Η απέλαση των Μορίσκος από την Ισπανία το 1609.Γράφει ο Νικόλαος Στεφανίδης.http://www.antibaro.gr/article/14848 Το Ισλάμ και η Ευρώπη είναι παλιοί γνώριμοι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί οπωσδήποτε η καθ’ ημάς βαλκανική χερσόνησος με την οθωμανική ισλαμική κυριαρχία πεντέμισι αιώνων, αλλά και η ιβηρική χερσόνησος όπου οι μωαμεθανοί κατακτητές (Άραβες και εξαραβισμένοι Μαυριτανοί ή Βέρβεροι) κυριαρχούσαν επί του μεγαλυτέρου τμήματός της, από το 711 μ.Χ. όταν οι μουσουλμανικές στρατιές του Βέρβερου κατακτητή Ταρίκ Ιμπν Ζιγιάντ αποβιβάστηκαν στο σημερινό Γιβραλτάρ που φέρει το όνομά του (Gibr al-Ţāriq, δηλαδή “Όρος του Ταρίκ”) και κατέλαβαν ταχύτατα ολόκληρη την Ισπανία, φτάνοντας μέχρι και το Πουατιέ της Γαλλίας, μέχρι και το 1212 οπότε και οι συνασπισμένοι στρατοί των χριστιανικών βασιλείων της Ιβηρικής (Καστίλης, Αραγωνίας, Ναβάρρας και Πορτογαλίας) συνέτριψαν τους Μαυριτανούς στην κρίσιμη μάχη της Λας Νάβας ντε Τολόζα ανοίγοντας οριστικά τον δρόμο για την ολοκλήρωση της reconquista, της ανάκτησης δηλαδή των κατακτημένων εδαφών της ιβηρικής από τους γηγενείς Χριστιανούς και της απώθησης των μουσουλμάνων προς νότον. Από το 1212 και εντεύθεν τα βασίλεια της Καστίλης, της Αραγωνίας και της Πορτογαλίας ανέκτησαν σταδιακά το μεγαλύτερο μέρος των μουσουλμανικών κτήσεων της νότιας ιβηρικής, που οι Άραβες αποκαλούσαν Αλ–Άνταλους (Ανδαλουσία).
Κατά τον 15ο αιώνα, την εποχή που οι Οθωμανοί Τούρκοι καταλάμβαναν την Κωνσταντινούπολη και κυριαρχούσαν στα Βαλκάνια, οι μουσουλμάνοι Μαυριτανοί κατακτητές της Ισπανίας είχαν περιοριστεί σε μια περιορισμένη έκταση στα νοτιοανατολικά της Ανδαλουσίας και νότια του ποταμού Γκουανταλκιβίρ, στο λεγόμενο Εμιράτο της Γρανάδας, το τελευταίο ισλαμικό βασίλειο της ιβηρικής, αναγκαζόμενοι από το 1238 και για 250 περίπου χρόνια να πληρώνουν φόρο υποτέλειας στο ισχυρότερο ιβηρικό βασίλειο, την Καστίλη. Ένα από τα προβλήματα της reconquista ήταν η τύχη και η αντιμετώπιση των πολυάριθμων μουσουλμάνων κατοίκων που παρέμεναν στις περιοχές που απελευθερώνονταν από τους προελαύνοντες χριστιανούς. Επί εκατοντάδες χρόνια, αυτοί οι Μαυριτανοί της Ισπανίας — μια μουσουλμανική μειονότητα που αποκαλούνταν Μουντέχαρ (Mudéjar) — ζούσαν σχετικά ειρηνικά στις περιοχές που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των Καθολικών. Για κάποιο διάστημα, σε ορισμένες περιοχές επωφελούνταν από ένα νομικό καθεστώς που τους επέτρεπε να διατηρούν τους νόμους και τα έθιμά τους, καθώς και να ασκούν τη θρησκεία τους.
