Η ελληνική κυβέρνηση εκείνη την εποχή είχε ανεξακρίβωτες αλλά επίμονες πληροφορίες ότι απαγορεύθηκε στους αλβανούς μαθητές να φοιτούν σε ξένα σχολεία της Αλβανίας και ότι οι ιταλοί καθηγητές και διευθυντές σχολείων αντικαταστάθηκαν με Αλβανούς. Στην Αυλώνα δε έγινε συλλαλητήριο κατά των Ιταλών, με αποτέλεσμα να αναχωρήσει για την Ιταλία ο Ιταλός διοργανωτής στρατού και σχολείων μαζί με τους αξιωματικούς της αποστολής.
Οι πληροφορίες για τις διώξεις των ιταλικών σχολείων αποδείχτηκαν αληθινές. Ο εθνικιστής Χιλ Μόσι, υπουργός Παιδείας της Αλβανίας, έπεισε τον Ζώγου ότι τα ιταλικά και εν γένει τα ξένα σχολεία στην Αλβανία υπονομεύουν την ενότητα του κράτους. Το τίμημα της αλβανικής ξενοφοβίας όμως πλήρωσαν και τα ελληνικά σχολεία. Το 1933 η Αλβανία επισημοποίησε τη δίωξη των μειονοτικών και ξένων σχολείων με την τροποποίηση των άρθρων 206 και 207 του Συντάγματος του 1928. Σύμφωνα με την τροποποίηση αυτή το αλβανικό κράτος ήταν αποκλειστικά υπεύθυνο για την εκπαίδευση των αλβανών υπηκόων. Η στοιχειώδης εκπαίδευση ήταν πλέον υποχρεωτική και δωρεάν για όλους. Τα υπάρχοντα ιδωτικά σχολεία θα έκλειναν όλα. Με λίγα λόγια, βάση των μειονοτικών υποχρεώσεων της Αλβανίας, θα έκλειναν οριστικά, μεταξύ άλλων, και όλα τα κοινοτικά ελληνικά σχολεία της Β. Ηπείρου αφού ήταν ιδιωτικά.
Οι Βορειοηπειρώτες, μολονότι μέχρι τότε δεν ήταν και πολύ πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν τις διαδικασίες της ΚτΕ για την προστασία τους, αυτή τη φορά αντέδρασαν δυναμικά με μαζικές καταγγελίες στα διεθνή όργανα. Καταγγελίες έφτασαν ακόμα και από τους Βορειοηπειρώτες των ΗΠΑ. Στην τριμελή επιτροπή του Συμβουλίου που διερευνούσε το θέμα, η αλβανική αντιπροσωπεία απάντησε ότι το κλείσιμο των ιδιωτικών σχολείων αφορούσε ολόκληρο τον πληθυσμό της Αλβανίας, άρα δεν συνιστούσε διάκριση κατά των μειονοτήτων. Στις 18.1.1935 το Συμβούλιο ζήτησε τη συμβουλευτική γνώμη του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης περί του αν μπορούσε η Αλβανία να ισχυρίζεται κάτι τέτοιο αφού δεσμευόταν από τις μειονοτικές εγγυήσεις του 1921 και ιδίως από το άρθρο 5. Το κλίμα ήταν τόσο δυσμενές για την Αλβανία που έκανε ανεπίσημες κρούσεις σε αξιωματούχους της ΚτΕ προσπαθώντας να μάθει κατά πόσο ήταν δυνατόν να αποσυρθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αν τα έβρισκαν με την Ελλάδα.
Στις 6.4.1935 το ΔΔΔΔ με ψήφους 8 έναντι 3 δικαίωσε τις θέσεις των Βορειοηπειρωτών. Μετά την ήττα της η Αλβανία δήλωσε έτοιμη να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις του Διεθνούς Οργανισμού. Στις 7.1.1936 η Αλβανία κοινοποίησε τελικά τα διορθωτικά μέτρα που έλαβε για τα μειονοτικά σχολεία.
Η άρση της εμπόλεμης κατάστασης με την Αλβανία (1987): Η άρση ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων από τα δεξιά του ελληνικού πολιτικού φάσματος ως μειοδοσία ή και προδοσία γιατί 400 χιλιάδες Βορειοηπειρώτες στο «υπόδουλο αυτό τμήμα της Ηπείρου» προδόθηκαν. Αρκετοί νομικοί θεωρούν ότι το εμπόλεμο συνεχίζει να υπάρχει, με το επιχείρημα ότι Σύνταγμα προβλέπει ότι ο πρόεδρος κηρύσσει και παύει τον πόλεμο με διάταγμα του. Αν δεν γίνει αυτό, με σύμπραξη της Κυβέρνησης, θα πρέπει να ψηφιστεί ειδικός νόμος από τη Βουλή. Στην προκείμενη περίπτωση έχουμε μια απλή έστω απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, άρα το εμπόλεμο τυπικά συνεχίζει να είναι σε ισχύ. Την άποψη αυτή αναπαράγουν και διάφοροι Αλβανοί, από νομικούς μέχρι και δημοσιογράφους, με αποτέλεσμα στην Αλβανία να είναι πολύ πιο διαδεδομένη και επικοινωνιακά σημαντική από ό,τι στην Ελλάδα, όπου με το ζήτημα δεν ασχολούνται παρά ελάχιστοι εμπειρογνώμονες και διπλωμάτες. Αντίθετα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο Συμβούλιο της Ευρώπης είναι διαδεδομένη η άποψη ότι το εμπόλεμο έχει αρθεί.
ο Ευάγγελος Χρυσός το σημειώνει έτσι : και λέει Δηλαδή θεωρεί μάλλον πως οι ελληνόφωνοι στο β΄ μισό του 5ου αι. θα προσδιορίζονταν ήδη ως εθνοτικά Ρωμαίοι. Με το "Ηπειρώτισσα" πρέπει να εννοεί ελληνόφωνη και όχι λατινόφωνη , αν κρίνω από τα δύο χωρία του Ζώσιμου και του Προκόπιου που έχει χρησιμοποιήσει πιο πριν .