ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ (ΣΗΕΙΩΣΕΙΣ)

Σημειώσεις για τα μαθήματα και παλιά θέματα.
Άβαταρ μέλους
Adminović
Sloboda Narodu
Sloboda Narodu
Δημοσιεύσεις: 15406
Τοποθεσία: F.R. Liberland

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ (ΣΗΕΙΩΣΕΙΣ)

Δημοσίευσηαπό Adminović » 19 Σεπ 2015, 11:03

Το δίκαιο διακρίνεται σε Δημόσιο και Ιδιωτικό.


Δημόσιο δίκαιο
1. Συνταγματικό Δίκαιο
2. Διοικητικό Δίκαιο
3. Ποινικό Δίκαιο
4. Εκκλησιαστικό Δίκαιο

Ιδιωτικό δίκαιο
1. Αστικό Δίκαιο
2. Εμπορικό Δίκαιο
3. Εργατικό Δίκαιο
4. Δίκαιο Διανοητικής Ιδιοκτησίας
5. Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο

Το Αστικό Δίκαιο περαιτέρω διακρίνεται σε:

Αστικό Δίκαιο
1. Γενικές Αρχές
2. Ενοχικό
3. Εμπράγματο
4. Οικογενειακό
5. Κληρονομικό


ΠΗΓΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Α) Πρωτογενείς
ΝΟΜΟΣ: τυπικός νόμος είναι αυτός που θεσπίζεται από το νομοθετικό όργανο, ουσιαστικός νόμος είναι κάθε κανόνας δικαίου της έννομης τάξης, ασχετα από την τυπική ισχύ του και τον τρόπο με τον οποίο εντάσσεται στην έννομη τάξη
ΕΘΙΜΟ: άγραφος κανόνας δικαίου που δημιουργείται χάρη στη μακρά και ομοιόμορφη τήρηση μιας ορισμένης συμπεριφορας από τα μέλη μιας κοινωνίας με την πεποίθηση ότι τηρούν κανόνα δικαίου

Β) Δευτερογενείς
Το δίκαιο ορισμένες φορές παραπέμπει σε παραγγέλματα της ηθικής που γίνονται πηγες δικαίου και των οποίων η τήρηση επιβαλλεται με καταναγκασμό. Πχ καλή πίστη, συναλλακτικά ήθη, χρηστά ήθη.

Νομολογία: Το σύνολό των λύσεων που δίνουν τα δικαστήρια στις διαφορες υποθέσεις. Αν και λαμβάνεται υπ' όψιν σε όλα τα δικαστήρια, δεν ανήκει στις πηγες δικαίου.

Η έναρξη εφαρμογής του νόμου είναι 10 μέρες από τη δημοσίευσή του στη Φ.Ε.Κ, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις διαταξεις του. Καθε νόμος ορίζει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική δύναμή, εκτός αν ορίζεται διαφοερτικά και μόνο για τις περιπτώσεις που το επιτρέπει το Σύνταγμα. Η μη αναδρομικότητα που προβλέπεται στο άρθρο 2 ΑΚ έχει ισχύ τυπικού νόμου και συνεπώς μπορεί να αλλάξει με νεότερο νόμο.


Οι Γενικές Αρχές περιλαμβάνουν τα άρθρα 1-3 & 34-286 του Αστικού Κώδικα.


Πρόσωπα
Χωρίζονται σε α) φυσικά β) νομικά.


Α) Φυσικά πρόσωπα
Φύσικο πρόσωπο είναι κάθε άνθρωπος. Ικανότητα δικαίου (34 ΑΚ) έχουν όλα τα φυσικά πρόσωπα ακόμα και ως έμβρυα (υπό την προϋπόθεση ότι θα γεννηθούν ζωντανά). Σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι φορείς δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και καταστάσεων, από την εμβρυακή κατάσταση και άσχετα αν μπορούν ή δεν μπορούν οι ίδιοι να ασκήσουν αυτά τα δικαιώματα ή να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους (αυτό εξαρτάται από την δικαιοπρακτική ικανότητα).

Δικαιοπρακτική ικανότητα (127 ΑΚ επ.)
Είναι η ικανότητα του ατόμου να μετέχει στη διαμόρφωση έννομων σχέσεων, σε σχέσεις δηλαδή που παράγουν κάποιο νόμιμο αποτέλεσμα ή έχουν κάποια σημασία για την έννομη τάξη.
ΑΚ 128: ορισμός δικαιοπρακτικά ανίκανου
ΑΚ 129: ορισμός περιορισμένα δικαιοπρακτικά ανίκανου
ΑΚ 131: ορισμός παροδικά ανίκανου (περίπτωση μέθης, τοξικομανίας κ.λ.π.)
Οι συνέπειες του άρθρου αυτού αναφέρονται στην 132 ΑΚ. Τα άρθρα 134-136 ορίζουν τις δικαιοπραξίες που μπορούν να καταρτίζουν οι ανήλικοι κατά ηλικία.
ΑΚ 134: Ο ανήλικος άνω των 10 ετών καταρτίζει δικαιοπραξίες που του προσδίδουν μόνο έννομο όφελος, δεν επιβαρύνεται με υποχρεώσεις.
ΑΚ 135: Ο ανήλικος άνω των 14 διαθέτει ελεύθερα ότι κερδίζει.
ΑΚ 136: Ο ανήλικος άνω των 15 έχει δικαίωμα να εργαστεί.
Καταρτιθείσα δικαιοπραξία από δικαιοπρακτικά ανίκανο συνεπάγεται την ακυρότητα της.

Το τέλος ενός φυσικού προσώπου επέρχεται με τον εγκεφαλικό θάνατο.

Αφάνεια
Ρυθμίζεται από την ΑΚ 40. Αναφέρονται οι προυποθέσεις γα την κήρυξη του προσώπου σε αφάνεια. Αποτελεί νόμιμο τεκμήριο θανάτου με όλες τις σχετικές συνέπειες (κληρονομικά δικαιώματα, συνταξιοδότηση συζύγου κ.λ.π.). Τέλος αποτελεί λόγο διαζυγίου καθώς ο γάμος δε διαλύεται αυτοδικαίως.

Αξιώσεις από την προσβολή της προσωπικότητας
α) άρση της προσβολής (57§1 ΑΚ)
β) μη επανάληψη της προσβολής στο μέλλον (57§1 ΑΚ)
γ) αποζημίωση εφόσον συντρέχουν οι όροι των 914 επ, δηλαδή παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά και ζημία (57§2 ΑΚ)
δ) ικανοποίηση ηθικής βλάβης (59 ΑΚ) (διαφέρει ως προς τα 914 επ. στο ότι δεν απαιτείται η απόδειξη της υπαιτιότητας και στον χρόνο παραγραφής)

Β) Νομικά πρόσωπα
Διακρίνονται σε:
1)νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ π.χ. το Κράτος, η Εκκλησία, το ΙΚΑ)
2)νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ π.χ. εμπορικές εταιρίες)
3)νομικά πρόσωπα μικτής φύσης - άλλοτε ενεργούν σαν πρόσωπα δ.δ. και άλλοτε σαν πρόσωπα ι.δ. (π.χ. ΤτΕ)
Ειδικότερα τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ΑΚ διακρίνονται σε:
Α) Σωματεία (ΑΚ 78 επ.)
Β) Ενώσεις προσώπων που δεν αποτελούν σωματείο (ΑΚ 107)
Γ) Ιδρύματα (ΑΚ 108 επ.)
Δ) Επιτροπή εράνων και αστική εταιρία (ΑΚ 122 επ.)
Τα νομικά πρόσωπα έχουν αρχή και τέλος, ικανότητα δικαίου και πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα. Οι δικαιοπραξίες καταρτίζονται κάθε φορά από τα αρμόδια όργανα του προσώπου. Το τέλος τους συνήθως ρυθμίζεται από τον νόμο.


