Στὴν πάλαι ποτὲ Ἕνωση τῶν Νέων Ἑλλήνων Λογοτεχνῶν,
σπανίως τὰ πήγαινα καλά.
Τίποτα δὲν μοῦ ἄρεσε ἀλλὰ...ἤμουν καί, π' ἀνάθεμά με, συμπαθής!...
Μὲ πολεμούσανε ὁλοφάνερα.
Θριάμβευα παρ' ὅλα ταῦτα, ὅταν διάβαζα κάτι δικό μου.
Χωρὶς τυμπανοκρουσίες, χωρὶς ἐπισημότητες.
Οἱ συναντήσεις μας γίνονταν κάθε Παρασκευὴ στὴν
Στέγη Γραμμάτων καὶ Τεχνῶν, τὰ πρῶτα χρόνια.
Ὕστερα στὴν Κυπριακὴ Ἑστία, στὴν Πλάκα.
Ὅταν γίνονταν ἐκδηλώσεις, εἶχαν σταλεῖ προηγουμένως προσκλήσεις
σὲ μέλη καὶ φίλους, καὶ τὴν συγκεκριμένη μέρα...εἴχαμε καὶ κόσμο καὶ
ἀνθοδέσμες ποὺ ἔστελναν οἱ ἴδιοι οἱ ὁμιλητὲς στὸν ἑαυτό τους, μὲ ἆλλο
ὄνομα.
Ὅταν τελείωνε ἡ ἐκδήλωση, ὅλοι, μὰ ὅλοι, γύριζαν νὰ δοῦν ἄν....
....ἄν χειροκροτῶ ἐγώ, κι' ἀναλόγως δυνάμωνε ἤ λιγόστευε τὸ δικό τους
χειροκρότημα.
Ἤμουνα διαβολάκι, δὲν λέω...
Ἡ πρόεδρός μας, ἡ κυρία Καλλιόπη Κολιοπούλου-Γρίβα, λαογράφος
καὶ Σμυρνιά, συμπαθεστάτη, εἶχε πεῖ μιὰ φορά, δημοσίως, ἴσως καὶ γιὰ
νὰ μὲ ὑποστηρίξει, γιατί ὄντως τὴν ἀγαποῦσα καὶ μ' ἀγαποῦσε...,
(μιλᾶμε γιὰ τὰ χρόνια 1969 - 1979):
- Ἄν θέλεις νὰ καταλάβεις γιὰ κάποιον τί εἴδους ἄνθρωπος εἶναι, βᾶλ' τον
νὰ καθήσει καὶ νὰ συναναστραφεῖ τὸν Γιαννάκη μας. Θὲ ἐκδηλωθεῖ, θέλει
δὲν θέλει.
(Σοφὴ ἡ παρατήρησή της, ἔτσι εἶναι καὶ μόνον ἔτσι. Μέχρι τώρα ποὺ μὲ
διαβάζετε).
* * *
Κάποια Πρασκευή, τὴν ὥρα ποὺ φεύγαμε, βρῆκα κάπου ἕνα χαρτάκι, τὸ
πῆρα κι' ἔγραψα: <Τὴν ἄλλη Παρασκευή,
ὁ Λὸ Σκόκκο θὰ διαβάσει Λὸ Σκόκκο>. Καὶ τὸ ἄφησα νὰ πέσει στὰ πόδια
μου. Τότε, συνέλαβα καὶ τὸν Π.Τ., ποὺ πῆρε τὸ μάτι του τὴν κίνηση...
Ὕστερα, πῆγε καὶ τὸ μάζεψε - ...ἔκανα πὼς δὲν εἶδα!...
* *
Τὴν...ἄλλη Παρασκευή, πῆγα νωρίτερα, χώθηκα στὴν αἴθουσα ἐκδηλώσεων,
ἅπλωσα σ' ἕνα στρογγυλὸ τραπέζι κάποια ἐκθέματά μου:
* Μία Διάπλασι τῶν Παίδων, μὲ τὸ πρῶτο δημοσίευμά μου,
* Δύο κᾶρτες ποὺ μοῦ εἶχε στείλει ὁ καθηγητής μου (δεύτερος πατέρας μου)
Γιάννης Σιδέρης ὅπου φαινόταν ἡ λογοτεχνικὴ ἐκτίμησή του (αὐτὸς μὲ...ἀνα-
κάλυψε, ἄλλωστε, καί, ἐκεῖ ποὺ ἡ Ἔκθεση, ὥς τότε, ἦταν τὸ Μάθημα ποὺ
φοβόμουν πιὸ πολύ
καὶ ποὺ ἤ ἡ ἀγαπημένη ἐξαδέλφη μου, ἡ Ἑλένη, μοῦ τὶς ἔγραφε ἤ τὶς ἔκλεβα
ἀπὸ δῶ κι' ἀπὸ κεῖ, ὥς τὰ 13 μου χρόνια
- ποὺ γνώρισα τὸν Σιδέρη, Α΄ Γυμνασίου, κι' ἀπὸ τότε ἔζησα μὲς τὸ χειροκρό-
τημα!...),
* Τὸ πρῶτο λογοτεχνικὸ βιβλίο ποὺ μὲ μάγεψε (τοῦ Ἐμὶλ Ζολᾶ: <ἡ ἐξομολόγη-
ση τοῦ Κλαυδίου>
* καὶ ἆλλα σημαδιακά,
ἔσβησα τὸ φῶς καὶ κάθησα στὰ σκοτεινὰ περιμένοντας...
*
Πρώτη, ἄκουσα νὰ ἔρχεται ἡ κα Πρόεδρος.
Ρώτησε (στὸ σαλονάκι):
- Μπᾶ! Δὲν ἦρθε κανεὶς ἀκόμη;
Ὕστερα, ἄκουσα τὰ βήματά της, πλησίασε, ἄνοιξε τὴν πόρτα, ἄναψε τὸ φῶς
καὶ...λαχτάρισε ἡ γυναίκα!
- Ἄ!... Βρὲ Γιαννάκη, μὲ τρόμαξες, τί κάνεις ἐδῶ; Στὰ σκοτεινά; Ὤ, τί βλέπω!...
Μά, δὲν μοῦ λές, γιατί δὲν μᾶς εἶπες τίποτα, νὰ στέλναμε προσκλήσεις καὶ
Δελτία Τύπου...Ἀφοῦ ξέρεις πῶς γίνονται αὐτά! Ποιός θἄρθει τώρα;... Κρίμα.
Μὴν τὰ πολυλογοῦμε, εἶχα φέρει καὶ δύο φίλους ἠθοποιούς,
τὴν Μαίρη Συνεσίου (ποὺ θὰ διάβαζε ποιήματά μου)
καὶ
τὸν Δημήτρη Ἰωάννου, ποὺ θὰ διάβαζε ἕνα μονόπρακτό μου, τὸ <Κάτι, κάπως
ἔτσι>
καὶ τέλος ὁ ἴδιος θὰ διάβαζα ἕνα διήγημά μου, ἀπὸ τὸ 1965, γραμμένο στὴν
Θεσσαλονίκη, ἐνόσῳ ἤμουν στρατιώτης καὶ εἶχα γνωρίσει ἕναν ἀπὸ τοὺς
καλλίτερους φίλους τῆς ζωῆς μου, τὸν Ἀπόστολο Κουλαλόγλου, ἀπὸ τὸ Χαϊδάρι,
[ἀπ' ὅλους αὐτοὺς δὲν ζεῖ κανένας τους τώρα]
καὶ ποὺ νόμιζα πὼς...ἤμουν ἐρωτευμένος μαζύ του, παράλληλα μ' ἕνα ἆλλον,
τὸν πρῶτο μου ἔρωτα, τὴν Βάσια, καὶ κόντευα νὰ τρελλαθῶ.
Τὸ <Ἕνας Ντόριαν μιλάει στὴν καρδιὰ τοῦ Ἰάνη>.
~
Ὁ κόσμος ποὺ μαζεύτηκε ἦταν ἄνευ προηγουμένου.
Γέμισαν ὅλοι οἱ χῶροι τῆς Ἑστίας. Ἄνοιξαν καὶ τὰ παράθυρα νὰ ἀκοῦνε οἱ ἀπ'
ἔξω (σὲ ἰσόγειο ἤμασταν). Θυμήθηκα τὸ "Ξύλο βγῆκε ἀπὸ τὸν παράδεισο",
ποὺ ἡ μισὴ ταινία παιζόταν στὸν χειμερινὸ καὶ ἡ ἄλλη μισὴ στὸν θερινὸ διπλανὸ
κινηματογράφο καὶ τὄβλεπαν ὄρθιοι οἱ θεατὲς μὲ τὶς ὀμπρέλες ἀνοιχτές.
Βροχὴ τώρα εἴχαμε τὰ χειροκροτήματα.
Μεταξὺ ἄλλων, ἡ πάντοτε συμπαθέστατη συγγραφέας Ντόρα Φάλαρη, μοῦ
ἅπλωσε κατασυγκινημένη τὸ χέρι νὰ μὲ συγχαρεῖ προπαντὸς γιὰ τὸ διήγημα
(ποὺ θὰ τὸ ἀναδημοσιεύσω πάλι, στὸ ἰστολόγιό μου), ἀλλὰ ἔσπευσε νὰ τὴν
συγκρατήσει ὁ... [δὲν μπορῶ νὰ θυμηθῶ τὸ ὄνομά του, ἦταν, λέει, θεατρικὸς
συγγραφέας στὴν ΥΕΝΕΔ]. [Ἄ, ναί: Παῦλος Πρ.- ].
- Μά, θέλω τὸν ἄνθρωπο νὰ τὸν συγχαρῶ... Πολὺ εὐαίσθητο, πολὺ ὡραῖο...
Ἐκεῖνος (μουλωχτά): - Σκάσε...
- Μά, γιατί;
Ἐκεῖνος (τὸ ἴδιο): - Δὲν βλέπεις πὼς εἶναι κρυφο-ὁμοφυλοφιλικὸ τὸ διήγημα;
- Ἔ, καί;
Τῆς ἔδωσε μιὰ καὶ τὴν κούλανε
- Κύριε Λὸ Σκόκκο, τὸ διήγημά σας εἶναι ἀριστούργημα. Σᾶς συγχαίρω.
~
Δὲν ξέρω, ἄν ἔχω γράψει κανένα ἀριστούργημα, ὥς τώρα.
Ὁπωσδήποτε γράφω γιὰ νὰ ἀρέσω στὶς γυναῖκες.
Αὐτὲς ξέρουν καὶ ἀπὸ Λογοτεχνία καὶ ἀπὸ θέατρο, αὐτὲς στηρίζουν καὶ τὰ δυό.
~
Κάποτε, εἶχα δώσει στὴν γυναίκα μου ἕνα γράμμα νὰ παραδώσει
στὴν Μάρω Κοντοῦ,
νὰ λυθεῖ μία παρεξήγησή μας.
Ἄν πιστέψω ἀκόμη τὴν ἄλλοτε γυναίκα μου, ποὺ πᾶντα στηριζόμουν στὴν γνώμη
της καὶ ποὺ τὴν εἶχα ἐρωτευτεῖ πρῶτα κι' ἀπόλυτα γιὰ τὸ θεατρικὸ μυαλό της,
καὶ 16 χρόνια κάναμε θέατρο μαζύ,
ἡ Μάρω, μόλις τὸ διάβασε, τῆς εἶπε:
- Ὁ Γιάννης ξέρει νὰ γράφει γράμματα σὲ γυναῖκες.
~
Κι' ἄς κλείσω μ' αὐτό:
Στὸ γυμνάσιο ἤμουνα καὶ ὅποιος ἤθελε...νὰ ρίξει γυναίκα, ἐρχόταν σὲ μένα, μοῦ
ἔλεγε τὰ καθέκαστα τῆς περιπτώσεως καὶ...
"τοῦ ἔφτιαχνα τὸ γράμμα τοῦ θριάμβου του,
μὲ τὴν ὑπογραφή του",
χωρὶς λεφτά, χωρὶς ἀντάλλαγμα.
Συρανὸ Ντὲ Μπερζερὰκ προτοῦ γνωρίσω κἄν τὸν Συρανό!
------------------------------------------------------
Ἄ! Νὰ πῶ καὶ τ' ἆλλο! Κάποτε, ἔλεγαν οἱ συνάδελφοι ἠθοποιοί, ὅτι πλήρωνα τὰ πλήθη (εἰδικὰ στοὺς Δελφούς, μὲ τὸν "Αἴαντα", Ἰορδάνης Μαρίνος, - ἐγὼ στὸν Χορὸ ἀλλὰ καὶ Ἀγγελιοφόρος - ἐπὶ ἕναν μήνα, 1977), νἄρχονται νὰ μοῦ λένε συγχαρητήρια καὶ νὰ μὲ καταχειροκροτοῦν. Ἐπιδίωξαν καὶ νὰ μὲ λιντσάρουν, τὴν ἡμέρα ἀκριβῶς ποὺ ἦρθε καὶ γνωστὴ πρωταγωνίστρια, Κ.Α, καὶ μὲ συνεχάρη κι' ἐκείνη ὅλως ἰδιαιτέρως, μολονότι μὲ ἔκρινε εἰδικὸ γιὰ ρόλους ρεπερτορίου. Ἀξέχαστη ἡ λύσσα τους. Κι' ὁ ἆλλος, σχεδὸν γκρεμοτσάκισε τὴν γυναίκα του μὲ τὰ δύο μικρὰ παιδιά τους, ποὺ τόλμησε καὶ εἶπε ὅτι "τῆς ἄρεσε πιὸ πολὺ ὁ Ἀγγελιοφόρος". Κι' ἔψαχνε νὰ μὲ βρεῖ... * Δὲν κάνω τὸν καλό, ἀλλὰ καὶ δὲν ξεχνῶ, ποτέ. Καμιὰ πουστιά τους.
Πρὸς τὸν ἀσυμβίβαστον Κλινοσοφιστήν.
-
ΚΛΙΝΟΣΟΦΙΣΤΗΣ
- Basic poster

- Δημοσιεύσεις: 921
- Τοποθεσία: Ἀθήνα
-
ΚΛΙΝΟΣΟΦΙΣΤΗΣ
- Basic poster

- Δημοσιεύσεις: 921
- Τοποθεσία: Ἀθήνα
Re: Πρὸς τὸν ἀσυμβίβαστον Κλινοσοφιστήν.
Χθὲς στὶς 6:59 π.μ.
~
Πρὶν ἕναν χρόνο καὶ κάτι:
* Ο ανδριάντας του Μεγάλου Αλεξάνδρου τοποθετήθηκε στο κέντρο της Αθήνας. NEWSROOM 17.4.2019.
* * Το άγαλμα τοποθετήθηκε στις 17 Απριλίου, στη συμβολή των οδών Βασιλίσσης Όλγας και Αμαλίας.
Δύο ἑβδομάδες ἀργότερα:
* «Φονιάς των λαών» – Βανδαλισμοί στο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Αθήνα Από parallaxi - May 1, 2019.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ἕναν χρόνο ἀργότερα, δηλαδὴ τὴν περασμένη Δευτέρα, 27
Ἀπριλίου 2020,
μετὰ τὴν κηδεία τῆς Ἕλλης Βοζικιάδου,
κατηφόρισα πεζῆ τὸν ὁδὸ Ἀναπαύσεως,
πέρασα, πεζῆ, ἀπὸ τὴν Ἁγία Φωτεινή, Ἰλισσός,
ἀνέβηκα, πεζῆ, ἀπὸ τὴν Ἀρδηττοῦ ὥς τὴν Συγγροῦ,
ἔστριψα, πεζῆ, ἐπὶ τῆς Συγγροῦ δεξιὰ καὶ πέρασα ἀπὸ τὴν Πύλη Ἀδριανοῦ, ὅπου στάθηκα νὰ ἀναζητήσω, Βασιλίσσης
Ὄλγας καὶ Ἀμαλίας, δηλαδὴ σὲ γειτωνιὲς ὅπου γεννήθηκα, μεγάλωσα, ἔζησα χρόνια καὶ χρόνια, ἀναζήτησα, λέω, τὸ
ἄγαλμα τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, καὶ...
...δὲν εἶδα τίποτα.
Οὔτε πιὸ δῶ, οὔτε πιὸ κεῖ...
Ἔστιψα τὸ μυαλό μου, ἀναρωτήθηκα μήπως ἔχω ἄνοια - ἀρρώστεια ποὺ ἐπὶ 4 ὁλόκληρα χρόνια βασάνισε ἀνελέητα
τὴν μάννα μου καὶ ποὺ τὴν λούστηκα ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἐγώ, ἴσως γιὰ ν' ἁγιάσω πρὶν τῆς ὥρας μου, 1976 - 1980,
εἶδα κι' ἔψαξα ἀριστερά, δεξιά, πέρα, δῶθε, στὸν οὐρανό...
ἄγαλμα πουθενά.
Ἐπειδὴ ἔχω μάθει πρῶτ' ἀπ' ὅλα νὰ ἐλέγχω τὸν ἑαυτό μου,
ρωτάω τώρα καὶ ἐσᾶς, ὅλους ἀνεξαιρέτως,
καὶ θὰ ζητήσω συγγνώμη κι' ἀπὸ ἐχθροὺς καὶ ἀπὸ φίλους:
τὸ ἐν λόγῳ ἄγαλμα, τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου,
ποῦ βρίσκεται;
Ἄν εἶναι στὴ θέση του, τί νὰ πῶ; Κληρονόμησα τὸ μυαλὸ τῆς μάννας μου, ποὺ τὸ θαύμαζα!...
-----------------------------------------------------
2 λεπτὰ πρίν:
Ἔμ, δὲν δουλεύει πᾶντα ὅπως πρέπει τὸ ρημάδι, τὸ νιονιό μου!... Μόλις τώρα κοίταξα στὸν Χάρτη, δορυφορικῶς. Ὄχι
μόνον ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ἀλλὰ οὔτε καὶ τὰ σκατὰ τοῦ Βουκεφάλα δὲν ὑπάρχουν.
Ζῶα! Ἀπόγονοι τῶν Ἀρχαίων Σκατῶν. Ἕλληνες τοῦ κώλου.
~
Πρὶν ἕναν χρόνο καὶ κάτι:
* Ο ανδριάντας του Μεγάλου Αλεξάνδρου τοποθετήθηκε στο κέντρο της Αθήνας. NEWSROOM 17.4.2019.
