Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 25 Φεβ 2023, 15:03
Η ανάσχεση της κατακτητικής ορμής και το τέλος του ιερού πολέμου
Στα μέσα του 16ου αι. μετά τις κατακτήσεις του Κουρδιστάν και της Μεσοποταμίας (1514), της Συρίας (1516) και της Αιγύπτου (1517) από τον Σελίμ Α ́ (1512 - 1520), της Βαγδάτης (1532), της Αρμενίας, της Γεωργίας και του Αζερπαϊτζάν ύστερα από τη μάχη της Ταυρίδος (1536) από τον Σουλειμάν Α ́ (1520 - 1566), καθώς και με την επέκταση του κράτους ως την Ουγγαρία (οθωμανική επαρχία το 1540) και το Τεμεσβάρ (1551), ο κύκλος των μεγάλων κατακτήσεων έχει κλείσει.
Η ισχυρή δυναστεία των Σαφαβιδών της Περσίας εμπόδισε τα οθωμανικά στρατεύματα να προχωρήσουν μέσα από το υψίπεδο του Ιράν και να φθάσουν στις Ινδίες, ενώ τα ανώτερα σε ναυτική εμπειρία πλοία των Πορτογάλων απομάκρυναν το μουσουλμανικό ναυτικό από τα ύδατα του Ινδικού ωκεανού. Στα βόρεια, εκτός από ένα μέρος της κριμαϊκής ακτής που περιήλθε υπό την άμεση οθωμανική διοίκηση, η προέλαση των ρωσικών στρατευμάτων ανέκοψε την επέκταση των Οθωμανών προς τον βόρειο Καύκασο, την Κασπία και τη δυτική Σιβηρία. Στην Αφρική η έρημος και οι δυσμενείς κλιματολογικές συνθήκες αποδείχθηκαν ανυπέρβλητα εμπόδια, ενώ στη Μεσόγειο η θαλάσσια κυριαρχία, μετά κάποιες αξιοσημείωτες επιτυχίες των Οθωμανών, πέρασε στις ναυτικές χώρες της Δύσεως.
Το όνειρο των τουρκικών προφητειών που συνοψιζόταν στη φράση κάθε νέου σουλτάνου προς τους γενιτσάρους : «θα ξανασυναντηθούμε στο Κόκκινο Μήλο» (δηλαδή τη Ρώμη) ποτέ δεν θα γινόταν πραγματικότητα. Τα όρια της αυτοκρατορίας είχαν σχεδόν διαμορφωθεί και στην πραγματικότητα ο ιερός πόλεμος είχε λήξει. Παρ' όλα αυτά, οι σουλτάνοι αισθάνονταν την ανάγκη να διατηρούν ζωντανή την ιδέα του ιερού πολέμου και συνεχώς να την αναθερμαίνουν, αφού αυτό ήταν ζήτημα επιβιώσεως.
Η ιστορία του οθωμανικού κράτους μπορεί να διακριθεί σε δύο περιόδους: την πρώτη της επεκτάσεως του, που διαρκεί δυόμισι και πλέον αιώνες και φθάνει ως το α' ήμισυ του 16ου αι. με τη συγκρότηση μιας μεγάλης αυτοκρατορίας, και τη δεύτερη της παρακμής, που καλύπτει όλους τους επόμενους αιώνες της υπάρξεως του, κατά τους οποίους τους θεσμούς που παρακμάζουν αντικαθιστούν κάποιοι άλλοι. Συμβατικό όριο μεταξύ των δύο αυτών μεγάλων περιόδων θεωρείται το 1566, έτος θανάτου του σουλτάνου Σουλεϊμάν Α' του Μεγαλοπρεπούς. Εκείνο που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την πρώτη περίοδο είναι η απόλυτη εξουσία του σουλτάνου και η στέρεη κρατική οργάνωση. Το κράτος όμως αυτό, το οποίο είχε προκαλέσει τον θαυμασμό των χριστιανικών δυνάμεων της Δύσεως για την ισχύ που διέθετε, την ασφάλεια που είχε επιτύχει να εδραιώσει σε όλη την επικράτεια, τη θρησκευτική του ανοχή την εποχή που στην Ευρώπη άρχιζαν οι θρησκευτικοί πόλεμοι), τις ίσες ευκαιρίες και την απρόσκοπτη σταδιοδρομία για τους Οθωμανούς, κατά βάση ήταν ένα κράτος μεσαιωνικό, το τελευταίο κράτος του μεσογειακού κόσμου.