Διάκριση δικαιοπραξιών
Α. Μονομερείς και πολυμερείς.
Α) Οι μονομερείς περιέχουν τη δήλωση βούλησης ενός μόνο προσώπου. Υποδιαιρούνται σε απευθυντέες και μη απευθυντέες.
Στις απευθυντέες απαιτείται η περιέλευση της δήλωσης βούλησης σε κάποιο πρόσωπο (π.χ. δωρεά).
Στις μη απευθυντέες δεν απαιτείται αυτή η περιέλευση (π.χ. διαθήκη).
Β) Οι πολυμερείς περιέχουν περισσότερες δηλώσεις βούλησης.
Υποδιαιρούνται σε:
-Συμβάσεις
-Συνδικαιοπραξίες
-Συλλογικές πράξεις (πχ πράξη ίδρυσης σωματείου)

Β. Εν ζωή και αιτία θανάτου
Α) Στις εν ζωή τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας αναπτύσσονται όσο ζει ο δικαιοπρακτών.
Β) Στις αιτία θανάτου τα αποτελέσματα αναπτύσσονται μετά το θάνατο του δικαιοπρακτούντος.

Γ. Προσωπικού και περιουσιακού δικαίου

Δ. Ενοχικές και εμπράγματες
Α) Στις ενοχικές μεταβιβάζεται, αλλοιώνεται, καταργείται ενοχικό δικαίωμα.
Β) Στις εμπράγματες μεταβιβάζεται, αλλοιώνεται, καταργείται εμπράγματο δικαίωμα.
Οι ενοχικές δικαιοπραξίες είναι ταυτόχρονα υποσχετικές, ενώ οι εμπράγματες εκποιητικές.

Ε. Εκποιητικές και μη εκποιητικές
Α) Με τις εκποιητικές πραγματοποιείται περιουσιακή μετακίνηση.
Β) Με τις μη εκποιητικές δεν πραγματοποιείται τέτοια μετακίνηση.

ΣΤ. Επαχθείς και χαριστικές
Α) Στις επαχθείς δικαιοπραξίες η επίδοση γίνεται με αντάλλαγμα (π.χ. πώληση).
Β) Στις χαριστικές γίνεται χωρίς αντάλλαγμα (π.χ. δωρεά).

Ζ. Αιτιώδεις και αναιτιώδεις
Α) Αιτιώδεις είναι οι δικαιοπραξίες που εξαρτώνται από έναν άλλο νομικό όρο, που ονομάζεται αιτία.
Π.χ. η μεταβίβαση κυριότητας εξαρτάται από την πώληση του πράγματος, οπότε είναι αιτιώδης δικαιοπραξία.
Β) Αντίθετα οι αναιτιώδεις δεν εξαρτώνται από κάποιον όρο-αιτία.

Η. Τυπικές και άτυπες
Α) Τυπικές δικαιοπραξίες είναι εκείνες για τις οποίες απαιτείται τύπος. Η μη τήρηση του τύπου συνεπάγεται ακυρότητα.
Β) Στις άτυπες ο τύπος δεν είναι αναγκαίος. Ωστόσο πολλές φορές τηρείται κάποιος τύπος, ώστε να υπάρχει σαν αποδεικτικό στοιχείο.

Θ. Συναινετικές και παραδοτικές
Στις παραδοτικές απαιτείται η παράδοση πράγματος ενώ στις συναινετικές όχι.

Ι. Αμφοτεροβαρείς και ετεροβαρείς
Α) Στις αμφοτεροβαρείς δημιουργείται υποχρέωση και στα δύο συμβαλλόμενα μέρη.
Β) Στις ετεροβαρείς δημιουργείται υποχρέωση μόνο στο ένα μέρος.

ΙΑ. Ελεύθερες και αναγκαστικές
Οι ελεύθερες είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης, οι αναγκαστικές είναι εκ του νόμου.
0 .
Ο ψεκασμός είναι υγεία, είναι πολιτισμός!

Σκοτώνει βακτήρια, ιούς, μύκητες, ζιζάνια, καθώς και πάσης φύσεως παράσιτα
. :yesyes:

Άβαταρ μέλους
Adminović
Sloboda Narodu
Sloboda Narodu
Δημοσιεύσεις: 15406
Τοποθεσία: F.R. Liberland

Re: ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ (ΣΗΕΙΩΣΕΙΣ)

Δημοσίευσηαπό Adminović » 20 Σεπ 2015, 05:02

Ειδικότερα για τα νομικά πρόσωπα:


Α. Έννοια νομικού προσώπου
Ένωση προσώπων ή σύνολο περιουσίας που επιδιώκει ή εξυπηρετεί ορισμένο σκοπό και έχει αναχθεί από το νόμο σε υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. →Δύο είναι οι βασικές μορφές των ν.π.:
i. Η ένωση προσώπων
ii. Το σύνολο περιουσίας.

Β. Είδη ν.π.
Το κριτήριο της διάκρισης αμφισβητείται. Σημασία της διάκρισης: Ποιο δίκαιο τα διέπει (δημόσιο ή ιδιωτικό)
i. Νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου
ii. Νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου
iii. Νομικά πρόσωπα μικτής φύσεως

Γ. Ειδικότερα τα ν.π. ιδιωτικού δικαίου
Ν.π. αστικού δικαίου (σωματεία, ιδρύματα, ερανικές επιτροπές και οι αστικές εταιρείες)– ν.π. εμπορικού δικαίου (ομόρρυθμη, ετερόρρυθμη, ανώνυμη, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης κλπ)
Στο πλαίσιο των Γενικών Αρχών θα ασχοληθούμε μόνο με τα ν.π. αστικού δικαίου.
Αρχή της ελεύθερης σύστασης ν.π. ιδιωτικού δικαίου (εκδήλωση της ιδιωτικής αυτονομίας)• ειδικά για τα σωματεία βλ. άρθρ. 12 Σ. Περιορισμοί:
i. Αρχή του κλειστού αριθμού των τύπων ν.π = οι ιδιώτες είναι ελεύθεροι να ιδρύσουν ν.π, επιλέγοντας κάποιον από τους νομοθετικά προβλεπόμενους τύπους ν.π.
ii. Τήρηση των νομoθετικά προβλεπόμενων προϋποθέσεων για τη σύσταση ν.π.