Το 1492 με την πτώση του Εμιράτου της Γρανάδας, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της περιοχής – εν αντιθέσει με τους Εβραίους που εξορίστηκαν άμεσα και δια της βίας με το περίφημο Διάταγμα της Αλάμπρα (1492) – αντιμετωπίστηκαν αρχικά με επιείκεια και ανεξίθρησκη διάθεση από τους χριστιανούς. Πριν παραδώσει τα κλειδιά της Αλάμπρας στους Καθολικούς Βασιλείς, ο Αμπού Αμπνταλλάχ Μουχάμμαντ ΙΒ΄ (ο Μποαμπντίλ των χριστιανών), τελευταίος Νασρίδης εμίρης της Γρανάδας, είχε τουλάχιστον προσπαθήσει να διαφυλάξει τα δικαιώματα των ομόθρησκων υπηκόων του. Πράγματι η Συνθήκη της Γρανάδας (1491) εξασφάλιζε αρχικά τα πλήρη θρησκευτικά, πολιτιστικά και ατομικά δικαιώματα των μωαμεθανών κατοίκων του πρώην εμιράτου της Γρανάδα, που πλέον θα διαβιούσαν υπό το ενωμένο ισπανικό χριστιανικό στέμμα της Καστίλης και της Αραγωνίας, των Ισπανών καθολικών βασιλέων Ισαβέλας και Φερδινάνδου. Οι όροι της παράδοσής της Γρανάδας παραχωρούσαν στο μαυριτανικό πληθυσμό εκεί δικαιώματα παρόμοια με αυτά που είχαν οι υπόλοιποι Μουντέχαρ της Ισπανίας.
Την εποχή εκείνη ο μουσουλμανικός πληθυσμός της περιοχής της Γρανάδας αριθμούσε περί τις 250.000 με 300.000 κατοίκους και αντιστοιχούσε περίπου στον μισό μουσουλμανικό πληθυσμό ολόκληρης της Ισπανίας. Αρχικά οι Ισπανοί καθολικοί βασιλείς σεβάστηκαν τη συνθήκη και παρά την πίεση φανατικής μερίδας του ισχυρού ισπανικού ρωμαιοκαθολικού κλήρου για αναγκαστικούς προσηλυτισμούς, ο Φερδινάνδος και ο Αρχιεπίσκοπος της Γρανάδας, Χερνάντο ντε Ταλαβέρα (με καταγωγή converso, δηλαδή εβραίου προσήλυτου στον χριστιανισμό

) προωθούσαν μια φιλελεύθερη “laissez – faire” πολιτική ως προς τον μουσουλμανικό πληθυσμό, ελπίζοντας ότι η αγαστή και αρμονική συμβίωση με τους χριστιανούς θα έκανε τους μωαμεθανούς να καταλάβουν την πλάνη της θρησκείας τους, προσερχόμενοι οικειοθελώς στον Χριστιανισμό. Μάλιστα όταν οι βασιλείς Φερδινάνδος και Ισαβέλλα επισκέφθηκαν την Γρανάδα το καλοκαίρι του 1499 έγιναν ενθουσιωδώς δεκτοί από τον ντόπιο μουσουλμανικό πληθυσμό.
Όμως πολύ σύντομα ανέκυψαν προβλήματα λόγω της έντονης προσηλυτιστικής δράσης του ελληνομαθούς αρχιεπισκόπου του Τολέδου, Χιμένεθ ντε Θισνέρος, που διαφωνούσε με την ανεκτική συμπεριφορά του Ταλαβέρα απέναντι στους μουσουλμάνους. Επίσης προβλήματα ανέκυψαν σε ό,τι αφορούσε τους elches, δηλαδή τους χριστιανούς που προσηλυτίζονταν στο Ισλάμ (κυρίως γυναίκες χριστιανές που παντρεύονταν μουσουλμάνους ασπαζόμενες τη θρησκεία των συζύγων τους). Η συνθήκη της Γρανάδας απαγόρευε τον προσηλυτισμό των elches πίσω στον χριστιανισμό χωρίς την συγκατάθεσή τους, ωστόσο επέτρεπε τη διερεύνηση τέτοιων προσηλυτισμών από τις καθολικές εκκλησιαστικές αρχές, παρουσία μουσουλμάνων θρησκευτικών εκπροσώπων. Έτσι τον Δεκέμβριο του 1499 οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Γρανάδας εξεγέρθηκαν, με αφορμή την διερεύνηση από τις τοπικές ισπανικές αρχές του προσηλυτισμού στο Ισλάμ μιας πρώην χριστιανής γυναίκας. Η ένοπλη εξέγερσή τους έμεινε γνωστή στην Ιστορία ως η “Επανάσταση των Αλπουχάρας (1499 -1501)”, από την ομώνυμη ορεινή περιοχή της οροσειράς της Σιέρα Νεβάδα, που χρησιμοποιούσαν οι μουσουλμάνοι αντάρτες ως ορμητήριο και κρυσφύγετό τους.
