Ο βασικός λόγος ήττας του ΣΥΡΙΖΑ, πέραν του ότι η ακραιφνής αριστερά στην Ελλάδα δεν λάμβανε ποτέ ποσοστό πάνω από 13% μέχρι το 1989(αθροιστικά), έκτοτε δε η μη κομμουνιστική αριστερά κυμαινόταν σε ποσοστά 3-6%, αφορά το ότι η τωρινή κυβέρνηση έπαιξε το παιχνίδι του μπλε ΠΑΣΟΚ, κάτι που προσδοκούσαν και οι πρώτοι, παρότι δεν έγιναν ποτέ ΠΑΣΟΚ και απλώς υποδέχθηκαν λίγα στελέχη και αρκετούς ψηφοφόρους του.
ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά ούτε και αρκετοί έχουν καταλάβει ότι η κυβέρνηση λειτουργώντας ως μπλε ΠΑΣΟΚ, κέρδισε τις εκλογές.
Άλλωστε και σε στελέχη έχει αρκετό κόσμο ΠΑΣΟΚ που εκλέχθηκε, όσο και κυρίως σε λογική των πραγμάτων.
Στον ΣΥΡΙΖΑ νόμιζαν ότι επρόκειτο για κάποιους νεοφιλελεύθερους.
Σε κάθε περίπτωση, αυτά περί σοβαρότητας και συγκρότησης, αφορούν ίσως λίγους κεντρώους.
Στον Ταύρο, στο Ζεφύρι, στα Άνω Λιόσια αλλά και ευρύτερα σε λαϊκές περιοχές, ακόμα όμως και σε αστικές, η
σοβαρότητα, τα σκάνδαλα, ο νεποτισμός δεν έχουν σημασία.
Και άλλωστε, ο ασόβαρος Τσίπρας εκλέχθηκε δύο φορές.
Διότι ακριβώς κάποιοι είτε επειδή το πίστεψαν είτε με τη λογική της ζαριάς, ήθελαν τις παροχές που έταζε.
Τώρα, πρακτικά, έχουμε την εφαρμογή Ανδρεϊκο-Σημιτικής πολιτικής.
Δηλαδή, αξιοποίηση των ήδη υψηλών φορολογικών συντελεστών των έμμεσων φόρων(Σαμαρας-Βενιζέλος, Τσίπρας-Καμμένος), καθώς η αύξηση των τιμών έφερε περισσότερα έσοδα. Μόνο από το ΦΠΑ εισπράχθηκαν 21 δις ευρώ έναντι 17 δις ευρώ κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.
Επίσης, δανεισμό με εσωτερικό χρέος, ώστε να μη φαίνεται το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξημένο σε θεσμούς και αγορές, και να κάνει έτσι επεκτατική πολιτική χωρίς να καταλαβαίνει ο ψηφοφόρος ότι τα χρήματα δεν είναι...δωρεάν.
Συγχρόνως, μείωση και ορθώς σε κάποιους άμεσους φόρους, ιδίως σε όσους είμαστε ελεύθεροι επαγγελματίες κλπ. ενώ με τον ΣΥΡΙΖΑ πληρώναμε περισσότερα.
Έτσι, ο ψηφοφόρος έβλεπε εξατομικευμένα ότι πλήρωνε λιγότερο άμεσο φόρο, αλλά συγχρόνως πλήρωνε πολύ περισσότερη έμμεση φορολογία συν το ότι διάφορες ενισχύσεις και παροχές γίνονταν με δανεισμό , άρα μελλοντική επιβάρυνση.
Απλώς, οι έμμεσοι φόροι είναι ενσωματωμένοι στις τιμές των προϊόντων, άρα είναι και πιο απρόσωποι, ενώ τα δανεικά από φορείς και οργανισμούς του δημοσίου, αρκετοί πολίτες δεν τα γνωρίζουν και δεν επιδρούν άμεσα στην καθημερινότητα τους.
Εν ολίγοις, μερίδα ψηφοφόρων αποκτά την αντίληψη ότι το κράτος είναι γαλαντόμο, όχι ότι έχει δανειστεί και ότι εκμεταλλεύεται την υψηλή έμμεση φορολογία.
Περί του εσωτερικού δανεισμού:

Ο παραπάνω πίνακας, περιλαμβάνει το ακαθάριστο δημόσιο χρέος, δηλαδή το χρέος της Κεντρικής Διοίκησης. Βλέπουμε την ανάλωση των δις ευρώ από τα repos, που έχει καταστεί πλέον μακροχρόνιος δανεισμός.
Όμως, ο δείκτης που μετράει δημοσιονομικά για τις αγορές και τους θεσμούς και αντιστοιχεί στις επιδόσεις μίας εθνικης οικονομίας ,αφορά το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης.
Όταν διαβάζει κάποιος π.χ. χρέος 170% του ΑΕΠ, αυτό το δημόσιο χρέος αφορά.
Από αυτό το χρέος που μας ενδιαφέρει, αφαιρούνται τα repos του δημοσίου και ευρύτερα το εσωτερικό χρέος.
Εν ολίγοις, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης είναι περίπου 355 δις ευρώ.