Δ. Ικανότητα δικαίου ν.π. (ΑΚ 61)
Περιορισμένη σε σχέση με αυτήν του φυσικού προσώπου. Όρια:
i. Η φύση του ν.π. ΑΚ 62 (π.χ. δεν μπορεί το ν.π. να είναι υποκείμενο οικογενειακών σχέσεων)
ii. Ειδικές διατάξεις νόμου (π.χ. ΑΚ 72 β΄ κατά το στάδιο της εκκαθάρισης)
iii. Ο σκοπός του ν.π. (αμφ.)
Παράδειγμα
Το σωματείο Σ, το οποίο κατά το καταστατικό του έχει σκοπό την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, δωρίζει και παραδίδει στην Γ, Γραμματέα του Σ, ένα ζωγραφικό πίνακα. Η δωρεά του πίνακα είναι άκυρη, γιατί βρίσκεται έξω από το σκοπό του Σ, συνεπώς το τελευταίο δεν έχει τη σχετική ικανότητα δικαίου.
Πάντως στο ίδιο αποτέλεσμα -ακυρότητα της δωρεάς- καταλήγει και η αντίθετη άποψη κατά την οποία ο σκοπός δεν περιορίζει την ικανότητα δικαίου του ν.π. Βλ. παρακάτω.


ΙΙ. Γενικές διατάξεις για τα νομικά πρόσωπα (ΑΚ 61 -77)
Έναρξη – Τέλος του ν.π.
Α. Σύσταση ν.π.
Σύσταση ν.π. → Έναρξη της προσωπικότητας (ικανότητας δικαίου) του ν.π.
Η σύσταση επέρχεται με την ολοκλήρωση των νομοθετικά προβλεπόμενων για κάθε τύπο ν.π. προϋποθέσεων.
Διάταξη που να αναγνωρίζει έστω περιορισμένη ικανότητα δικαίου στο ν.π. πριν τη σύστασή του δεν υπάρχει (αντίθ. ΑΚ 36 για το φυσικό πρόσωπο – κυοφορούμενος). Βλ. όμως ειδικά για το ίδρυμα ΑΚ 114 (“Ίδρυμα που συνιστάται μετά το θάνατο του ιδρυτή θεωρείται ότι υφίσταται κατά το χρόνο του θανάτου του ως προς την περιουσία που έχει ταχθεί υπέρ του ιδρύματος”).
Κοινές σε όλους τους τύπους ν.π. προϋποθέσεις: α. Συστατική πράξη (έγγραφη) β. Καταστατικό ή οργανισμός (έγγραφος) (ΑΚ 63) γ. Δημοσιότητα συστατικής πράξης και καταστατικού ή οργανισμού (προκύπτει όχι από τις γενικές αλλά από τις ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν κάθε τύπο ν.π.).
Β. Τέλος του ν.π.
Διάλυση (οι λόγοι εξαρτώνται από το κάθε είδος ν.π.) και εκκαθάριση (ΑΚ 72α΄) → Τέλος ν.π. .
Έννοια εκκαθάρισης: η διαδικασία διαπίστωσης του ενεργητικού και του παθητικού της περιουσίας του ν.π., εξόφλησης των χρεών και απόδοσης του τυχόν υπολοίπου στον κατά το άρθρ. 77 ΑΚ δικαιούχο.
Γ. Στοιχεία εξατομίκευσης του νομικού προσώπου
Επωνυμία (Προσδιορίζεται ήδη κατά τη σύσταση)
Έδρα ΑΚ 64. Σε περίπτωση διάστασης ανάμεσα στην καταστατική και την πραγματική έδρα του ν.π. επικρατεί η πρώτη (κρ. γνώμη)
Παράδειγμα
Ο Δ θέλει να εναγάγει τι σωματείο Σ, το οποίο του οφείλει χρήματα λόγω δανείου. Για να εξατομικεύσει ο Δ το Σ στο δικόγραφο της αγωγής θα αναφέρει την επωνυμία και την έδρα του ν.π. Κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αγωγής του Δ σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 25 παρ.2 ΚΠολΔ είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα του το εναγόμενο ν.π.. Έτσι, αν π.χ. το Σ έχει την έδρα του στην Πάτρα, κατά τόπο αρμόδια για την εκδίκαση της διαφοράς είναι τα δικαστήρια της Πάτρας.

Δ. Διοίκηση
Η Διοίκηση είναι το απαραίτητο όργανο κάθε νομικού προσώπου ΑΠ 1130/1993 ΕλλΔνη1994,1366 → Αν το ν.π. δεν έχει Διοίκηση ή η Διοίκηση που υπάρχει δεν μπορεί να ασκήσει το λειτούργημά της, το δικαστήριο ορίζει προσωρινή Διοίκηση (ΑΚ 69) για την κάλυψη των επειγουσών αναγκών και την σύντομη σύγκληση Γενικής συνέλευσης για εκλογή νέας Διοίκησης.
α. Εξουσίες της Διοίκησης (ΑΚ 67)
i. Διαχείριση των υποθέσεων του νομικού προσώπου (εσωτερική πλευρά της εξουσίας)
ii. Εκπροσώπηση έναντι τρίτων (εξωτερική πλευρά της εξουσίας)
Οι εξουσίες αυτές ασκούνται αυτοπροσώπως. Εξαίρεση:
1. Υποκατάσταση, δηλαδή μεταβίβαση των εξουσιών της Διοίκησης -ανάθεσή τους σε άλλον χωρίς εξάρτηση από τη Διοίκηση-. Αυτή καταρχήν απαγορεύεται, μπορεί όμως η συστατική πράξη ή το καταστατικό να προβλέπουν την υποκατάσταση (ΑΚ 67.2).
2. Ιδιαίτερο πρόσωπο. Ορισμένες εξουσίες μπορούν να ανατεθούν από τη συστατική πράξη ή το καταστατικό σε ιδιαίτερο πρόσωπο (ΑΚ 68παρ.1)
Οι δύο αυτές δυνατότητες συνήθως προβλέπονται από τα καταστατικά των ν.π. για τη διευκόλυνση της λειτουργίας ιδίως πολυμελών Διοικήσεων.
Α. Διαχείριση των υποθέσεων
Γίνεται με αποφάσεις της Διοίκησης που λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο στη συστατική πράξη ή στο καταστατικό (ΑΚ 65.2). Προσοχή ΑΚ 66. Πότε μέλος της Διοίκησης δεν δικαιούται να ψηφίσει. Κανόνας αναγκαστικού δικαίου. Τελολογική συστολή (αμφ)= Δεν καταλαμβάνει η διάταξη τις χαριστικές προς το ν.π. δικαιοπραξίες του μέλους και των άλλων προσώπων που αναφέρει η ΑΚ 66.
Παράδειγμα
Η πενταμελής Διοίκηση του σωματείου Σ έλαβε την απόφαση με ψήφους τρεις υπέρ και δύο κατά να μισθώσει χώρο για γραφεία τα οποία ανήκουν κατά κυριότητα στη σύζυγο του Π, προέδρου της Διοίκησης του Σ. Υπέρ της μίσθωσης ψήφισε και ο Π. Η απόφαση δεν δεσμεύει το Σ. Σύμφωνα με το άρθρ. 66 ΑΚ δεν συνυπολογίζεται η ψήφος του Π. Συνεπώς ελλείψει πλειοψηφίας δεν υφίσταται απόφαση της Διοίκησης.
Β. Εκπροσώπηση του νομικού προσώπου
Περιλαμβάνει τις προς τους τρίτους απαραίτητες ενέργειες για την εκτέλεση των αποφάσεων που ελήφθησαν από τη Διοίκηση (π.χ. δικαιοπραξίες, υλικές ενέργειες).
Προσοχή: Η Διοίκηση κατά την εκπροσώπηση του ν.π. δεν ενεργεί ως αντιπρόσωπος (με την έννοια της αντιπροσώπευσης κατά τα άρθρ. 211επ.), αλλά ως όργανο του ν.π..

