Η δημιουργία της «Βορείου Ηπείρου»
Η βούληση εδαφικής επέκτασης της Ελλάδας «προς βορράν» και η σύγκρουση της με τους ήδη συγκροτημένους στα μέσα του 19ου αιώνα σλαβικούς εθνικισμούς (δηλ. τον σερβικό και κυρίως τον βουλγαρικό) ώθησαν τη χώρα στην πολιτική ενεργότερου προσεταιρισμού των αλβανόφωνων πληθυσμών. Την ίδια περίοδο, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος έχει ήδη διατυπώσει το σχήμα του σχετικά με τη διαδικασία συγχώνευσης εντός του ελληνικού έθνους των Αλβανών εντός και εκτός συνόρων: «Ο ελληνισμός –και στο όνομά του το ελληνικό έθνος– νομιμοποιείται στο εξής να “αφομοιώνει”, να “απορροφά”, να “εξελληνίζει”». Και όπως πολύ ορθά επισημαίνεται «Το όχημα του “ελληνισμού” υπήρξε [...] ο αλφαβητισμός». Η μεγάλη Ανατολική Κρίση του 1875-1881 είναι ίσως η αρχή μιας συγκροτημένης ελληνικής πολιτικής έναντι του τότε γεννημένου Αλβανικού Ζητήματος και αυτού του ίδιου του αλβανικού εθνικισμού ως συγκροτημένης ιδεολογίας. Ο αλβανικός εθνικισμός συγκροτείται αρκετά αργά σε σχέση με άλλους βαλκανικούς εθνικισμούς και εκμεταλλεύεται ως ένα σημείο το ελληνικό σχήμα του (κοινού) σλαβικού κινδύνου, αφού περιοχές που κατοικούνται από Αλβανούς, δηλαδή από πρόσωπα που έχουν μητρική γλώσσα τα αλβανικά, διεκδικούνται από Σέρβους, Μαυροβούνιους και Βουλγάρους. Έτσι, σε αρκετές περιπτώσεις, ιδεολογήματα και επιστημονικοφανή συμπεράσματα της ελληνικής πλευράς, τροποποιημένα ή μη, ενστερνίζεται και ενσωματώνει και η αλβανική πλευρά.
Πολλές από αυτές τις ιδέες, βασισμένες σε φυλετικές θεωρίες του 19ου αιώνα που εμφανίστηκαν στη Δύση –πολύ πριν ο φυλετισμός υποχωρήσει στον δημόσιο λόγο μετά τον ναζισμό– περί απώτερης καταγωγικής συγγένειας των Ελλήνων και των Αλβανών, υιοθετήθηκαν από τους Έλληνες. Αρχικά οι ιδέες αυτές, κάθε είδους συγγένειας ή ακόμη και ταύτισης με τους Αλβανούς, υιοθετήθηκαν, καθώς συνέβαλλαν στη δικαιολόγηση του στίγμα- τος της ισχυρής παρουσίας των, κατά την ορολογία της εποχής, Αλβανών στην Ελλάδα –δηλαδή των Αρβανιτών της σημερινής νοτιότερης Ελλάδας– και των συμπαγών περιοχών που κατοικούσαν. Στη συνέχεια όμως, αναπτύχθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για τους εκτός συνόρων αλβανόγλωσσους πληθυσμούς. Η βασική ιδεολογική αιχμή της ελληνικής πολιτικής ήταν ότι οι Αλβανοί δεν συνιστούν έθνος, ούτε μπορούν να εξελιχθούν σε έθνος, αλλά, αντίθετα, αποτελούν μια «ρευστή εθνότητα. Εθνότητα συγγενική ή, ακολουθώντας τις ιδέες και την ορολογία της εποχής, φυλή «ομόαιμη», αφού υπάρχει κοινή καταγωγή, όπως κατεδείκνυαν τα μυθεύματα των Πελασγών (αλλά και των Ιλλυριών). Φυλή η οποία θα οδηγείτο στα τέλη του 19ου αιώνα στη συγχώνευσή της με το ελληνικό έθνος. Ενδιάμεσο στάδιο για την επίτευξη της συγχώνευσης