Οι εξεγερμένοι μουσουλμάνοι κατέσφαξαν πολλούς παλαιούς γηγενείς και εποίκους Χριστιανούς, αλλά και αρκετούς
Μορίσκος (ισπαν. Moriscos εκ του Moros που σημαίνει Μαυριτανοί), δηλαδή εκχριστιανισμένους Μαυριτανούς, που αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν την νέα τους χριστιανική πίστη, οι οποίοι ανακηρύχθηκαν μάρτυρες από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Πολύ γρήγορα η ισλαμική εξέγερση καταπνίγηκε και πλέον τα δικαιώματα των μουσουλμάνων που εξασφάλιζε η συνθήκης της Γρανάδας αφαιρέθηκαν από το ισπανικό στέμμα. Το Ισλάμ απαγορεύτηκε με διάταγμα στην Καστίλη το 1502 και στην Αραγωνία το 1526 και οι μουσουλμάνοι κάτοικοι υποχρεώθηκαν είτε να βαπτιστούν Χριστιανοί και να παραμείνουν στην Ισπανία, είτε να αρνηθούν την βάπτιση και να εκτελεστούν ή να υπαχθούν στη δουλεία, είτε να φύγουν στην εξορία. Δεδομένου του υψηλού κόστους της εξορίας, καθώς θα έπρεπε να καταβάλουν τα ναύλα για τη διαφυγή τους με πλοία στη Βόρεια Αφρική, η μόνη ρεαλιστική εναλλακτική λύση ήταν ο προσηλυτισμός. Έτσι ολόκληρος ο αραβόφωνος ή βερβερόφωνος μουσουλμανικός πληθυσμός της Γρανάδας και της υπόλοιπης Ισπανίας εκχριστιανίστηκε τουλάχιστον φαινομενικά και τα εναπομείναντα τζαμιά και τεμένη της Ισπανίας μετατράπηκαν σε καθολικές εκκλησίες, όπως π.χ. η θρυλική Λα Μεθκίτα της Κόρδοβα, με τους 850 κίονες, τα αμέτρητα τόξα, τις αψίδες, τα πολύχρωμα μάρμαρα και τα ψηφιδωτά.