* * Το άγαλμα τοποθετήθηκε στις 17 Απριλίου, στη συμβολή των οδών Βασιλίσσης Όλγας και Αμαλίας.
Δύο ἑβδομάδες ἀργότερα:
* «Φονιάς των λαών» – Βανδαλισμοί στο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Αθήνα Από parallaxi - May 1, 2019.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ἕναν χρόνο ἀργότερα, δηλαδὴ τὴν περασμένη Δευτέρα, 27
Ἀπριλίου 2020,
μετὰ τὴν κηδεία τῆς Ἕλλης Βοζικιάδου,
κατηφόρισα πεζῆ τὸν ὁδὸ Ἀναπαύσεως,
πέρασα, πεζῆ, ἀπὸ τὴν Ἁγία Φωτεινή, Ἰλισσός,
ἀνέβηκα, πεζῆ, ἀπὸ τὴν Ἀρδηττοῦ ὥς τὴν Συγγροῦ,
ἔστριψα, πεζῆ, ἐπὶ τῆς Συγγροῦ δεξιὰ καὶ πέρασα ἀπὸ τὴν Πύλη Ἀδριανοῦ, ὅπου στάθηκα νὰ ἀναζητήσω, Βασιλίσσης
Ὄλγας καὶ Ἀμαλίας, δηλαδὴ σὲ γειτωνιὲς ὅπου γεννήθηκα, μεγάλωσα, ἔζησα χρόνια καὶ χρόνια, ἀναζήτησα, λέω, τὸ
ἄγαλμα τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, καὶ...
...δὲν εἶδα τίποτα.
Οὔτε πιὸ δῶ, οὔτε πιὸ κεῖ...
Ἔστιψα τὸ μυαλό μου, ἀναρωτήθηκα μήπως ἔχω ἄνοια - ἀρρώστεια ποὺ ἐπὶ 4 ὁλόκληρα χρόνια βασάνισε ἀνελέητα
τὴν μάννα μου καὶ ποὺ τὴν λούστηκα ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἐγώ, ἴσως γιὰ ν' ἁγιάσω πρὶν τῆς ὥρας μου, 1976 - 1980,
εἶδα κι' ἔψαξα ἀριστερά, δεξιά, πέρα, δῶθε, στὸν οὐρανό...
ἄγαλμα πουθενά.
Ἐπειδὴ ἔχω μάθει πρῶτ' ἀπ' ὅλα νὰ ἐλέγχω τὸν ἑαυτό μου,
ρωτάω τώρα καὶ ἐσᾶς, ὅλους ἀνεξαιρέτως,
καὶ θὰ ζητήσω συγγνώμη κι' ἀπὸ ἐχθροὺς καὶ ἀπὸ φίλους:
τὸ ἐν λόγῳ ἄγαλμα, τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου,
ποῦ βρίσκεται;
Ἄν εἶναι στὴ θέση του, τί νὰ πῶ; Κληρονόμησα τὸ μυαλὸ τῆς μάννας μου, ποὺ τὸ θαύμαζα!...
-----------------------------------------------------
2 λεπτὰ πρίν:
Ἔμ, δὲν δουλεύει πᾶντα ὅπως πρέπει τὸ ρημάδι, τὸ νιονιό μου!... Μόλις τώρα κοίταξα στὸν Χάρτη, δορυφορικῶς. Ὄχι
μόνον ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ἀλλὰ οὔτε καὶ τὰ σκατὰ τοῦ Βουκεφάλα δὲν ὑπάρχουν.
Ζῶα! Ἀπόγονοι τῶν Ἀρχαίων Σκατῶν. Ἕλληνες τοῦ κώλου.
0 .
-
ΚΛΙΝΟΣΟΦΙΣΤΗΣ
- Basic poster

- Δημοσιεύσεις: 921
- Τοποθεσία: Ἀθήνα
Re: Πρὸς τὸν ἀσυμβίβαστον Κλινοσοφιστήν.
(Συνέχεια τοῦ προηγουμένου).
~~~
Nora Soufi
3 ώρες.
Πανε και τα Βορεια και τα Πρωην,απομεινε αυτο που προβλεπαμε. Συγχαρητηρια κυριε Τσιπρα!

Μοῦ δίνεις πάσα νὰ πῶ γιατί ξύπνησα ὥρα 2:30΄ καὶ τί θέλω νὰ γράψω πιὸ κάτω. Τὸ μήνυμά σου εἶναι τὸ πρῶτο ποὺ συναντάει κανεὶς αὐτὴ τὴν στιγμὴ ἀνοίγοντας τὸ Φέις-Μπούκ.
* Τὰ συγχαρητήρια μὴν τὰ λὲς μόνον στὸν Ἀλέξη Τσίπρα ἀλλὰ σὲ ὅλους τοὺς Ἕλληνες, ἀκόμη καὶ τὸν παραμικρό. Πήγαινε στὴν Σελίδα μου, γιατί δὲν θέλω νὰ κάνω κατάχρηση στὴν
δική σου. Εὐχαριστῶ.
---
Προχθὲς εἶχα γράψει γιὰ τὸ ἄγαλμα τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου στὴν συμβολὴ
τῶν λεωφόρων Ἀμαλίας καὶ Ὄλγας,
ποὺ διαπίστωσα ὅτι, ἕναν χρόνο μετὰ τὴν τοποθέτησή του,
βεβηλώθηκε καὶ ἀποσύρθηκε,
χωρὶς τίποτα ν' ἀκουστεῖ.
Τὸ εἶδα μὲ τὰ μάτια μου, δὲν τὸ πίστευα καὶ τὄψαξα καὶ στὸν χάρτη,
ἀναζητῶντας τον δορυφορικῶς. Πουθενά.
Κανένας δὲν ἐνδιαφέρθηκε,
μονάχα ἕνα εἰρωνικὸ σχόλιο: <....Να το πήρανε; Δεν νομίζω!!!>
Λοιπόν, τοῦ χρόνου, κανονικῶς, θὰ πρέπει νὰ ἑορτασθοῦν
τὰ 200 χρόνια ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση.
Ὁ Θεὸς νὰ δώσει - ἄν εἶναι δυνατόν - αὐτὸ τὸ <τοῦ χρόνου>
νὰ μὴ σώσει καὶ ἔρθει.
Ἡ Ἑλλάδα θὰ ἐξευτελιστεῖ πλήρως στὰ μάτια μας,
ἐμᾶς, ὅσοι εἴμαστε Ἕλληνες
καὶ θέλουμε νὰ τὸ πιστεύουμε, πὼς
εἴμαστε Ἕλληνες.
Ἤδη πρόγευση παίρνουμε ἀπὸ τὰ διάφορα δημοσιεύματα τῶν... ἁρμοδίων,
ὅτι ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἦταν δικτάτωρ!... Τί ἆλλο θέλεις;
Τί νὰ περιμένεις;
Πολλὰ γελοῖα καὶ ἄκρως προδοτικά.
Ἡ πρόβα ἔχει ἤδη γίνει.
Ἔκλεισαν, ἀκόμα καὶ τὸ Πᾶσχα, οἱ Ἐκκλησίες - τὶς ἔκλεισαν δηλαδή.
Συνεπῶς, τοῦ χρόνου, δὲν θἄχουν δικαίωμα νὰ μιλήσουν
γιὰ Τουρκοκρατία κτλ. Τί θὰ διακινδυνεύσουν, ἄν τὸ κάνουν;
Περιμένετε κι' ἄν τὸ κάνουν καὶ μιλήσουν θὰ δεῖτε.
Ἡ παρέλαση τῆς 25ης Μαρτίου δὲν ἔγινε. Σιγὰ μὴν ξαναγίνει!...
Τοῦ χρόνου, θὰ γιορτάσουν ἆλλοι, ὄχι ἐμεῖς.
Σὲ λίγα χρόνια θὰ πηγαίνουμε στὴν Θεσσαλονίκη τῶν Σκοπίων...
Δὲν ἀποκλείεται καὶ νὰ δοῦμε τσολιάδες μαύρους, μὲ ἄλλη, πιὸ "ἀνδροπρεπὴ"
ἤ καὶ ἀρκούντως γκαίη ἐνδυμασία,
γιατί ἔτσι θὰ τὸ ἀπαιτήσουν οἱ καιροί.
Ὁπωσδήποτε θὰ παρελάσουν μουσουλμάνοι μαθητές, μὴν πῶ καὶ ὄργανα...
Ὁπωσδήποτε τὸ <Ἑλλὰς> θὰ ἀναγράφεται παντοῦ καὶ πᾶντα
μὲ λατινικὰ στοιχεῖα,
καὶ ὅσοι γράφουμε Ἑλληνικά, θὰ γελοιοποιούμεθα,
θὰ διωκόμεθα
ἤ μὲ κορωνοϊοδικαιολογίες θὰ πεθαίνουμε.
Τὰ συγχαρητήρια μὴν τὰ λὲς μόνον στὸν Ἀλέξη Τσίπρα ἀλλὰ σὲ ὅλους τοὺς Ἕλληνες, ἀκόμη καὶ τὸν παραμικρό.
Σὲ σᾶς,
Ποὺ εἶστε πολιτικῶς καθὼς πρέπει.
~~~
Nora Soufi
3 ώρες.
Πανε και τα Βορεια και τα Πρωην,απομεινε αυτο που προβλεπαμε. Συγχαρητηρια κυριε Τσιπρα!

Μοῦ δίνεις πάσα νὰ πῶ γιατί ξύπνησα ὥρα 2:30΄ καὶ τί θέλω νὰ γράψω πιὸ κάτω. Τὸ μήνυμά σου εἶναι τὸ πρῶτο ποὺ συναντάει κανεὶς αὐτὴ τὴν στιγμὴ ἀνοίγοντας τὸ Φέις-Μπούκ.
* Τὰ συγχαρητήρια μὴν τὰ λὲς μόνον στὸν Ἀλέξη Τσίπρα ἀλλὰ σὲ ὅλους τοὺς Ἕλληνες, ἀκόμη καὶ τὸν παραμικρό. Πήγαινε στὴν Σελίδα μου, γιατί δὲν θέλω νὰ κάνω κατάχρηση στὴν
δική σου. Εὐχαριστῶ.
---
Προχθὲς εἶχα γράψει γιὰ τὸ ἄγαλμα τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου στὴν συμβολὴ
τῶν λεωφόρων Ἀμαλίας καὶ Ὄλγας,
ποὺ διαπίστωσα ὅτι, ἕναν χρόνο μετὰ τὴν τοποθέτησή του,
βεβηλώθηκε καὶ ἀποσύρθηκε,
χωρὶς τίποτα ν' ἀκουστεῖ.
Τὸ εἶδα μὲ τὰ μάτια μου, δὲν τὸ πίστευα καὶ τὄψαξα καὶ στὸν χάρτη,
ἀναζητῶντας τον δορυφορικῶς. Πουθενά.
Κανένας δὲν ἐνδιαφέρθηκε,
μονάχα ἕνα εἰρωνικὸ σχόλιο: <....Να το πήρανε; Δεν νομίζω!!!>
Λοιπόν, τοῦ χρόνου, κανονικῶς, θὰ πρέπει νὰ ἑορτασθοῦν
τὰ 200 χρόνια ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση.
Ὁ Θεὸς νὰ δώσει - ἄν εἶναι δυνατόν - αὐτὸ τὸ <τοῦ χρόνου>
νὰ μὴ σώσει καὶ ἔρθει.
Ἡ Ἑλλάδα θὰ ἐξευτελιστεῖ πλήρως στὰ μάτια μας,
ἐμᾶς, ὅσοι εἴμαστε Ἕλληνες
καὶ θέλουμε νὰ τὸ πιστεύουμε, πὼς
εἴμαστε Ἕλληνες.
Ἤδη πρόγευση παίρνουμε ἀπὸ τὰ διάφορα δημοσιεύματα τῶν... ἁρμοδίων,
ὅτι ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἦταν δικτάτωρ!... Τί ἆλλο θέλεις;
Τί νὰ περιμένεις;
Πολλὰ γελοῖα καὶ ἄκρως προδοτικά.
Ἡ πρόβα ἔχει ἤδη γίνει.
Ἔκλεισαν, ἀκόμα καὶ τὸ Πᾶσχα, οἱ Ἐκκλησίες - τὶς ἔκλεισαν δηλαδή.
Συνεπῶς, τοῦ χρόνου, δὲν θἄχουν δικαίωμα νὰ μιλήσουν
γιὰ Τουρκοκρατία κτλ. Τί θὰ διακινδυνεύσουν, ἄν τὸ κάνουν;
Περιμένετε κι' ἄν τὸ κάνουν καὶ μιλήσουν θὰ δεῖτε.
Ἡ παρέλαση τῆς 25ης Μαρτίου δὲν ἔγινε. Σιγὰ μὴν ξαναγίνει!...
Τοῦ χρόνου, θὰ γιορτάσουν ἆλλοι, ὄχι ἐμεῖς.
Σὲ λίγα χρόνια θὰ πηγαίνουμε στὴν Θεσσαλονίκη τῶν Σκοπίων...
Δὲν ἀποκλείεται καὶ νὰ δοῦμε τσολιάδες μαύρους, μὲ ἄλλη, πιὸ "ἀνδροπρεπὴ"
ἤ καὶ ἀρκούντως γκαίη ἐνδυμασία,
γιατί ἔτσι θὰ τὸ ἀπαιτήσουν οἱ καιροί.
Ὁπωσδήποτε θὰ παρελάσουν μουσουλμάνοι μαθητές, μὴν πῶ καὶ ὄργανα...
Ὁπωσδήποτε τὸ <Ἑλλὰς> θὰ ἀναγράφεται παντοῦ καὶ πᾶντα
μὲ λατινικὰ στοιχεῖα,
καὶ ὅσοι γράφουμε Ἑλληνικά, θὰ γελοιοποιούμεθα,
θὰ διωκόμεθα
ἤ μὲ κορωνοϊοδικαιολογίες θὰ πεθαίνουμε.
Τὰ συγχαρητήρια μὴν τὰ λὲς μόνον στὸν Ἀλέξη Τσίπρα ἀλλὰ σὲ ὅλους τοὺς Ἕλληνες, ἀκόμη καὶ τὸν παραμικρό.
Σὲ σᾶς,
Ποὺ εἶστε πολιτικῶς καθὼς πρέπει.
0 .
-
ΚΛΙΝΟΣΟΦΙΣΤΗΣ
- Basic poster

- Δημοσιεύσεις: 921
- Τοποθεσία: Ἀθήνα
Re: Πρὸς τὸν ἀσυμβίβαστον Κλινοσοφιστήν.
Θεσσαλονίκη, 29 Αὐγούστου 1965.
Ἕνας Ντόριαν μιλάει στὴν καρδιὰ τοῦ Ἰάνη.
Διήγημα.
Ἀφιερωμένο
στὴν Βάσια
καὶ
στὸν Τόλη.
(6η δημοσίευση).
Αἷμα.
Πόσες τάχατες φορὲς δὲν ἤτανε λύση...
«Ἡ τρέλλα».
Βράδυ.
Μὲ πάθος κοιταχτήκανε στὰ μάτια. Δὲ λέγανε τίποτα τὰ χείλη. Μόνο κεῖνα τὰ μάτια τους
ὅλο πλάταιναν... πλάταιναν σὰ ν' ἀκολούθαγαν τὸ πέταγμα τοῦ πουλιοῦ. Κι' ὅλο πλάταιναν
στοὺς ὁρίζοντες. Καὶ κάτω ἀπὸ τὶς φόρμες π' ὅλα τ' ἀγόρια εἴκοσι χρονῶ φοροῦν – τῆς ὑποταγῆς δεῖγμα θά 'λεγα, ἄν πίστευα
πὼς θὰ τ' ἀνέχονταν - κάτω ἀπὸ τὶς φόρμες τὰ στήθια φλογοπετάριζαν. Ἀνησυχία... νιότη... Ἤτανε δυὸ ρὸζ ψυχές. Ἡ ἕλξη τους
κι' ὁ αὐθορμητισμός τους φανερά.
Ὁ Ντόριαν σκιαζόταν ἀπὸ μιὰ κάποια μελαγχολία. Σ' ἀντίθεσή του, ὁ Ἰάνης σκορποῦσε τὰ χαμόγελά του καὶ τὴν ἐρωτική του διά-
θεση τόσο σπάταλα στὴ φύση... Ἔλλοτε πάλι, σκεφτική, τρυφερὴ ἡ μορφή του καὶ μαζὺ πολλὰς ἆλλες της ἀπόχρωσες πρόδιναν
τὸν πλούσιό του κόσμο – πειραχτικὸ φτερούγισμα γύρ' ἀπ' τὸν Ντόριαν.
«- Πολὺ ξένη στὸ περιβᾶλλο, πολὺ λεπτὴ ἡ παρουσία του» σκεφτόταν ὁ Ντόριαν. Δὲ λέγανε τίποτα – ὡστόσο θέλανε πολλὰ νὰ
ποῦν. Καὶ τὸ κίτρινο φεγγάρι ἵππευε στὰ σκουρογάλαζα πλάτια ψηλά, πολὺ ψηλά - «ἐκεῖ σίγουρα ποὺ ὑπάρχει ἡ ψυχὴ τοῦ Ἰάνη»
- ψηλά, νὰ τοὺς θυμίζει τὸ χρέος τοῦ ἀνθρώπου. Νειᾶτα.. Ὄνειρα..
Μὲ πάθος – ἁγνὸ καὶ τρυφερὸ μαζύ – ὁ Ἰάνης πῆρε μὲς τὸ χέρι του τὸ χέρι τοῦ Ντόριαν. Δῖπλα-δῖπλα καθήσανε. Τὸ λεύτερο χέρι
τοῦ Ντόριαν ἔκοψε τρεῖς-δυὸ πευκοβελόνες. Τὶς περιεργάστηκε. Ὕστερα, μὲ χαριτωμένη κίνηση, γαργάλισε μ' αὐτὲς τὸ μουστάκι
τοῦ φίλου του. Γελάσανε.
- Εἶσαι ἕνας ἄγγελος στὴ ζωή μου, Ἰάνη.
Ὁ ἆλλος χαμογέλασε.