β. Έκταση των εξουσιών της Διοίκησης (ΑΚ 68 παρ.1)
Η έκταση των εξουσιών της Διοίκησης προσδιορίζεται από τη συστατική πράξη ή το καταστατικό.
Τι σημαίνει αυτό; Με τη συστατική πράξη ή το καταστατικό μπορούν να τεθούν περιορισμοί στις εξουσίες της Διοίκησης (π.χ. πρόβλεψη ιδιαίτερου προσώπου, απαγόρευση κατάρτισης ορισμένων δικαιοπραξιών, κατάρτιση δικαιοπραξιών μόνο μετά από τήρηση ορισμένων διατυπώσεων). Ο σκοπός περιορίζει επίσης την εξουσία της Διοίκησης.
Οι περιορισμοί ισχύουν και για τους τρίτους. Αυτονόητο, αφού, πάντοτε, συστατική πράξη και καταστατικό δημοσιεύονται.
Παράδειγμα: Με βάση ρητή πρόβλεψη στο καταστατικό το Διοικητικό Συμβούλιο ΔΣ, του αθλητικού σωματείου Σ, παρέχει στα μέλη του Π και Τ εξουσία εκπροσώπησης του Σ. Πράγματι, οι Π και Τ παρέχουν εγγύηση υπέρ του Ο, μέλους του Σ, προκειμένου να λάβει ο Ο δάνειο από τον Δ. Οι Π και Τ, υποκατάστατα όργανα του Σ σύμφωνα με το άρθρ. ΑΚ 67. εδ.2, ενεργούν εκτός των εξουσιών της Διοίκησης, διότι η παροχή εγγύησης βρίσκεται εκτός του σκοπού του Σ. Βλ. παραπάνω και τη γνώμη που δέχεται ότι ο σκοπός του ν.π. περιορίζει την ικανότητα δικαίου του ν.π. και όχι απλώς τις εξουσίες της Διοίκησης.


Ε. Δικαιοπραξίες του νομικού προσώπου (ΑΚ 70)
Το ν.π. καταρτίζει δικαιοπραξίες δια μέσου των οργάνων του. Δικαιοπραξία = θεμιτή πράξη με ηθελημένες από το δρων πρόσωπο έννομες συνέπειες
Προϋποθέσεις για να δεσμεύεται (μη ακριβής ο όρος υποχρεώνεται) το ν.π. από τις δικαιοπραξίες αυτές:
1. Να ενεργεί όργανο που ασκεί τη διοίκηση
2. Το όργανο να ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του ν.π.
3. Το όργανο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του→68 παρ. 1 και σκοπός ν.π. (αμφ.)
Συνέπεια: Δέσμευση του ν.π. από τις δικαιοπραξίες των οργάνων του, οι τελευταίες δηλαδή είναι δικαιοπραξίες του ν.π.. Αν δεν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, δεν δεσμεύεται το ν.π. και σύμφωνα με το άρθρ. ΑΚ 68 παρ. 2 εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την αντιπροσώπευση (ΑΚ 229 επ.)
Πρακτικό
Σύμφωνα με το καταστατικό του σωματείου Σ η Διοίκηση του Σ έχει την εξουσία να καταρτίζει δικαιοπραξίες μόνο μέχρι του ποσού των 30.000 Ευρώ. Αν η αξία της δικαιοπραξίας υπερβαίνει το ποσό αυτό, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη της Γενικής Συνέλευσης του Σ. Το Δ.Σ. προβαίνει στο όνομα και για λογαριασμό του Σ, μετά από ομόφωνη απόφαση, στην πώληση στον Β ενός ακινήτου του Σ αντί 40.000 Ευρώ, χωρίς να ζητήσει την προηγούμενη άδεια της Γ.Σ. Ερωτάται: α) Δεσμεύεται το Σ από την πώληση του ακινήτου; β) Αν υποτεθεί ότι το Σ δεν δεσμεύεται, ποια δικαιώματα έχει ο Β;
α) Όχι. Άρθρα 70, 68 παρ.1.εδ. 1 ΑΚ
β) Άρθρα 68 παρ. 2, 229 εδ.2, 230 εδ. 1.Τα δικαιώματα του Β θεμελιώνονται στις διατάξεις για την αντιπροσώπευση, στις οποίες παραπέμπει η ΑΚ 68 εδ. 2. Συνεπώς, η πώληση δεν είναι άκυρη αλλά μετέωρης ισχύος. Προς το παρόν δεν μπορείτε να δώσετε ολοκληρωμένη απάντηση στο ερώτημα β, γιατί δεν έχετε διδαχθεί την αντιπροσώπευση.

ΣΤ. Ευθύνη του νομικού προσώπου (ΑΚ 71)
Προϋποθέσεις της ευθύνης του ν.π. για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του:
1. Αντιπροσωπευτικό όργανο του ν.π. (έννοια αμφ.: κρ. άπ. κάθε όργανο που έχει αρμοδιότητα αυτοτελούς αποφάσεως π.χ. διευθυντής υποκαταστήματος) → ευρύτερη η έννοια του οργάνου στην ΑΚ 71 από αυτήν στην ΑΚ 70.
2. Πράξη ή παράλειψη του οργάνου αυτού:
α. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του ανατέθηκαν (όχι επ΄ ευκαιρία αμφ.)
β. Η οποία δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης (η ΑΚ 71 είναι παραπεμπτική διάταξη → π.χ. ΑΚ 914, 197-198 = διατάξεις που θεσπίζουν ευθύνη).
Ευρεία ερμηνεία ΑΚ 71 → ευθύνη ν.π. για κάθε δυσμενή έννομη συνέπεια των πράξεων ή παραλείψεων του οργάνου π.χ. άρση ή παράλειψη, όχι μόνο αποζημίωση )
Συνέπειες:
1.Το ν.π. ευθύνεται = υφίσταται δυσμενείς έννομες συνέπειες.
2. Αν το όργανο είναι υπαίτιο -βαρύνεται με δόλο ή αμέλεια- ευθύνεται και αυτό → εις ολόκληρον ευθύνη ν.π. και οργάνου. Έννοια εις ολόκληρον ευθύνης (ΑΚ 481).
Πρακτικό
Ο Π, πρόεδρος της Διοίκησης του σωματείου Σ, έχοντας σχετική εξουσία από το καταστατικό του Σ, μετά από απόφαση της Διοίκησης του Σ, μετέβη στο γραφείο του συμβολαιογράφου Β για να υπογράψει στο όνομα και για λογαριασμό του Σ την αγορά ενός οικοπέδου. Εκεί βρήκε την ευκαιρία και έκλεψε από το γραφείο του Β ένα χρυσό ρολόι. Ερωτάται: Ευθύνεται το Σ για την κλοπή που διέπραξε ο Π;
ΑΚ 71, 914