Από το 1502 όσοι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Ισπανίας προσηλυτίστηκαν στον καθολικισμό έκαναν τα πάντα για να φαίνονται εξωτερικά ευλαβείς χριστιανοί. Τα γνωστά τάπας, λόγου χάριν, ήταν στην αρχή ένα κομμάτι από χοιρομέρι (τροφή απαγορευτική για το Ισλάμ) που συνοδευόταν από ένα επίσης απαγορευμένο ποτήρι κρασί. Οσοι το έτρωγαν, έδειχναν εμπράκτως και δημοσίως ότι δεν ήταν μουσουλμάνοι. Ωστόσο αυτοί οι Νέοι Χριστιανοί ή Μορίσκος συνέχισαν να διατηρούν τα ήθη και τα έθιμά τους και την αραβική ή βερβερική γλώσσα τους, ενώ οι περισσότεροι από αυτούς ήσαν
κρυπτομουσουλμάνοι, καθώς κρυφά εξασκούσαν την ισλαμική θρησκεία, ασχέτως εάν εξωτερικά εμφανίζονταν να είναι Χριστιανοί. Κρυπτομουσουλμάνοι είχαν φτάσει στο σημείο να εκτρέφουν γουρούνια, ώστε να μην πιστέψει κανείς ότι δεν τρώνε χοιρινό. Στην απόκρυψη της πραγματικής μουσουλμανικής τους ταυτότητας βοήθησε και ο περίφημος “Φετφάς του Οράν” του 1504 του βορειοαφρικανού μουφτή Ahmad ibn Abi Jum’ah, που κατ’ εξαίρεση επέτρεπε και συγχωρούσε στους κρυπτομουσουλμάνους της Ισπανίας να εξασκούν δημοσίως χριστιανικές καθολικές πρακτικές που καταδίκαζε το Κοράνιο, ενώ τους συμβούλευε πως να εξασκούν κρυφά το Ισλάμ.
Γρήγορα ένα μεγάλο μέρος των κρυπτομουσουλμάνων Μορίσκος άρχισε να προσβλέπει προς τους Οθωμανούς Τούρκους, την ισχυρότερη ισλαμική δύναμη της εποχής, όπως αποδεικνύεται και από την περίφημη επιστολή που απηύθυνε ένας ανώνυμος Ανδαλουσιανός κρυπτομουσουλμάνος ποιητής το 1502 προς τον Οθωμανό σουλτάνο Βαγιαζήτ Β’, ως έκκληση για βοήθεια. Ανεξάρτητα από την φαινομενική προσχώρηση των αραβικής ή βερβερικής καταγωγής Μορίσκος στη χριστιανική θρησκεία, η αμοιβαία καχυποψία και οι εντάσεις στις σχέσεις με τους Παλαιούς Χριστιανούς, διατηρούνταν αμείωτες, κυρίως λόγω των αγεφύρωτων πολιτισμικών και εθνοτικών διαφορών.
Το 1526 ο βασιλιάς Κάρολος Α’ εξέδωσε ένα διάταγμα που απαιτούσε απ’ όλους τους Μορίσκος να πάψουν να χρησιμοποιούν την αραβό κική ή βερβερική γλώσσα, να παύσουν να χρησιμοποιούν αραβικά ονόματα και να παραδώσουν τα παιδιά τους στον καθολικλήρο για θρησκευτική διαπαιδαγώγηση. Επίσης υποχρέωνε τους Μορίσκος να μην φορούν λινοβάμβακα αραβικά ή μαυριτανικά ενδύματα, κάτι που κατάφεραν προσωρινά να αναστείλουν με την πληρωμή του τεραστίου για την εποχή ποσού των 80.000 δουκάτων. Η κατάσταση δεν άργησε να εκραγεί και πάλι, όταν ο αρχιεπίσκοπος της Γρανάδα πείστηκε ότι οι Μορίσκος δεν θα μετέβαλλαν τα ήθη και τα έθιμά τους οικειοθελώς και το 1565 συγκάλεσε σύνοδο των επισκόπων της περιοχής, η οποία αποφάσισε την αυστηρή εφαρμογή των μέτρων του διατάγματος του 1526. Αυτό σήμαινε απαγόρευση της χρήσης των λινοβάμβακων αραβικών ενδυμάτων, της αραβικής γλώσσας, των θρησκευτικών τελετών κλπ. Επιπλέον σε κάθε περιοχή όπου ζούσαν Μορίσκος υποχρεωτικώς θα ἐγκαθίσταντο δώδεκα Παλαιοί Χριστιανοί, ενώ τις Παρασκευές και τα Σάββατα θα υποχρεώνονταν να δέχονται την παρακολούθηση των ισπανικών αρχών για το ότι δεν εφαρμόζουν κορανικές πρακτικές.