- Εἶσαι ἕνας... ἕνας, νά, παντοτεινὸς τουρίστας τῆς ζωῆς.
- Ὑπάρχω. Ὑπάρχω ὅπως εἶμαι καὶ σὲ γενικὴ ἀντίθεση. Μιλῶ πᾶντα τὴν ἀλήθεια, βρίσκομαι δηλαδὴ διαρκῶς σὲ κίνηση. Κι' αὐτὸ
εἶν' ὅλο. Ναί, Ντόριαν...
- Ντόριαν;
- Ναί, Ντόριαν. Ἄφησέ με νὰ σὲ φωνάζω ἔτσι. Μ' αὐτὴ τὴ συσχέτιση ἄρχισες νὰ ὑπάρχεις στὶς σκέψεις μου.
- Εἶπες συσχέτιση;
- Ναί, μὲ κάποιον ἥρωα...μιᾶς ἱστορίας...
- Θυμᾶσαι πῶς γνωριστήκαμε;
- Ὤ, ναί. (Χαμογέλασε). Ἤσουνα θλιμμένος μιὰ στιγμή. Τὸ πρόσεξα. Καὶ σὲ πρόσεξα. Θέλεις στοργή, τὸ ξέρω.
- Πενθοῦσα τὴ μοναξιά μου. Ἐσὺ ἔφταιγες, Ἰάνη. Ἐσὺ ποὺ μ' ἀνάσταινες ὅ,τι εἶχα ἀφήσει στὰ χέρια τῆς συστολῆς... Εἶσαι ὄμορ-
φος.
- Ἐσὺ πιὸ πολύ.
- Σημασία ἔχει ἡ ψυχὴ καὶ ἡ σκέψη. Εἶσαι ὄμορφος καὶ σὲ βλέπω σὰν χρυσαστέρι τῆς νυχτιᾶς... Εἶσαι ὅλος ζωή. Μιὰ ζωὴ μέσα
σὲ μιὰ εὔθραυστη κομψότητα.
- Δὲν εἶμαι πᾶντα.
- Λὲς ψέματα.
- Κάνεις λάθος. Καὶ τρομερό, ξέρε το. Εἶμαι ἐρωτευμένος.
Ὁ ἆλλος κόπηκε.
Ὁ Ἰάνης σηκώθηκε, πέρασε τὰ χέρια γύρ' ἀπ' τὸ λαιμό του καὶ προχώρησε λίγο γιὰ νὰ πεῖ:
- Εἶμαι ἕνας ἄθλιος, ἕνας δύστυχος. Ψέματα. Δὲν εἶμαι ἐρωτευμένος. Ἄν ἤμουνα δὲ θὰ ὑπόκυπτα στὶς βίες τους. Ἀγαπῶ ἕνα κο-
ρίτσι. Τὸ λένε Σίμπολ. Μ' ἀγαπάει κι' αὐτή, ἀλλὰ εἶμαι καλλιτέχνης..., καλλιτέχνης. Ἀγαπᾶ τὴν τέχνη μου πού - τὸ φοβᾶμαι πολύ -
ξεσκεπάζει τὶς λέρες... Ἀπὸ τέτοιες γεννήθηκε καὶ τὸ ρόδο μου, ἡ Σίμπολ. Ὑπέροχο ὄνομα... Σίμπολ... Ποῦ μπορεῖ νὰ εἶναι τώρα,
Ντόριαν;... Οὔφ, τί σὲ σκοτίζω ἐσένα τώρα;... Ἐρωτευμένος. Καλλιτέχνης. Ἄθλιος, χά!... - καὶ ποιά ἡ διαφορά τους, παρακαλῶ;
Μικρέ μου Ντόριαν...
Προτοῦ ὅμως κάτι ἀκόμα νὰ πεῖ, συλλογιέται: «- Γιατί τὸν λέω μ' αὐτὸ τὸ ὄνομα; Τοῦ εἶπα γιὰ συσχέτιση. Ἀλλὰ μόνον ἐξωτερική.
Πάντως, θὰ προχωρήσω κάτω ἀπ' ὅλη του τὴν ἐπιφάνεια - δὲ σκοτίζομαι ἐγὼ γιὰ εὐθύνες - ἀλλὰ δὲν βρίσκω τίποτα κοινὸ μὲ τὸν
ἆλλο Ντόριαν. Ὤ, διάβολε, εἶμαι αἰσχρὸς καὶ ἄτιμος...».
Κάπως νευρικὰ τοῦ λέει:
- Μικρέ μου Ντόριαν, ἀγαπᾶς ἐσὺ καμιὰ κοπέλλα;
Τὸ φεγγάρι σκιάχτηκε. Κρύφτηκε στὰ πεῦκα. Κι' ἔσβησε ἡ λάμψη τῶ ματιῶνε τοῦ Ντόριαν. Ὁ Ἰάνης τὴν αἰστάνθηκε τὴ φυγή του
καὶ λυπήθηκε. Ὕστερα ἔγινε σιωπή. Ἀλλὰ ξεθάρρεψε, σιγανοπρόβαλε πάλι τὸ φεγγάρι... Χαμογελάσανε οἱ ρὸζ ψυχές.
- Μὴ γελάσεις.
Ὁ Ἰάνης γύρισε τὸ κεφάλι.
- Τί;
- Δὲν ἔχω κορῖτσι.
Φόβος κι' ἀνακούφιση μαζὺ χτυπήσανε στῆς καρδιᾶς του τὶς χορδές. Κι' ἐλπίδες φτερουγίσανε - ...ἴσως νὰ ἐρχόταν ἔτσι, μὲ τὴ
μαρτυρία, ἡ λύτρωση ποὺ τὴν ἀγνάντευε τόσον καιρό.
Δὲ μίλησε κανένας. Σὰ λύση, ἅπλωσε τὸ χέρι του γιὰ δυὸ πευκοβελόνες. Τὶς πέταξε εὐθύς. Γύρεψε τὴ ματιὰ τοῦ Ἰάνη. Μάντεψε
πὼς ρωτοῦσε: «- Εἶσαι παρθένος; » Τοῦ ἔγνεψε: «- Ναί». Ὁ καλλιτέχνης τοῦ ἔσφιξε τὸ χέρι. Ἔμοιαζε νὰ σκέφτεται: «- Γνώρισα
μιὰ ρὸζ ψυχή. Δὲν ξέρω γιατί εἶμαι τόσο χαρούμενος καὶ τόσο θλιμμένος μαζύ. Εἶναι παρθένος..., παρθένος... Ἐγὼ δὲν εἶμαι. Ἀλ-
λὰ ρὸζ ψυχές, εἴμαστε κι' οἱ δυό. Χὰ χὰ χά! Πρέπει νὰ γιορτάζουμε τὶς ψυχές μας. Ὅσο ἀκόμα εἶναι ρόζ».
- Ντόριαν, εἶπε. Θὰ φχαριστῶ πᾶντα τοὺς θεοὺς ποὺ μᾶς ἕνωσαν. Θέλω νὰ κλέψω λίγη ἁγνότη σου...
Ὕστερα, πέσανε τὰ πέπλα τῶ ματιῶνε τους σιγανὰ καὶ κρατῶντας πᾶντα τὸ χέρι τοῦ Ντόριαν, ὁ ξεπάρθενος τὸν ὁδήγησε στὶς
σκέψες του. Ἕνα ὑπέροχο φτερούγισμα. Τοὺς βρῆκε ἔτσι ἡ χαραυγή.
Ὅταν τ' ἀστέρια βγῆκαν ξανὰ - τὸ φεγγάρι τώρα κόκκινο βαθύ - οἱ δυό τους ἤτανε πάλι μαζύ, κάτ' ἀπὸ τὰ πεῦκα. Κοίταζαν τὸ φεγ-
γάρι.
Ὁ Ἰάνης ἄρχισε ἕνα ποίημα τοῦ Καβάφη.
« - Οἱ ἰδέες του, ὁ τρόπος ποὺ μιλᾶ, ὅλα μ' ἀρέσουν», σκεφτόταν ὁ Ντόριαν. «... Μά, φοβᾶμαι τὶς ἰδέες του, τὸν τρόπο ποὺ μιλᾶ
κι' ὅ,τι ἐπάνω του ἆλλο μ' ἀρέσει. Ἴσως γιατί δὲν ἔχω πλάσει τὸ Θεό μου. Σ' αὐτὸ ἔχει δίκηο, εἶμαι δειλός. Ἔχει δύναμη. Τὸν φο-
βᾶμαι καὶ τὸν ἀγαπῶ. Σὲ ποιόν Θεὸ νὰ τρέξω; Λὲς γιὰ μένα, αὐτὸ τὸ ἀγόρι, νὰ εἶναι Θεός; Θὰ κάνω ὅ,τι μπορῶ νὰ τοῦ δίνω χαρά...».
Τὸ ποίημα τελείωσε. Ὁ Ντόριαν χειροκρότησε.
- Σ' ἀγαπῶ, εἶπε ὁ Ἰάνης μὲ λᾶμψες χαρᾶς. Μ' ἀγαπᾶς κι' ἐσύ, τὸ ξέρω.
- Ἀνάστησες τὶς σκέψες μου. Ὅσο σκέφτομαι θὰ σ' ἀγαπῶ.
- Ἴσως δὲν εἶναι φρόνιμο νὰ τὸ λέμε. Κάποιος ἆλλος, ποὺ τυχαῖα θὰ μᾶς ἄκουγε...
- Ντροπή. Πᾶψε.
- Κι' ὅμως, εἶναι πᾶντα παράξενη κι' ἀπίστευτη τέτοια ἀγάπη, ποὺ δὲν προϋποθέτει καὶ δὲν ἀναζητᾶ τὸν ἔρωτα. Ὡστόσο ὑπάρχει
- νά, ἐμεῖς. Σὲ σκέφτομαι πᾶντα. Θέλω ὅ,τι φτιάχνω νὰ σ' τὸ χαρίζω.
Λίγη σιωπή.
- Εἶσαι πολὺ ἁγνός. Γίνομαι φθονερός. Ἀλλὰ κατηγορῶ τὴ δειλία σου. Ναί, ναί, μικρέ μου ἀνόητε, ποὺ εἴκοσι χρόνια τώρα δὲν ἀγά-
πησες κορῖτσι..
- Ἀγάπησα. Φοβήθηκα.
Ὁ ἆλλος ὀργίστηκε.
- Εἶσαι τρελλός;
- Μή..., μὴ μοῦ μιλᾶς σκληρά. Δὲν φταίω. Δὲν φταίω, τὸ ξέρω καλά...Φοβᾶμαι τὸν κόσμο. Δὲν ἔμαθα πῶς σχετίζονται οἱ ἄνθρωποι...
Ἡ ἔκφραση τοῦ ἄλλου ἔγινε σκληρή.
- Συγχῶρα με. Δὲν σχετίζονται. Ἐ κ β ι ά ζ ο ν τ α ι.
- Κλαῖς;
- ...Ἄφησέ με νὰ κλάψω. Θὰ καθαρίσει ἡ σκέψη μου. Κάποτε, τὰ δάκρυα στὴν ἀγάπη - ἔστω καὶ σ' αὐτὴν τὴν ἀλλόκοτή μας ἀγάπη
- εἶναι χαμόγελα. Λίγο καιρὸ σὲ γνωρίζω κι' ὅμως αἰσθάνομαι χρόνια ἕτοιμος νὰ φτύσω στὴν ψυχή μου μέσα, ἄν μάθαινα πὼς ἤτανε
βρώμικη ἡ ἀγάπη μου... ἤ κι' ἡ δική σου. Μά, δὲν ξέρω πιά, ἀκόμη κι' ἄν σ' ἀγαπῶ βρώμικα, τί εἶναι βρώμικο... Θέλεις νὰ σὲ ζωγρα-
φίσω; Θέλεις νὰ γράψω στίχους γιὰ σένα;
- Κι' ἐγὼ θὰ σοῦ χαρίσω τὰ μάτια μου. Νά, δὲς στὰ μάτια μου βαθειά. Θὰ βρεῖς ἀλήθεια μονάχα. Τώρα ἔχω Θεό. Δὲν εἶμαι δειλός.
[Συνεχίζει].
Ἕνας Ντόριαν μιλάει στὴν καρδιὰ τοῦ Ἰάνη.
Διήγημα.
Ἀφιερωμένο
στὴν Βάσια
καὶ
στὸν Τόλη.
(6η δημοσίευση).
Αἷμα.
Πόσες τάχατες φορὲς δὲν ἤτανε λύση...
«Ἡ τρέλλα».
Βράδυ.
Μὲ πάθος κοιταχτήκανε στὰ μάτια. Δὲ λέγανε τίποτα τὰ χείλη. Μόνο κεῖνα τὰ μάτια τους
ὅλο πλάταιναν... πλάταιναν σὰ ν' ἀκολούθαγαν τὸ πέταγμα τοῦ πουλιοῦ. Κι' ὅλο πλάταιναν
στοὺς ὁρίζοντες. Καὶ κάτω ἀπὸ τὶς φόρμες π' ὅλα τ' ἀγόρια εἴκοσι χρονῶ φοροῦν – τῆς ὑποταγῆς δεῖγμα θά 'λεγα, ἄν πίστευα
πὼς θὰ τ' ἀνέχονταν - κάτω ἀπὸ τὶς φόρμες τὰ στήθια φλογοπετάριζαν. Ἀνησυχία... νιότη... Ἤτανε δυὸ ρὸζ ψυχές. Ἡ ἕλξη τους
κι' ὁ αὐθορμητισμός τους φανερά.
Ὁ Ντόριαν σκιαζόταν ἀπὸ μιὰ κάποια μελαγχολία. Σ' ἀντίθεσή του, ὁ Ἰάνης σκορποῦσε τὰ χαμόγελά του καὶ τὴν ἐρωτική του διά-
θεση τόσο σπάταλα στὴ φύση... Ἔλλοτε πάλι, σκεφτική, τρυφερὴ ἡ μορφή του καὶ μαζὺ πολλὰς ἆλλες της ἀπόχρωσες πρόδιναν
τὸν πλούσιό του κόσμο – πειραχτικὸ φτερούγισμα γύρ' ἀπ' τὸν Ντόριαν.
«- Πολὺ ξένη στὸ περιβᾶλλο, πολὺ λεπτὴ ἡ παρουσία του» σκεφτόταν ὁ Ντόριαν. Δὲ λέγανε τίποτα – ὡστόσο θέλανε πολλὰ νὰ
ποῦν. Καὶ τὸ κίτρινο φεγγάρι ἵππευε στὰ σκουρογάλαζα πλάτια ψηλά, πολὺ ψηλά - «ἐκεῖ σίγουρα ποὺ ὑπάρχει ἡ ψυχὴ τοῦ Ἰάνη»
- ψηλά, νὰ τοὺς θυμίζει τὸ χρέος τοῦ ἀνθρώπου. Νειᾶτα.. Ὄνειρα..
Μὲ πάθος – ἁγνὸ καὶ τρυφερὸ μαζύ – ὁ Ἰάνης πῆρε μὲς τὸ χέρι του τὸ χέρι τοῦ Ντόριαν. Δῖπλα-δῖπλα καθήσανε. Τὸ λεύτερο χέρι
τοῦ Ντόριαν ἔκοψε τρεῖς-δυὸ πευκοβελόνες. Τὶς περιεργάστηκε. Ὕστερα, μὲ χαριτωμένη κίνηση, γαργάλισε μ' αὐτὲς τὸ μουστάκι
τοῦ φίλου του. Γελάσανε.
- Εἶσαι ἕνας ἄγγελος στὴ ζωή μου, Ἰάνη.
Ὁ ἆλλος χαμογέλασε.
- Εἶσαι ἕνας... ἕνας, νά, παντοτεινὸς τουρίστας τῆς ζωῆς.
- Ὑπάρχω. Ὑπάρχω ὅπως εἶμαι καὶ σὲ γενικὴ ἀντίθεση. Μιλῶ πᾶντα τὴν ἀλήθεια, βρίσκομαι δηλαδὴ διαρκῶς σὲ κίνηση. Κι' αὐτὸ
εἶν' ὅλο. Ναί, Ντόριαν...
- Ντόριαν;
- Ναί, Ντόριαν. Ἄφησέ με νὰ σὲ φωνάζω ἔτσι. Μ' αὐτὴ τὴ συσχέτιση ἄρχισες νὰ ὑπάρχεις στὶς σκέψεις μου.
- Εἶπες συσχέτιση;
- Ναί, μὲ κάποιον ἥρωα...μιᾶς ἱστορίας...
- Θυμᾶσαι πῶς γνωριστήκαμε;
- Ὤ, ναί. (Χαμογέλασε). Ἤσουνα θλιμμένος μιὰ στιγμή. Τὸ πρόσεξα. Καὶ σὲ πρόσεξα. Θέλεις στοργή, τὸ ξέρω.
- Πενθοῦσα τὴ μοναξιά μου. Ἐσὺ ἔφταιγες, Ἰάνη. Ἐσὺ ποὺ μ' ἀνάσταινες ὅ,τι εἶχα ἀφήσει στὰ χέρια τῆς συστολῆς... Εἶσαι ὄμορ-
φος.
- Ἐσὺ πιὸ πολύ.
- Σημασία ἔχει ἡ ψυχὴ καὶ ἡ σκέψη. Εἶσαι ὄμορφος καὶ σὲ βλέπω σὰν χρυσαστέρι τῆς νυχτιᾶς... Εἶσαι ὅλος ζωή. Μιὰ ζωὴ μέσα
σὲ μιὰ εὔθραυστη κομψότητα.
- Δὲν εἶμαι πᾶντα.
- Λὲς ψέματα.
- Κάνεις λάθος. Καὶ τρομερό, ξέρε το. Εἶμαι ἐρωτευμένος.
Ὁ ἆλλος κόπηκε.