Ζ. Ευθύνη του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (104-106 ΕισΝΑΚ)
α. Ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΚ 104, 106) →ΑΚ 71= Ευθύνη του Δημοσίου κλπ. και του υπαίτιου οργάνου. Εξαίρεση: Οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι υπάλληλοι ν.π.δ.δ. δεν ευθύνονται έναντι τρίτων, μόνον έναντι του Δημοσίου ή των ν.π.δ.δ.
β. Ευθύνη για παράνομες (αμφ.) πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας και για παράβαση διάταξης που έχει τεθεί και για χάρη του ιδιωτικού συμφέροντος. (ΑΚ 105, 106). Μαζί με το Δημόσιο ή το ν.π.δ.δ. ευθύνεται και το υπαίτιο πρόσωπο. Εξαίρεση: Δεν ευθύνονται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, υπουργοί, δημόσιοι υπάλληλοι κλπ.


Σωματείο

Έννοια: Ένωση είκοσι τουλάχιστον προσώπων που επιδιώκει σκοπό μη κερδοσκοπικό και έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα.
Παραδείγματα σκοπών μη κερδοσκοπικών: αθλητικός, φιλανθρωπικός, επιστημονικός κλπ
To δικαίωμα σύστασης σωματείων προστατεύεται από το Σύνταγμα (άρθρ. 12).

Α. Σύσταση (ΑΚ 78 - 83)
Σύσταση → Έναρξη της προσωπικότητας (ικανότητας δικαίου) του σωματείου.
Προϋποθέσεις σύστασης
α. Συστατική πράξη (έγγραφη – οι συμβαλλόμενοι πρέπει να είναι τουλάχιστον είκοσι)
β. Καταστατικό = το σύνταγμα του σωματείου (έγγραφο – απαραίτητα στοιχεία τα αναφερόμενα στο άρθρο 80 ΑΚ)
γ. Εγγραφή του σωματείου στα βιβλία σωματείων• Μετά από αίτηση στο Ειρηνοδικείο το Δικαστήριο – αφού προβεί σε έλεγχο της νομιμότητας , όχι σκοπιμότητας- διατάσσει τη δημοσίευση στον τύπο περίληψης του καταστατικού και την εγγραφή του σωματείου στα βιβλία σωματείων, που βρίσκονται στο Πρωτοδικείο= Δημοσιότητα συστατικής πράξης και καταστατικού. Η ίδια διαδικασία προβλέπεται και για κάθε τροποποίηση του καταστατικού. Ερώτημα: Θα ήταν νόμιμος εκτός από τον έλεγχο νομιμότητας του σωματείου, στον οποίο προβαίνει το Δικαστήριο, και έλεγχος σκοπιμότητας της ίδρυσής του; Όχι, έλεγχος σκοπιμότητας αντίκειται στο άρθρ. 12 Σ. Παραδείγματα : Από τα Δικαστήρια κατά τον έλεγχο της νομιμότητας κρίθηκε παράνομος ο σκοπός του υπό σύσταση σωματείου στις εξής περιπτώσεις: σωματείο Χιλιαστών, αθλητικό σωματείο με σκοπό την ενθάρρυνση σε επικίνδυνες δραστηριότητες, σωματείο Τούρκων γυναικών Ν. Ροδόπης κλπ

Β. Όργανα (ΑΚ 92 - 102)
Τα κατά τον ΑΚ απαραίτητα όργανα κάθε σωματείου είναι: 1. Η Διοίκηση 2 Η Συνέλευση των μελών (ως συνώνυμος έχει επικρατήσει ο όρος Γενική Συνέλευση).
Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει και άλλα όργανα πχ ελεγκτές, πειθαρχικό συμβούλιο. Διοίκηση: Εκτελεστικό όργανο
Συνέλευση των μελών: Βουλευόμενο όργανο Συγκροτείται από όλα τα μέλη. Εξαίρεση: ΑΚ 98 = δεν συμμετέχει μέλος, όταν η απόφαση αφορά την επιχείρηση δικαιοπραξίας ή την έγερση ή κατάργηση δίκης μεταξύ του σωματείου και του μέλους ή του συζύγου του ή εξ αίματος συγγενούς του ως τον τρίτο βαθμό βλ. και το αντίστοιχο άρθρ. 66 ΑΚ για τα μέλη της Διοίκησης ν.π.
i. Αρμοδιότητα της Συνέλευσης (ΑΚ 93 – 94)
Η Συνέλευση έχει το τεκμήριο αρμοδιότητας = αποφασίζει για κάθε υπόθεση που δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα άλλου οργάνου → το ανώτατο όργανο του σωματείου. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να ασκεί αρμοδιότητες ανατεθειμένες από το καταστατικό σε άλλο όργανο = αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Παράδειγμα: Η Διοίκηση του σωματείου Σ , αντλώντας σχετική εξουσία από το καταστατικό, αποφασίζει να πουλήσει και μεταβιβάσει ένα οικόπεδο του Σ στον Α. Η Συνέλευση των μελών του Σ έχει αντίθετη άποψη και λαμβάνει απόφαση η μεταβίβαση να γίνει στον Β. Η Διοίκηση παρά την αντίθετη απόφαση της Συνέλευσης μεταβιβάζει λόγω πωλήσεως το οικόπεδο στον Α. Η μεταβίβαση είναι έγκυρη, αφού καταρτίστηκε από το αρμόδιο όργανο• η Συνέλευση, αν και το ανώτατο όργανο του σωματείου, δεν έχει αρμοδιότητα να υπεισέρχεται στις αρμοδιότητες άλλων οργάνων κατά παράβαση του καταστατικού.
ii. Τρόπος λειτουργίας της Συνέλευσης (Σύγκληση – Λήψη αποφάσεων) (ΑΚ 95 – 100)
Ο τρόπος λειτουργίας ρυθμίζεται από το καταστατικό (όχι όμως για θέματα που ρυθμίζονται από το νόμο με κανόνες αναγκαστικού δικαίου = κανόνες που δεν μπορεί να παρακάμψει η ιδιωτική βούληση πχ άρθρ 100 ΑΚ) και από το νόμο. Ενδεικτικά η Συνέλευση συγκαλείται από τη Διοίκηση ή το ένα πέμπτο των μελών, αν αρνείται η Διοίκηση, οι αποφάσεις λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων κλπ
iii. Ειδικά η ακυρότητα της απόφασης της Συνέλευσης (AK 101 - 102)
Κατά το άρθρ. ΑΚ 101 απόφαση της συνέλευσης είναι άκυρη, αν αντιβαίνει στο νόμο ή το καταστατικό, τη δε ακυρότητα κηρύσσει το δικαστήριο. Από τη διάταξη προκύπτει ότι δεν πρόκειται για ακυρότητα (αφού όπως θα δούμε παρακάτω η ακυρότητα επέρχεται αυτοδικαίως χωρίς να απαιτείται έκδοση δικαστικής απόφασης) αλλά για ακυρωσία της απόφασης της Συνέλευσης. Η δικαστική απόφαση εκδίδεται μετά από αγωγή εντός αποσβεστικής προθεσμίας έξι μηνών από την προσβαλλόμενη απόφαση. Με ερμηνεία γίνεται δεκτό ότι το άρθρο 101 ΑΚ, παρά το γράμμα του, αναφέρεται μόνο σε αποφάσεις που ελήφθησαν κατά παράβαση διατάξεων του νόμου ή του καταστατικού που ρυθμίζουν τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων• αν η απόφαση ελήφθη κατά παράβαση άλλων διατάξεων, που έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, η απόφαση της Συνέλευσης είναι άκυρη, όχι ακυρώσιμη. Παραδείγματα: Ακυρώσιμη είναι απόφαση της Συνέλευσης που ελήφθη επί θέματος που δεν είχε αναγραφεί στην πρόσκληση με τα θέματα της ημερησίας διάταξης, απόφαση που ελήφθη με μειωμένη από την προβλεπόμενη από το καταστατικό πλειοψηφία κλπ. Άκυρη είναι απόφαση της συνέλευσης που είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη ή που προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου.

