http://pluton22.blogspot.gr/2013/04/blog-post_13.html
https://www.youtube.com/watch?v=Ib7QVnicRt0



Η κατάδυση στην κόλαση
Παρά την ύπαρξη εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων στα παράλια και –λιγότερο- στην ενδοχώρα της Μικράσίας, η όλη εκστρατεία του 1919-1922 υπήρξε ευθύς εξαρχής ένα καθαρά τυχοδιωκτικό και σε μεγάλο βαθμό παράλογο εγχείρημα, που υποτιμούσε (ουσιαστικά διέγραφε από το χάρτη) τους πολύ μεγαλύτερους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της περιοχής. Το αρχικό αίτημα του Βενιζέλου προς το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο αφορούσε μια ζώνη κατά μήκος όλων των δυτικών παραλίων της Μ. Ασίας, από την Πάνορμο της Προποντίδας ως την περιοχή του Κας απέναντι από το Καστελόριζο, με πληθυσμό (σύμφωνα με τον ίδιο) 818.221 Έλληνες και 1.042.050 Τούρκους, στους οποίους θα έπρεπε να προστεθούν επίσης τουλάχιστον 100.000 Αρμένιοι, Εβραίοι και Λεβαντίνοι. Προκειμένου να διασκεδαστούν ανεπιθύμητες εντυπώσεις, ο έλληνας πρωθυπουργός προσέθετε στα παραπάνω νούμερα τον πληθυσμό των -ήδη ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου- και των -ιταλοκρατούμενων- Δωδεκανήσων (370.000 Έλληνες έναντι 25.000 Τούρκων), με το αμφιλεγόμενο επιχείρημα ότι τα νησιά αυτά «αποτελούν γεωγραφικά και οικονομικά τμήμα της Μικράς Ασίας»· επιπλέον, τόσο στο υπόμνημά του προς τη Συνδιάσκεψη του Παρισιού όσο και στις κατ' ιδίαν συζητήσεις του με τον βρετανό ομόλογό του Λόιντ Τζορτζ, εισηγούνταν την ταυτόχρονη «ενθάρρυνση» της αμοιβαίας «μετανάστευσης» των εκατέρωθεν αλλοεθνών πληθυσμών, ώστε να επιτευχθούν η επιθυμητή εθνολογική ομοιογένεια κι ο εξελληνισμός της περιοχής. Στη ζώνη της Σμύρνης που η συνθήκη των Σεβρών επιδίκασε τελικά -προσωρινά- στην Ελλάδα, το 1920 κατοικούσαν σύμφωνα με τους επίσημους ελληνικούς και ισχυρισμούς 468.909 Έλληνες, 473.984 Τούρκοι και 69.204 άτομα θρησκευτικών κοινοτήτων – ποσοστά 46,3%, 46,8% και 6,7% αντίστοιχα.
Η απόρρητη απογραφή της ελληνικής διοίκησης για την ίδια περιοχή στα μέσα του 1921 θα δώσει ωστόσο αποτελέσματα λιγότερο βολικά για την αλυτρωτική επιχειρηματολογία, καθώς οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν την απόλυτη πλειοψηφία του πληθυσμού ενώ οι Έλληνες δεν ξεπερνούσαν το 40%. Ακόμη πιο απελπιστικός για την ελληνική προσπάθεια ήταν ο εθνολογικός συσχετισμός στην ενδοχώρα, παρ' όλες τις φιλότιμες προσπάθειες ελλήνων εθνικιστών διανοουμένων να εξαφανίσουν στατιστικά το κυρίαρχο τουρκομουσουλμανικό στοιχείο μέσα από την ανακάλυψη «τουρκοφανών» και «μουσουλμανοφανών» εθνοτήτων όπως οι Ζεϊμπέκηδες, οι Κιζιλμπασήδες, οι «Ίσαυροι», οι Γιουρούκοι, οι Βόσνιοι, οι «τουρκοφανείς Λυκάονες», οι «τουρκοφανείς Λύκιοι» και -φυσικά- οι Πομάκοι. Προορισμένες για εσωτερική κατανάλωση και αναπτέρωση του εθνικού φρονήματος, οι ασκήσεις αυτές επί εθνολογικού χάρτου δεν είχαν την παραμικρή σημασία επί του πεδίου της (πραγματικής) αναμέτρησης.
Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι και μη μουσουλμανικές εθνότητες που εκ των υστέρων εγγράφονται στη συλλογική μνήμη σαν «σύμμαχες» (αν όχι «αδελφές»), όπως οι Αρμένιοι, στην πραγματικότητα αποτελούσαν όχι σύμμαχο αλλά ανταγωνιστή του ελληνικού πληθυσμού στη μακροχρόνια διαπάλη τους για επικράτηση στις τοπικές αγορές. Αρκετά αποκαλυπτική μπορεί να θεωρηθεί επ' αυτού η αίτηση της ελληνικής κοινότητας της Τραπεζούντας προς τους Συμμάχους, το Φεβρουάριο του 1921, να παραμείνει η περιοχή τους στην οθωμανική επικράτεια και να μην προσαρτηθεί «επ' ουδενί» στη νεοσύστατη Δημοκρατία της Αρμενίας: «Η Τραπεζούντα και τα περίχωρα της ανήκουν άμεσα στους Έλληνες και Τούρκους, φίλους λαούς από αρχαιοτάτων χρόνων», διαβάζουμε στο κείμενο της έκκλησης, που καταγγέλλει «τα λεγόμενα δημοσιεύματα εφημερίδων ορισμένων ανεύθυνων κύκλων» περί του αντιθέτου. Όσο για τους (μουσουλμάνους) Κούρδους, μεγάλο μέρος των οποίων επανδρώνει τις ομάδες κρούσης αρχικά των Νεότουρκων και στη συνέχεια των κεμαλικών, αυτοί κατατάσσονται αναφανδόν στις «θηριώδεις και βάρβαρες ορδές» που έχουν αναλάβει την καταστροφή του ελληνικού (και γενικότερα του χριστιανικού) στοιχείου.
Τ. Κωστόπουλος, Πόλεμος και Εθνοκάθαρση, Αθήνα 2007, σ. 91-93