και για την πολιτική εκπροσώπηση των μουσουλμάνων σε ένα κοινό ελληνοαλβανικό κράτος (δηλαδή ελληνικό) ήταν η προώθηση της ιδέας της κοινής καταγωγής ή των στενά συγγενών καταγωγών αλλά και των κοινών εθνικών χαρακτηριστικών. Δεκάδες παραλλαγές αυτών των θεωριών αναπτύχθηκαν, μερικές από τις οποίες θεωρούσαν και τη γλώσσα συγγενική, ή ακόμη και ελληνική, ενώ άλλες εστίαζαν στην πολιτική σημασία του ζητήματος. Η πολιτική αντιμετώπισης των Αλβανών ως μη έθνους, δηλαδή η μη αποδοχή ότι δικαιούνται αυτόνομη παρουσία και κρατική υπόσταση, συνεχίστηκε και μετά την ίδρυση του αλβανικού κράτους –αν και όχι κυρίαρχη–, ακόμη και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως χαρακτηριστικά αποτυπώνεται στα γραπτά του υπουργού Εξωτερικών και υπηρεσιακού πρωθυπουργού της Ελλάδας Παναγιώτη Πιπινέλη. Μια σημαντική παραλλαγή αυτής της πολιτικής, παρά τη διαφορετική της ιδεολογική αφετηρία, η οποία ντύνεται συνήθως με την οικεία στην ελληνική εθνική ιδεολογία φυλετική ενδυμασία, είναι ότι κάθε ορθόδοξος Αλβανός είναι Έλληνας ή εν δυνάμει Έλληνας. Σχετίζεται ιδίως με την ελληνική εθνική συγκρότηση, όπου κριτήριο συμπερίληψης ή αποκλεισμού από το έθνος υπήρξε εξαρχής η ορθόδοξη θρησκευτική υπαγωγή στην Κωνσταντινούπολη και όχι η γλώσσα. Η τάση αυτή ενυπάρχει και μετά το 1990, με πολλές αλλαγές στον χρόνο, στη ρητορική και στην πολιτική του ελληνικού κράτους, συλλόγων και οργανώσεων που δημιουργήθηκαν στην Αλβανία, της πολιτικής οργάνωσης της ελληνικής μειονότητας Ομόνοια –αν και με αντιφατικό και μεταβαλλόμενο στον χρόνο τρόπο–, και ιδίως διαφόρων κέντρων, επίσημων και μη, διαμόρφωσης πολιτικής στην Ελλάδα. Εν μέρει έδωσε το ιδεολογικό υπόβαθρο στην ελληνική πολιτική για την περιοχή της Χιμάρας, που τα λανίζει τις ελληνοαλβανικές σχέσεις δύο δεκαετίες πλέον. Αποτελεί δε τη βάση καίριων πολιτικών επιλογών, κυρίως σε σχέση με τους Βλάχους και τους ορθόδοξους Αλβανούς, οι οποίες ασκήθηκαν με ένταση ειδικά τη δεκαετία του 1990, αλλά και μέχρι σήμερα για τους πρώτους. Η σκέψη αυτή θεωρούσε και, περιθωριακά σήμερα, θεωρεί ιστορικό πεπρωμένο τη μετατροπή των ορθόδοξων Αλβανών σε Έλληνες. Ακριβέστερα, την «επανάκαμψη» τους σε αυτό που πάντα ανήκαν ή φυλετικά είναι. Αυτή η θεώρηση ήταν δικαιολογημένη ενάμιση αιώνα πριν, όταν η ελληνική πλευρά δεν μπορούσε ίσως, και δεν ήθελε, να καταλάβει έναν βαλκανικό εθνικισμό υπό διαμόρφωση τον μόνο που δεν βασίζεται στη θρησκευτική διαφοροποίηση, αλλά αντίθετα καταπολεμά τη θρησκεία για να εδραιωθεί ή τέλος πάντων προσπαθούσε να τον αντιμετωπίσει. Ο αλβανικός εθνικισμός είναι ο μόνος καταστατικά γλωσσικός εθνικισμός στα Βαλκάνια. Στην Ελλάδα, η κυρίαρχη άποψη αποκρύπτει τη μέσω του ορθόδοξου μιλλέτ ιδιαίτερη