Το 1567 ο βασιλιάς Φίλιππος Β’ ενέκρινε την εφαρμογή αυτών των μέτρων με το διάταγμα της Pragmatica. Οι ηγέτες των Μορίσκος στην Γρανάδα αποφάσισαν να εξεγερθούν και έτσι ξέσπασε η δεύτερη “επανάσταση των Αλπουχάρας” (1568 – 1571), όπου οι
εξεγερμένοι κρυπτομουσουλμάνοι προέβησαν για δύο χρόνια σε εκτεταμένες σφαγές των Χριστιανών της περιοχής, φρικτά βασανιστήρια και φόνους Χριστιανών ιερέων, μοναχών και βεβηλώσεις, πυρπολήσεις και καταστροφές χριστιανικών ναών, συμβόλων και μνημείων. Μάλιστα οι Μορίσκος εξέλεξαν ως βασιλιά τους τον ευγενούς καταγωγής Abén Humeya ή Muhammad ibn Umayya (χριστ. όνομα Fernando de Válor y Córdoba), ο οποίος ισχυριζόταν ότι προερχόταν από τους Ομεϋάδες χαλίφες της Κόρδοβας με καταγωγή από τη Μέκκα. Ο βασιλιάς Φίλιππος που αντιμετώπιζε σημαντικά προβλήματα στην εξωτερική πολιτική της αυτοκρατορίας του, κυρίως λόγω της εξέγερσης των Προτεσταντών των Κάτω Χωρών του 1568 και της
καταστροφικής επιδρομής των Τούρκων στις Βαλεαρίδες το 1558 και ήθελε ως εκ τούτου να “τελειώνει” με την εξέγερση των Μορίσκος. Παράλληλα υπήρχαν σοβαροί φόβοι ότι οι Οθωμανοί θα χρησιμοποιούσαν τη βοήθεια των ομοθρήσκων τους Μορίσκος για να εξαπολύσουν επίθεση στο έδαφος της Ισπανίας.
Πράγματι όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων
στις τάξεις των επαναστατημένων Μορίσκος παρεισέφρυσαν και περίπου 4.000 Τούρκοι και Βορειοαφρικανοί εθελοντές και κατάσκοποι. Αποκαλύφθηκε δε ότι οι Τούρκοι “εθελοντές” είχαν και αλληλογραφία με τον Σουλτάνο, ο οποίος πράγματι υπολόγιζε στους κρυπτομουσουλμάνους Μορίσκος για την οργάνωση μιας συνδυασμένης επιχείρησης εσωτερικής εξέγερσης και εξωτερικής επέμβασης μετά τη δημιουργία ενός ισλαμικού προγεφυρώματος στη νότια Ανδαλουσία που θα χρησίμευε ως βάση για χερσαία εκστρατεία. Προηγουμένως το 1569 αυτοί οι Τούρκοι πράκτορες που είχαν εισχωρήσει στις τάξεις των Μορίσκος ανέτρεψαν και δολοφόνησαν τον Abén Humeya και επέβαλαν τον ξάδερφό του Aben Aboo ως αρχηγό των εξεγερμένων.