Ὁ Ἰάνης σηκώθηκε, πέρασε τὰ χέρια γύρ' ἀπ' τὸ λαιμό του καὶ προχώρησε λίγο γιὰ νὰ πεῖ:
- Εἶμαι ἕνας ἄθλιος, ἕνας δύστυχος. Ψέματα. Δὲν εἶμαι ἐρωτευμένος. Ἄν ἤμουνα δὲ θὰ ὑπόκυπτα στὶς βίες τους. Ἀγαπῶ ἕνα κο-
ρίτσι. Τὸ λένε Σίμπολ. Μ' ἀγαπάει κι' αὐτή, ἀλλὰ εἶμαι καλλιτέχνης..., καλλιτέχνης. Ἀγαπᾶ τὴν τέχνη μου πού - τὸ φοβᾶμαι πολύ -
ξεσκεπάζει τὶς λέρες... Ἀπὸ τέτοιες γεννήθηκε καὶ τὸ ρόδο μου, ἡ Σίμπολ. Ὑπέροχο ὄνομα... Σίμπολ... Ποῦ μπορεῖ νὰ εἶναι τώρα,
Ντόριαν;... Οὔφ, τί σὲ σκοτίζω ἐσένα τώρα;... Ἐρωτευμένος. Καλλιτέχνης. Ἄθλιος, χά!... - καὶ ποιά ἡ διαφορά τους, παρακαλῶ;
Μικρέ μου Ντόριαν...
Προτοῦ ὅμως κάτι ἀκόμα νὰ πεῖ, συλλογιέται: «- Γιατί τὸν λέω μ' αὐτὸ τὸ ὄνομα; Τοῦ εἶπα γιὰ συσχέτιση. Ἀλλὰ μόνον ἐξωτερική.
Πάντως, θὰ προχωρήσω κάτω ἀπ' ὅλη του τὴν ἐπιφάνεια - δὲ σκοτίζομαι ἐγὼ γιὰ εὐθύνες - ἀλλὰ δὲν βρίσκω τίποτα κοινὸ μὲ τὸν
ἆλλο Ντόριαν. Ὤ, διάβολε, εἶμαι αἰσχρὸς καὶ ἄτιμος...».
Κάπως νευρικὰ τοῦ λέει:
- Μικρέ μου Ντόριαν, ἀγαπᾶς ἐσὺ καμιὰ κοπέλλα;
Τὸ φεγγάρι σκιάχτηκε. Κρύφτηκε στὰ πεῦκα. Κι' ἔσβησε ἡ λάμψη τῶ ματιῶνε τοῦ Ντόριαν. Ὁ Ἰάνης τὴν αἰστάνθηκε τὴ φυγή του
καὶ λυπήθηκε. Ὕστερα ἔγινε σιωπή. Ἀλλὰ ξεθάρρεψε, σιγανοπρόβαλε πάλι τὸ φεγγάρι... Χαμογελάσανε οἱ ρὸζ ψυχές.
- Μὴ γελάσεις.
Ὁ Ἰάνης γύρισε τὸ κεφάλι.
- Τί;
- Δὲν ἔχω κορῖτσι.
Φόβος κι' ἀνακούφιση μαζὺ χτυπήσανε στῆς καρδιᾶς του τὶς χορδές. Κι' ἐλπίδες φτερουγίσανε - ...ἴσως νὰ ἐρχόταν ἔτσι, μὲ τὴ
μαρτυρία, ἡ λύτρωση ποὺ τὴν ἀγνάντευε τόσον καιρό.
Δὲ μίλησε κανένας. Σὰ λύση, ἅπλωσε τὸ χέρι του γιὰ δυὸ πευκοβελόνες. Τὶς πέταξε εὐθύς. Γύρεψε τὴ ματιὰ τοῦ Ἰάνη. Μάντεψε
πὼς ρωτοῦσε: «- Εἶσαι παρθένος; » Τοῦ ἔγνεψε: «- Ναί». Ὁ καλλιτέχνης τοῦ ἔσφιξε τὸ χέρι. Ἔμοιαζε νὰ σκέφτεται: «- Γνώρισα
μιὰ ρὸζ ψυχή. Δὲν ξέρω γιατί εἶμαι τόσο χαρούμενος καὶ τόσο θλιμμένος μαζύ. Εἶναι παρθένος..., παρθένος... Ἐγὼ δὲν εἶμαι. Ἀλ-
λὰ ρὸζ ψυχές, εἴμαστε κι' οἱ δυό. Χὰ χὰ χά! Πρέπει νὰ γιορτάζουμε τὶς ψυχές μας. Ὅσο ἀκόμα εἶναι ρόζ».
- Ντόριαν, εἶπε. Θὰ φχαριστῶ πᾶντα τοὺς θεοὺς ποὺ μᾶς ἕνωσαν. Θέλω νὰ κλέψω λίγη ἁγνότη σου...
Ὕστερα, πέσανε τὰ πέπλα τῶ ματιῶνε τους σιγανὰ καὶ κρατῶντας πᾶντα τὸ χέρι τοῦ Ντόριαν, ὁ ξεπάρθενος τὸν ὁδήγησε στὶς
σκέψες του. Ἕνα ὑπέροχο φτερούγισμα. Τοὺς βρῆκε ἔτσι ἡ χαραυγή.
Ὅταν τ' ἀστέρια βγῆκαν ξανὰ - τὸ φεγγάρι τώρα κόκκινο βαθύ - οἱ δυό τους ἤτανε πάλι μαζύ, κάτ' ἀπὸ τὰ πεῦκα. Κοίταζαν τὸ φεγ-
γάρι.
Ὁ Ἰάνης ἄρχισε ἕνα ποίημα τοῦ Καβάφη.
« - Οἱ ἰδέες του, ὁ τρόπος ποὺ μιλᾶ, ὅλα μ' ἀρέσουν», σκεφτόταν ὁ Ντόριαν. «... Μά, φοβᾶμαι τὶς ἰδέες του, τὸν τρόπο ποὺ μιλᾶ
κι' ὅ,τι ἐπάνω του ἆλλο μ' ἀρέσει. Ἴσως γιατί δὲν ἔχω πλάσει τὸ Θεό μου. Σ' αὐτὸ ἔχει δίκηο, εἶμαι δειλός. Ἔχει δύναμη. Τὸν φο-
βᾶμαι καὶ τὸν ἀγαπῶ. Σὲ ποιόν Θεὸ νὰ τρέξω; Λὲς γιὰ μένα, αὐτὸ τὸ ἀγόρι, νὰ εἶναι Θεός; Θὰ κάνω ὅ,τι μπορῶ νὰ τοῦ δίνω χαρά...».
Τὸ ποίημα τελείωσε. Ὁ Ντόριαν χειροκρότησε.
- Σ' ἀγαπῶ, εἶπε ὁ Ἰάνης μὲ λᾶμψες χαρᾶς. Μ' ἀγαπᾶς κι' ἐσύ, τὸ ξέρω.
- Ἀνάστησες τὶς σκέψες μου. Ὅσο σκέφτομαι θὰ σ' ἀγαπῶ.
- Ἴσως δὲν εἶναι φρόνιμο νὰ τὸ λέμε. Κάποιος ἆλλος, ποὺ τυχαῖα θὰ μᾶς ἄκουγε...
- Ντροπή. Πᾶψε.
- Κι' ὅμως, εἶναι πᾶντα παράξενη κι' ἀπίστευτη τέτοια ἀγάπη, ποὺ δὲν προϋποθέτει καὶ δὲν ἀναζητᾶ τὸν ἔρωτα. Ὡστόσο ὑπάρχει
- νά, ἐμεῖς. Σὲ σκέφτομαι πᾶντα. Θέλω ὅ,τι φτιάχνω νὰ σ' τὸ χαρίζω.
Λίγη σιωπή.
- Εἶσαι πολὺ ἁγνός. Γίνομαι φθονερός. Ἀλλὰ κατηγορῶ τὴ δειλία σου. Ναί, ναί, μικρέ μου ἀνόητε, ποὺ εἴκοσι χρόνια τώρα δὲν ἀγά-
πησες κορῖτσι..
- Ἀγάπησα. Φοβήθηκα.
Ὁ ἆλλος ὀργίστηκε.
- Εἶσαι τρελλός;
- Μή..., μὴ μοῦ μιλᾶς σκληρά. Δὲν φταίω. Δὲν φταίω, τὸ ξέρω καλά...Φοβᾶμαι τὸν κόσμο. Δὲν ἔμαθα πῶς σχετίζονται οἱ ἄνθρωποι...
Ἡ ἔκφραση τοῦ ἄλλου ἔγινε σκληρή.
- Συγχῶρα με. Δὲν σχετίζονται. Ἐ κ β ι ά ζ ο ν τ α ι.
- Κλαῖς;
- ...Ἄφησέ με νὰ κλάψω. Θὰ καθαρίσει ἡ σκέψη μου. Κάποτε, τὰ δάκρυα στὴν ἀγάπη - ἔστω καὶ σ' αὐτὴν τὴν ἀλλόκοτή μας ἀγάπη
- εἶναι χαμόγελα. Λίγο καιρὸ σὲ γνωρίζω κι' ὅμως αἰσθάνομαι χρόνια ἕτοιμος νὰ φτύσω στὴν ψυχή μου μέσα, ἄν μάθαινα πὼς ἤτανε
βρώμικη ἡ ἀγάπη μου... ἤ κι' ἡ δική σου. Μά, δὲν ξέρω πιά, ἀκόμη κι' ἄν σ' ἀγαπῶ βρώμικα, τί εἶναι βρώμικο... Θέλεις νὰ σὲ ζωγρα-
φίσω; Θέλεις νὰ γράψω στίχους γιὰ σένα;
- Κι' ἐγὼ θὰ σοῦ χαρίσω τὰ μάτια μου. Νά, δὲς στὰ μάτια μου βαθειά. Θὰ βρεῖς ἀλήθεια μονάχα. Τώρα ἔχω Θεό. Δὲν εἶμαι δειλός.
[Συνεχίζει].
0 .
-
ΚΛΙΝΟΣΟΦΙΣΤΗΣ
- Basic poster

- Δημοσιεύσεις: 921
- Τοποθεσία: Ἀθήνα
Re: Πρὸς τὸν ἀσυμβίβαστον Κλινοσοφιστήν.
~
Ἕνας Ντόριαν μιλάει στὴν καρδιὰ τοῦ Ἰάνη.
Διήγημα.
Ἀφιερωμένο
στὴν Βάσια
καὶ
στὸν Τόλη.
2η συνέχεια, τελευταία.
Ξαφνικά, ὁ καλλιτέχνης ἔπιασε μὲ τὰ δυό του χέρια τὸ κεφάλι. Ἔκλαιγε ὑστερικά. Ἔνιωθε ἕνα ἀδιάκοπο σφυροκόπημα στὰ μυαλὰ
καὶ τὸ κορμί του νὰ ἱδρώνει... Κι' ὅλα γύρω του γυρίζανε, γυρίζανε μὲ μανία, μὲ λύσσα.
Ἀργὰ πολὺ ἠρέμησε.
Ὁ Ντόριαν καθιστὸς στὸ πλάι του τὸν στόλιζε γιασεμὶ καὶ τοῦ ἔβτεχε τὰ χείλη καὶ τὸ κούτελο μὲ νερό.
Καὶ κάποια στιγμή, ἀκούστηκε κάποιο τραγοῦδι..., μιὰ φωνὴ κοριτσιοῦ. Ὁ Ἰάνης ἄνοιξε τὰ μάτια. Κοιτάχτηκαν. Ἀφουγκράστηκαν. Κοι-
τάχτηκαν ξανά. Ἀπότομα καὶ μὲ ταραχὴ ὁ Ντόριαν πιάστηκε ἀπ' τὸ χέρι τοῦ ἄλλου. Μὲ τὸ δάχτυλο ἔδειξε μακρυά.
- Δές.
- Ὤ, εἶναι ξωτικό.
- Θεέ μου... Ἰάνη, θά 'ναι μάγισσα.
- Ὄχι, εἶναι κορῖτσι – εἶναι νεράιδα σ' ὀμορφιά. Δές, χορεύει... καὶ τραγουδᾶ.
- Φοβᾶμαι.
- Ἔ, σύ, κυρά!...
Πῆρε τὴ φωνή του ἡ ἀχώ: «...κυρά!».
- Ἔεε..., σύ, κορῖτσι ποὺ χορεύεις!...
Καὶ ἡ ἀχώ: «...χορεύεις!».
- Ποιά εἶσαι;... Τί γυρεύεις;
- Ἰάνη, εἴμαστε ξύπνιοι;
- Ἀλλοίμονο, ναί. Γιατί, ἄν ἦταν ὄνειρο, κάτι θὲ νὰ βρισκότανε νὰ μὲ ξυπνήσει. Περίμενε.
Ἀπομακρύνθηκε.
- Ποῦ πᾶς;
Τὸ ξωτικὸ ἐρχόταν ὅλο πιὸ κοντὰ καὶ πᾶντα χόρευε καὶ τραγουδοῦσε. Ἔμοιαζε πρίγκηπας ὁ Ἰάνης ἀπὸ μακρυά... Ἄ! Ἡ νεράιδα τοῦ
ἅπλωσε τὸ χέρι κι' αὐτὸς ὑποκλίθηκε μπροστά της! Ἀγκαλιαστήκανε.
- Σίμπολ! Ἐσὺ ἐδῶ; Ὤ, ἀγαπημένη μου Σίμπολ, δὲν χρειαζόταν τόση σκηνοθεσία... Εὐχαριστῶ, Σίμπολ... Δὲν ξέρω τί νὰ πῶ.
Ὁ Ντόριαν πετάχτηκε ὄρθιος. « - Ἔχασε τὰ μυαλά του ὁ Ἰάνης;»
- Σίμπολ!
Ὅμως τὰ μάτια τοῦ κοριτσιοῦ ἔλαμπαν παράξενα πολύ. Δὲν ἔμοιαζε νὰ τὸν ἀκούει - ἔτσι φαινότανε στὸν Ντόριαν τοὐλάχιστον.
- Γυρεύω βότανα... γυρεύω σπάνια λουλούδια... μὴ μοῦ ζητᾶς νὰ σοῦ χαρίσω...
- Σίμπολ!... Σίμπολ!...
Καὶ κείνη σὰ νὰ τραγουδοῦσε.
- Σὲ κοιτῶ βαθειὰ... βαθειὰ
στὰ μάτια! Εἶσαι σκουλῆκι,
φτού σου!
Ἡ φωνή της ἔβγαινε λὲς ἀπὸ τάφο. Ὁ Ἰάνης κλονιζότανε σιγὰ σιγά. Τὸ φάντασμα σπάραξε στὰ γέλοια.
- Χὰ... χὰ... χά...
Οἱ θεοὶ... οἱ ἔρωτες
μαλλιοτραβιοῦνται - τὄξερα ἐγώ!
Φύγε..., ὤ, φύγε σύννεφο...
ἄς ἔβλεπα τὸν ἥλιο..., τὸν ἥλιο μου.
Ὁ Ἰάνης ἔβγαλε μιὰ ΚΡΑΥΓΗ κι' ἔπεσε.
Ἡ ἀχὼ ἔβγαλε μιὰ κραυγὴ καὶ κόπηκε.
Ὁ Ντόριαν ἔτρεξε κοντά του. Ξεσπάσαν ἀπὸ μέσα του λυγμοί.
- Εἶναι τρελλή! Βροντοφώναξε.
Καὶ ἡ ἀχὼ μιμήθηκε: «... τρελλή!»
Τὸ φάντασμα βάλθηκε νὰ τρέχει ὁλόγυρα κι' εἶχε μπροστὰ ἁπλωμένα τὰ δυό της χέρια ἱκετευτικά... Κι' ἔπαιρνε τ' ἀγέρι τὰ μαλλιά της,
τά 'μπλεκε μὲ τὰ κλαδιά... Καὶ τὸ πρόσωπό της, ἆσπρο φεγγάρι μὲ δάκρυα, δάκρυα...
Τὰ δυὸ ἀγόρια κοίταγαν μὲ φρίκη, μὲ λύπηση.
Ἔτρεχε, ἔτρεχε ὁλόγυρα. Κάποτε, ἔπεσε στὰ γόνατα. Κοιτάζοντας χάμω ὥρα πολλή, ἡ παγερή της ματιὰ ἔγινε στὴ γῆς μαχαῖρι. Τὸ
στῆθος της βρασμός.
Ἔπιασε μὲ τὰ δυό της χέρια τὸν λαιμὸ τ' ἄσπρου της φουστανιοῦ καὶ τό 'σκισε μὲ λύσσα. Ὁ ἦχος σκόρπισε ἀνατριχίλα. Καὶ πρόβαλε
ὁλόγυμνο τὸ παρθενικὸ κορμί. Τὰ ἀγόρια κοίταγαν. Ὥσπου ἀκούστηκε ἡ Σίμπολ μὲ συρτἠ, φριχτὴ φωνή, « - Γιὰ τὴν ἀγάπη μου, θὰ
ντυθῶ στὰ μαῦρα. Γιὰ πᾶντα μαῦρα...»
Καμία κίνηση. Μόνο τ' ἀγέρι π' ἄρχισε τὸ πένθιμο ἀργό του βογγητό. Σιωπή.
Ὁ Ἰάνης κάτι ψιθύρισε, κάποια δικά του ἀλλοτινὰ λόγια, « - Οἱ φρόνιμοι δὲν ἔχουνε μέλλον». Γέλασε, « - Ἐγὼ τῆς τὄπα κάποτε αὐτό.
Ἐγὼ φταίω ποὺ μ' ἀγάπησε τόσο... Χά! Εἶμαι, λέει, μιὰ ρὸζ ψυχή...».
Ὕστερα κοίταξε τὸν Ντόριαν.
- ...Εἶσαι κι' ἐσὺ μιὰ ρὸζ ψυχή.
Μετὰ τὸν ἔπιασε ἀπ' τὸ μπρᾶτσο.
- Πᾶμε.
- ....
- Ἤτανε καὶ εἶναι πᾶντα κι' αὐτὴ μιὰ ρὸζ ψυχή, Ντόριαν. Ἄς γίνουμε τώρα κι' οἱ δυό μας τουρῖστες τῆς ζωῆς, νὰ φεύγουμε...νὰ φεύ-
γουμε...Δὲν θὰ μποροῦν νὰ μᾶς πληγώσουν οἱ ἄνθρωποι σὰν τοὺς δινόμαστε λίγο..., ἄν φτιάξουμε δικούς μας κήπους... Θὰ σοῦ
ζωγραφίσω τὴ Σίμπολ ὅπως τὴ γνώρισα. (Καθὼς λάμπει τὸ πρόσωπό του). Πᾶνε δυὸ χρόνια. Ἤτανε κορῖτσι στὰ δεκατέσσερά της.