Γ. Μέλη (ΑΚ 86 - 91)
Αρχικά (ή ιδρυτικά) –Μεταγενέστερα (ή νέα)
Η είσοδος νέων μελών επιτρέπεται πάντοτε, εκτός αν το καταστατικό προβλέπει περιορισμούς ή απαγορεύει την είσοδο νέων μελών ΑΚ 86 (στην περίπτωση όμως που το σωματείο κατέχει μονοπωλιακή θέση, γίνεται δεκτό ότι αποκλεισμός εισόδου δεν ισχύει, ΑΚ 281). Παράδειγμα: Ο Α, εργαζόμενος στην εταιρεία Ε ζητά την εγγραφή του στο Σ, σωματείο των εργαζομένων στην Ε, αλλά η Συνέλευση των μελών αρνείται την εγγραφή, χωρίς λόγο. Ο Α μπορεί να ζητήσει με αγωγή την εγγραφή του ως μέλους του Σ. Αποβολή μέλους: ΑΚ 88 Επιτρέπεται είτε για λόγους που προβλέπει το καταστατικό ή για σπουδαίο λόγο π.χ. μέλη αντάλλαξαν μεταξύ τους βαρύτατες ύβρεις, ενώ το καταστατικό προέβλεπε ως λόγο αποβολής την περίπτωση που «μέλος της λέσχης επεδείξατο διαγωγήν απάδουσαν προς την τιμήν ή αξιοπρέπειαν του ατόμου» (ΑΠ 814/1973). Προσοχή: Το προς αποβολή μέλος πρέπει προηγουμένως να κληθεί σε απολογία.
Δ. Διάλυση (ΑΚ 103 - 106)- εκκαθάριση (ΑΚ 72α΄) → Τέλος ν.π. .
Λόγοι διάλυσης (ΑΚ 103 επ.)
1. Απόφαση της Συνέλευσης (Αυτοδιάλυση)
2. Αυτοδικαίως: όταν τα μέλη μειωθούν σε λιγότερα από δέκα - . για λόγους που προβλέπει το καταστατικό
3. Με δικαστική απόφαση (για ορισμένους λόγους)
Ποια είναι η τύχη της περιουσίας του σωματείου μετά τη διάλυση; ΑΚ 77. Κατ’ απόκλιση όμως της γενικής διάταξης του άρθρ. 77 ΑΚ, η περιουσία του σωματείου δεν διανέμεται ποτέ μεταξύ των μελών του (ΑΚ 106).


Το ίδρυμα

I. Έννοια: Σύνολο περιουσίας που έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα και έχει ταχθεί για την εξυπηρέτηση ορισμένου διαρκούς σκοπού ΑΚ 108
II. Όροι για τη σύσταση:
i. Ιδρυτική πράξη
ii. Έγκριση της Πολιτείας με προεδρικό διάταγμα (το οποίο δημοσιεύεται στο ΦΕΚ) → Σύστημα της παραχώρησης = έλεγχος νομιμότητας και σκοπιμότητας
Ειδικότερα η ιδρυτική πράξη = δικαιοπραξία μονομερής, μη απευθυντέα, εν ζωή (οπότε απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο ΑΚ 109 β΄) ή αιτία θανάτου = διαθήκη. Περιεχόμενο υποχρεωτικό: α. σκοπός του ιδρύματος και β. περιουσία που αφιερώνεται προς εξυπηρέτησή του. Δεν ακριβολογεί η ΑΚ 110 παρ. 2, όταν απαιτεί ως αναγκαίο περιεχόμενο και τον οργανισμό• ο οργανισμός μπορεί να συμπληρωθεί από το εγκριτικό π.δ.
III. Συνέπειες της σύστασης
i. Κτήση νομικής προσωπικότητας Προσοχή: αν το ίδρυμα συστήνεται μετά το θάνατο του ιδρυτή, κατά πλάσμα δικαίου θεωρείται ότι από το θάνατο του ιδρυτή -δηλαδή πριν τη σύστασή του- έχει περιορισμένη νομική προσωπικότητα για να κληρονομήσει την ταχθείσα από τον ιδρυτή περιουσία ΑΚ 114.
ii. Υποχρέωση του ιδρυτή να μεταβιβάσει την περιουσία που αφιέρωσε ΑΚ 113 παρ.1. Εξαίρεση: Δεν υπάρχει τέτοια υποχρέωση για δικαιώματα που μεταβιβάζονται με εκχώρηση, γιατί αυτά μεταβιβάζονται αυτοδικαίως, μόλις συσταθεί το ίδρυμα ΑΚ 113 παρ.2 . Τι είναι η εκχώρηση; Τρόπος μεταβίβασης κυρίως μιας κατηγορίας δικαιωμάτων -των απαιτήσεων- τον οποίο τρόπο θα διδαχθείτε του χρόνου στο Ενοχικό Δίκαιο.
IV. Λειτουργία
Με βάση τον οργανισμό και το νόμο. Κατά το στάδιο της λειτουργίας επιτρέπεται η μεταβολή (ή η συμπλήρωση του οργανισμού), ακόμη επιτρέπεται και η μεταβολή του σκοπού με π.δ. αν ο σκοπός έγινε ανέφικτος. ΑΚ 120
V. Διάλυση
Το ίδρυμα παύει να υπάρχει:
i. Αυτοδικαίως (στις περιπτώσεις που ορίζει η ιδρυτική πράξη ή ο οργανισμός ΑΚ 117)
ii. Με προεδρικό διάταγμα (στις περιπτώσεις του άρθρ. ΑΚ 118)
Πρακτικό: Ο Ι αφιέρωσε με συμβολαιογραφικό έγγραφο μέρος της περιουσίας του για τη σύσταση ιδρύματος. Όμως ο Ι πέθανε πριν την δημοσίευση του εγκριτικού προεδρικού διατάγματος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αφήνοντας με διαθήκη και άλλη περιουσία στο ίδρυμα και στην υπόλοιπη κληρονόμο του τον Β. Ερωτάται:1. Πότε απέκτησε νομική προσωπικότητα το ίδρυμα; 2. Πώς θα αποκτήσει το ίδρυμα την περιουσία που του αφιέρωσε ο Ι;
Απάντηση: Το ίδρυμα αποκτά νομική προσωπικότητα με τη δημοσίευση του εγκριτικού προεδρικού διατάγματος ΑΚ 108.Όμως κατ' εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρ. 114 ΑΚ ίδρυμα που συνιστάται μετά το θάνατο του ιδρυτή θεωρείται ότι υφίσταται κατά το χρόνο του θανάτου του ως προς την περιουσία που έχει ταχθεί υπέρ αυτού. Συνεπώς το ίδρυμα του Α ειδικά για την κτήση της περιουσίας που αφιέρωσε ο Α και την κληρονομιά που του κατέλιπε, απέκτησε νπ την ημέρα του θανάτου του ιδρυτή του δηλ. του Α. β. Σύμφωνα με την ΑΚ 113 παρ. 1 ο Β, οφείλει να μεταβιβάσει τα περιουσιακά στοιχεία που αφιερώθηκαν με την ιδρυτική πράξη, ο Β κληρονομεί την υποχρέωση του Α.
0 .
Ο ψεκασμός είναι υγεία, είναι πολιτισμός!

