"Μάνα δε θα βγεις πουθενά. ΠΟΥ-ΘΕ-ΝΑ, Ό,τι χρειαστείς θα στο φέρνουμε εμείς."
Μάνα: Ναι, ναι. Τι να χρειαστώ σάμπως;
"Οτιδήποτε. Ό,τι χρειαστείς θα μας πάρεις τηλέφωνο. Εσύ δεν θα κουνηθείς από το σπίτι"
Μάνα: Ναι, ναι ... κουνώντας συγκαταβατικά το κεφάλι.
Κι έρχεται η στιγμή που απευχόταν να μην έρθει ποτέ στη συζήτηση.
"Ούτε εκκλησία" (νόμιζε ότι θα μου γλίτωνε )
Μάνα

"Μάνα τα πράγματα είναι σοβαρά. Θα κολλήσεις. Το είπαν και οι παπάδες σας να μένετε σπίτι. Σε παρακαλώ πολύ. Δε θα παρεξηγηθεί ο χριστούλης αν δεν πας"
Κάπου εκεί διάβαζα τη σκέψη της "Θα την αποκληρώσω τη βλάσφημη"
Δεν τόλμησα να της πω και για θεία κοινωνία. Θα με πετούσε με τις κλωτσιές από το σπίτι.
Εγώ πάντως προσπάθησα να της εξηγήσω.
Εν τω μεταξύ προ ολίγου μιλούσε με την αδερφή μου στο τηλ σαν μελλοθάνατη και της έλεγε "Αμα κολλήσω δεν ξέρω άμα θα την βγάλω καθαρή. Να ζήσετε εσείς οι νέοι τουλάχιστον"
Ρε δεν πάμε καλά.
Εσείς βγάζετε άκρη με τους γονείς σας;


Έχω όμως μέγαιρα πεθερά. Μία η άλλη πάω. 