Κρατοῦσε ἕνα παρδαλὸ τσαντάκι κι' ἔπαιζε μὲ κεῖνα τὰ καλώδια ποὺ κρέμονταν στὸν τοῖχο. Ἐγώ, τρόμαξα μὴν ἠλεκτριστεῖ κι' ἄκου-
σα ποὺ ἔσπασε μεμιᾶς – γιὰ πρώτη φορά..., πίστεψέ το - ἡ καρδιά μου, μ' ἕναν ἦχο ἀντρίκιο. Ναί, ἔπαιζε μὲ τὰ καλώδια ἀπὸ ἀμη-
χανία. Τριγύριζε ἀμέριμνη τὴ φωτιά. Καὶ μὲ τὰ δάχτυλά της ἄγγιζε βαθειὰ μὲς τὴν καρδιά μου. Καὶ τότε, χίλιοι ἐραστὲς ξυπνήσανε
μέσα μου. Τὴν άγκάλιασα καὶ φιληθήκαμε μπροστὰ σ' ὅλο τὸν κόσμο. Δώσαμε τὰ χείλη μας μέσα σὲ γέλοια καὶ ξιπασμένα ξεσπά-
σματα. Ἦταν ὁ ἔρωτας! Δηλαδὴ μιὰ ὀπτασία. Ὅπως εἶσαι καὶ σύ, Ντόριαν. Δὲν ὑπάρχεις πιά. Ὑπῆρξες μόνο μιὰ στιγμή. Ἤσουν
θλιμμένος καὶ ὄμορφος. Τὸ πρόσεξα καὶ...
- Ἰάνη, προσπάθησε νὰ ξεχάσεις τὴ Σίμπολ.
- Φοβᾶσαι πὼς τρελλάθηκε ἡ Σίμπολ; Ἄμ δὲν τρελλάθηκε!... Εἶδες μιὰν ὀπτασία. Σοῦ παρουσίασα ἕνα φάντασμα τοῦ μυαλοῦ μου
μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ τὸ δῶ ἐγώ. Ἐσύ, εἶσαι ἕνας σκέτος μάρτυρας. Τὴν εἶδες τὴν ὀπτασία. Ἄν χρειαστεῖ, θὰ ὁρκιστεῖς ὅτι τὴν εἶδες.
Κι' ἐγώ, χὰ χὰ χά..., θὰ ξεχάσω τὴ Σίμπολ, ἀλλὰ θὰ θυμᾶμαι τὴν τρέλλα της, γιὰ νὰ μὴν περιμένω ἆλλο τίποτα. Ἕνα κορῖτσι ποὺ θ'
ἀγάπαγες κι' ἐσύ... Εὔχομαι νά 'χεις τύχη!... Ὑπῆρξα εὐτυχισμένος. Τώρα τὸ βλέπεις, πληγώθηκα. Δὲ θὰ μπορέσω ὡστόσο ποτὲ
νὰ ξεχάσω πόσο σπάταλος μοῦ φάνηκε ὁ ἔρωτας τῆς Σίμπολ κάποτε. Θὰ φτιάξω τὴ ζωγραφιά της νὰ ζῶ μ' αὐτή. Ἄ, θὰ χρωματίσω
τὰ μάτια της μὲ τὶς φλέβες μου. Ναί, ἔτσι θὰ κάνω. Πᾶμε.
Χαραυγή.
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.
Ἕνας Ντόριαν μιλάει στὴν καρδιὰ τοῦ Ἰάνη.
Διήγημα.
Ἀφιερωμένο
στὴν Βάσια
καὶ
στὸν Τόλη.
2η συνέχεια, τελευταία.
Ξαφνικά, ὁ καλλιτέχνης ἔπιασε μὲ τὰ δυό του χέρια τὸ κεφάλι. Ἔκλαιγε ὑστερικά. Ἔνιωθε ἕνα ἀδιάκοπο σφυροκόπημα στὰ μυαλὰ
καὶ τὸ κορμί του νὰ ἱδρώνει... Κι' ὅλα γύρω του γυρίζανε, γυρίζανε μὲ μανία, μὲ λύσσα.
Ἀργὰ πολὺ ἠρέμησε.
Ὁ Ντόριαν καθιστὸς στὸ πλάι του τὸν στόλιζε γιασεμὶ καὶ τοῦ ἔβτεχε τὰ χείλη καὶ τὸ κούτελο μὲ νερό.
Καὶ κάποια στιγμή, ἀκούστηκε κάποιο τραγοῦδι..., μιὰ φωνὴ κοριτσιοῦ. Ὁ Ἰάνης ἄνοιξε τὰ μάτια. Κοιτάχτηκαν. Ἀφουγκράστηκαν. Κοι-
τάχτηκαν ξανά. Ἀπότομα καὶ μὲ ταραχὴ ὁ Ντόριαν πιάστηκε ἀπ' τὸ χέρι τοῦ ἄλλου. Μὲ τὸ δάχτυλο ἔδειξε μακρυά.
- Δές.
- Ὤ, εἶναι ξωτικό.
- Θεέ μου... Ἰάνη, θά 'ναι μάγισσα.
- Ὄχι, εἶναι κορῖτσι – εἶναι νεράιδα σ' ὀμορφιά. Δές, χορεύει... καὶ τραγουδᾶ.
- Φοβᾶμαι.
- Ἔ, σύ, κυρά!...
Πῆρε τὴ φωνή του ἡ ἀχώ: «...κυρά!».
- Ἔεε..., σύ, κορῖτσι ποὺ χορεύεις!...
Καὶ ἡ ἀχώ: «...χορεύεις!».
- Ποιά εἶσαι;... Τί γυρεύεις;
- Ἰάνη, εἴμαστε ξύπνιοι;
- Ἀλλοίμονο, ναί. Γιατί, ἄν ἦταν ὄνειρο, κάτι θὲ νὰ βρισκότανε νὰ μὲ ξυπνήσει. Περίμενε.
Ἀπομακρύνθηκε.
- Ποῦ πᾶς;
Τὸ ξωτικὸ ἐρχόταν ὅλο πιὸ κοντὰ καὶ πᾶντα χόρευε καὶ τραγουδοῦσε. Ἔμοιαζε πρίγκηπας ὁ Ἰάνης ἀπὸ μακρυά... Ἄ! Ἡ νεράιδα τοῦ
ἅπλωσε τὸ χέρι κι' αὐτὸς ὑποκλίθηκε μπροστά της! Ἀγκαλιαστήκανε.
- Σίμπολ! Ἐσὺ ἐδῶ; Ὤ, ἀγαπημένη μου Σίμπολ, δὲν χρειαζόταν τόση σκηνοθεσία... Εὐχαριστῶ, Σίμπολ... Δὲν ξέρω τί νὰ πῶ.
Ὁ Ντόριαν πετάχτηκε ὄρθιος. « - Ἔχασε τὰ μυαλά του ὁ Ἰάνης;»
- Σίμπολ!
Ὅμως τὰ μάτια τοῦ κοριτσιοῦ ἔλαμπαν παράξενα πολύ. Δὲν ἔμοιαζε νὰ τὸν ἀκούει - ἔτσι φαινότανε στὸν Ντόριαν τοὐλάχιστον.
- Γυρεύω βότανα... γυρεύω σπάνια λουλούδια... μὴ μοῦ ζητᾶς νὰ σοῦ χαρίσω...
- Σίμπολ!... Σίμπολ!...
Καὶ κείνη σὰ νὰ τραγουδοῦσε.
- Σὲ κοιτῶ βαθειὰ... βαθειὰ
στὰ μάτια! Εἶσαι σκουλῆκι,
φτού σου!
Ἡ φωνή της ἔβγαινε λὲς ἀπὸ τάφο. Ὁ Ἰάνης κλονιζότανε σιγὰ σιγά. Τὸ φάντασμα σπάραξε στὰ γέλοια.
- Χὰ... χὰ... χά...
Οἱ θεοὶ... οἱ ἔρωτες
μαλλιοτραβιοῦνται - τὄξερα ἐγώ!
Φύγε..., ὤ, φύγε σύννεφο...
ἄς ἔβλεπα τὸν ἥλιο..., τὸν ἥλιο μου.
Ὁ Ἰάνης ἔβγαλε μιὰ ΚΡΑΥΓΗ κι' ἔπεσε.
Ἡ ἀχὼ ἔβγαλε μιὰ κραυγὴ καὶ κόπηκε.
Ὁ Ντόριαν ἔτρεξε κοντά του. Ξεσπάσαν ἀπὸ μέσα του λυγμοί.
- Εἶναι τρελλή! Βροντοφώναξε.
Καὶ ἡ ἀχὼ μιμήθηκε: «... τρελλή!»
Τὸ φάντασμα βάλθηκε νὰ τρέχει ὁλόγυρα κι' εἶχε μπροστὰ ἁπλωμένα τὰ δυό της χέρια ἱκετευτικά... Κι' ἔπαιρνε τ' ἀγέρι τὰ μαλλιά της,
τά 'μπλεκε μὲ τὰ κλαδιά... Καὶ τὸ πρόσωπό της, ἆσπρο φεγγάρι μὲ δάκρυα, δάκρυα...
Τὰ δυὸ ἀγόρια κοίταγαν μὲ φρίκη, μὲ λύπηση.
Ἔτρεχε, ἔτρεχε ὁλόγυρα. Κάποτε, ἔπεσε στὰ γόνατα. Κοιτάζοντας χάμω ὥρα πολλή, ἡ παγερή της ματιὰ ἔγινε στὴ γῆς μαχαῖρι. Τὸ
στῆθος της βρασμός.
Ἔπιασε μὲ τὰ δυό της χέρια τὸν λαιμὸ τ' ἄσπρου της φουστανιοῦ καὶ τό 'σκισε μὲ λύσσα. Ὁ ἦχος σκόρπισε ἀνατριχίλα. Καὶ πρόβαλε
ὁλόγυμνο τὸ παρθενικὸ κορμί. Τὰ ἀγόρια κοίταγαν. Ὥσπου ἀκούστηκε ἡ Σίμπολ μὲ συρτἠ, φριχτὴ φωνή, « - Γιὰ τὴν ἀγάπη μου, θὰ
ντυθῶ στὰ μαῦρα. Γιὰ πᾶντα μαῦρα...»
Καμία κίνηση. Μόνο τ' ἀγέρι π' ἄρχισε τὸ πένθιμο ἀργό του βογγητό. Σιωπή.
Ὁ Ἰάνης κάτι ψιθύρισε, κάποια δικά του ἀλλοτινὰ λόγια, « - Οἱ φρόνιμοι δὲν ἔχουνε μέλλον». Γέλασε, « - Ἐγὼ τῆς τὄπα κάποτε αὐτό.
Ἐγὼ φταίω ποὺ μ' ἀγάπησε τόσο... Χά! Εἶμαι, λέει, μιὰ ρὸζ ψυχή...».
Ὕστερα κοίταξε τὸν Ντόριαν.
- ...Εἶσαι κι' ἐσὺ μιὰ ρὸζ ψυχή.
Μετὰ τὸν ἔπιασε ἀπ' τὸ μπρᾶτσο.
- Πᾶμε.
- ....
- Ἤτανε καὶ εἶναι πᾶντα κι' αὐτὴ μιὰ ρὸζ ψυχή, Ντόριαν. Ἄς γίνουμε τώρα κι' οἱ δυό μας τουρῖστες τῆς ζωῆς, νὰ φεύγουμε...νὰ φεύ-
γουμε...Δὲν θὰ μποροῦν νὰ μᾶς πληγώσουν οἱ ἄνθρωποι σὰν τοὺς δινόμαστε λίγο..., ἄν φτιάξουμε δικούς μας κήπους... Θὰ σοῦ
ζωγραφίσω τὴ Σίμπολ ὅπως τὴ γνώρισα. (Καθὼς λάμπει τὸ πρόσωπό του). Πᾶνε δυὸ χρόνια. Ἤτανε κορῖτσι στὰ δεκατέσσερά της.
Κρατοῦσε ἕνα παρδαλὸ τσαντάκι κι' ἔπαιζε μὲ κεῖνα τὰ καλώδια ποὺ κρέμονταν στὸν τοῖχο. Ἐγώ, τρόμαξα μὴν ἠλεκτριστεῖ κι' ἄκου-
σα ποὺ ἔσπασε μεμιᾶς – γιὰ πρώτη φορά..., πίστεψέ το - ἡ καρδιά μου, μ' ἕναν ἦχο ἀντρίκιο. Ναί, ἔπαιζε μὲ τὰ καλώδια ἀπὸ ἀμη-
χανία. Τριγύριζε ἀμέριμνη τὴ φωτιά. Καὶ μὲ τὰ δάχτυλά της ἄγγιζε βαθειὰ μὲς τὴν καρδιά μου. Καὶ τότε, χίλιοι ἐραστὲς ξυπνήσανε
μέσα μου. Τὴν άγκάλιασα καὶ φιληθήκαμε μπροστὰ σ' ὅλο τὸν κόσμο. Δώσαμε τὰ χείλη μας μέσα σὲ γέλοια καὶ ξιπασμένα ξεσπά-
σματα. Ἦταν ὁ ἔρωτας! Δηλαδὴ μιὰ ὀπτασία. Ὅπως εἶσαι καὶ σύ, Ντόριαν. Δὲν ὑπάρχεις πιά. Ὑπῆρξες μόνο μιὰ στιγμή. Ἤσουν
θλιμμένος καὶ ὄμορφος. Τὸ πρόσεξα καὶ...
- Ἰάνη, προσπάθησε νὰ ξεχάσεις τὴ Σίμπολ.
- Φοβᾶσαι πὼς τρελλάθηκε ἡ Σίμπολ; Ἄμ δὲν τρελλάθηκε!... Εἶδες μιὰν ὀπτασία. Σοῦ παρουσίασα ἕνα φάντασμα τοῦ μυαλοῦ μου
μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ τὸ δῶ ἐγώ. Ἐσύ, εἶσαι ἕνας σκέτος μάρτυρας. Τὴν εἶδες τὴν ὀπτασία. Ἄν χρειαστεῖ, θὰ ὁρκιστεῖς ὅτι τὴν εἶδες.
Κι' ἐγώ, χὰ χὰ χά..., θὰ ξεχάσω τὴ Σίμπολ, ἀλλὰ θὰ θυμᾶμαι τὴν τρέλλα της, γιὰ νὰ μὴν περιμένω ἆλλο τίποτα. Ἕνα κορῖτσι ποὺ θ'
ἀγάπαγες κι' ἐσύ... Εὔχομαι νά 'χεις τύχη!... Ὑπῆρξα εὐτυχισμένος. Τώρα τὸ βλέπεις, πληγώθηκα. Δὲ θὰ μπορέσω ὡστόσο ποτὲ
νὰ ξεχάσω πόσο σπάταλος μοῦ φάνηκε ὁ ἔρωτας τῆς Σίμπολ κάποτε. Θὰ φτιάξω τὴ ζωγραφιά της νὰ ζῶ μ' αὐτή. Ἄ, θὰ χρωματίσω
τὰ μάτια της μὲ τὶς φλέβες μου. Ναί, ἔτσι θὰ κάνω. Πᾶμε.
Χαραυγή.
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.
0 .
-
ΚΛΙΝΟΣΟΦΙΣΤΗΣ
- Basic poster

- Δημοσιεύσεις: 921
- Τοποθεσία: Ἀθήνα
Re: Πρὸς τὸν ἀσυμβίβαστον Κλινοσοφιστήν.
Γραμμένο 2 Νοεμβρρίου 2010, καὶ ὥρα 12:31.
~~
κλινοσοφιστικὴ προσευχὴ
μὲ δόση μοντερνισμοῦ.
Ἄν θὲς ν' ἀκούσεις, ἄκουσε, Θεέ, μίαν παράκλησή μου.
Μὴ μὲ κολάσεις, σκέψου το, Σ' τὸ λέω, κι' εἶναι πρὸς τιμή μου:
ἔγκλημα φρικιαστικὸ κι' ἄκρως σαδιστικὸ κι' ἄν κάνω,
Σύ, μὴν μοῦ πεταχτεῖς! Μὴν κρίνεις καὶ πεῖς πὼς ἁμαρτάνω!
Δικαίωμά μου. Σὰν μαζύ Σου πιὰ δὲν ζῶ... - χωρίσαμε,
κατάλαβέ το, χώνεψέ το! Σ' εὐχαριστῶ, ζήσαμε
στιγμὲς ὄμορφες, ἐσὺ κι' ἐγώ, γλυκές, δὲν ἀμφιβάλλω.
Δὲν θὰ Σὲ πῶ κομπλεξικό, δὲν τείνω νὰ Σὲ προσβάλω.
Προτιμῶ τὰ βάρη νὰ τὰ ρίξω ὅλα στὸν ἑαυτό μου,
ἄν καὶ δὲν πιστεύω, Σ' τ' ὁρκίζομαι, κάνω τὸ Σταυρό μου,
τὸν φιλῶ, σκαρφαλώνω κι' ἀπάνω Του σεμνὰ κρεμιέμαι.
Ἀλλά, πρὶν ἀπ' τὸ "τετέλεσται", τὸν Κόσμο καταριέμαι.
Κεῖνο ποὺ δέον δὰ καὶ Σὺ νὰ καταλάβεις - καὶ μ' ἀρέσει! -
μὴν πάει χαμένη τῶν ἁμαρτωλῶν ἡ πρώτη θέση.
Γιὰ πάρτη μου χαλάλησέ την, κι' ἐγὼ νὰ τὴν κερδίσω!
Κρυφίως δεῖχνε μου Ἐσὺ στίχους ἀχρείους νὰ κουρδίσω
ἔτσι, πού: τ' ἀνάθεμα τ' ἀφορισμοῦ μετάλλειο νὰ πάρω.
Σὰν κλείσαμε ραντεβοῦ χθὲς ἐρωτικό, μὲ τὸν Χάρο,
σταράτα, μοὖπε, νὰ ντυθῶ συχωρεμένος, χωρὶς κἄν
περίβλημα κοινωνισμοῦ κι' ἄλλα τοιαῦτα σελοφάν.
Φλερτάρω κάμποσον καιρό, ξέρεις, μὲ τὸν θάνατό μου!
Μὰ τὶ Σ' τὰ λέω; Σύ, γιαχνὶ μαγείρεψες τὸ καλό μου!
