecianos).
Παρακάτω αναφέρει «ένα κάστρο ονόματι Δέλβινο» (un castillo dicho Delvino), «πολλά χωριά χριστιανών Αλβανιτών» (muchos lugares de cristianos al/baneses) κοντά σε «ένα κάστρο ονόματι Καλιάσα» (un castillo dicho Galaza) και «πολλά χωριά χριστιανών Αλβανιτών» (muchos lugares de alvaneses cristianos) κοντά σε «μία μεγάλη πολίχνη ονόματι Ζουλάτες» (una villa grande dicha Zulates) που κατοικείται εξολοκλήρου από χριστιανούς (toda de cristianos)».
Ο τελευταίος οικισμός που περιγράφει στη δεύτερη σελίδα (495) είναι «το κάστρο στην κορυφή ενός λόφου που λέγεται Αργυρόκαστρο (Arguirrocastro)», για το οποίο γράφει ότι έχει 300 νοικοκυριά, τέσσερα μέρη (i.e., 4/5 = 80%) χριστιανούς (quatro partes cristia/nos) και ένα μέρος «Τούρκους»/μουσουλμάνους (y una de turcos).
Σ΄αυτές τις δύο πρώτες σελίδες οι επαρχιωτικοί χριστιανικοί πληθυσμοί περιγράφονται συνήθως ως Αλβανίτες (alvaneses) από τον Musella, με την εξαίρεση του κάστρου της Χιμάρας όπου αναφέρεται συμβίωση «Γραικών» και Αλβανιτών χριστιανών (griegos y alvaneses cristianos).
Από το Αργυρόκαστρο διέρχεται ένας ρηχός ποταμός (un rrio de poco fondo, i.e., Δρίνος) που διαρρέει μία πεδιάδα (llanura) που περιέχει «μεγάλο αριθμό χωριών (gran <can>tidad de/lugares) «Γραικών» και Αλβανιτών, που είναι όλοι τους χριστιανοί» (griegos y alvaneses todos cristianos), τα οποία χωριά συνολικά αριθμούν περί τους 40.000 ανθρώπους (quarenta mill ombres). Μετά αναφέρει «μία πολίχνη ονόματι Φράστανη» (una billa llamada Frastana) και κατόπιν «μία πόλη ονόματι Πωγωνιανή (una ziudad llamada/Bogoniani) με 500 νοικοκυριά [που είναι] χριστιανοί «Γραικοί» (quinientos becinos de griegos/cristianos)».
Στη συνέχεια ο Musella αναφέρει «μία πολίχνη ονόματι Γράμοστα (una billa llamada Gramosti) που κατοικείται από χριστιανούς Βλάχους (havitada de bálacos cristianos), αναφέροντας για πρώτη φορά στην Περιγραφή την εθνογραφική κατηγορία «Βλάχοι». Σ΄εκείνα τα μέρη υπάρχουν «πολλά χωριά χριστιανών Βλάχων» (muchos lugares de bálacos cristianos με συνολικό πληθυσμό που αριθμεί γύρω στα 2000 νοικοκυριά και δίνει μερικά από τα ονόματα των βλαχικών αυτών χωριών: Φούσια, Λινοτόπι, Μιροσλαβίτσα, Νικολίτσα (Fusa, Linotopi, Miroslaviza, Nicolica).
Από το Γράμμο ο Musella συνεχίζει βόρεια όπου αναφέρει «μια πολίχνη ονόματι Βοβοστίτσα» (una billa d(ich)a Bovostiza) που βρίσκεται στην άκρη μιας μεγάλης πεδιάδας (una/llanura larga) που ονομάζεται κάμπος της Κορυτσάς (la qual llanura se llama de Coriza)» και έχει πολλούς οικισμούς με συνολικό πληθυσμό που είναι «τρία μέρη χριστιανοί και ένα Τούρκοι». Η Κορυτσά περιγράφεται ως «κάστρο» (un castillo che se llama de Coriza), ενώ πέρα από τον κάμπο βρίσκεται «μια ορεινή περιοχή που κατοικείται από Βλάχους» (un monte ay una tierra de bálacos, υποθέτω ότι εννοεί την περιοχή της Μοσχόπολης) με συνολικό πληθυσμό που αριθμεί γύρω στα 2000 νοικοκυριά (dos mill becinos) μεταξύ των οποίων δεν υπάρχει ούτε ένας Τούρκος (turco ninguno). Πάνω (de frente) από αυτή την περιοχή βρίσκονται 4 χωριά Βλάχων (quatro lugares de dichos bálacos) με συνολικό πληθυσμό 700 νοικοκυριών (setecien/tos vecinos). Σ΄αυτό το σημείο είμαστε στην πρώτη παράγραφο της σ. 497.