Ο 16ος αιώνας γνώρισε την ραγδαία οθωμανική επέλαση στη Μεσόγειο με αποκορύφωμα την πολιορκία της Μάλτας (1565) και την κατάληψη της Κύπρου το 1571. Προηγουμένως ο ελληνικής καταγωγής περίφημος Τούρκος ναύαρχος Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα το 1529 είχε καταλάβει το Αλγέρι, το οποίο θα χρησιμοποιούσε ως ορμητήριο για ναυτικές επιδρομές στις χριστιανικές βόρειες ακτές της Μεσογείου. Το 1537 ο αδίστακτος Μπαρμπαρόσα ήταν το μακρύ χέρι του Σουλεϊμάν στη Μεσόγειο. Σε Αιγαίο, Ιόνιο, Κρήτη, Σικελία, Ιταλία, Σαρδηνία, Βαλεαρίδες και τις περιοχές της νότιας Γαλλίας που ανήκαν στην Ιταλία, οι χριστιανικοί πληθυσμοί ένιωσαν τη χαντζάρα του οθωμανικού ναυτικού υπό τη διοίκηση του Μπαρμπαρόσα. Οι λεηλασίες επεκτάθηκαν σε όλα τα βενετοκρατούμενα νησιά. Οι Τούρκοι είχαν πολλές φορές πλήξει με ναυτικές πειρατικές επιδρομές τις ισπανικές ακτές των Βαλεαρίδων νήσων, το 1501, το 1531, το 1535, το 1550, το 1551, το 1552, το 1553, το 1558 και το 1561. Μόνον μετά την καταστροφική για τους Οθωμανούς ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571 ελαττώθηκαν οι τουρκικές ναυτικές επιδρομές στη δυτική Μεσόγειο που συνεχίστηκαν ωστόσο μέχρι τον 17ο αιώνα. Ως εκ τούτου η τουρκική απειλή ήταν ένας υπαρκτός και σοβαρός εξωτερικός κίνδυνος για την Ισπανία, που δεν επιθυμούσε να διατηρεί μια φιλοθωμανική ισλαμική “πέμπτη φάλαγγα” μέσα στο έδαφός της. Εντέλει η ισλαμική εξέγερση στα Αλπουχάρας το 1571 πνίγηκε στο αίμα από τις ισχυρές ισπανικές δυνάμεις, που προέβησαν σε εκτεταμένες σφαγές και εκκαθαρίσεις σε βάρος των Μορίσκος. Οι Ισπανοί υπήρξαν ανελέητοι απέναντι στους Μορίσκος, τους οποίους αντιμετώπισαν ως προδότες εξορίζοντας περίπου 80.000 από αυτούς σε άλλες περιοχές της Ισπανίας και εγκαθιστώντας στη θέση τους χιλιάδες Παλαιούς Χριστιανούς ως εποίκους στην περιοχή.
Στις αρχές του 17ου αιώνα ζούσαν στην Ισπανία περίπου 300.000 Μορίσκος που αντιστοιχούσαν στο 4% του τότε συνολικού πληθυσμού των 8,5 εκατομμυρίων της χώρας. Στην περιοχή της Αραγωνίας αντιστοιχούσαν στο 20% του συνολικού πληθυσμού και στην περιοχή της Βαλένθια αποτελούσαν το 33% του πληθυσμού! Οι Μορίσκος κατά κύριο λόγο ήσαν κοινωνικά περιθωριοποιημένοι και συγκαταλέγονταν στα φτωχά κοινωνικά στρώματα των περιοχών όπου ζούσαν. Από την άλλη πλευρά ήταν κατά βάση οι πιο πετυχημένοι από τους μη προνομιούχους, ως εξειδικευμένοι μάστορες της ύδρευσης, της άρδευσης και γενικότερα των έργων υποδομής που ενίσχυαν όσο τίποτε άλλο την παραγωγικότητα στην αγροτική παραγωγή.
Παρά την επιμονή του Φράι Λουίς ντε Αλιάγα, του βασιλικού συμβούλου που πίστευε πως η κοινότητα των λινοβάμβακων Μορίσκος θα μπορούσε να αφομοιωθεί σιγά-σιγά στην ισπανική κοινωνία, τα αυτιά του βασιλιά Φίλιππου Γ΄ (υιού του Φιλίππου Β’) τα κέρδισε ο Χάιμε Μπλέντα, ο ηγέτης της Ιεράς Εξέτασης στην Ισπανία. Ο Μπλέντα πίστευε ότι ως εξ ορισμού αιρετικοί, αλλά και σχετικά πλούσιοι, αυτοί οι άνθρωποι θα μπορούσαν καλύτερα να εργάζονται ως σκλάβοι για τον βασιλιά, ο οποίος, κατά τον Μπλέντα, θα είχε και ένα τεράστιο έσοδο αν τους άρπαζε μια κι έξω τις περιουσίες τους.