Σκοτώνει βακτήρια, ιούς, μύκητες, ζιζάνια, καθώς και πάσης φύσεως παράσιτα
. :yesyes:

Άβαταρ μέλους
Adminović
Sloboda Narodu
Sloboda Narodu
Δημοσιεύσεις: 15406
Τοποθεσία: F.R. Liberland

Re: ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ (ΣΗΕΙΩΣΕΙΣ)

Δημοσίευσηαπό Adminović » 20 Σεπ 2015, 05:09

ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μια δικαιοπραξία δεν αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της, επειδή παρουσιάζει κάποιο ελάττωμα. Διακρίνουμε τις εξής μορφές παθολογικών δικαιοπραξιών:
1. Ανυπόστατες
2. Ανενεργείς
3. Άκυρες
4. Ακυρώσιμες

1. ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΕΣ
Έννοια: Είναι δικαιοπραξίες των οποίων λείπουν ουσιώδη στοιχεία του πραγματικού τους (τα essentialia negotii) πχ μίσθωση χωρίς να ορίζεται το αντικείμενο της μίσθωσης.
Συνέπειες: Οι ανυπόστατες δικαιοπραξίες είναι ανύπαρκτες. Δεν υφίστανται καν ως δικαιοπραξίες.

2. ΑΝΕΝΕΡΓΕΙΣ
Έννοια: Είναι δικαιοπραξίες για την ολοκλήρωση των οποίων απαιτείται η συνδρομή ορισμένων ακόμη στοιχείων, τα οποία δεν είναι βέβαιο αν θα συμπληρωθούν πχ μεταγραφή μεταβίβασης κυριότητας ακινήτου ΑΚ 1033, η έγκριση τρίτου ΑΚ 236.
Συνέπειες: Μέχρι να συμπληρωθούν τα στοιχεία που λείπουν, το κύρος των δικαιοπραξιών αυτών είναι μετέωρο -αν συμπληρωθούν η δικαιοπραξία καθίσταται έγκυρη και αναπτύσσει όλη της την ενέργεια- αν καταστεί βέβαιο ότι δεν θα συμπληρωθούν ποτέ η δικαιοπραξία καθίσταται άκυρη.

3. ΑΚΥΡΕΣ
Έννοια: Άκυρη είναι η δικαιοπραξία που έχει την εξωτερική μορφή δικαιοπραξίας, δεν παράγει όμως τα έννομα αποτελέσματά της λόγω κάποιου ελαττώματος που έχει εμφιλοχωρήσει σε αυτήν.
Λόγοι ακυρότητας: Πολλοί (πχ έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας, παράνομο ή ανήθικο περιεχόμενο, εικονικότητα). Ο νόμος με ειδικές διατάξεις προβλέπει την ακυρότητα δικαιοπραξίας.
Είδη ακυρότητας
1. Απόλυτη (η ακυρότητα που τάσσεται για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, μπορεί να επικαλεσθεί οιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον και λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο πχ ΑΚ 174) – Σχετική (η ακυρότητα που τάσσεται για την εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος, μπορεί να την επικαλεστεί μόνο το πρόσωπο υπέρ του οποίου τάσσεται και το δικαστήριο την λαμβάνει υπόψη μόνο αφού προταθεί πχ ΑΚ 131 παρ. 1)
2. Ολική (όταν ολόκληρη η δικαιοπραξία είναι άκυρη) - Μερική (όταν μέρος της δικαιοπραξίας είναι άκυρο). Ερώτημα: Επηρεάζει η ακυρότητα του μέρους το κύρος ολόκληρης της δικαιοπραξίας; Μόνο αν συνάγεται ότι τα μέρη, αν γνώριζαν την ακυρότητα, δεν θα είχαν καταρτίσει τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος ΑΚ 181)
Παραδείγματα μερικής ακυρότητας: δανειακή σύμβαση με τοκογλυφικό επιτόκιο, συστατική πράξη ιδρύματος την οποία υπογράφουν 25 πρόσωπα από τα οποία ένα είναι δικαιοπρακτικά ανίκανο, πώληση ακινήτου με τίμημα στο ήμισυ της πραγματικής αξίας του αλλά για κάλυψη της διαφοράς ανάληψη υποχρέωσης από τον αγοραστή να κλείσει το κατάστημά του για είκοσι χρόνια
Πρακτικό: Ο 17ετής Α συμφωνεί με τον Π την αγορά ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή. Όταν ο Α προσέρχεται στο κατάστημα του Π για να παραλάβει τον υπολογιστή, ο Π του ανακοινώνει ότι δεν είναι υποχρεωμένος να του τον παραδώσει γιατί η πώληση ήταν άκυρη λόγω δικαιοπρακτικής ανικανότητας του Α. Ερωτάται: Έχει δίκιο ο Π; Απάντηση: Η πώληση πράγματι είναι άκυρη (ΑΚ 127, 130). Η απάντηση όμως στο ερώτημα αν δικαιούται ο Π να επικαλεστεί την ακυρότητα αυτή εξαρτάται από ποια γνώμη θα ακολουθήσουμε ως προς τον χαρακτηρισμό της ακυρότητας ως απόλυτης ή σχετικής. Αν συνταχθούμε με την κρατούσα άποψη που δέχεται την ακυρότητα αυτή ως απόλυτη ναι, έχει δίκιο ο Π αρνούμενος να παραδώσει τον υπολογιστή. Αν ακολουθήσουμε την αντίθετη άποψη ότι δηλαδή πρόκειται για σχετική ακυρότητα, ο Π δεν μπορεί να την επικαλεστεί. Μόνο ο ανήλικος Α , υπέρ του οποίου τάσσεται η ακυρότητα, δικαιούται να την επικαλεστεί.
Θεραπεία ακυρότητας: Είναι δυνατή, εφόσον το προβλέπει ο νόμος, σε εξαιρετικές περιπτώσεις πχ ΑΚ 498 παρ.2 (ίαση με παράδοση του κινητού της άκυρης λόγω μη τήρησης του συμβολαιογραφικού τύπου δωρεάς κινητού ) ή εφόσον ο δικαιούμενος να επικαλεστεί σχετική ακυρότητα παραιτηθεί από το δικαίωμα επίκλησής της.
Μετατροπή = Η αλλαγή του νομικού χαρακτήρα άκυρης δικαιοπραξίας, ώστε η άκυρη δικαιοπραξία να ισχύσει υπό διαφορετική όμως νομική μορφή, που καλύπτει παρεμφερές περιεχόμενο ΑΚ 182. Προϋποθέσεις i. η άκυρη δικαιοπραξία να περιέχει τα στοιχεία έγκυρης ii. τα μέρη να αγνοούν την ακυρότητα και iii. τα μέρη να ήθελαν την άλλη δικαιοπραξία, αν γνώριζαν ότι κατάρτιζαν άκυρη δικαιοπραξία. Παράδειγμα: Οι συμβαλλόμενοι καταρτίζουν σύμβαση μεταβίβασης της επικαρπίας η οποία κατά το άρθρ. 1166 α΄ ΑΚ απαγορεύεται, συνεπώς είναι άκυρη. Η άκυρη μεταβίβαση της επικαρπίας μπορεί όμως υπό τις προϋποθέσεις του άρθρ. 182 ΑΚ να ισχύσει ως έγκυρη μεταβίβαση της άσκησης της επικαρπίας, την οποία επιτρέπει ο νομοθέτης ΑΚ 1166. β΄.
Επικύρωση =Η επανακατάρτιση άκυρης δικαιοπραξίας , όταν δεν συντρέχει πλέον λόγος ακυρότητας, με τη βούληση των μερών να επικυρώσουν την άκυρη δικαιοπραξία → Η επικύρωση ενεργεί για το μέλλον ΑΚ 183 παρ.1.