Παρακάτω ο Musella αναφέρει «μία πολίχνη ονόματι Βίγλιστα» (una villa que se llama Viglista) με 150 νοικοκυριά που είναι «τρία μέρη χριστιανοί και ένα Τούρκοι».


https://smerdaleos.wordpress.com/2023/0 ... της-μακεδ/
Η γεωγραφική περιοχή που ο Musella περιγράφει και ονομάζει «Μακεδονία» (κλασικίζων όρος εμπνευσμένος από την ρωμαϊκή επαρχία Μακεδονίας) εκτείνεται από την ακτή της Αλβανίας ως τα Σκόπια της Βορείου Μακεδονίας και το Μελένικο της σημερινής Βουλγαρίας. Η περιοχή αυτή υποδιαιρείται σε «πρώτη» και «δεύτερη» «Μακεδονία» και, με τον μεν όρο «δεύτερη Μακεδονία» εννοεί τα παράκτια μέρη από την Άρτα (Larta, μήπως όμως εννοεί τη Νάρτα της Αλβανίας;) ως την Λισσό, με τον δε όρο «πρώτη Μακεδονία» εννοεί τα μεσόγαια μέρη από την Καστοριά και τους Σταγούς (Estaqui, Καλαμπάκα) ως τα Σκόπια της σημερινής Βορείου Μακεδονίας και το Πετρίτσι και το Μελένικο της σημερινής δυτικής Βουλγαρίας.
Στην πρώτη παράγραφο ο συγγραφέας εξηγεί ότι το κείμενο είναι μια «σύντομη περιγραφή των πόλεων, των κάστρων, των χωριών, των μερών και των βουνών της Μακεδονίας» που γράφτηκε «από εμένα (par mi) τον Alessandro Musella, βικάριο του «πατριάρχη» (patriarca!) της Πρώτης Ιουστινιανής».
Ξεκινώντας από τον Αυλώνα (Balona, αλβ. Vlorë) ο συγγραφέας αναφέρει στη συνέχεια «ένα χωριό που ονομάζεται Δουκάτες (Dukat) και κατοικείται από χριστιανούς Αλβανίτες» (un lugar que se llama Ducates gente alvaneses/cristianos). Στη συνέχεια αναφέρει μερικά χωριά που επίσης κατοικούνται από χριστιανούς Αλβανίτες (algunos lugares de cristianos alvaneses) και φτάνει στο παραθαλάσσιο κάστρο της Χιμάρας (el castillo de la Zimara) που έχει 400 νοικοκυριά (quatrocientos vecinos) «Γραικών» και Αλβανιτών χριστιανών (griegos y alvaneses cristianos). Εκεί στην ακτή (a la mar) αναφέρει μερικά ακόμα χωριά χριστιανών Αλβανιτών (algunos lugares de alvaneses cristianos) κοντά στο κάστρο Dulcino (;), μετά το οποίο αναφέρει το «σχεδόν ακατοίκητο κάστρο του Σοπωτού» (castillo casi deshavitado que se llama Zopoto). Στη συνέχεια αναφέρει «ένα εξαιρετικό λιμάνι που ονομάζεται Άγιοι Σαράντα» (un bellisimo puerto que/se llama Santicoranta) και παρακάτω αναφέρει το «έρημο κάστρο του Βουθρωτού» (castillo desierto dicho Botronto) κοντά σε «ένα αλιευτήριο (ή βιβάρι[ο]/ιχθυοτροφείο) των Βενετσιάνων» (una/pesquera de benecianos).
Παρακάτω αναφέρει «ένα κάστρο ονόματι Δέλβινο» (un castillo dicho Delvino), «πολλά χωριά χριστιανών Αλβανιτών» (muchos lugares de cristianos al/baneses) κοντά σε «ένα κάστρο ονόματι Καλιάσα» (un castillo dicho Galaza) και «πολλά χωριά χριστιανών Αλβανιτών» (muchos lugares de alvaneses cristianos) κοντά σε «μία μεγάλη πολίχνη ονόματι Ζουλάτες» (una villa grande dicha Zulates) που κατοικείται εξολοκλήρου από χριστιανούς (toda de cristianos)».