Τὄχεις ἕτοιμο, ζεστό, στῆς γῆς τὸ πιάτο, μὲ κρασάκι
- ὄχι σὰν τῆς ζωῆς - φτιαγμένο μ' ἀγγελικὸ μεράκι.
Ὡστόσο, μ' ἆλλα λόγια, μὴν ξεχνιόμαστε, Πλάστη ἀκριβέ.
Ἄσε ν' ἁμαρτήσω, κι' ἄχνα μὴ βγάλεις, ὅλα νἆν' πριβέ,
τ' ἀνομήματά μου.
Κι' οὔτε στὸν παππά μου
νὰ τὰ μαρτυρήσεις!
Νὰ τὸν παρατήσεις
στὴν ἀφέλειά του, νὰ σαχλονομίζει
πὼς ἐρίφια καὶ πρόβατα χωρίζει.
Ὁ Ἰάνης, ἐννοεῖται καὶ καμάρι Σου, Λὸ Σκόκκο,
πού, μετὰ βδελυγμοῦ, τὸν ἀναμάρτητον ἐκδιώκω.
~~
κλινοσοφιστικὴ προσευχὴ
μὲ δόση μοντερνισμοῦ.
Ἄν θὲς ν' ἀκούσεις, ἄκουσε, Θεέ, μίαν παράκλησή μου.
Μὴ μὲ κολάσεις, σκέψου το, Σ' τὸ λέω, κι' εἶναι πρὸς τιμή μου:
ἔγκλημα φρικιαστικὸ κι' ἄκρως σαδιστικὸ κι' ἄν κάνω,
Σύ, μὴν μοῦ πεταχτεῖς! Μὴν κρίνεις καὶ πεῖς πὼς ἁμαρτάνω!
Δικαίωμά μου. Σὰν μαζύ Σου πιὰ δὲν ζῶ... - χωρίσαμε,
κατάλαβέ το, χώνεψέ το! Σ' εὐχαριστῶ, ζήσαμε
στιγμὲς ὄμορφες, ἐσὺ κι' ἐγώ, γλυκές, δὲν ἀμφιβάλλω.
Δὲν θὰ Σὲ πῶ κομπλεξικό, δὲν τείνω νὰ Σὲ προσβάλω.
Προτιμῶ τὰ βάρη νὰ τὰ ρίξω ὅλα στὸν ἑαυτό μου,
ἄν καὶ δὲν πιστεύω, Σ' τ' ὁρκίζομαι, κάνω τὸ Σταυρό μου,
τὸν φιλῶ, σκαρφαλώνω κι' ἀπάνω Του σεμνὰ κρεμιέμαι.
Ἀλλά, πρὶν ἀπ' τὸ "τετέλεσται", τὸν Κόσμο καταριέμαι.
Κεῖνο ποὺ δέον δὰ καὶ Σὺ νὰ καταλάβεις - καὶ μ' ἀρέσει! -
μὴν πάει χαμένη τῶν ἁμαρτωλῶν ἡ πρώτη θέση.
Γιὰ πάρτη μου χαλάλησέ την, κι' ἐγὼ νὰ τὴν κερδίσω!
Κρυφίως δεῖχνε μου Ἐσὺ στίχους ἀχρείους νὰ κουρδίσω
ἔτσι, πού: τ' ἀνάθεμα τ' ἀφορισμοῦ μετάλλειο νὰ πάρω.
Σὰν κλείσαμε ραντεβοῦ χθὲς ἐρωτικό, μὲ τὸν Χάρο,
σταράτα, μοὖπε, νὰ ντυθῶ συχωρεμένος, χωρὶς κἄν
περίβλημα κοινωνισμοῦ κι' ἄλλα τοιαῦτα σελοφάν.
Φλερτάρω κάμποσον καιρό, ξέρεις, μὲ τὸν θάνατό μου!
Μὰ τὶ Σ' τὰ λέω; Σύ, γιαχνὶ μαγείρεψες τὸ καλό μου!
Τὄχεις ἕτοιμο, ζεστό, στῆς γῆς τὸ πιάτο, μὲ κρασάκι
- ὄχι σὰν τῆς ζωῆς - φτιαγμένο μ' ἀγγελικὸ μεράκι.
Ὡστόσο, μ' ἆλλα λόγια, μὴν ξεχνιόμαστε, Πλάστη ἀκριβέ.
Ἄσε ν' ἁμαρτήσω, κι' ἄχνα μὴ βγάλεις, ὅλα νἆν' πριβέ,
τ' ἀνομήματά μου.
Κι' οὔτε στὸν παππά μου
νὰ τὰ μαρτυρήσεις!
Νὰ τὸν παρατήσεις
στὴν ἀφέλειά του, νὰ σαχλονομίζει
πὼς ἐρίφια καὶ πρόβατα χωρίζει.
Ὁ Ἰάνης, ἐννοεῖται καὶ καμάρι Σου, Λὸ Σκόκκο,
πού, μετὰ βδελυγμοῦ, τὸν ἀναμάρτητον ἐκδιώκω.
0 .
-
ΚΛΙΝΟΣΟΦΙΣΤΗΣ
- Basic poster

- Δημοσιεύσεις: 921
- Τοποθεσία: Ἀθήνα
Re: Πρὸς τὸν ἀσυμβίβαστον Κλινοσοφιστήν.
Ἀνάμνησις.
~
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο
17 Μαΐου 2018, στὸ Φέις-Μπούκ.
Ἀπὸ τὸ Φόρουμ, ποὺ καταργήθηκε. 12 Νοεμβρίου 2010, καὶ ὥρα 8:58.
.......... .......... .......... .......... Δέκα χιλιάδες εἴσοδοι!...
- εὐχαριστῶ.
* * *
Re: Εἴσαστε εἰλικρινεῖς;
Ἄς σοῦ ἀπαντήσω πρῶτος, Wisdom79, ἄν δὲν προλάβει ἆλλος...
Εἰλικρινὴς καὶ εἰλικρίνεια.
Κι' ἄς "παίξουμε" λίγο μὲ τὶς λέξεις: εἶμαι ἀληθινός.
Πᾶντα. Καὶ ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια πιά, ποὺ ζῶ, τὰ διπλάσια ἀπὸ σένα καὶ κάτι περισσότερο, μπορῶ νὰ σὲ βεβαιώσω ὅτι ἔχω δεῖ ἀνθρώπους σὲ στιγμὲς ἀλήθειας τους, περιστασιακῶς. Δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο, μέσα σὲ ἑκατομμύρια προσποιητοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἔχουν τόσους καὶ τόσους λόγους νὰ προσποιοῦνται, νὰ κρύβονται, σὺν ἕναν λόγο ἐπιπλέον: αὐτὸν τοὺς ἔμαθαν, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ στὴν ζωή τους, στὸ σπίτι τους, ἐσὺ... δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θέλεις - ἔστω καὶ ἄθελά σου - νὰ διαφέρεις!
Βασανιστικὰ ἐρωτηματικὰ σὲ ζώνουν, ἀβάσταχτα, προτιμᾶς τότε νὰ ὑποχωρήσεις καὶ νὰ..."πᾶς" μὲ τοὺς ἄλλους, νὰ φέρεσαι ὅπως οἱ ἆλλοι.
Κάποια ψέματα ἔλεγα στὰ ἐφηβικά μου χρόνια καὶ ξέρω πολὺ καλὰ τὶς αἰτίες, - σοῦ τὶς ἐμπιστεύομαι:
* ντρεπόμουν ποὺ ἤμουν φτωχὸς καὶ τὸ σπιτάκι μας ἦταν προσφυγικό·
* ντρεπόμουν ποὺ ἤμουν γεννημένος ρομαντικός, λίγο τρελλάκιας, δὲν μοῦ ἄρεσαν οἱ χοντροκοπιές, τὸ ποδόσφαιρο, τὰ μπουζούκια·
* στὴν ἐποχή μου, ὑπῆρχε ἄλλου εἴδους ἀσφικτικὴ ἠθικολογία· οἱ ἆντρες ντύνονταν πολὺ ἄχαρα, γιὰ νὰ φαίνονται πιὸ...ἆντρες· ἀλλά, ἐνῶ οὐδέποτε μὲ ἕλκυσε ἡ μόδα καὶ πᾶντα τὴν κορόιδευα, καταλάβαινα πὼς μοῦ πήγαινε ἡ κομψότητα, τὸ χρῶμα, ὁ ρυθμὸς καὶ ὄχι ἡ λαϊκότητα τῆς γειτωνιᾶς μου - συνεπῶς δὲν ἤθελα νὰ μεγαλώσω· καί, ὡς παιδί, εὕρισκα πολλὰ καταφύγια· ἀλλά, "δυστυχῶς" ὅλο μεγάλωνα καὶ δὲν ἤθελα οὔτε τὸ ὕφος τους οὔτε τὴν ἠθικολογία τους.
* ὥς τὸ τέλος περίπου τοῦ Δημοτικοῦ, ἤμουν ἴσως ὁ πιὸ ἀγαπησιάρης, ὁ πιὸ ἀγαπημένος τῶν κοριτσιῶν ἀλλὰ...ξαφνικὰ, ἐκεῖνες, κοίταζαν μεγαλύτερους, "μαγκάκια", προστυχόστομους...
Ἄς σταματήσω ἐδῶ μὲ τὶς αἰτίες. Ἔπρεπε, λοιπὸν, νὰ...ξαναβρῶ τὸ χαμένο μου ἔδαφος! Κι' ἄρχισα νὰ λέω ψέματα. Μὲ μαεστρία.
Ὥσπου ἐρωτεύτηκα.
Δύσκολα τὰ πράγματα. Μεταξὺ "ἠθικῆς" κι' "ἀνηθικότητας", δύο παρθένα παιδιά, ἐκείνη (πάμπλουτη συνάμα) κι' ἐγὼ (πάμφτωχος), αἰτία χιλιάδων κακεντρεχειῶν. Κι' ὅμως,
ὁ ἔρωτας προχώρησε, ἄντεξε χρόνια καὶ συμφορές, ἄνοιξε ὁρίζοντες τοῦ νοῦ...Ὁ νοῦς ἀποδείχτηκε ὅ,τι πολυτιμώτερο στὴν ζωὴ καὶ τῶν δυό μας. Μεγάλο πρᾶγμα νὰ μὴ βρεθεῖς ποτὲ μὲ χαζογύναικο, μικροαστούλα, ἀκαλλιέργητη.
Μεσολάβησαν ταλαντεύσεις κάθε λογῆς. Εἴκοσι ἑνὸς περίπου ἐτῶν, εἶχα μπεῖ στὸν δρόμο τῆς εἰλικρίνειας.
Στὰ εἴκοσι πέντε, ἆλλος ἔρωτας. Ὕστερα κι' ἆλλος, κι' ἆλλος... Αὐτοὶ μὲ βασάνισαν ὅσο καὶ μὲ λύτρωσαν. (Τί γρήγορα ποὺ...τὰ γράφω! Ἄν, ἔτσι γρήγορα καὶ ἄνετα, πήγαιναν καὶ οἱ ἐξελίξεις!... Καλὲς ἤ κακές!...)
Συγχρόνως, ὡς ἄτομο, χωρὶς νὰ τὸ θέλω, ξυπνοῦσα στοὺς ἄλλους φθόνους ἤ τέλος πάντων ἀντιπάθειες, περίπου ἔτσι: Σὰν πολὺ ἀέρα πῆρε αὐτός!...Ποιός νομίζει πὼς εἶναι;
Δὲν...νόμιζα τίποτα.
Ὅπως καὶ τώρα, δὲν νομίζω: ξέρω ποιός εἶμαι, τί πράμα εἶμαι, μὲ τὰ καλά μου καὶ μὲ τὰ ἄσχημά μου.
Ἆλλο τόσο ὅμως ξέρω καὶ τοὺς ἄλλους. Ὅλοι ἔχουν ξεσκεπαστεῖ μπροστὰ στὰ μάτια μου, μὲ τὸν χειρότερο τρόπο. Πλὴν ἐλαχίστων, ποὺ τοὺς ἔχω σὰν φῶς στὴν ζωή μου.
Ἔτσι, βρέθηκα ἀληθινός. Καὶ εἰλικρινής. Ἆλλο τὸ ἕνα κι' ἆλλο τὸ ἆλλο.
Εἰλικρινής! Μιὰ λέξη εἶναι. Καὶ δὲν εἶναι μιὰ λέξη μόνον.
Ὑπάρχουν περιπτώσεις, ἄπειρες, ποὺ δὲν πρέπει νὰ πεῖς τὴν ἀλήθεα, ἤ καθόλου ἤ ὄχι ὅλη· νὰ ξέρεις ποῦ θὰ σταματήσεις· χωρὶς νὰ προδοθεῖς ὅτι σταμάτησες. Κι' αὐτὸ εἶναι ἠθικό, σωτήριο, ἀπολύτως σωστό. Δὲν εἶσαι, τότε, οὔτε ψεύτης, οὔτε ἡμιψεύτης.
Εἶσαι ἀληθινός, εἶσαι εἰλικρινὴς καὶ περίπου σοφός.
==================
Τελικά, καθὼς ἀπὸ νωρὶς σκεφτὀμουν καὶ δὲν ἀποφάσιζα τί νὰ ἔβαζα, στὶς Κλινοσοφιστεῖες, ὡς σημάδι τῆς κάποιας εὐχαρίστησής μου, ποὺ ξεπέρασαν τὶς 10.000 ἐπισκέψεις,
παρὰ τὸ...δύσκολο τοῦ χαρακτήρα τους, θὰ βάλω αὐτὸ τὸ κείμενο, ἀφιερωμένο σὲ σένα, ἀσφαλῶς, καὶ σὲ ὅποιον ἆλλον εἰλικρινὰ μὲ συμπαθεῖ - τόσο μοῦ φτάνει: νὰ μὲ συμπαθεῖ.
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.
~
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο
17 Μαΐου 2018, στὸ Φέις-Μπούκ.
Ἀπὸ τὸ Φόρουμ, ποὺ καταργήθηκε. 12 Νοεμβρίου 2010, καὶ ὥρα 8:58.
.......... .......... .......... .......... Δέκα χιλιάδες εἴσοδοι!...
- εὐχαριστῶ.
* * *
Re: Εἴσαστε εἰλικρινεῖς;
Ἄς σοῦ ἀπαντήσω πρῶτος, Wisdom79, ἄν δὲν προλάβει ἆλλος...
Εἰλικρινὴς καὶ εἰλικρίνεια.
Κι' ἄς "παίξουμε" λίγο μὲ τὶς λέξεις: εἶμαι ἀληθινός.
Πᾶντα. Καὶ ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια πιά, ποὺ ζῶ, τὰ διπλάσια ἀπὸ σένα καὶ κάτι περισσότερο, μπορῶ νὰ σὲ βεβαιώσω ὅτι ἔχω δεῖ ἀνθρώπους σὲ στιγμὲς ἀλήθειας τους, περιστασιακῶς. Δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο, μέσα σὲ ἑκατομμύρια προσποιητοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἔχουν τόσους καὶ τόσους λόγους νὰ προσποιοῦνται, νὰ κρύβονται, σὺν ἕναν λόγο ἐπιπλέον: αὐτὸν τοὺς ἔμαθαν, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ στὴν ζωή τους, στὸ σπίτι τους, ἐσὺ... δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θέλεις - ἔστω καὶ ἄθελά σου - νὰ διαφέρεις!
Βασανιστικὰ ἐρωτηματικὰ σὲ ζώνουν, ἀβάσταχτα, προτιμᾶς τότε νὰ ὑποχωρήσεις καὶ νὰ..."πᾶς" μὲ τοὺς ἄλλους, νὰ φέρεσαι ὅπως οἱ ἆλλοι.
Κάποια ψέματα ἔλεγα στὰ ἐφηβικά μου χρόνια καὶ ξέρω πολὺ καλὰ τὶς αἰτίες, - σοῦ τὶς ἐμπιστεύομαι:
* ντρεπόμουν ποὺ ἤμουν φτωχὸς καὶ τὸ σπιτάκι μας ἦταν προσφυγικό·
* ντρεπόμουν ποὺ ἤμουν γεννημένος ρομαντικός, λίγο τρελλάκιας, δὲν μοῦ ἄρεσαν οἱ χοντροκοπιές, τὸ ποδόσφαιρο, τὰ μπουζούκια·
* στὴν ἐποχή μου, ὑπῆρχε ἄλλου εἴδους ἀσφικτικὴ ἠθικολογία· οἱ ἆντρες ντύνονταν πολὺ ἄχαρα, γιὰ νὰ φαίνονται πιὸ...ἆντρες· ἀλλά, ἐνῶ οὐδέποτε μὲ ἕλκυσε ἡ μόδα καὶ πᾶντα τὴν κορόιδευα, καταλάβαινα πὼς μοῦ πήγαινε ἡ κομψότητα, τὸ χρῶμα, ὁ ρυθμὸς καὶ ὄχι ἡ λαϊκότητα τῆς γειτωνιᾶς μου - συνεπῶς δὲν ἤθελα νὰ μεγαλώσω· καί, ὡς παιδί, εὕρισκα πολλὰ καταφύγια· ἀλλά, "δυστυχῶς" ὅλο μεγάλωνα καὶ δὲν ἤθελα οὔτε τὸ ὕφος τους οὔτε τὴν ἠθικολογία τους.
* ὥς τὸ τέλος περίπου τοῦ Δημοτικοῦ, ἤμουν ἴσως ὁ πιὸ ἀγαπησιάρης, ὁ πιὸ ἀγαπημένος τῶν κοριτσιῶν ἀλλὰ...ξαφνικὰ, ἐκεῖνες, κοίταζαν μεγαλύτερους, "μαγκάκια", προστυχόστομους...
Ἄς σταματήσω ἐδῶ μὲ τὶς αἰτίες. Ἔπρεπε, λοιπὸν, νὰ...ξαναβρῶ τὸ χαμένο μου ἔδαφος! Κι' ἄρχισα νὰ λέω ψέματα. Μὲ μαεστρία.
Ὥσπου ἐρωτεύτηκα.