4. ΑΚΥΡΩΣΙΜΕΣ
Έννοια: Ακυρώσιμη είναι η δικαιοπραξία η οποία λόγω κάποιου ελαττώματος παράγει μεν τα έννομα αποτελέσματά της, μπορεί όμως να ακυρωθεί (ανατραπεί) με δικαστική απόφαση, οπότε εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη ΑΚ 184.
Λόγοι ακυρωσίας Πλάνη, απάτη, απειλή. Επιπλέον σύμφωνα με το ν. 2957/2001 όποιος προβαίνει σε δήλωση βούλησης που επηρεάστηκε από πράξη διαφθοράς έχει δικαίωμα να ακυρώσει τη δικαιοπραξία (Ο νόμος αυτός πάντως είναι εκτός της εξεταστέας ύλης)
Συνέπειες της ακύρωσης Η ακύρωση της δικαιοπραξίας δρα αναδρομικά, ανατρέχει στο χρόνο κατάρτισής της = ανατρέπονται οι έννομες συνέπειες της ακυρωθείσας δικαιοπραξίας αναδρομικά και αυτή εξομοιώνεται πλέον με απολύτως άκυρη. Εξαίρεση στην αναδρομική ενέργεια: Η ακύρωση διαρκών συμβάσεων πχ εργασίας που ήδη λειτουργούν δρα για το μέλλον (ex nunc). Προστασία των τρίτων: Τι γίνεται όμως με τους τρίτους που απέκτησαν δικαιώματα βάσει της μεταγενέστερα ακυρωθείσας δικαιοπραξίας; Αυτοί φαίνονται να θίγονται από την αναδρομική ανατροπή των αποτελεσμάτων της ακυρώσιμης δικαιοπραξίας. Ο ΑΚ στο άρθρ. ΑΚ 184 προβλέπει την προστασία μόνο όσων αποκτούν εμπράγματα δικαιώματα, παραπέμποντας στις ειδικές διατάξεις = εφόσον πρόκειται για κτήση ακινήτου στις ΑΚ 1203 – 1204 και εφόσον πρόκειται για κτήση κινητού στην ΑΚ 1036 (καλόπιστη κτήση κυριότητας κινητού από μη κύριο).
Πρακτικό: Ο Α αγόρασε από τον Β ζωγραφικό πίνακα, τον οποίο λίγο αργότερα πούλησε και μεταβίβασε στον Κ. Ο Β πέτυχε την ακύρωση της μεταβίβασης της κυριότητας του πίνακα στον Α και ζητά από τον Κ, που δικαιολογημένα αγνοούσε πλάνη του Β, την απόδοση του πίνακα. Ερωτάται: Έχει δίκιο ο Β;
Απάντηση: Όχι. Μετά την ακύρωση της μεταβίβασης του ζωγραφικού πίνακα από τον Β στον Α (με τελεσίδικη δικαστική απόφαση) σύμφωνα με το άρθρ. 184 ΑΚ, η κυριότητα του πίνακα επανήλθε στον Β. Όμως, σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη του άρθρ. 184, η ακύρωση της δικαιοπραξίας δε θίγει το εμπράγματο δικαίωμα που ο τρίτος Κ απέκτησε δυνάμει του άρθρ. 1036 ΑΚ.
Πώς επέρχεται η ακύρωση: Με τελεσίδικη (διαπλαστική) δικαστική απόφαση ΑΚ 154 α΄ μετά από αγωγή (ή ένσταση) του πλανηθέντος, απατηθέντος ή απειληθέντος και των κληρονόμων τους ΑΚ 154 β΄ εντός αποσβεστικής προθεσμίας δύο ετών από τη δικαιοπραξία ή από τότε που πέρασε η κατάσταση αυτή και πάντως εντός είκοσι ετών από τη δικαιοπραξία ΑΚ 157..
Συρροή ακυρότητας και ακυρωσίας: Όταν μια δικαιοπραξία έχει διάφορα ελαττώματα από τα οποία άλλα την καθιστούν άκυρη και άλλα ακυρώσιμη, γεννάται το πρόβλημα αν επιτρέπεται η ακύρωση της άκυρης δικαιοπραξίας. Το ζήτημα αμφισβητείται = έχουν υποστηριχθεί και οι δύο λύσεις: η καταφατική (συρροή κανόνων δικαίου) και η αποφατική.

Aκόμα, οι διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης συνεπάγονται ευθύνη αποζημίωσης, σε περίπτωση που η σύμβαση δεν καταρτίστηκε με υπαιτιότητα του ενός μέρους (197-198 ΑΚ - αρνητικό διαφέρον).
0 .
Ο ψεκασμός είναι υγεία, είναι πολιτισμός!

Σκοτώνει βακτήρια, ιούς, μύκητες, ζιζάνια, καθώς και πάσης φύσεως παράσιτα
. :yesyes:


Επιστροφή σε “Σημειώσεις - Θέματα”