σχέση μη ελληνόφωνων κοινοτήτων με το ελληνόγλωσσο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και το ελληνικό κράτος. Δεν αντιλαμβάνεται το γεγονός ότι η γλώσσα δεν ήταν το κρίσιμο στοιχείο για την είσοδο στα βαλκανικά έθνη, και κυρίως στο ελληνικό. Η «επανάκαμψη» δηλαδή που εκλαμβάνεται ως επιστροφή στο ελληνικό έθνος δεν είναι παρά η επιστροφή σε μια προεθνική ορθόδοξη κοινότητα με γλώσσα κύρους τα ελληνικά σε μια περίοδο που το ελληνικό κράτος και έθνος συνιστούσε το λαμπρό παράδειγμα για τους ορθόδοξους Αλβανούς, οι οποίοι μόνο τις τελευταίες δύο τρεις δεκαετίες του 19ου αιώνα άρχισαν να θεωρούν ότι μπορούν να συγκροτηθούν σε εθνικό κράτος. Τουλάχιστον μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπάρχει μια διαμορφωμένη και πλήρως εμπεδωμένη αλβανική εθνική ταυτότητα και η επεξεργασμένη αντίστοιχη εθνική ιδεολογία που αφορά εξίσου τους ορθόδοξους με μητρική γλώσσα τα αλβανικά, η οποία ήδη από τη δεκαετία του 1930 είχε διαδοθεί σε ευρεία στρώματα του συγκεκριμένου πληθυσμού. Μετά τον πόλεμο επίσης, η αλβανική εθνική ταυτότητα κυριαρχεί σε όσους είχαν μητρική γλώσσα τα αρωμουνικά, είτε πρόκειται για τις σχετικά μικρές σε αριθμό τότε αστικοποιημένες ομάδες είτε για τους ημινομάδες κτηνοτρόφους. Ένα ακραίο παράδειγμα της προβληματικής πρόσληψης που υπήρχε στην Ελλάδα, ειδικά τη δεκαετία του 1990, περί δυνητικής μετάλλαξης του αλβανικού μη έθνους είναι η σημασία που αποδιδόταν στο γεγονός ότι χιλιάδες Αλβανοί από το 1990 αλλάζουν τα ονόματά τους σε χριστιανικά και μάλιστα ορθόδοξα. Αγνοείτο το προφανές, ότι δηλ. η χριστιανική μετονομασία δεν συνεπάγεται ούτε διαμορφώνει από μόνη της κάποια διαφορετική εθνική ή και εθνοτική ταυτότητα στα υποκείμενα και δεν λαμβάνονται υπόψη οι συντελεσθείσες πριν το 1990 ιδιαίτερες ιστορικές διαδικασίες επιλογής ονομάτων σε όλες τις βαλκανικές χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, πόσο μάλλον στην Αλβανία, όπου υπήρξε μία πιο έντονη από την εξουσία προσπάθεια εθνικοποίησής τους. Ειδικά παλαιότερα προτασσόταν ως «ελληνική επιλογή» και όχι ως επιλογή που συναρτάται περισσότερο με μια συλλογική προσπάθεια δυτικοποίησης ενός πληθυσμού που είχε καταστεί θρησκευτικά αδιάφορος σε ένα μάλλον αρνητικό για το Ισλάμ διεθνές περιβάλλον, και σε ένα εσωτερικό πλαίσιο που την εποχή του χοτζικού καθεστώτος προέβαλλε, στο εσωτερικό κυρίως, την μπεκτασική και στο εξωτερικό την ορθόδοξη εικόνα των Αλβανών. Και αυτά, πέρα από τα από τα οφέλη που η αλλαγή αυτή έχει από το 1990 και μετά, κυρίως σε σχέση με την απόκτηση καλύτερου τύπου θεώρησης εισόδου και «τίτλου» ομογένειας από τις ελληνικές Αρχές, με την καθημερινότητά τους στην Ελλάδα, ή ακόμη σε σχέση με τις Αρχές άλλων χωρών υποδοχής.