Δύσκολα τὰ πράγματα. Μεταξὺ "ἠθικῆς" κι' "ἀνηθικότητας", δύο παρθένα παιδιά, ἐκείνη (πάμπλουτη συνάμα) κι' ἐγὼ (πάμφτωχος), αἰτία χιλιάδων κακεντρεχειῶν. Κι' ὅμως,
ὁ ἔρωτας προχώρησε, ἄντεξε χρόνια καὶ συμφορές, ἄνοιξε ὁρίζοντες τοῦ νοῦ...Ὁ νοῦς ἀποδείχτηκε ὅ,τι πολυτιμώτερο στὴν ζωὴ καὶ τῶν δυό μας. Μεγάλο πρᾶγμα νὰ μὴ βρεθεῖς ποτὲ μὲ χαζογύναικο, μικροαστούλα, ἀκαλλιέργητη.
Μεσολάβησαν ταλαντεύσεις κάθε λογῆς. Εἴκοσι ἑνὸς περίπου ἐτῶν, εἶχα μπεῖ στὸν δρόμο τῆς εἰλικρίνειας.
Στὰ εἴκοσι πέντε, ἆλλος ἔρωτας. Ὕστερα κι' ἆλλος, κι' ἆλλος... Αὐτοὶ μὲ βασάνισαν ὅσο καὶ μὲ λύτρωσαν. (Τί γρήγορα ποὺ...τὰ γράφω! Ἄν, ἔτσι γρήγορα καὶ ἄνετα, πήγαιναν καὶ οἱ ἐξελίξεις!... Καλὲς ἤ κακές!...)
Συγχρόνως, ὡς ἄτομο, χωρὶς νὰ τὸ θέλω, ξυπνοῦσα στοὺς ἄλλους φθόνους ἤ τέλος πάντων ἀντιπάθειες, περίπου ἔτσι: Σὰν πολὺ ἀέρα πῆρε αὐτός!...Ποιός νομίζει πὼς εἶναι;
Δὲν...νόμιζα τίποτα.
Ὅπως καὶ τώρα, δὲν νομίζω: ξέρω ποιός εἶμαι, τί πράμα εἶμαι, μὲ τὰ καλά μου καὶ μὲ τὰ ἄσχημά μου.
Ἆλλο τόσο ὅμως ξέρω καὶ τοὺς ἄλλους. Ὅλοι ἔχουν ξεσκεπαστεῖ μπροστὰ στὰ μάτια μου, μὲ τὸν χειρότερο τρόπο. Πλὴν ἐλαχίστων, ποὺ τοὺς ἔχω σὰν φῶς στὴν ζωή μου.
Ἔτσι, βρέθηκα ἀληθινός. Καὶ εἰλικρινής. Ἆλλο τὸ ἕνα κι' ἆλλο τὸ ἆλλο.
Εἰλικρινής! Μιὰ λέξη εἶναι. Καὶ δὲν εἶναι μιὰ λέξη μόνον.
Ὑπάρχουν περιπτώσεις, ἄπειρες, ποὺ δὲν πρέπει νὰ πεῖς τὴν ἀλήθεα, ἤ καθόλου ἤ ὄχι ὅλη· νὰ ξέρεις ποῦ θὰ σταματήσεις· χωρὶς νὰ προδοθεῖς ὅτι σταμάτησες. Κι' αὐτὸ εἶναι ἠθικό, σωτήριο, ἀπολύτως σωστό. Δὲν εἶσαι, τότε, οὔτε ψεύτης, οὔτε ἡμιψεύτης.
Εἶσαι ἀληθινός, εἶσαι εἰλικρινὴς καὶ περίπου σοφός.
==================
Τελικά, καθὼς ἀπὸ νωρὶς σκεφτὀμουν καὶ δὲν ἀποφάσιζα τί νὰ ἔβαζα, στὶς Κλινοσοφιστεῖες, ὡς σημάδι τῆς κάποιας εὐχαρίστησής μου, ποὺ ξεπέρασαν τὶς 10.000 ἐπισκέψεις,
παρὰ τὸ...δύσκολο τοῦ χαρακτήρα τους, θὰ βάλω αὐτὸ τὸ κείμενο, ἀφιερωμένο σὲ σένα, ἀσφαλῶς, καὶ σὲ ὅποιον ἆλλον εἰλικρινὰ μὲ συμπαθεῖ - τόσο μοῦ φτάνει: νὰ μὲ συμπαθεῖ.
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.
0 .
-
ΚΛΙΝΟΣΟΦΙΣΤΗΣ
- Basic poster

- Δημοσιεύσεις: 921
- Τοποθεσία: Ἀθήνα
Re: Πρὸς τὸν ἀσυμβίβαστον Κλινοσοφιστήν.
2 Νοεμβρίου 2010, καὶ ὥρα 12:31.
Κλινοσοφιστεῖες.
Συναισθηματικὴ ἰσορροπία.
-------------------------------------------" ...καὶ ξάπλωσα γυμνούλης μὲ τὸ χέρι ἐκεῖ. Ὁπότε θυμήθηκα:
Τὄχα δεῖ στὸ Δελτίο Ἐρωτικοῦ Καιροῦ πὼς θἄβρεχε στὴν καρδιά σου καὶ πῆρα τὸ ὀμπρελάκι μου. Ἀποφεύγω νὰ συναχώνονται τὰ μάτια μου. Ἕνα ἀλεξιδάκρυο εἶναι τὸ κατόρθωμα τοῦ αἰώνα μας, δὲν θὰ μποροῦσα νὰ μὴν ἔχω κι’ ἐγὼ τὸ δικό μου, - πῶς νὰ ζήσω; Μπορῶ ὡστόσο νὰ σὲ κοιτάζω ποὺ κλαῖς, μὲ τὶς ὧρες, γιατί τότε εἶσαι πιὸ ὄμορφη, ἀληθινὴ, ἀσήμαντη μπροστά μου καὶ ἀπαιτητική, ὅσο κι' ἄν ἐκλιπαρεῖς λίγη ἀγάπη, - ἔτσι τὴν λές, τὴν μεγάλη τρέλλα ποὺ θέλεις νὰ σοῦ ἀνταποδώσω, ἐπειδὴ τὴν αἰσθάνεσαι - ἤ τέλος πάντων αὐτὸ λές - γιὰ μένα.
Σὲ βεβαιώνω, εἶμαι ἕνας καλὸς θεατής. Σὲ προσέχω καὶ σὲ καταλαβαίνω, σὲ νιώθω, ἀφοῦ θέλεις νὰ τὸ πῶ ἔτσι. Μά, μὴν ξεχνᾶς, ἤδη σ' τὸ εἶπα: θεατὴς εἶμαι. Δὲν σ' ἀγαπῶ ἀλλὰ μ' ἀρέσει αὐτὸ ποὺ βλέπω σὲ σένα κι' ἔχει ἀπήχηση σὲ μένα, ἀπ' ὅπου καὶ ξεκινάει. Ἀλήθεια, ἐγὼ εἶμαι ἡ πηγὴ τῶν συναισθημάτων σου ἤ ἐσὺ καὶ ἡ φαντασία σου;
Γιατὶ δὲν τολμῶ νὰ ἀναγνωρίσω στὸν ἑαυτό μου παραγωγὴ καὶ διάδοση ἐρωτικῶν παλμῶν καὶ πόθων, δὲν μοὔχει ξανασυμβεῖ. Καὶ κάπου νομίζω, μ' ὅλ' αὐτά, πὼς πατῶ σὲ ξένο, νοικιασμένο ἴσως, ἔδαφος, καρποφόρο ἤ ἀνθοφόρο, ἐρώτων. Ποιός νὰ μοῦ τὄλεγε - ἐγώ; Ἄ, ναί, γιατὶ ὄχι; Λίγος σοῦ πέφτω;
Ξέρω πολὺ καλὰ πώς, ἀπὸ μόνος μου, δὲν ἐμπνέω τίποτα. Συνήθως μὲ στραβοκοιτάζουν, ἄλλοτε μὲ εἰρωνεύονται, τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς μὲ κοροϊδεύουν καὶ μοῦ λένε: - Πόσα ξέρεις ἐσύ! Πόσες καρδιὲς ἔχεις κάψει!... Μὰ, δὲν θυμᾶμαι τίποτα ἐγώ. Βρὲ σύ! Μπᾶς καὶ ὅσα μοῦ ὁμολογεῖς ἀφοροῦν κάποιον ἆλλο, ὄχι ἐμένα; Νὰ δεῖς, αὐτὸ θἆναι. Εἶναι. Δὲν βλέπεις ἐμένα. Κοιτᾶς ὅ,τι θέλεις νὰ δεῖς σὲ μένα, ὅσα θέλεις, χωρὶς νὰ ρωτήσεις ἐμένα - ζητᾶς καὶ τὰ ρέστα ἀπὸ μένα! Εὐτυχῶς ποὺ δὲν μοὔστριψε, ὅπως ἐσένα.
Σύντομα τὰ μάτια σου θ' ἀνοίξουν, τώρα ὀνειρεύεσαι. Καί, τότε, θὰ δεῖς, θὰ μετανιώσεις. Εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴ μετανιώσεις ποὺ μοῦ ἀφέθηκες τόσο, ἐσὺ νὰ κλαῖς κι' ἐγὼ νὰ στρέφω ἀλλοῦ, μὴ μὲ πάρουν τὰ μπάζα τῶν δακρύων σου. Μετά, θὰ τὸ πάρεις ἀπόφαση. Δὲν ἄξιζα τὸν κόπο γιὰ σένα. Θὰ ἀραιώσεις τοὺς λυγμοὺς καὶ τὶς συναντήσεις μας. Αὐτὸ ὅμως δὲν θὰ μοῦ πολυαρέσει. Θὰ ψάξω νὰ σὲ βρῶ...Ὄχι! Θεατὴς χωρὶς θέαμα, εἶναι στέρηση σαδισμοῦ.
Γραμμένο μία κι' ἔξω, ἀφιερωμένο ἅπαξ καὶ διὰ παντὸς στὴν ὅποια πάρει ὁ Χάρος, - τώρα, ἄν πῶ ἀπὸ πάνω καὶ: μὲ ἀγάπη, γλυτώνω τὸ ὅπου φύγει-φύγει;
................................................................. μὲ χοὲς στοὺς νεκροὺς ἔρωτες.
Κλινοσοφιστεῖες.
Συναισθηματικὴ ἰσορροπία.
-------------------------------------------" ...καὶ ξάπλωσα γυμνούλης μὲ τὸ χέρι ἐκεῖ. Ὁπότε θυμήθηκα:
Τὄχα δεῖ στὸ Δελτίο Ἐρωτικοῦ Καιροῦ πὼς θἄβρεχε στὴν καρδιά σου καὶ πῆρα τὸ ὀμπρελάκι μου. Ἀποφεύγω νὰ συναχώνονται τὰ μάτια μου. Ἕνα ἀλεξιδάκρυο εἶναι τὸ κατόρθωμα τοῦ αἰώνα μας, δὲν θὰ μποροῦσα νὰ μὴν ἔχω κι’ ἐγὼ τὸ δικό μου, - πῶς νὰ ζήσω; Μπορῶ ὡστόσο νὰ σὲ κοιτάζω ποὺ κλαῖς, μὲ τὶς ὧρες, γιατί τότε εἶσαι πιὸ ὄμορφη, ἀληθινὴ, ἀσήμαντη μπροστά μου καὶ ἀπαιτητική, ὅσο κι' ἄν ἐκλιπαρεῖς λίγη ἀγάπη, - ἔτσι τὴν λές, τὴν μεγάλη τρέλλα ποὺ θέλεις νὰ σοῦ ἀνταποδώσω, ἐπειδὴ τὴν αἰσθάνεσαι - ἤ τέλος πάντων αὐτὸ λές - γιὰ μένα.
Σὲ βεβαιώνω, εἶμαι ἕνας καλὸς θεατής. Σὲ προσέχω καὶ σὲ καταλαβαίνω, σὲ νιώθω, ἀφοῦ θέλεις νὰ τὸ πῶ ἔτσι. Μά, μὴν ξεχνᾶς, ἤδη σ' τὸ εἶπα: θεατὴς εἶμαι. Δὲν σ' ἀγαπῶ ἀλλὰ μ' ἀρέσει αὐτὸ ποὺ βλέπω σὲ σένα κι' ἔχει ἀπήχηση σὲ μένα, ἀπ' ὅπου καὶ ξεκινάει. Ἀλήθεια, ἐγὼ εἶμαι ἡ πηγὴ τῶν συναισθημάτων σου ἤ ἐσὺ καὶ ἡ φαντασία σου;
Γιατὶ δὲν τολμῶ νὰ ἀναγνωρίσω στὸν ἑαυτό μου παραγωγὴ καὶ διάδοση ἐρωτικῶν παλμῶν καὶ πόθων, δὲν μοὔχει ξανασυμβεῖ. Καὶ κάπου νομίζω, μ' ὅλ' αὐτά, πὼς πατῶ σὲ ξένο, νοικιασμένο ἴσως, ἔδαφος, καρποφόρο ἤ ἀνθοφόρο, ἐρώτων. Ποιός νὰ μοῦ τὄλεγε - ἐγώ; Ἄ, ναί, γιατὶ ὄχι; Λίγος σοῦ πέφτω;
Ξέρω πολὺ καλὰ πώς, ἀπὸ μόνος μου, δὲν ἐμπνέω τίποτα. Συνήθως μὲ στραβοκοιτάζουν, ἄλλοτε μὲ εἰρωνεύονται, τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς μὲ κοροϊδεύουν καὶ μοῦ λένε: - Πόσα ξέρεις ἐσύ! Πόσες καρδιὲς ἔχεις κάψει!... Μὰ, δὲν θυμᾶμαι τίποτα ἐγώ. Βρὲ σύ! Μπᾶς καὶ ὅσα μοῦ ὁμολογεῖς ἀφοροῦν κάποιον ἆλλο, ὄχι ἐμένα; Νὰ δεῖς, αὐτὸ θἆναι. Εἶναι. Δὲν βλέπεις ἐμένα. Κοιτᾶς ὅ,τι θέλεις νὰ δεῖς σὲ μένα, ὅσα θέλεις, χωρὶς νὰ ρωτήσεις ἐμένα - ζητᾶς καὶ τὰ ρέστα ἀπὸ μένα! Εὐτυχῶς ποὺ δὲν μοὔστριψε, ὅπως ἐσένα.
Σύντομα τὰ μάτια σου θ' ἀνοίξουν, τώρα ὀνειρεύεσαι. Καί, τότε, θὰ δεῖς, θὰ μετανιώσεις. Εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴ μετανιώσεις ποὺ μοῦ ἀφέθηκες τόσο, ἐσὺ νὰ κλαῖς κι' ἐγὼ νὰ στρέφω ἀλλοῦ, μὴ μὲ πάρουν τὰ μπάζα τῶν δακρύων σου. Μετά, θὰ τὸ πάρεις ἀπόφαση. Δὲν ἄξιζα τὸν κόπο γιὰ σένα. Θὰ ἀραιώσεις τοὺς λυγμοὺς καὶ τὶς συναντήσεις μας. Αὐτὸ ὅμως δὲν θὰ μοῦ πολυαρέσει. Θὰ ψάξω νὰ σὲ βρῶ...Ὄχι! Θεατὴς χωρὶς θέαμα, εἶναι στέρηση σαδισμοῦ.
Γραμμένο μία κι' ἔξω, ἀφιερωμένο ἅπαξ καὶ διὰ παντὸς στὴν ὅποια πάρει ὁ Χάρος, - τώρα, ἄν πῶ ἀπὸ πάνω καὶ: μὲ ἀγάπη, γλυτώνω τὸ ὅπου φύγει-φύγει;
................................................................. μὲ χοὲς στοὺς νεκροὺς ἔρωτες.
0 .
-
ΚΛΙΝΟΣΟΦΙΣΤΗΣ
- Basic poster

- Δημοσιεύσεις: 921
- Τοποθεσία: Ἀθήνα
Re: Πρὸς τὸν ἀσυμβίβαστον Κλινοσοφιστήν.
(Ἀνάμνησις - ὄχι, δὲν παραμελῶ ν' ἀναμιμνήσκομαι):
~
20 Μαΐου 2019.
Μαρία Τιμπάλντι Κίεζα: <Τσαϊκόφσκυ>. Ἕνα σπουδαῖο βιβλίο ποὺ διαβάζω αὐτὸν τὸ καιρό. Τὸ βιβλίο δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ στὸ διαδίκτυο!... * Τέλος πάντων, τὸ παίρνω μαζύ μου, καὶ διαβάζω ὅταν εἶμαι μόνος. Γιατί, καμιὰ φορά, ἔχω καὶ παρέα: γέρους, ποὺ ἤ δὲν μιλοῦν καθόλου, ἤ γιὰ τὸν καιρό, λένε, ἤ γιὰ τὴν σύνταξή τους, ἤ γιὰ τὴν Λαϊκὴ Ἀγορά.
* Γύρω μου, ὅλοι οἱ ἆλλοι ἀνεξαιρέτως περνοῦν μ' ἕνα κινητό, στὸ ὁποῖο προσηλώνονται - χωρὶς αὐτό, ἀσφαλῶς δὲν λειτουργεῖ οὔτε ὁ καρδιά τους οὔτε τὸ πουλί τους. Σιχαίνομαι ποὺ βλέπω τὴν ὕπαρξή τους νὰ περιφέρεται.
* Σήμερα, γιὰ δύο ὧρες, στὴν πλατεία Ἀττικῆς, διάβαζα, ἤπια καφέ, τάισα δυὸ ἀδέσποτες γάτες, - πόσο πεινοῦσαν οἱ φουκαριάρες, ἀρσενικὲς καὶ οἱ δυό, ποὺ τὶς βάφτισα: Τσαϊκόφκυ καὶ Φλωμπέρ. Χάζεψα τὰ λεωφορεῖα ποὺ πᾶνε κι' ἔρχονται στὸ Ἴλιον, στὴν Πετρούπολη, τὴν Ἀνάκασα (γεμάτο πρεζόνια μοῦ φάνηκε)...
* Παραδῖπλα μου ἕνας γέρος, τῆς...ἡλικίας μου, "διάβαζε" καὶ "ξαναδιάβαζε" ἕναν λογαριασμὸ ΔΕΗ, τουλάχιστον 130 φορές, μὴν πῶ: "καὶ βάλε". Μοῦ ἐρχόταν νὰ τοῦ τὸν σκίσω καὶ νὰ τοῦ πετάξω τὰ κομματάκια στὴ μούρη. Τόσο σταματημένα εἶναι πιὰ τὰ μυαλὰ τῶν ἀνθρώπων; Σκουριασμένα ρολόγια;
* Ἔφυγα. Κι' ὅπου ἔβλεπα γάτες, μ' ἕνα ψὶ ψὶ ψί, τὶς καλοῦσα κοντά μου, τίς χάιδευα, τοὺς μιλοῦσα. Μά, μὲ τὶς γάτες, ἔχεις κάτι νὰ πεῖς, διάβολε. Ἄσε ποὺ σὲ ἐμπνέουνε κιόλας.