Και όντως, την άνοιξη δημοσιεύτηκαν τα εξής:

Εν ολίγοις, δανειζόμενη μία κυβέρνηση από το εσωτερικό, ουσιαστικά δημιουργεί κρυφό χρέος.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου στα 80'ς, στόχευε πολύ στην έμμεση φορολογία και στα repos, ανεχόμενος την φοροδιαφυγή από την άμεση φορολογία.
Ο λόγος ήταν ότι μπορούσε έτσι να μη γίνεται άμεσα αισθητό από τον πολίτη το αποτέλεσμα, ενώ με τα repos και άλλα εργαλεία, απέφευγε την μεγάλη έκθεση στον εξωτερικό δανεισμό που θα οδηγούσε ακόμα και στο ΔΝΤ.
Η Ελλάς είχε κυρίως εξωτερικό δημόσιο χρέος με αξιολόγηση Α2.
Επίσης, διατηρούσε τον χαμηλότερο ειδικό φόρο κατανάλωσης στα καύσιμα, τον μόνο χαμηλό έμμεσο φόρο, για ευνόητους λόγους.
Τα ίδια συνεχίστηκαν με κάποιες διαφορές και επί Σημίτη αλλά και Καραμανλή.
Την τωρινή τετραετία, είδαμε λοιπόν μία επεκτατική δημοσιονομική πολιτική από κεντροδεξιό κόμμα, με χρήση δανεικών, έμμεση φορολογία και το ότι η ΕΕ επέτρεπε ελλείμματα.
Αν ένα κόμμα υπερφορολογήσει και δώσει μετά παροχές, άμεσα θα έχει πολιτικό κόστος.
Αν ένα κόμμα δανειστεί και στηριχθεί στην έμμεση φορολογία, θα έχει άμεσα πολιτικό κέρδος.
Και οι δύο πολιτικές όμως δεν έχουν σύνεση.
Είναι ειρωνικό δηλαδή αλλά είχαμε αντιστροφή ρόλων.
Οπαδούς του ΣΥΡΙΖΑ να υπερηφανεύονται για τα πρωτογενή πλεονάσματα και την μνημονιακή τους προσήλωση, όταν την ξόρκιζαν πιο πριν και οπαδούς της Νέας Δημοκρατίας να αγνοούν ή να αποδέχονται με θέρμη πολιτικές ΠΑΣΟΚ με άρωμα αριστεράς.
Και το πλέον ειρωνικό είναι ότι τα repos, δηλαδή η συγκέντρωση χρημάτων των φορέων και οργανισμών του δημοσίου υπό την Κεντρική Διοίκηση, ήταν βέβαια γνωστό από το ΠΑΣΟΚ την εποχή της δραχμής, το χρησιμοποίησε λίγο και ο Σαμαράς με τον Βενιζέλο, όμως επί ευρώ έγινε περισσότερο πατέντα ΣΥΡΙΖΑ με Βαρουφάκη και ιδίως Τσακαλώτο.
Αυτοί το έκαναν για άλλο λόγο, να συγκεντρωθεί ένα ποσό για το περίφημο μαξιλάρι, που θα λειτουργούσε ως ασφάλιστρο για την έξοδο στις αγορές.
Η Νέα Δημοκρατία συνέχισε μετά στο ίδιο έργο, χρησιμοποιώντας ήδη τα διαθέσιμα προ πανδημίας.
Ουσιαστικά, ο ΣΥΡΙΖΑ έδωσε το σχοινί στην Νέα Δημοκρατία για να τον κρεμάσει.
Το κριτήριο ήταν η διανομή ρευστού χρήματος, με τίμημα που δεν είναι άμεσα απαιτητό, συν ίσως και κάποιες πινελιές με Πιερρακάκη περί γραφειοκρατίας.
Όμως, κατά κανόνα η οικειοποίηση εργαλείων της κεντροαριστεράς, έφερε την νίκη. Κάτι που είχε κανει ο επίσης νικητής Κώστας Καραμανλής.
Τα θέματα σοβαρότητας ή σοβαροφάνειας ήταν ξεκάθαρα από το 2019.
Ωστόσο, με βάση το τι επίκειται, προβλέψεις έστω για σαραντάρια δεν είναι απλές.
Πλέον υπάρχουν:
α) Στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα. Θα έλεγε κάποιος ότι θα το χρηματοδοτήσει ουσιαστικά η πολιτική επενδύσεων. Μόνο που το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών είναι βαθέως ελλειμματικό ακόμα και χωρίς τα καύσιμα, ενώ το παραγωγικό πρότυπο της χώρας εξακολουθεί να στηρίζεται σε κατοικίες και τουρισμό. Καλοδεχούμενα, αλλά δεν αρκούν.
β) Μείωση των επιδοτήσεων από τον κρατικό προϋπολογισμό, από τα 9 δις ευρώ στα 4 δις ευρώ.
γ) Μείωση του ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ, από 5% σε 2%.
δ) Ανάλωση διαθεσίμων φορέων και οργανισμών του δημοσίου 40-50 δις ευρώ, χρήματα δανεικά.
Όλα αυτά απαιτούν περιοριστική πολιτική, η οποία ήδη έχει ξεκινήσει(βλέπε και β)).
Η εξίσωση δεν θα είναι απλή και είναι σημαντικό να ανακτηθεί η επενδυτική βαθμίδα, να πετύχει ο τουρισμός, να πετύχουν διάφορες επενδύσεις και υπό το Ταμείο Ανάκαμψης.