Η προσπάθεια της ελληνικής πλευράς, στα τέλη του 19ου αιώνα, για την αδρανοποίηση των δυνάμεων συγκρότησης του αλβανικού έθνους, ειδικά αν προέρχονταν από την ελληνορθόδοξη κοινότητα, σχετίστηκε και με τη συνεχή και έντονη εναντίωσή της –με την αρωγή του Οικουμενικού Πατριαρχείου– στις προσπάθειες των Αλβανών για εισαγωγή στην εκπαίδευση και την Εκκλησία της αλβανικής γλώσσας. Ήδη είχε αποτύχει ο πόλεμος ενάντια στην εξάπλωση της γραπτότητας της γλώσσας. Ο φόβος της Ελλάδας και του Πατριαρχείου για τη δημιουργία ισχυρού αλβανικού εθνικισμού, συνιστώσα του οποίου θα ήταν οι ορθόδοξοι Αλβανοί, βρίσκει σύμμαχο την Οθωμανική Αυτοκρατορία (ακόμη και μετά το 1908 και την Επανάσταση των Νεότουρκων), η οποία, από τη δική της πλευρά, βλέπει εχθρικά τη συγκρότηση των μουσουλμάνων Αλβανών σε διακριτό έθνος. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αντιτίθεται σε οποιαδήποτε διοικητική εδαφοποίηση, όπως και η Ελλάδα, της αλβανικής παρουσίας, ειδικά όταν το αίτημα τίθεται από τους ίδιους τους Αλβανούς.
Μετά την παρατεταμένη αλλά αποτυχημένη πολιτικά συζήτηση για τη δυνατότητα ενσωμάτωσης στην Ελλάδα όλων των αλβανικών πληθυσμών, κυρίως των μουσουλμανικών –αφού οι ορθόδοξοι μέχρι το 1890, περίπου, θεωρούνται δεδομένου ελληνικού προσανατολισμού–, αυτό που πρυτανεύει σαν πολιτική της Ελλάδας είναι η πρόσκτηση σε δύο φάσεις, πρώτα ως τον ποταμό Καλαμά, και μετά ως τον Σκούμπιν (Γενούσο, αλβ. Shkumbin), όλου του τμήματος που η αρχαιοδιφική γεωγραφία ονομάζει «Ήπειρο». Η Ελλάδα, μετά την αποτυχία της να προσαρτήσει το 1913-1917 το έδαφος που εντέλει διεκδικεί (δηλαδή μέχρι και τη γραμμή Αυλώνα-Κορυτσά), στο οποίο οι ορθόδοξοι –αν δεν πλειοψηφούν– έχουν ισχυρή πληθυσμιακή παρουσία, παγιώνει σταδιακά στον Μεσοπόλεμο τη χρήση του όρου «Βόρειος Ήπειρος». Ο αλυτρωτικός (πια) όρος «Βόρειος Ήπειρος» χαρακτηρίζει τα εδάφη που ακόμη διεκδικούνταν από την Ελλάδα, και ο όρος «Βορειοηπειρώτης», αντίστοιχα, τους ορθόδοξους πληθυσμούς που κατοικούσαν σε αυτά, παρά την ασάφεια των ορίων και τις μεταβολές τους.