Από το β' ήμισυ του 16ου αι., με την απότομη κάμψη των κατακτήσεων, το πνεύμα του ιερού πολέμου, που φαινόταν ο πρωταρχικός λόγος υπάρξεως της αυτοκρατορίας, έπαψε να αποτελεί πηγή εμπνεύσεως των μαχητών της πίστεως, ενώ τα Ισλαμικά ιδεώδη που ως τότε στρέφονταν αποκλειστικά προς τη λατρεία του Αλλάχ αποπροσανατολίστηκαν. Οι Τούρκοι, που είχαν πιστέψει από τότε που το κράτος τους είχε γίνει το ισχυρότερο από όλα τα ισλαμικά κράτη ότι αυτοί ήταν προορισμένοι να πραγματοποιήσουν το ιδανικό του ισλαμικού κόσμου, δηλαδή τη διάδοση της θρησκείας στον κόσμο του πολέμου, μετά το τέλος των κατακτήσεων δεν κατόρθωσαν ούτε να δημιουργήσουν νέα ιδανικά ικανά να υποκαταστήσουν το ιδανικό του ιερού πολέμου, αλλά ούτε και να ενστερνισθούν τα ιδανικά του δυτικού κόσμου. Οι Οθωμανοί επαίρονταν για το μεγαλείο της ισλαμικής παραδόσεως, της οποίας ήταν οι επίγονοι, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι η παράδοση αυτή είχε πια χάσει το δυναμισμό της, καθώς είχε απονεκρωθεί και είχε γίνει σχηματική. Τα πανεπιστήμια της Κωνσταντινουπόλεως μπορεί να έφθασαν να είναι τα μεγαλύτερα του μουσουλμανικού κόσμου και οι βιβλιοθήκες να διαφύλαξαν απειράριθμα αραβικά, περσικά και τουρκικά χειρόγραφα, που δείχνουν ένα καταπληκτικό ζήλο μαθήσεως, έμειναν όμως ξένα από τις σπουδές εκείνες που θα συντελούσαν στην ανακαίνιση του κράτους. Βέβαια υπήρξαν και εξαιρέσεις. Φωτισμένοι Τούρκοι επισήμαναν τους κινδύνους, χωρίς όμως κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα: το 1630 ο Kuşi Bey, ο Τούρκος αυτός Μοντεσκιέ, κατά τον Γερμανό ιστορικό Hammer, σε μια πραγματεία του αναφέρθηκε στα συγκεκριμένα αίτια παρακμής του κράτους. Ένας άλλος, ο Katib Çelebi (1609-1657), ένας από τους μεγαλύτερους εκφραστές της τουρκικής σκέψεως, καταγγέλλοντας την παρακμή του ακαδημαϊκού κόσμου της πρωτεύουσας και αποδίδοντας την κρίση στο ότι όλη η διανόηση είναι στραμμένη προς το θείο αντί προς το ανθρώπινο, διακηρύσσει ότι, όπως για το πέταγμα είναι απαραίτητα δύο φτερά, έτσι και για την πρόοδο είναι αναγκαίες τόσο οι θεολογικές όσο και οι φυσικές επιστήμες. Αυτός έκανε το πρώτο αξιοσημείωτο βήμα προς τη δυτική γνώση, χωρίς μολαταύτα να προχωρήσει πιο πέρα από τη γεωγραφία. Όσο όμως γινόταν μεγαλύτερη η αδυναμία του κρα τους να αντιμετωπίσει τους εχθρούς του και η ευρωπαϊκή υπεροχή εμφανέστερη, τόσο και η ανάγκη της στροφής προς τα επιτεύγματα της Δύσεως φαινόταν επιτακτικότερη. Η εισαγωγή ωστόσο των νέων ιδεών υπήρξε άτολμη και η αντίδραση μεγάλη. Από τις επιστήμες καλλιεργήθηκαν, σε επίπεδο που ελάχιστα ξεπέρασε το εμπειρικό, η γεωγραφία, η ιατρική και τα μαθηματικά (τα τελευταία γιατί ήταν χρήσιμα στις στρατιωτικές σπουδές). Ωθούμενοι οι Οθωμανοί από το τόσο χαρακτηριστικό του Ισλάμ ωφελιμιστικό πνεύμα έστρεψαν την προσοχή τους μόνο προς ό,τι μπορούσαν να αφομοιώσουν, προς ό,τι είχε πρακτική αξία, όπως καταναλωτικά αγαθά, τεχνικές εφευρέσεις. Οι μεγάλες μάζες κρατήθηκαν από την ίδια νοοτροπία αμόρφωτες. Η τυπογραφία, καθώς το Κοράνι θεωρήθηκε το μοναδικό βιβλίο, έφθασε πολύ αργά, με πρώτο τυπωμένο στην τουρκική βιβλίο το 1729· οι ξένες γλώσσες απαγορεύονταν, με συνέπεια χριστιανοί, και από τις αρχές του 18ου αι. σχεδόν αποκλειστικά Φαναριώτες, να χρησιμοποιούνται ως διερμηνείς και διπλωμάτες.
0 .