Ο τελευταίος οικισμός που περιγράφει στη δεύτερη σελίδα (495) είναι «το κάστρο στην κορυφή ενός λόφου που λέγεται Αργυρόκαστρο (Arguirrocastro)», για το οποίο γράφει ότι έχει 300 νοικοκυριά, τέσσερα μέρη (i.e., 4/5 = 80%) χριστιανούς (quatro partes cristia/nos) και ένα μέρος «Τούρκους»/μουσουλμάνους (y una de turcos).
Σ΄αυτές τις δύο πρώτες σελίδες οι επαρχιωτικοί χριστιανικοί πληθυσμοί περιγράφονται συνήθως ως Αλβανίτες (alvaneses) από τον Musella, με την εξαίρεση του κάστρου της Χιμάρας όπου αναφέρεται συμβίωση «Γραικών» και Αλβανιτών χριστιανών (griegos y alvaneses cristianos).
Από το Αργυρόκαστρο διέρχεται ένας ρηχός ποταμός (un rrio de poco fondo, i.e., Δρίνος) που διαρρέει μία πεδιάδα (llanura) που περιέχει «μεγάλο αριθμό χωριών (gran <can>tidad de/lugares) «Γραικών» και Αλβανιτών, που είναι όλοι τους χριστιανοί» (griegos y alvaneses todos cristianos), τα οποία χωριά συνολικά αριθμούν περί τους 40.000 ανθρώπους (quarenta mill ombres). Μετά αναφέρει «μία πολίχνη ονόματι Φράστανη» (una billa llamada Frastana) και κατόπιν «μία πόλη ονόματι Πωγωνιανή (una ziudad llamada/Bogoniani) με 500 νοικοκυριά [που είναι] χριστιανοί «Γραικοί» (quinientos becinos de griegos/cristianos)».
Στη συνέχεια ο Musella αναφέρει «μία πολίχνη ονόματι Γράμοστα (una billa llamada Gramosti) που κατοικείται από χριστιανούς Βλάχους (havitada de bálacos cristianos), αναφέροντας για πρώτη φορά στην Περιγραφή την εθνογραφική κατηγορία «Βλάχοι». Σ΄εκείνα τα μέρη υπάρχουν «πολλά χωριά χριστιανών Βλάχων» (muchos lugares de bálacos cristianos με συνολικό πληθυσμό που αριθμεί γύρω στα 2000 νοικοκυριά και δίνει μερικά από τα ονόματα των βλαχικών αυτών χωριών: Φούσια, Λινοτόπι, Μιροσλαβίτσα, Νικολίτσα (Fusa, Linotopi, Miroslaviza, Nicolica).
Από το Γράμμο ο Musella συνεχίζει βόρεια όπου αναφέρει «μια πολίχνη ονόματι Βοβοστίτσα» (una billa d(ich)a Bovostiza) που βρίσκεται στην άκρη μιας μεγάλης πεδιάδας (una/llanura larga) που ονομάζεται κάμπος της Κορυτσάς (la qual llanura se llama de Coriza)» και έχει πολλούς οικισμούς με συνολικό πληθυσμό που είναι «τρία μέρη χριστιανοί και ένα Τούρκοι». Η Κορυτσά περιγράφεται ως «κάστρο» (un castillo che se llama de Coriza), ενώ πέρα από τον κάμπο βρίσκεται «μια ορεινή περιοχή που κατοικείται από Βλάχους» (un monte ay una tierra de bálacos, υποθέτω ότι εννοεί την περιοχή της Μοσχόπολης) με συνολικό πληθυσμό που αριθμεί γύρω στα 2000 νοικοκυριά (dos mill becinos) μεταξύ των οποίων δεν υπάρχει ούτε ένας Τούρκος (turco ninguno). Πάνω (de frente) από αυτή την περιοχή βρίσκονται 4 χωριά Βλάχων (quatro lugares de dichos bálacos) με συνολικό πληθυσμό 700 νοικοκυριών (setecien/tos vecinos). Σ΄αυτό το σημείο είμαστε στην πρώτη παράγραφο της σ. 497.
Παρακάτω ο Musella αναφέρει «μία πολίχνη ονόματι Βίγλιστα» (una villa que se llama Viglista) με 150 νοικοκυριά που είναι «τρία μέρη χριστιανοί και ένα Τούρκοι».


https://smerdaleos.wordpress.com/2023/0 ... της-μακεδ/
0 .