Πιο μετριοπαθής και λογικός από τους φανατικούς καθολικούς της εποχής του, ο Φίλιππος προτίμησε απλά να τους διώξει, όχι τόσο λόγω των θρησκευτικών και πολιτισμικών διαφορών τους, αλλά κυρίως ενόψει των φόβων για συνεργασία τους με τους Βέρβερους πειρατές της Β. Αφρικής και κυρίως τους πανίσχυρους και φοβερούς Οθωμανούς Τούρκους, που ήσαν την εποχή εκείνη η κυριότερη απειλή για τους χριστιανούς της Μεσογείου. Φόβους που επαλήθευσε η αξιοσημείωτη παρουσία Τούρκων κατασκόπων και εθελοντών ανάμεσα στους εξεγερμένους των Αλπουχάρας, αλλά και οι μυστικές τους συνεννοήσεις με τον Σουλτάνο για την οργάνωση οθωμανικής εκστρατείας κατά της Ισπανίας. Ασχέτως της θρησκευτικής καταπίεσης που υπέστησαν, οι κρυπτομουσουλμάνοι Μορίσκος της Γρανάδας, τόσο με τον φανατισμό που επέδειξαν και τις ωμότητες που διέπραξαν σε βάρος των χριστιανών συμπατριωτών τους (παλαιών χριστιανών και πιστών χριστιανών μορίσκος) κατά την εξέγερσή τους, όσο και με την συνεργασία τους με τους Οθωμανούς,
απέδειξαν ότι όχι μόνο δεν ήσαν πιστοί υπήκοοι της Ισπανίας, αλλά ένας σοβαρός κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια και ακεραιότητα της χώρας. Έτσι το 1609 ο βασιλιάς Φίλιππος ο Γ’ προχώρησε στην κατάστρωση σχεδίου
μαζικής απέλασης όλων ανεξαιρέτως των Μορίσκος από την Ισπανία, ως αιρετικών κρυπτομουσουλμάνων και τον Απρίλιο υπογράφηκε το σχετικό διάταγμα, αλλά υπό το φόβο της πρόκλησης αναταραχών και προκειμένου να προλάβουν οι αρχές να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα, δημοσιεύτηκε μόλις τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους.
Με την αναγγελία του διατάγματος, οι αριστοκράτες ιδιοκτήτες μεγάλων γαιοκτησιών της Βαλένθια διαματυρήθηκαν έντονα γιατί θα έχαναν ένα πολυπληθές φτηνό και εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, όπως οι Μορίσκος, όμως ο Ισπανός βασιλιάς στάθηκε αμετάπειστος. Οι Μορίσκος έπρεπε να απελαθούν για χάρη της εθνικής ασφάλειας και της κοινωνικής ειρήνης της Ισπανίας. Σύμφωνα με το διάταγμα της απέλασης των Μορίσκος, οι εξοριζόμενοι εκχριστιανισμένοι αραβόφωνοι μεταφέρθηκαν με στρατιωτική συνοδεία στα προβλεπόμενα λιμάνια αναχώρησης όπου
πληροφορήθηκαν ότι θα έπρεπε να πληρώσουν οι ίδιοι τα πανάκριβα έξοδα και ναύλα της μεταφοράς τους με τα πλοία. Μπροστά στην πραγματικότητα ότι αυτοί οι «ανεπιθύμητοι» είχαν τη μεγαλύτερη εμπειρογνωμοσύνη στα θέματα τεχνογνωσίας και υποδομών, άρχισαν να γίνονται «προσαρμογές» στο διάταγμα εξόδου, σύμφωνα με τις οποίες 6 οικογένειες ανά 100 θα μπορούσαν να μείνουν πίσω για να συντηρήσουν τις υποδομές των περιοχών που θα εγκατέλειπαν οι εξόριστοι, αλλά ούτως ή άλλως κι αυτοί θα έπρεπε να αποχωρήσουν αργότερα. Μόνο τα ανήλικα παιδιά έως 4 ετών αρχικά και 16 ετών αργότερα θα μπορούσαν να εξαιρεθούν από την αναγκαστική απέλαση.