* Οἱ ἄνθρωποι εἶναι κακορίζικοι. Τὸ βλέπεις καὶ στὴν Βιογραφία τοῦ Τσαϊκόφκυ. Ἴδιοι παντοῦ καὶ πᾶντα. Δὲν πᾶνε στὸν Διάολο, λέω ἐγώ!...
* Νἄμουνα Τσίπρας, νὰ τοὺς ἔκοβα τελείως τὴν σύνταξη (ἐκεῖ πάει τὸ πράμα) καὶ νὰ τοὺς ἔδιωχνα ἀπὸ τὰ σπίτια τους, νὰ τἄδινα στοὺς ἀλλοδαπούς, ὁπότε θἄμουνα 12 χρόνια πρωθυπουργός, ὥσπου νὰ σιχαινόμουνα καὶ τὸν ἑαυτό μου... Ὤχ, αὐτό, μοῦ συμβαίνει ἤδη: σιχαίνομαι ποὺ ζῶ στὴν Ἀθήνα. Ἀλλά, πρίτς, ποὺ θ' αὐτοκτονήσω. Δὲ σφάξανε. Προτιμῶ νὰ βρίζω καὶ νὰ μουτζώνω, - ἐξάσκηση ζωῆς, γυμναστήριο. Πάω γιὰ πρωτάθλημα.
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ
Σχόλια
- ὄχι, δὲν παραμελῶ ν' ἀναμιμνήσκομαι):
~
20 Μαΐου 2019.
Μαρία Τιμπάλντι Κίεζα: <Τσαϊκόφσκυ>. Ἕνα σπουδαῖο βιβλίο ποὺ διαβάζω αὐτὸν τὸ καιρό. Τὸ βιβλίο δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ στὸ διαδίκτυο!... * Τέλος πάντων, τὸ παίρνω μαζύ μου, καὶ διαβάζω ὅταν εἶμαι μόνος. Γιατί, καμιὰ φορά, ἔχω καὶ παρέα: γέρους, ποὺ ἤ δὲν μιλοῦν καθόλου, ἤ γιὰ τὸν καιρό, λένε, ἤ γιὰ τὴν σύνταξή τους, ἤ γιὰ τὴν Λαϊκὴ Ἀγορά.
* Γύρω μου, ὅλοι οἱ ἆλλοι ἀνεξαιρέτως περνοῦν μ' ἕνα κινητό, στὸ ὁποῖο προσηλώνονται - χωρὶς αὐτό, ἀσφαλῶς δὲν λειτουργεῖ οὔτε ὁ καρδιά τους οὔτε τὸ πουλί τους. Σιχαίνομαι ποὺ βλέπω τὴν ὕπαρξή τους νὰ περιφέρεται.
* Σήμερα, γιὰ δύο ὧρες, στὴν πλατεία Ἀττικῆς, διάβαζα, ἤπια καφέ, τάισα δυὸ ἀδέσποτες γάτες, - πόσο πεινοῦσαν οἱ φουκαριάρες, ἀρσενικὲς καὶ οἱ δυό, ποὺ τὶς βάφτισα: Τσαϊκόφκυ καὶ Φλωμπέρ. Χάζεψα τὰ λεωφορεῖα ποὺ πᾶνε κι' ἔρχονται στὸ Ἴλιον, στὴν Πετρούπολη, τὴν Ἀνάκασα (γεμάτο πρεζόνια μοῦ φάνηκε)...
* Παραδῖπλα μου ἕνας γέρος, τῆς...ἡλικίας μου, "διάβαζε" καὶ "ξαναδιάβαζε" ἕναν λογαριασμὸ ΔΕΗ, τουλάχιστον 130 φορές, μὴν πῶ: "καὶ βάλε". Μοῦ ἐρχόταν νὰ τοῦ τὸν σκίσω καὶ νὰ τοῦ πετάξω τὰ κομματάκια στὴ μούρη. Τόσο σταματημένα εἶναι πιὰ τὰ μυαλὰ τῶν ἀνθρώπων; Σκουριασμένα ρολόγια;
* Ἔφυγα. Κι' ὅπου ἔβλεπα γάτες, μ' ἕνα ψὶ ψὶ ψί, τὶς καλοῦσα κοντά μου, τίς χάιδευα, τοὺς μιλοῦσα. Μά, μὲ τὶς γάτες, ἔχεις κάτι νὰ πεῖς, διάβολε. Ἄσε ποὺ σὲ ἐμπνέουνε κιόλας.
* Οἱ ἄνθρωποι εἶναι κακορίζικοι. Τὸ βλέπεις καὶ στὴν Βιογραφία τοῦ Τσαϊκόφκυ. Ἴδιοι παντοῦ καὶ πᾶντα. Δὲν πᾶνε στὸν Διάολο, λέω ἐγώ!...
* Νἄμουνα Τσίπρας, νὰ τοὺς ἔκοβα τελείως τὴν σύνταξη (ἐκεῖ πάει τὸ πράμα) καὶ νὰ τοὺς ἔδιωχνα ἀπὸ τὰ σπίτια τους, νὰ τἄδινα στοὺς ἀλλοδαπούς, ὁπότε θἄμουνα 12 χρόνια πρωθυπουργός, ὥσπου νὰ σιχαινόμουνα καὶ τὸν ἑαυτό μου... Ὤχ, αὐτό, μοῦ συμβαίνει ἤδη: σιχαίνομαι ποὺ ζῶ στὴν Ἀθήνα. Ἀλλά, πρίτς, ποὺ θ' αὐτοκτονήσω. Δὲ σφάξανε. Προτιμῶ νὰ βρίζω καὶ νὰ μουτζώνω, - ἐξάσκηση ζωῆς, γυμναστήριο. Πάω γιὰ πρωτάθλημα.
~
20 Μαΐου 2019.
Μαρία Τιμπάλντι Κίεζα: <Τσαϊκόφσκυ>. Ἕνα σπουδαῖο βιβλίο ποὺ διαβάζω αὐτὸν τὸ καιρό. Τὸ βιβλίο δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ στὸ διαδίκτυο!... * Τέλος πάντων, τὸ παίρνω μαζύ μου, καὶ διαβάζω ὅταν εἶμαι μόνος. Γιατί, καμιὰ φορά, ἔχω καὶ παρέα: γέρους, ποὺ ἤ δὲν μιλοῦν καθόλου, ἤ γιὰ τὸν καιρό, λένε, ἤ γιὰ τὴν σύνταξή τους, ἤ γιὰ τὴν Λαϊκὴ Ἀγορά.
* Γύρω μου, ὅλοι οἱ ἆλλοι ἀνεξαιρέτως περνοῦν μ' ἕνα κινητό, στὸ ὁποῖο προσηλώνονται - χωρὶς αὐτό, ἀσφαλῶς δὲν λειτουργεῖ οὔτε ὁ καρδιά τους οὔτε τὸ πουλί τους. Σιχαίνομαι ποὺ βλέπω τὴν ὕπαρξή τους νὰ περιφέρεται.
* Σήμερα, γιὰ δύο ὧρες, στὴν πλατεία Ἀττικῆς, διάβαζα, ἤπια καφέ, τάισα δυὸ ἀδέσποτες γάτες, - πόσο πεινοῦσαν οἱ φουκαριάρες, ἀρσενικὲς καὶ οἱ δυό, ποὺ τὶς βάφτισα: Τσαϊκόφκυ καὶ Φλωμπέρ. Χάζεψα τὰ λεωφορεῖα ποὺ πᾶνε κι' ἔρχονται στὸ Ἴλιον, στὴν Πετρούπολη, τὴν Ἀνάκασα (γεμάτο πρεζόνια μοῦ φάνηκε)...
* Παραδῖπλα μου ἕνας γέρος, τῆς...ἡλικίας μου, "διάβαζε" καὶ "ξαναδιάβαζε" ἕναν λογαριασμὸ ΔΕΗ, τουλάχιστον 130 φορές, μὴν πῶ: "καὶ βάλε". Μοῦ ἐρχόταν νὰ τοῦ τὸν σκίσω καὶ νὰ τοῦ πετάξω τὰ κομματάκια στὴ μούρη. Τόσο σταματημένα εἶναι πιὰ τὰ μυαλὰ τῶν ἀνθρώπων; Σκουριασμένα ρολόγια;
* Ἔφυγα. Κι' ὅπου ἔβλεπα γάτες, μ' ἕνα ψὶ ψὶ ψί, τὶς καλοῦσα κοντά μου, τίς χάιδευα, τοὺς μιλοῦσα. Μά, μὲ τὶς γάτες, ἔχεις κάτι νὰ πεῖς, διάβολε. Ἄσε ποὺ σὲ ἐμπνέουνε κιόλας.
* Οἱ ἄνθρωποι εἶναι κακορίζικοι. Τὸ βλέπεις καὶ στὴν Βιογραφία τοῦ Τσαϊκόφκυ. Ἴδιοι παντοῦ καὶ πᾶντα. Δὲν πᾶνε στὸν Διάολο, λέω ἐγώ!...
* Νἄμουνα Τσίπρας, νὰ τοὺς ἔκοβα τελείως τὴν σύνταξη (ἐκεῖ πάει τὸ πράμα) καὶ νὰ τοὺς ἔδιωχνα ἀπὸ τὰ σπίτια τους, νὰ τἄδινα στοὺς ἀλλοδαπούς, ὁπότε θἄμουνα 12 χρόνια πρωθυπουργός, ὥσπου νὰ σιχαινόμουνα καὶ τὸν ἑαυτό μου... Ὤχ, αὐτό, μοῦ συμβαίνει ἤδη: σιχαίνομαι ποὺ ζῶ στὴν Ἀθήνα. Ἀλλά, πρίτς, ποὺ θ' αὐτοκτονήσω. Δὲ σφάξανε. Προτιμῶ νὰ βρίζω καὶ νὰ μουτζώνω, - ἐξάσκηση ζωῆς, γυμναστήριο. Πάω γιὰ πρωτάθλημα.
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ
Σχόλια
- ὄχι, δὲν παραμελῶ ν' ἀναμιμνήσκομαι):
~
20 Μαΐου 2019.
Μαρία Τιμπάλντι Κίεζα: <Τσαϊκόφσκυ>. Ἕνα σπουδαῖο βιβλίο ποὺ διαβάζω αὐτὸν τὸ καιρό. Τὸ βιβλίο δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ στὸ διαδίκτυο!... * Τέλος πάντων, τὸ παίρνω μαζύ μου, καὶ διαβάζω ὅταν εἶμαι μόνος. Γιατί, καμιὰ φορά, ἔχω καὶ παρέα: γέρους, ποὺ ἤ δὲν μιλοῦν καθόλου, ἤ γιὰ τὸν καιρό, λένε, ἤ γιὰ τὴν σύνταξή τους, ἤ γιὰ τὴν Λαϊκὴ Ἀγορά.
* Γύρω μου, ὅλοι οἱ ἆλλοι ἀνεξαιρέτως περνοῦν μ' ἕνα κινητό, στὸ ὁποῖο προσηλώνονται - χωρὶς αὐτό, ἀσφαλῶς δὲν λειτουργεῖ οὔτε ὁ καρδιά τους οὔτε τὸ πουλί τους. Σιχαίνομαι ποὺ βλέπω τὴν ὕπαρξή τους νὰ περιφέρεται.
* Σήμερα, γιὰ δύο ὧρες, στὴν πλατεία Ἀττικῆς, διάβαζα, ἤπια καφέ, τάισα δυὸ ἀδέσποτες γάτες, - πόσο πεινοῦσαν οἱ φουκαριάρες, ἀρσενικὲς καὶ οἱ δυό, ποὺ τὶς βάφτισα: Τσαϊκόφκυ καὶ Φλωμπέρ. Χάζεψα τὰ λεωφορεῖα ποὺ πᾶνε κι' ἔρχονται στὸ Ἴλιον, στὴν Πετρούπολη, τὴν Ἀνάκασα (γεμάτο πρεζόνια μοῦ φάνηκε)...
* Παραδῖπλα μου ἕνας γέρος, τῆς...ἡλικίας μου, "διάβαζε" καὶ "ξαναδιάβαζε" ἕναν λογαριασμὸ ΔΕΗ, τουλάχιστον 130 φορές, μὴν πῶ: "καὶ βάλε". Μοῦ ἐρχόταν νὰ τοῦ τὸν σκίσω καὶ νὰ τοῦ πετάξω τὰ κομματάκια στὴ μούρη. Τόσο σταματημένα εἶναι πιὰ τὰ μυαλὰ τῶν ἀνθρώπων; Σκουριασμένα ρολόγια;
* Ἔφυγα. Κι' ὅπου ἔβλεπα γάτες, μ' ἕνα ψὶ ψὶ ψί, τὶς καλοῦσα κοντά μου, τίς χάιδευα, τοὺς μιλοῦσα. Μά, μὲ τὶς γάτες, ἔχεις κάτι νὰ πεῖς, διάβολε. Ἄσε ποὺ σὲ ἐμπνέουνε κιόλας.
* Οἱ ἄνθρωποι εἶναι κακορίζικοι. Τὸ βλέπεις καὶ στὴν Βιογραφία τοῦ Τσαϊκόφκυ. Ἴδιοι παντοῦ καὶ πᾶντα. Δὲν πᾶνε στὸν Διάολο, λέω ἐγώ!...
* Νἄμουνα Τσίπρας, νὰ τοὺς ἔκοβα τελείως τὴν σύνταξη (ἐκεῖ πάει τὸ πράμα) καὶ νὰ τοὺς ἔδιωχνα ἀπὸ τὰ σπίτια τους, νὰ τἄδινα στοὺς ἀλλοδαπούς, ὁπότε θἄμουνα 12 χρόνια πρωθυπουργός, ὥσπου νὰ σιχαινόμουνα καὶ τὸν ἑαυτό μου... Ὤχ, αὐτό, μοῦ συμβαίνει ἤδη: σιχαίνομαι ποὺ ζῶ στὴν Ἀθήνα. Ἀλλά, πρίτς, ποὺ θ' αὐτοκτονήσω. Δὲ σφάξανε. Προτιμῶ νὰ βρίζω καὶ νὰ μουτζώνω, - ἐξάσκηση ζωῆς, γυμναστήριο. Πάω γιὰ πρωτάθλημα.
0 .
-
ΚΛΙΝΟΣΟΦΙΣΤΗΣ
- Basic poster

- Δημοσιεύσεις: 921
- Τοποθεσία: Ἀθήνα
Re: Πρὸς τὸν ἀσυμβίβαστον Κλινοσοφιστήν.
(Ἀνάμηνσις - νὰ ξερνᾶς εὐκοιλιότητα)
~
20 Μαΐου 2019.
(Ἀντίγραφο - ἀπὸ τὶς ἀναμνήσεις μου, 1 χρόνο πρίν):
~Τὰ σουρεὰλ κτήρια τοῦ Ἑλληνικοῦ δημοσίου.
-
Δημοσίευση ἀπὸ ΚΛΙΝΟΣΟΦΙΣΤΗΣ, 20 Μάιος 2018, 06:45.
Γιατί, ἔξω ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο Ἀνάπτυξης (πλατεία Κάνινγκος) εἶναι καλλίτερα;
Σκατά, σύριγγες, πολυκατρουλίλα, πρεζόνια..., ὅλα σὲ διαρκὴ ἀνάπτυξη.
Πρὶν δυὸ χρόνια, τοὺς εἶχα σκυλοβρίσει ν' ἀλλάξουν τὴν σημαία (κουρελόπανο) στὴν ταράτσα τους.
Ἐπιτέλους, βάλανε ἄλλη. Ἀκόμα καλὴ εἶναι, ἀντέχει.
----
* Ἐφέτος, ἀλήθεια, δὲν ξέρω τί γίνεται ἐκεῖ. Περνάω καμιὰ φορὰ μὲ τὸ τρόλεϋ πηγαίνοντας κάπου, ἀλλὰ δὲν κοιτάζω, ἔχω πήξει ἤδη στὴν ἀλλοδαπίλα κακιᾶς ὥρας. Ἄν ἤμουν τυφλός, θἄπαιρνα καὶ ἐπίδομα. Ὅπου καὶ νὰ κοιτάξω στὴν Ἀθήνα, ἀηδιάζω.
~
20 Μαΐου 2019.
(Ἀντίγραφο - ἀπὸ τὶς ἀναμνήσεις μου, 1 χρόνο πρίν):
~Τὰ σουρεὰλ κτήρια τοῦ Ἑλληνικοῦ δημοσίου.
-
Δημοσίευση ἀπὸ ΚΛΙΝΟΣΟΦΙΣΤΗΣ, 20 Μάιος 2018, 06:45.
Γιατί, ἔξω ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο Ἀνάπτυξης (πλατεία Κάνινγκος) εἶναι καλλίτερα;
Σκατά, σύριγγες, πολυκατρουλίλα, πρεζόνια..., ὅλα σὲ διαρκὴ ἀνάπτυξη.
Πρὶν δυὸ χρόνια, τοὺς εἶχα σκυλοβρίσει ν' ἀλλάξουν τὴν σημαία (κουρελόπανο) στὴν ταράτσα τους.
Ἐπιτέλους, βάλανε ἄλλη. Ἀκόμα καλὴ εἶναι, ἀντέχει.
----
* Ἐφέτος, ἀλήθεια, δὲν ξέρω τί γίνεται ἐκεῖ. Περνάω καμιὰ φορὰ μὲ τὸ τρόλεϋ πηγαίνοντας κάπου, ἀλλὰ δὲν κοιτάζω, ἔχω πήξει ἤδη στὴν ἀλλοδαπίλα κακιᾶς ὥρας. Ἄν ἤμουν τυφλός, θἄπαιρνα καὶ ἐπίδομα. Ὅπου καὶ νὰ κοιτάξω στὴν Ἀθήνα, ἀηδιάζω.
0 .