Την αναγγελία της απέλασης ακολούθησε μια νέα εξέγερση Μορίσκος στην περιοχή της Βαλένθια, η οποία καταπνίγηκε πολύ γρήγορα τον Νοέμβριο του 1609. Μέσα σε μόλις τρεις μήνες 116.000 Μορίσκος εξορίστηκαν στη Β. Αφρική από την περιοχή της Βαλένθια. Στις αρχές του 1610 εξορίστηκαν και οι Μορίσκος της περιοχής της Αραγωνίας: 42.000 εξορίστηκαν στη Β. Αφρική και 13.500 στη Γαλλία. Οι Γάλλοι τους εγκατέστησαν προσωρινά στο λιμάνι της Αγκντέ (αρχαία ελληνική αποικία Αγαθή Τύχη) της Ν. Γαλλίας. Τον Σεπτέμβριο του 1610 εξορίστηκαν και οι Μορίσκος της Καταλωνίας, ενώ ολοκληρώθηκε και η απέλαση τους από την Ανδαλουσία. Πιο δύσκολη ήταν η απέλαση των Μορίσκος από την Καστίλη, όπου ήταν αρκετά διεσπαρμένοι και αφομοιωμένοι στις περιοχές όπου ζούσαν. Η απέλαση από την Καστίλη διήρκησε 3 χρόνια από το 1611 ως το 1614 και υπολογίζεται ότι 32.000 Μορίσκος απελάθηκαν.
Πολλά επεισόδια σημειώθηκαν κατά την άφιξη των πλοίων που μετέφεραν τους Μορίσκος στη Β. Αφρική, με τους ιθαγενείς Βορειοαφρικανούς να επιτίθενται στους απελαυνόμενους, ενώ δεν έλλειψαν και οι ανταρσίες στα πλοία της μεταφοράς που κατεστάλησαν από τους ενόπλους φρουρούς που συνόδευαν τους εξόριστους. Υπολογίζεται ότι περίπου 300.000 Μορίσκος εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ισπανία.
Είναι δύσκολο να υπολογίσουμε πόσοι Μορίσκος παρέμειναν στη χώρα μετά την απέλαση, αν και κάποιες ιστορικές εκτιμήσεις τους τοποθετούν μεταξύ 10.000 και 15.000. Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν ήταν πως εξαφανίστηκε ο πληθυσμός σε πολλές περιοχές, λόγω της μαζικής απέλασης.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν η κατάρρευση των υποδομών αφού όσοι έμειναν δεν γνώριζαν πώς να συντηρούν τα αυλάκια και τα δίκτυα ύδρευσης. Με τη διάλυση της παραγωγικότητας, οι φεουδάρχες απαιτούσαν όλο και υψηλότερα ενοίκια από τους αγρότες για να καλύψουν τα μεγάλα τους χρέη, ουσιαστικά διώχνοντάς τους από τη γη. Τα κρατικά έσοδα μειώθηκαν δραματικά, ενώ την ίδια ώρα
κερδισμένες ήταν οι περιοχές όπου δεν κατοικούσαν αρχικά Μορίσκος, αφού αυτοί δεν επηρεάστηκαν από την έξοδο: Η Καταλωνία είχε πλέον τα σκήπτρα και η Βαλένθια με την Αραγωνία άρχισαν να υποβαθμίζονται οικονομικά.
Η Ισπανία είναι αλήθεια ότι πλήρωσε ένα βαρύ οικονομικό τίμημα από το οποίο άργησε να συνέλθει, προκειμένου να απελάσει έναν εν δυνάμει ισλαμικό κίνδυνο εντός του εδάφους της. Όμως είναι συνάμα γεγονός ότι πέτυχε να εξασφαλίσει την σχετική εθνοθρησκευτική της ομοιογένεια, την εσωτερική ειρήνη και την ματαίωση μιας ενδεχόμενης οθωμανικής επιδρομής, για την εκπλήρωση της οποίας θα ήταν απαραίτητη η συνδρομή των ντόπιων κρυπτομουσουλμάνων.